Αναγεννησιακή τέχνη στη Γερμανία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Αναγεννησιακή τέχνη στη Γερμανία ως έννοια είναι κάπως συγκεχυμένη εξαιτίας της συνεχιζόμενης χρήσης περίτεχνων γοτθικών διακοσμητικών στοιχείων μέχρι και το 16ο αιώνα, ακόμη και σε έργα που χαρακτηρίζονται αδιαμφισβήτητα αναγεννησιακά εξαιτίας του τρόπου που πραγματεύονται την ανθρώπινη μορφή και άλλων ενδείξεων. Η διακόσμηση με κλασικά στοιχεία είχε μικρή ιστορική απήχηση στο μεγαλύτερο μέρος της Γερμανίας, αλλά κατά τα άλλα η Γερμανία ήταν πολύ γρήγορη στην υιοθέτηση καινοτομιών, ιδίως της τυπογραφίας με κινητά στοιχεία, μια γερμανική εφεύρεση που παρέμεινε μονοπώλιο για μερικές δεκαετίες, και που εξαπλώθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων της Γαλλίας και της Ιταλίας, από Γερμανούς.

Ζωγραφική και χαρακτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Νεαρός λαγός», έργο του Άλμπρεχτ Ντύρερ, 1502. Μουσείο Αλμπερτίνα, Βιέννη, Αυστρία.

Η τυπογραφία με τη χρήση της ξυλογραφίας και της χαρακτικής (πιθανώς άλλη μια εφεύρεση των Γερμανών) ήταν ήδη περισσότερο ανεπτυγμένη στη Γερμανία και τις Κάτω Χώρες σε σχέση με οπουδήποτε αλλού, και οι Γερμανοί πήραν το προβάδισμα στην καλλιέργεια της τέχνης της εικονογράφησης βιβλίων, με τα ξύλινα κινητά στοιχεία να δανείζονται σε εκδότες που εργάζονταν σε διάφορες πόλεις και γλώσσες. Ο σημαντικότερος καλλιτέχνης της Γερμανικής Αναγέννησης, ο Άλμπρεχτ Ντύρερ (1471-1528), ξεκίνησε την καριέρα του ως μαθητευόμενος σε ένα σημαντικό εργαστήρι της Νυρεμβέργης, εκείνο του Μίχαελ Βόλγκεμουτ (Michael Wolgemut), ο οποίος είχε εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό τη ζωγραφική για να αφιερωθεί στην καινούρια αυτή τεχνική. Ο Ντύρερ εργάστηκε στη δημιουργία του πολυτελέστερα εικονογραφημένου βιβλίου της εποχής, του «Χρονικού της Νυρεμβέργης», το οποίο εξέδωσε ο νονός του, Άντον Κόμπεργκερ (Anton Koberger), ο μεγαλύτερος εκδότης εκτυπωμένων συγγραμμάτων της εποχής.

Αφού ολοκλήρωσε τη μαθητεία του το 1490, ο Ντύρερ ταξίδεψε στην Γερμανία για τέσσερα χρόνια, καθώς και στην Ιταλία για λίγους μήνες, προτού ιδρύσει το προσωπικό του εργαστήρι στη Νυρεμβέργη. Η φήμη του εξαπλώθηκε γρήγορα σε ολόκληρη την Ευρώπη για τις ξυλογραφίες και τα χαρακτικά του, ενώ παράλληλα ζωγράφιζε. Παρόλο που διατήρησε τη χαρακτηριστική τεχνοτροπία των Γερμανών, το έργο του μαρτυρά επιρροές από την Ιταλία, και συχνά αντιμετωπίζεται ως το σημείο εκκίνησης της Γερμανικής Αναγέννησης στις εικαστικές τέχνες, που για τα επόμενα σαράντα χρόνια αντικατέστησε την Ολλανδία και τη Γαλλία στην παραγωγή των πιο πρωτοποριακών έργων τέχνης στη Βόρεια Ευρώπη. Ο Ντύρερ συντάχθηκε με τις απόψεις του Μαρτίνου Λούθηρου, ωστόσο συνέχισε να δημιουργεί Μαντόνες και άλλες θρησκευτικές αναπαραστάσεις, καθώς και πορτραίτα των επιφανέστερων προσώπων που βρέθηκαν στις δύο πλευρές του σχίσματος που προκάλεσε η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση.

«Ο Έρωτας διαμαρτύρεται στην Αφροδίτη», Λούκας Κράναχ ο πρεσβύτερος, 1530. Λάδι σε ξύλο, Εθνική Πινακοθήκη, Λονδίνο, Αγγλία.

Ο Ντύρερ απεβίωσε το 1528, προτού καθοριστεί το κατά πόσο το σχίσμα της Μεταρρύθμισης θα ήταν οριστικό, ωστόσο οι μαθητές της επόμενης γενιάς στάθηκε αδύνατο να μην επιλέξουν πλευρά. Οι επιφανέστεροι των Γερμανών καλλιτεχνών έγιναν Προτεστάντες, ωστόσο αυτό τους αφαίρεσε την ελευθερία να πραγματεύονται θρησκευτικά θέματα, που μέχρι πρότινος αποτελούσαν την κύρια πηγή εσόδων τους. Ο Λούθηρος εναντιώθηκε στην Καθολική εικονογραφία, αλλά όχι στην εικονογραφία στο σύνολό της. Ο Λούκας Κράναχ ο πρεσβύτερος (1472–1553), στενός φίλος του Λούθηρου, ζωγράφισε μια σειρά από πίνακες που προορίζονταν για Άγιες Τράπεζες, που συχνά απεικόνιζαν το Μυστικό Δείπνο, σε ορισμένους από τους οποίους οι Δώδεκα Απόστολοι αποτελούν πορτραίτα των κυριότερων Προτεσταντών ιερωμένων της εποχής. Αυτή η φάση της Λουθηρανικής τέχνης τελείωσε πριν το 1550, ίσως υπό την επίδραση του Καλβινισμού που αντιμαχόταν τις απεικονίσεις με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα, κι έτσι οι θρησκευτικές παραστάσεις για δημόσιους χώρους σταμάτησαν να παράγονται εντελώς στις Προτεσταντικές περιοχές. Σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας αυτού, η πρόοδος της γερμανικής τέχνης είχε ουσιαστικά εκλείψει περίπου το 1550, αλλά κατά τις προηγούμενες δεκαετίες η γερμανική φαντασία υπήρξε πολύ γόνιμη στην επινόηση εναλλακτικών θεμάτων που θα αναπλήρωναν το κενό στις παραγγελίες έργων τέχνης. Ο Κράναχ, εκτός από πορτραίτα, ανέπτυξε μια μορφή λεπτών κάθετων πορτραίτων με προκλητικά γυμνά, στα οποία δόθηκαν τίτλοι από την ελληνορωμαϊκή μυθολογία και τη Βίβλο.[1]

Το «Ρετάμπλ του Άιζενχαϊμ», έργο του Ματίας Γκρύνεβαλντ. Δεύτερη όψη (1506-1515).

Kατά κάποιο τρόπο μακρυά από αυτές τις εξελίξεις δημιούργησε ο Ματίας Γκρύνεβαλντ (1470-1528), ο οποίος άφησε πολύ λίγα έργα, αλλά του οποίου το αριστούργημα, η «Ρετάμπλ του Άιζενχαϊμ» (ολοκληρώθηκε το 1515), θεωρείται ευρέως ως το σημαντικότερο έργο της γερμανικής αναγεννησιακής ζωγραφικής, του οποίου η σημασία αποκαταστάθηκε από τους μελετητές του 19ου αιώνα. Αποτελεί έντονα συναισθηματικό έργο, που συνεχίζει τη γερμανική γοτθική παράδοση, κάνοντας χρήση των αναγεννησιακών συνθετικών αρχών, ωστόσο στην πιο χαρακτηριστική γοτθική μορφή, το τρίπτυχο με τα πολλά τμήματα.[2] Σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο "Unterlinden" του Κολμάρ.

Ως Σχολή του Δούναβη είναι γνωστός ένας κύκλος καλλιτεχνών του πρώτου τρίτου του 16ου αιώνα στη Βαυαρία και την Αυστρία, που περιλαμβάνει τους Άλμπρεχτ Αλτντόρφερ (1480-1538), Βολφ Χούμπερ (1485-1553) και Άουγκουστιν Χίρσφογκελ (Augustin Hirschvogel, 1503-1553). Με τον Άλτντορφερ επί κεφαλής, η Σχολή παρήγαγε τα πρώτα παραδείγματα ανεξάρτητης φιλοτέχνησης τοπίων στη Δύση (κάπου 1.000 χρόνια μετά την Κίνα), τόσο σε πίνακες ζωγραφικής όσο και σε εκτυπώσεις.[3] Τα θρησκευτικά τους έργα χαρακτηρίζονται από εξπρεσιονιστικό στυλ κατά κάποιο τρόπο όμοιο με αυτό του Γκρoύνεβαλντ. Οι μαθητές του Ντύρερ, Χανς Μπουργκμάιρ (Hans Burgkmair, 1473–1531) και Χανς Μπάλντουνγκ Γκριν (Hans Baldung Grien, περ. 1484–1545) εργάστηκαν κυρίως με εκτυπώσεις, με το δεύτερο να απεικονίζει το επίκαιρο ζήτημα των μαγισσών σε μια σειρά από αινιγματικά έργα.[2][4]

«Πορτραίτο του Ερρίκου Η' της Αγγλίας», Χανς Χόλμπαϊν ο νεότερος, περ. 1536. Λάδι και τέμπερα σε βελανιδιά, Μουσείο Thyssen-Bornemisza, Μαδρίτη

Ο Χανς Χόλμπαϊν ο πρεσβύτερος (περ. 1460–1524) και ο αδερφός του, Σίγκισμουντ Χόλμπαϊν (1470-1540) φιλοτέχνησαν θρησκευτικά έργα όψιμου γοτθικού στυλ. Ο Χανς ο πρεσβύτερος υπήρξε προπάτορας και ηγέτης στη μεταστροφή της γερμανικής τέχνης από το γοτθικό στο αναγεννησιακό στυλ. Ο γιος του, Χανς Χόλμπαϊν ο νεότερος (1497-1543) υπήρξε σημαντικός δημιουργός προσωπογραφιών και λίγων θρησκευτικών έργων, εργαζόμενος κυρίως στην Αγγλία και την Ελβετία. Η πασίγνωστη σειρά του Χόλμπαϊν με θέμα το «Χορό του Θανάτου» σχετίζεται με τα έργα των Μικρών Δασκάλων, μιας ομάδας χαρακτών που ειδικεύονταν σε πολύ μικρά και εξόχως λεπτομερή χαρακτικά για αστούς συλλέκτες, πολλά από τα οποία ήταν ερωτικού περιεχομένου.[5][6]

Τα εξέχοντα επιτεύγματα του πρώτου μισού του 16ου αιώνα ακολούθησαν πολλές δεκαετίες αξιοσημείωτης απουσίας αξιόλογων γερμανικών έργων τέχνης, εκτός από ορισμένα αναγνωρισμένα πορτραίτα τα οποία, ωστόσο, δεν μπορούν να ανταγωνιστούν εκείνα των Χόλμπαϊν και Ντύρερ. Οι επόμενοι αξιόλογοι Γερμανοί καλλιτέχνες εργάστηκαν στο μάλλον επιτηδευμένο στυλ του Βόρειου Μανιερισμού, το οποίο έμαθαν στην Ιταλία και τη Φλάνδρα. Οι Χανς φον Άαχεν (Hans von Aachen, 1552-1615) και ο Ολλανδός Μπαρτολομέους Σπράνγκερ (Bartholomeus Spranger, 1546-1611) υπήρξαν εξέχοντες καλλιτέχνες στις αυλές της Βιέννης και της Πράγας, ενώ η παραγωγική Ολλανδική οικογένεια χαρακτών, οι Σάντελερ, εξαπλώθηκε στη Γερμανία ανάμεσα σε άλλες χώρες.

Γλυπτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο «Βωμός του Αγίου Αίματος» από τον Τίλμαν Ρίμενσνάιντερ (Tilman Riemenschneider), Βαυαρία

Η γλυπτική σε μάρμαρο δεν υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής κατά την περίοδο της Αναγέννησης στη Βόρεια Ευρώπη, ωστόσο οι Γερμανοί αρίστευαν στην ξυλογλυπτική.[7]

Κορυφαίοι Γερμανοί γλύπτες ήταν οι:

  • Χανς Μούλτσερ (Hans Multscher, 1400-1467) γνωστός για τις Αγίες Τράπεζες των Βούρτσαχερ (Wurzacher , 1437) και Στέρτσινχ (Sterzing , 1457).
  • Μίχαελ Πάχερ (Michael Pacher, 1430-1498) γνωστός για την «Αγία Τράπεζα του Αγίου Βόλφγκανγκ» (1471-1481).
  • Φάιτ Στος (περ.1447-1533) δημιουργός του «Βωμού της Βασιλικής της Παναγίας» στην Κρακοβία (1477-1489).
  • Τίλμαν Ρίμενσνάιντερ (Tilman Riemenschneider, περ.1460-1531) που λάξευσε το «Βωμό του Αγίου Αίματος» (1499-1504).
  • Γκρέγκορ Έρχαρτ (Gregor Erhart, περ.1460-1540) γνωστός για γλυπτό που απεικονίσει τη Μαρία Μαγδαληνή («La Belle Allemande») (περ.1500).[7]

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αναγεννησιακή αρχιτεκτονική αφίχθη στην Αυστρία και τη Γερμανία σχετικά αργά. Στην Αυστρία η ελληνορωμαϊκή παράδοση είχε μεγαλύτερη παράδοση από ό,τι στη Γερμανία, όπου οι γηγενείς αρχιτέκτονες συχνά αντλούσαν έμπνευση από τα ίδια φλαμανδικά εγχειρίδια που καθοδηγούσαν τους Ελισαβετιανούς και Ιακώβειους αρχιτέκτονες στην Αγγλία. Για το λόγο αυτό τα κτίρια του ύστερου 16ου και πρώιμου 17ου αιώνα παρουσιάζουν ομοιότητες με τα σύγχρονά τους αγγλικά.

Η διευθέτηση με τάξη των στηλών, των παραστάδων και των υπέρθυρων, καθώς και η χρήση ημικυκλικών τόξων, ημισφαιρικών θόλων, κόγχων και aediculae, αντικατέστησαν τα πιο σύνθετα αναλογικά συμπλέγματα και ακανόνιστα προφίλ των μεσαιωνικών κτισμάτων. Τα σχέδια των αναγεννησιακών κτιρίων διαθέτουν απλά σχήματα όπως τετράγωνα και κύκλους. Οι προσόψεις στεφανώνονται από αέτωμα και οργανώνονται με σύστημα από παραστάδες, αψίδες και γείσα.[8]

Παραδείγματα αρχιτεκτονικής της εποχής αποτελούν τα Δημαρχεία στις πόλεις Άουγκσμπουργκ (1615–20), Βρέμη, Λειψία (ξεκίνησε το 1556), Μόλσχαϊμ (Molsheim), Πάντερμπορν (Paderborn), και Πόζναν. Επίσης η Εκκλησία της Μαρίας (Marienkirche) στο Βόφενμπούτελ (Wolfenbuttel) (ξεκίνησε το 1607), η Εκκλησία του Αγίου Μιχαήλ στο Μόναχο (ξεκίνησε το 1583 και είναι η μεγαλύτερη Αναγεννησιακή βορείως των Άλπεων) και η Χόφκιρχε (Hofkirche) στο Νόιμπουργκ (Neuburg). Επίσης, προσθήκες στα Σλος (Schloss) της Χαϊδελβέργης (1556), του Ασάφενμπουργκ (1605–14), της Στουτγκάρδης και του Βίλχελμσμπουργκ (Wilhelmsburg).


Μουσική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μουσική της Αναγέννησης στη Γερμανία καθορίζεται από το γενικότερο πλαίσιο της εκκλησιαστικής μεταρρύθμισης του Μαρτίνου Λούθηρου και εντοπίζεται στην περίοδο της ώριμης Αναγέννησης, κατά τον 16ο αιώνα. Η μουσική χρησιμοποιείται ως μέσο απόδοσης ενός φιλελεύθερου πνεύματος, προκειμένου να γίνει μεγαλύτερη η προσέλευση των πιστών. Η εύκολη μελωδία και οι μεγαλόπνοες φόρμες είναι τα γενικά χαρακτηριστικά των μουσικών ύμνων (χορικά), τους οποίους χειρίστηκαν με προσωπικό ύφος συνθέτες όπως ο Γιόχαν Βάλτερ, ο Γκεόργκ Ράου, ο Γιοχάνες Έκαρντ και ο Μίχαελ Πρετόριους. Το χορικό (ευρέως γνωστό και ως κοράλ) έφρασε στο απόγειό του πολύ αργότερα, κατά τον 18ο αιώνα μέσω του Μπαχ. Κατά την ίδια περίοδο στη Γερμανία αναπτύχθηκαν και άλλες φόρμες που θεμελιώθηκαν στη γαλλοφλαμανδική Σχολή, όπως λειτουργίες, καντάτες, πάθη και φαντασίες για εκκλησιαστικό όργανο.[9]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Snyder (1984), Μέρος III, Κεφ. XIX αναφορικά με τους Κράναχ, Λούθηρο κ.ά.
  2. 2,0 2,1 Snyder (1984), Κεφ. XVII.
  3. Wood (1993), 9 – πρόκειται για το θέμα του ίδιου του βιβλίου.
  4. Bartrum (1995).
  5. Snyder (1984), Κεφ. XX αναφορικά με τους Χόλμπαϊν.
  6. Bartrum (1995), 221–237 αναφορικά με τα έργα του Χόλμπαϊν, 99–129 για τους Μικρούς Δασκάλους.
  7. 7,0 7,1 «Northern Renaissance», πληροφορίες στον ιστότοπο visual-arts-cork.com
  8. «History of German Architecture - Periods and Styles», άρθρο στον ιστότοπο germany-tourism.co.uk
  9. Μάμαλης Ν. (2001), 55-56.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bartrum, Giulia (1995). «German Renaissance Prints, 1490–1550», British Museum Pubns Ltd, Λονδίνο, ISBN 9780714126043.
  • Hitchcock, Henry-Russell (1981). «German Renaissance Architecture», The University Press Group Ltd, Ηνωμένες Πολιτείες, ISBN 9780691039596.
  • Kmetz, John (2006). «Music in the German Renaissance: Sources, Styles, and Contexts, Cambridge University Press», Ηνωμένο Βασίλειο, ISBN 9780521027373.
  • Miller, Frederic P. & Vandome, Agnes F. & McBrewster, John (2011). «German Renaissance», Betascript Publishing, Μαυρίκιος, ISBN 9786134251822.
  • Smith, Jeffrey Chipps (1994). «German Sculpture of the Later Renaissance c.1520-1580: Art in an Age of Uncertainty», The University Press Group Ltd, Ηνωμένες Πολιτείες, ISBN 9780691032375.
  • Snyder, James (1984). «Northern Renaissance Art: Painting, Sculpture, the Graphic Arts From 1350 to 1575», Prentice Hall, ISBN 9780136235965.
  • Trevor-Roper, Hugh (1976). «Princes and Artists: Patronage and Ideology at Four Hapsburg Courts, 1517-1633», Thames & Hudson Ltd, Η.Π.Α., ISBN 9780500232323.
  • Wood, Christopher S. (1993), «Albrecht Altdorfer and the Origins of Landscape», Reaktion Books, Λονδίνο, ISBN 9780948462467.
  • Μάμαλης Ν., (2001). «Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη: Η Μουσική στην Ευρώπη», ΕΑΠ, Πάτρα, ISBN 9789605383845.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα German art της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).