Ούρος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ούρος
Χρονικό πλαίσιο απολιθωμάτων:
Από το κατώτερο Πλειστόκαινο έως το 1627 (άγρια μορφή) αντίστοιχα έως σήμερα (οικόσιτη μορφή)
Σκελετός άουροχς σε μουσείου
Σκελετός άουροχς σε μουσείου
Κατάσταση διατήρησης
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Τάξη: Αρτιοδάκτυλα (Artiodaktyla)
Οικογένεια: Βοοειδή (Bovidae)
Υποοικογένεια: Βοοΐνες (Bovinae)
Γένος: Βους (Bos)
Είδος: B. primigenius
Διώνυμο
Bos primigenius (Βους ο πρωτογενής)
Bojanus, 1827
Bos primigenius map.jpg
Η εξάπλωση του άουροχς και η γεωγραφική κατανομή των υποειδών του
Υποείδη
  • Bos primigenius primigenius   (Bojanus, 1827)
  • Bos primigenius namadicus   (Falconer, 1859)
  • Bos primigenius africanus   (Thomas, 1881)

Ο Ούρος (Bos primigenius), γνωστός επίσης ως άουροχς και αρχέγονος βους,[2] είναι εξαφανισμένο είδος άγριων βοοειδών. Ζούσε στην Ευρώπη, στη Βόρεια Αφρική και στην Ασία και θεωρείται ο πρόγονος της οικόσιτης αγελάδας.[3][4] Η εξημέρωσή του έλαβε χώρα κατά τη Νεολιθική επανάσταση, στις αρχές δηλαδή του Ολόκαινου. Ήταν πολύ πιο μεγαλόσωμος από τα σύγχρονα βοοειδή, με μεγάλα κέρατα. Οδηγήθηκε στην εξαφάνιση από τον άνθρωπο, σε μια διαδικασία που κράτησε χιλιάδες χρόνια. Το τελευταίο άτομο πέθανε στις αρχές του 17ου αιώνα σε δάσος της Πολωνίας.

Ο ούρος κατέχει σπουδαία θέση στον ανθρώπινο πολιτισμό, καθώς η εντυπωσιακή του μορφή και δύναμη προκαλούσε δέος στον άνθρωπο, από τα προϊστορικά χρόνια. Απεικονίσεις του ζώου εμφανίζονται σε πληθώρα εποχών και περιοχών, από τοιχογραφίες σε σπηλιές μέχρι αγάλματα σε σύγχρονες πόλεις, ενώ κατά το παρελθόν αποτέλεσε αντικείμενο λατρείας από πολλούς λαούς.

Πληροφορίες για το είδος μπορούν να αντληθούν από πολλές πηγές. Οι παλαιότερες είναι οι τοιχογραφίες σε σπήλαια, οι οποίες πάνε πίσω 17.000 χρόνια και πλέον,[5] ενώ διαθέσιμες είναι και περιγραφές από αρχαία αιγυπτιακά, αρχαιοελληνικά και ρωμαϊκά κείμενα. Οι πιο αξιόπιστες πηγές είναι από πολωνικές περιγραφές του 15ου έως 17ου αιώνα και από οστά ή απολιθώματα. Η διάκριση μεταξύ οστών ούρων και οικόσιτων βοοειδών γίνεται βάσει διαστάσεων.[6] Μεγάλο μέρος των πληροφοριών προέρχεται από τον γιατρό και βοτανολόγο Άντον Σνέεμπεργκερ. Ο Σνέεμπεργκερ, Ελβετός στην καταγωγή, έζησε αρκετά χρόνια στην Πολωνία και ανέφερε λεπτομέρειες για τον ούρο σε γράμματά του προς στον φυσιοδίφη Κόνραντ Γκέσνερ.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη ούρος (πληθυντικός ούροι) προέρχεται από το λατινικό urus (πληθυντικός uri).[7][8] Αυτό με τη σειρά του αποτελεί δάνειο από το ūrohso, δηλαδή την ονομασία του ζώου στην Παλαιά Άνω Γερμανική.[9]

Στο επίγραμμα 332 του βιβλίου VI της Παλατινής Ανθολογίας αναγράφεται:

« Ζηνὶ τόδ᾽ Αἰνεάδης Κασίῳ Τραϊανὸς ἄγαλμα, κοίρανος ἀνθρώπων κοιράνῳ ἀθανάτων, ἄνθετο, δοιὰ δέπα πολυδαίδαλα, καὶ βοὸς οὔρου

ἀσκητὸν χρυσῷ παμφανόωντι κέρας, ἔξαιτα προτέρης ἀπὸ ληΐδος, ἦμος ἀτειρὴς πέρσεν ὑπερθύμους ᾧ ὑπὸ δουρὶ Γέτας, ἀλλὰ σὺ οἱ καὶ τήνδε, Κελαινεφὲς, ἐγγυάλιξον κρῆναι ἐυκλειῶς δῆριν Ἀχαιμενίην, ὄφρα τοι εἰσορόωντι διάνδιχα θυμὸν ἰαίνῃ δοιά, τὰ μὲν Γετέων σκῦλα, τὰ δ᾽ Ἀρσακιδέων.

 »

Αδριανός [10]

Εικόνα από βιβλίο του 16ου αιώνα. Η λατινική επιγραφή μεταφράζεται ως εξής: «Είμαι ούρος, tur στα πολωνικά, aurox στα γερμανικά· οι αμαθείς με ονομάζουν βίσονα»

Στη μετάφραση των Απομνημονευμάτων περί του Γαλατικού Πολέμου του Ιούλιου Καίσαρα, όπου γίνεται αναφορά στο εν λόγω ζώο, από τον Γρηγόριο Βερναρδάκη (1871) έχει χρησιμοποιηθεί το οὖροι.[11] Η ίδια λέξη εμφανίζεται και σε μεταγενέστερες μεταφράσεις.[12][13]

Συχνά, λόγω μη εξοικείωσης με τον όρο ούρος ή λόγω άγνοιας του είδος, το ζώο αναφέρεται ως βόνασος, που όμως αντιστοιχεί στο είδος Bison bonasus (ευρωπαϊκός βίσονας). Για παράδειγμα, τόσο ο Σκαρλάτος Βυζάντιος στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν και Γαλλοελληνικόν (1892), όσο και ο Αντώνιος Ηπίτης στο Λεξικόν Γαλλοελληνικόν (1911) μεταφράζουν το γαλλικό aurochs ως ἀγριοβᾠδιον, εἶδος ἀγριοταύρου και βόνασος.[14][15] Τα τελευταία χρόνια, συναντάται στην καθομιλουμένη και ο όρος άουροχς.[16][17]

Ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1827, ο Λούντβιχ Χάινριχ Μπογιάνους μελέτησε έναν σκελετό ούρου και απεφάνθη ότι αποτελεί διαφορετικό είδος από την οικόσιτη αγελάδα (Bos taurus), δίνοντάς του το διώνυμο Bos primigenius. Για πολλά χρόνια, ωστόσο, χρησιμοποιούνταν τα Bos urus και Bos taurus. Το 2003, η Διεθνής Επιτροπή Ζωολογικής Ονοματολογίας οριστικοποίησε το επιστημονικό όνομα σε Bos primigenius.[18] Σήμερα, ορισμένοι επιστήμονες θεωρούν τα οικόσιτα βοοειδή υποείδος του ούρου, οπότε χρησιμοποιούν τα Bos primigenius taurus και Bos primigenius indicus, ενώ όσοι τα θεωρούν διαφορετικό είδος, χρησιμοποιούν τα Bos taurus και Bos indicus.

Εξέλιξη και εξάπλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απεικόνιση ούρων στο σπήλαιο Λασκώ

Στη διάρκεια του Πλειόκαινου, το κρύο κλίμα οδήγησε στην επέκταση ανοιχτών πεδιάδων, με αποτέλεσμα την εμφάνιση μεγάλων βόσκοντων ζώων. Το Bos acutifrons, ένα εξαφανισμένο είδος άγριου βοοειδούς και ο πρώτος αντιπρόσωπος του γένους Bos, θεωρείται το προγονικό είδος του ούρου.[9] Άλλοι πιθανοί πρόγονοι είναι τα Bos planifrons και Bos namadicus, που ζούσαν σε ορεινές περιοχές του Πακιστάν και και της Ινδίας.[19][20]

Τα παλαιότερα ευρήματα ούρων βρέθηκαν στην Ινδία και χρονολογούνται στα 2 εκατομμύρια έτη.[9] Από εκεί, το είδος εξαπλώθηκε δυτικά και από τη δυτική Ασία κάποιοι πληθυσμοί πέρασαν στη Βόρεια Αφρική μέσω της Αιγύπτου, ενώ άλλες ομάδες μετακινήθηκαν στα βόρεια παράλια της Μεσογείου, φτάνοντας στην Ισπανία πριν από 700.000 χρόνια. Μετά από περίπου 425.000 έτη έφτασαν στη Γερμανία και συνέχισαν να εξαπλώνονται προς τα ανατολικά, καταλαμβάνοντας τελικά τα περισσότερα δάση της εύκρατης ζώνης της Ευρασίας.[21] Οι ηπιότερες καιρικές συνθήκες που επικράτησαν στο τέλος του Πλειστόκαινου ευνόησαν την εξάπλωση των ούρων κατά τη Μεσολιθική και Νεολιθική περίοδο, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός της Ευρώπης να φτάσει στο μέγιστο στις αρχές του Ολόκαινου.[20][22] Στην Κίνα, ο ούρος εμφανίστηκε πολύ αργότερα απ' ότι στην Ευρώπη, στα τέλη του Πλειστόκαινου.[19]

Οι επιστήμονες αναγνωρίζουν τρία υποείδη:

  • Το Bos primigenius primigenius (ευρασιατικός ούρος ή ούρος της Εγγύς Ανατολής[6]) ζούσε σε εκτάσεις της Ευρώπης, της Σιβηρίας και της δυτικής, κεντρικής και ανατολικής Ασίας. Ήταν το υποείδος που επιβίωσε για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και αυτό από το οποίο προήλθε η οικόσιτη αγελάδα της Ευρώπης.[9]
  • Το Bos primigenius namadicus (ινδικός ούρος), το πρώτο από τα τρία υποείδη που εμφανίστηκε, κατοικούσε στην Ινδική υποήπειρο. Ήταν μικρότερο από το ευρασιατικό υποείδος, αλλά είχε αναλογικά μεγαλύτερα κέρατα.[9] Θεωρείται ο πρόγονος του ζεμπού.[23]
  • Το Bos primigenius africanus (αφρικανικός ούρος) ζούσε στη Βόρεια Αφρική, φτάνοντας μέχρι τον Δεύτερο Καταρράκτη του Νείλου.[24] Για πολλές δεκαετίες πιστευόταν ότι οι αφρικανικές φυλές βοών προήλθαν από τον ινδικό ούρο και η επίδραση του αφρικανικού υποείδους ήταν μηδαμινή. Ωστόσο, ορισμένοι επιστήμονες, βασιζόμενοι σε αναλύσεις μιτοχονδριακού DNA, έδειξαν ότι στην Αφρική πραγματοποιήθηκε ανεξάρτητη κατοικιοδιοποίηση των ούρων.[25][26] Πρόσφατα δεδομένα δείχνουν και επιρροή από τον ινδικό ούρο.[24]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαράσταση αρσενικού και θηλυκού ούρου, συγκρινόμενη με τον άνθρωπο

Οι ούροι είχαν γενικά παρόμοια εμφάνιση με τις σύγχρονες αγελάδες, αλλά ήταν πολύ μεγαλύτεροι σε μέγεθος. Ο Ιούλιος Καίσαρας στο Απομνημονεύματα περί του Γαλατικού Πολέμου γράφει, προφανώς με μία δόση υπερβολής, ότι ήταν λίγο μικρότεροι από ελέφαντα.[27] Χαρακτηρίζονταν από έντονο φυλετικό διμορφισμό, που εκφραζόταν κυρίως με τη μεγάλη διαφορά μεγέθους.[28]

Το ύψος ακρωμίου ποικίλε σημαντικά στο βάθος των αιώνων και μεταξύ των περιοχών. Από σκελετούς στη Δανία, το ύψος των αρσενικών ατόμων υπολογίστηκε στα 154-176 cm και για τα θηλυκά στα 139-153 cm,[29] ενώ σκελετοί από την ίδια χώρα υπολογίστηκαν στα 160-180 cm για τα αρσενικά και περίπου 150 cm για τα θηλυκά.[9] Το ύψος δύο σκελετών από την Ουγγαρία ήταν μεταξύ 157 cm και 159 cm.[30] Έχουν αναφερθεί και ύψη γύρω στα 200 cm, αν και κάτι τέτοιο φαίνεται να ίσχυε κυρίως για τα άτομα του Πλειστόκαινου.[28] Το βάρος των αρσενικών μπορούσε να ξεπεράσει τα 1500 kg.[21] Οι πληθυσμοί της Ινδίας, ήταν αρκετά πιο μικρόσωμοι.[31] Επιπλέον, έχουν αναφερθεί φαινόμενα γιγαντισμού και νανισμού.[20] Για παράδειγμα, οι ούροι της Σικελίας ήταν κατά 20% μικρότεροι από τους ηπειρωτικούς συγγενείς τους.[9]

Αναπαράσταση κεφαλής ούρου

Οι υποθέσεις για τον χρωματισμό των ούρων βασίζονται σε απεικονίσεις και περιγραφές. Τα νεογνά είχαν καστανωπό χρώμα. Μεγαλώνοντας, τα αρσενικά αποκτούσαν μαυρόφαιο ή σκούρο μαύρο χρωματισμό, ενώ αντιθέτως τα θηλυκά διατηρούσαν το καστανό τους τρίχωμα. Κατά μήκος της ράχης των αρσενικών υπήρχε μια γκριζωπή λωρίδα.[32] Από απεικονίσεις που έχουν βρεθεί, πιθανολογείται ότι ο αφρικανικός ούρος είχε μια ανοιχτόχρωμη περιοχή στη ράχη.[33]

Και τα δύο φύλα έφεραν ανοιχτόχρωμα κέρατα με σκουρόχρωμες άκρες,[32] μεταξύ των οποίων υπήρχαν σγουρά μαλλιά.[3] Έχουν βρεθεί εκατοντάδες δείγματα κεράτων από ούρους, γεγονός που επιτρέπει την ακριβή αναπαράστασή τους. Το σχήμα τους είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό και ήταν εν πολλοίς το ίδιο και για τα δύο φύλα. Στη βάση τους εκφύονταν πλαγίως και ελαφρώς προς τα πάνω. Λίγο πριν τη μέση, κατευθύνονταν μπροστά και προς τα μέσα, ενώ κατέληγαν να έχουν κατεύθυνση προς τα πάνω. Μεταξύ αρσενικών και θηλυκών παρατηρούνται διαφορές όσον αφορά το μέγεθος, το πάχος και την κλίση της καμπύλης προς το εσωτερικό.[3] Στους μεν ταύρος το μήκος ήταν γύρω στο 1 μέτρο,[5] στις δε αγελάδες δεν ξεπερνούσε τα 70 cm.[32] Το μεγαλύτερο καταγεγραμμένο κέρας φτάνει το 1,5 μέτρο.[5] Η διάμετρος κυμαινόταν στα 10 με 20 cm.[33]

Ο μαστός των ούρων ήταν ελάχιστα ανεπτυγμένος, όπως συμβαίνει σε όλα τα άγρια Bovinae.[34]

Οικολογία και διατροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τύπος των βιοτόπων που προτιμούσαν οι ούροι, δεν είναι πλήρως γνωστός, αλλά φαίνεται ότι κατά κανόνα ήταν δασόβιο είδος. Προτιμούσε περιοχές ηπίου και υγρού κλίματος με χαμηλή χιονόπτωση.[20] Πιστεύεται ότι τα δάση, πιθανώς σε υγροβιότοπους, όπως έλη ή κοντά σε ποτάμια, ήταν το κυριότερο ενδιαίτημά του,[9][34][35] αλλά πολλοί νεότεροι συγγραφείς κάνουν λόγο και για λιβάδια.[9][23][36] Εξάλλου, ο Σνέεμπεργκερ αναφέρει πως το καλοκαίρι, οι ούροι εγκατέλειπαν τα δάση και τρέφονταν σε ανοιχτούς βοσκότοπους.[37] Στη Βόρεια Αφρική, οι ούροι ζούσαν αποκλειστικά σε δασώδεις περιοχές.[3] Μελέτες στην Κίνα έχουν δείξει ότι κατοικούσε κατά κύριο λόγο σε θαμνότοπους και λιγότερο σε δάση.[38] Γενικά, πάντως, η εξάπλωση των οικόσιτων αγελάδων και η βόσκηση αυτών σε λιβάδια, ανάγκαζε τους ούρους να αναζητούν την τροφή τους στα όρια των δασών και εντός αυτών.[39]

Αγέλη λύκων επιτίθεται σε ούρο (πίνακας του Χάινριχ Χάρντερ)

Η διατροφή των ούρων βασιζόταν ως επί το πλείστον στη χλόη από τη βόσκηση.[9][40] Η δίαιτά τους συμπληρωνόταν από βελανίδια, φύλλα και κλαδιά θάμνων και δέντρων.[28][37]

Η οικολογική σημασία των άουροχς ήταν πολύ μεγάλη. Σε πολλά μέρη της κεντρικής Ευρώπης, η παρουσία τους είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα μωσαϊκό δάσους και λιβαδιών, το οποίο φιλοξενούσε πληθώρα διαφορετικών φυτικών και ζωικών ειδών.[41]

Φυσικοί εχθροί και ανταγωνιστές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τον πληθυσμό του Δάσους του Γιακτόροβ, υπάρχουν αναφορές για επιθέσεις από λύκους. Σύμφωνα με τον Σνέεμπεργκερ, οι ούροι δεν κινδύνευαν παρά μόνο όταν ανήκαν σε ευαίσθητα στάδια (νεογέννητα, ηλικιωμένα και άρρωστα).[32] Εκτός Ευρώπης, θηρευτές ήταν επίσης το λιοντάρι και η τίγρη.[34]

Κατά το Ολόκαινο, οι ούροι στην Κοιλάδα του Νείλου συνυπήρχαν με τους αλκέλαφους (Alcelaphus buselaphus). Όντας και τα δύο μεγαλόσωμα φυτοφάγα είδη, πιθανολογείται ότι υπήρχε έντονος ανταγωνισμός μεταξύ τους για την εύρεση τροφής.[42]

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα περισσότερα στοιχεία για την ηθολογία των ούρων προέρχονται από τα έγγραφα του 16ου αιώνα από την Πολωνία. Οι ταύροι ζούσαν μοναχικά στο μεγαλύτερο μέρος του έτους, ενώ τα θηλυκά σε ομάδες με τους μόσχους. Η εποχή αναπαραγωγής ξεκινούσε Αύγουστο με Σεπτέμβριο και τότε τα αρσενικά μετακινούνταν στις ομάδες αυτές. Την περίοδο του ζευγαρώματος παρατηρούνταν σφοδρές συγκρούσεις μεταξύ αρσενικών, που συχνά κατέληγαν στο θάνατο.[3][32] Οι γεννήσεις πραγματοποιούνταν γύρω στο Μάιο με Ιούνιο.[32]

Οι παράδοση θέλει τους ούρους να έχουν θηριώδη χαρακτήρα. Ο Ιούλιος Καίσαρας αναφέρει ότι ήταν πολύ επικίνδυνα, τόσο για τον άνθρωπο, όσο και για άλλα ζώα. Ακόμα και όταν αιχμαλωτίζονταν σε μικρή ηλικία δεν μπορούσαν να δαμαστούν.[4] Σύμφωνα με τον Σνέεμπεργκερ, μολαταύτα, δεν ήταν επιθετικοί προς τον άνθρωπο και δέχονταν την παρουσία του.[3] Μόνο όταν ενοχλούνταν ή κυνηγιούνταν γίνονταν επικίνδυνοι.[32]

Χρησιμοποίηση από τον άνθρωπο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κυνήγι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοιχογραφία από το Τσαταλογιούκ, όπου απεικονίζεται κυνήγι ούρου

Ο ούρος κυνηγήθηκε από τον άνθρωπο για το κρέας του επί χιλιάδες χρόνια και ήταν από τα πλέον σημαντικά θηράματα της προϊστορικής Ευρώπης. Όντας μεγαλόσωμος και επικίνδυνος, το κυνήγι του αποτελούσε μεγαλύτερη πρόκληση σε σχέση με άλλα άγρια ζώα.[28] Αξίζει να σημειωθεί ότι το κυνήγι των ούρων δεν είχε ως μόνο σκοπό την κατανάλωση του κρέατος, καθώς στην προϊστορική Ευρώπη τα οστά τους χρησιμοποιούνταν ως εργαλεία.[43][44]

Την Εποχή του Λίθου, ο ούρος ήταν συχνό θήραμα στη Βόρεια, στη Δυτική και στην Κεντρική Ευρώπη. Οστά με σημάδια κυνηγιού και ψησίματος έχουν βρεθεί σε δεκάδες αρχαιολογικές θέσεις στην Ολλανδία, στη Γερμανία, στη Γαλλία, στο Λουξεμβούργο και στη Δανία.[45][46][47][48][49] Δεν ήταν πάντοτε βασικό στοιχείο της διατροφής, καθώς υπήρχε μια μεγάλη ποικιλία θηραμάτων. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί μεγάλη προτίμηση στο είδος αυτό: σε έναν οικισμό της Μέσης Παλαιολιθικής περιόδου στη νοτιοδυτική Γαλλία, το 90% των οστών που βρέθηκε ανήκε σε ούρους.[43] Το κυνήγι, τουλάχιστον στους πρώτους αιώνες, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Έχουν βρεθεί λίθινες κεφαλές βελών προσκολλημένες σε οστά ούρων, που σημαίνει ότι τα ζώα αυτά επιβίωσαν από την επίθεση.[3]

Ούροι θηρεύονταν ευρέως και στη Μέση Ανατολή. Στο Τσαταλογιούκ της Τουρκίας, έχουν βρεθεί, πέρα από δείγματα ούρων, και τοιχογραφίες με σκηνές κυνηγιού. Επιπλέον, οστά ή άλλες ενδείξεις έχουν ανακαλυφθεί σε επιπαλαιολιθικούς και νεολιθικούς οικισμούς του Ισραήλ, του Λιβάνου, της Συρίας και της Ιορδανίας.[50][51][52]

Διακοσμημένο κέρατο του τελευταίου αρσενικού ούρου, που ανήκε στον Σιγισμούνδο Γ' της Πολωνίας

Το κυνήγι των ούρων κατά την Κλασική αρχαιότητα απέκτησε περισσότερο συμβολισμό και κύρος. Ο Θεόπομπος ο Χίος αναφέρει ότι τα κέρατα του μολοσσιανού βοός (ενδεχομένως ούρος) ήταν πολύ μεγάλα, κατάλληλα για την κατασκευή κυπέλλων. Ο Ιούλιος Καίσαρας γράφει ότι οι γερμανικές φυλές κυνηγούσαν τους ούρους με ιδιαίτερη θέρμη και έπαιρναν τα κέρατά τους ως τρόπαια.[27] Οι ταύροι χρησιμοποιούνταν στις ρωμαϊκές αρένες και έγιναν περιζήτητοι μετά τη δημοσίευση των Απομνημονευμάτων περί του Γαλατικού Πολέμου.[53][54]

Όσο σπανιότεροι γίνονταν οι ούροι στην Ευρώπη, τόσο το κυνήγι τους μετατρεπόταν σε προνόμιο των ευγενών.[32] Το Μεσαίωνα, ήταν μάλλον αποκλειστικότητα της άρχουσας τάξης. Αναφέρεται ότι το 799, ο Καρλομάγνος και οι τρεις γιοι του έλαβαν μέρος σε κυνήγι, σκοτώνοντας μεταξύ άλλων και έξι ούρους.[55] Το κυνήγι του εν λόγω ζώου είναι ιδιαίτερα συνδεδεμένο με τους Πολωνούς ευγενείς του 13ου έως 17ου αιώνα, όταν είχε πλέον αποκτήσει κυρίως συμβολικό χαρακτήρα.[28] Σύμφωνα με τον Σνεεμπέργκερ, συχνά πραγματοποιούνταν ένα μάλλον βάναυσο τελετουργικό, κατά το οποίο αφαιρούνταν το καρδιακό οστό. Με τις τρίχες από το μέτωπο του ζώου κατασκευάζονταν ζώνες, οι οποίες πιστευόταν ότι αύξαναν τη γονιμότητα των γυναικών.[9]

Κατοικιδιοποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα σημάδια κατοικιδιοποίησης των ούρων έρχονται από τη Μέση Ανατολή. Στην περιοχή Ντζα της σημερινής βόρειας Συρίας, κοντά στον Ευφράτη, τα ευρήματα χρονολογούνται μεταξύ 10.800 και 10.300 π.Κ.Ε.,[56] ενώ στον οικισμό Τσαγιονού της νοτιοανατολικής Τουρκίας, στην κοιλάδα του Τίγρη, τοποθετούνται γύρω στο 10.200 π.Κ.Ε.[57] Τα δύο αυτά μέρη απέχουν μεταξύ τους λιγότερο από 250 χλμ. Η μικρή αυτή απόσταση πιθανώς επέτρεψε την ανταλλαγή ζώων και γνώσεων, γεγονός που ενισχύει την υπόθεση ότι η πρώτη φάση της κατοικιδιοποίησης των άγριων βοοειδών ήταν περιορισμένη σε αυτό το σημείο.[58]

Τα ζώα που απεικονίζονται στα δύο χρυσά κύπελλα από το Βαφειό Λακωνίας είναι ούροι[4]

Από την Εύφορη Ημισέληνο, τα εξημερωμένα βοοειδή εξαπλώθηκαν σε πολλά μέρη του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων των τροπικών περιοχών της Αφρικής και της παγωμένης Σιβηρίας. Στην ευρωπαϊκή ήπειρο, τα πρώτα οικόσιτα βοοειδή έκαναν την εμφάνισή τους μεταξύ 8.800 και 8.000 π.Κ.Ε.[58] Όσον αφορά την Αφρική, ενδείξεις για ύπαρξη οικόσιτων βοοειδών στο 9.000 π.Κ.Ε. αμφισβητούνται, αλλά υπάρχουν απολιθώματα ηλικίας 6.000 ετών.[59][60] Στη βορειοανατολική Ασία, τα παλαιότερα δείγματα εξημερωμένων βοοειδών χρονολογούνται στο 5.000-4.000 π.Κ.Ε,[61] αλλά παραμένει άγνωστο αν πραγματοποιήθηκε ανεξάρτητη κατοικιοδιοποίηση ή έγινε εισαγωγή ήδη εξημερωμένων ζών.[62] Στην Κοιλάδα του Ινδού το υποείδος Bos primigenius indicus κατοικιδιοποιήθηκε γύρω στο 7.000 π.Κ.Ε.[4]

Η αιχμαλώτιση των ούρων βασιζόταν σε παγίδες. Ο προϊστορικός άνθρωπος πιθανώς τα προσέλκυε με αλάτι, σε σημεία όπου ήταν εύκολη η απομάκρυνση του μικρού από τη μητέρα του.[63]

Φαίνεται ότι ακόμα και μετά την εμφάνιση των οικόσιτων βοοειδών, ο άνθρωπος εισήγαγε εκ νέου άγριους ούρους στα κοπάδια του ή τους δάμαζε προς όφελός του. Κατά τη Νεολιθική Εποχή, οι εκτροφείς συνέχισαν να διασταυρώνουν ούρους με ζώα των κοπαδιών τους,[4][64] μια πρακτική που ήταν ιδιαίτερα έντονη στη νότια Ινδία.[65] Ο Βιργίλιος αναφέρει ότι μετά από μια καταστροφική επιζωοτία στη Βόρεια Ιταλία, οι κτηνοτρόφοι αιχμαλώτισαν και εξημέρωσαν ούρους για να αντικαταστήσουν τις αγελάδες τους.[66]

Εξαφάνιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα υπάρχοντα δεδομένα δείχνουν ότι οι ούροι δεν εξοντώθηκαν απλά από τον άνθρωπο. Αντιθέτως, η εξαφάνιση τους ήταν μια διαδικασία πολυπαραγοντική και διήρκεσε πολλά χρόνια.[5] Επιπλέον, οι λόγοι εξαφάνισης δεν ήταν σε όλες τις περιοχές ίδιοι. Για παράδειγμα, στις Βρετανικές νήσους, όπου οι συνθήκες ήταν ιδανικές και ο άνθρωπος δε συνέβαλε στην εξαφάνισή του, το είδος εξαφανίστηκε πολύ γρήγορα, πιθανώς λόγω μικρού αρχικού πληθυσμού.[5] Αντιθέτως, οι πληθυσμοί τη νότιας Σκανδιναβίας μηδενίστηκαν πριν από 7.000 χρόνια λόγω της έντονης θήρευσης από τον άνθρωπο.[67] Γενικά, οι βασικοί λόγοι εξαφάνισης του είδους ήταν το κυνήγι, η απώλεια ενδιαιτημάτων, ο ανταγωνισμός με τα οικόσιτα βοοειδή, καθώς και οι ασθένειες που προέρχονταν από αυτά.[9][22]

Στην Ινδία, το Bos primigenius namadicus εξαφανίστηκε την εποχή του Πολιτισμού της κοιλάδας του Ινδού, λόγω διασταυρώσεων με οικόσιτα ζεμπού και κατακερματισμού του πληθυσμού εξαιτίας της απώλειας βιοτόπων.[68] Κατά πάσα πιθανότητα, ήταν το πρώτο από τα τρία υποείδη που εξαφανίστηκε, με τα τελευταία άτομα να ζουν κάπου στο σημερινό Πακιστάν.[3]

Μνημείο για τον τελευταίο ούρο στο Γιακτόροβ: «Ούρος – Το Bos primigenius Bojanus, πρόγονος των οικόσιτων βοοειδών, έζησε στο δάσος του Γιακτόροβ μέχρι το έτος 1627»

Όσον αφορά την Ευρώπη, η εξαφάνιση του είδους ξεκίνησε από τα νότια και δυτικά, προς την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη.[3] Η τελευταία αναφορά του ούρου στα νότια Βαλκάνια γίνεται από τον Μάρκο Τερέντιο Βάρρωνα, σύμφωνα με τον οποίο τέτοια ζώα κατοικούσαν στη Θράκη και στη Δαρδανία της σημερινής Σερβίας.[27] Στην Ιταλία, το είδος είχε πιθανώς εξαφανιστεί ήδη από την Εποχή του Χαλκού.[69] Σε ορισμένες χώρες, επιβίωσε μέχρι και τον Μεσαίωνα. Για παράδειγμα, στην Γαλλία τα πιο πρόσφατα ευρήματα χρονολογούνται στον 9ο αιώνα,[9] ενώ στην Ουγγαρία στον 12ο αιώνα.[70] Γενικά, οι ούροι εξαφανίστηκαν από τη Δυτική Ευρώπη και το μεγαλύτερο μέρος της Κεντρικής Ευρώπης μεταξύ του 1000 και 1400 Κ.Ε.[71]

Μετά και την εξαφάνιση από την Ανατολική Πρωσία, ο μόνος τόπος διαβίωσης των ούρων ήταν το δάσος του Γιακτόροβ, στην κεντρική Πολωνία. Από τον 14ο αιώνα, το δάσος αποτελούσε περιοχή κυνηγιού για τους Δούκες της Μασοβίας, ενώ το 1476 περιήλθε στο Πολωνικό Στέμμα (Οίκος των Γιαγκελλόνων). Ο Σιγισμούνδος Α΄ της Πολωνίας διέταξε ειδική προστασία των ζώων και πολλοί από τους διαδόχους του ακολούθησαν το παράδειγμά του.[5] Είχε συσταθεί μια καλά οργανωμένη υπηρεσία κυνηγιού, που φύλαγε τα ζώα από τη λαθροθηρία και τα τροφοδοτούσε με σανό. Ακόμα κι έτσι, δεν ήταν δυνατή η διάσωσή του. Το 1559 ζούσαν πάνω από 50 άτομα, το 1599 αναφέρθηκαν 24 ζώα και τρία χρόνια αργότερα, μόλις τέσσερα, τρία αρσενικά και ένα θηλυκό. Οι κάτοικοι του Γιακτόροβ ανέφεραν ότι το τελευταίο ζώο, ένα θηλυκό, πέθανε από φυσικά αίτια το 1627.[3][72]

Προσπάθειες για ανασύσταση του ούρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ το είδος αυτό καθαυτό έχει εξαφανιστεί, γενετικό υλικό του υπάρχει στα σύγχρονα βοοειδή. Βάσει αυτής της αρχής έχουν κατά καιρούς γίνει προσπάθειες για ανασύσταση του άουροχς. Ήδη από τον 19ο αιώνα είχε προταθεί για πρώτη φορά η ανασύσταση του είδους.[9] Από το 1990 κι έπειτα, οι προσπάθειες ανασύστασης του Bos primigenius έχουν ως βασικό στόχο όχι μόνο τη δημιουργία ζώων που θα μοιάζουν με τους ούρους, αλλά που θα είναι ικανά να καλύψουν τον οικολογικό ρόλο που έπαιζε το είδος στα φυσικά οικοσυστήματα.

Αδελφοί Χεκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Χεκ (βοοειδή)
Αγελάδα Χεκ στο Μάνχαϊμ της Γερμανίας

Η πρώτη απόπειρα πραγματοποιήθηκε στη Γερμανία του Μεσοπολέμου από τους αδελφούς Χεκ. Ο Χάιντς και ο Λουτς Χεκ ήταν ζωολόγοι και διευθυντές ζωολογικών κήπων, ο μεν του Μονάχου (Χέλαμπρουν), ο δε του Βερολίνου (Ζωολογικός Κήπος Βερολίνου). Έχοντας την υποστήριξη του Ναζιστικού Κόμματος, χρησιμοποίησαν περίπου 15 φυλές από διάφορες περιοχές της Ευρώπης.[22][73] Η φυλή που προέκυψε, πήρε το όνομά τους. Μάλιστα, κάποια από τα ζώα αφέθηκαν ελεύθερα στο Δάσος Μπιαλοβιέζα, που τότε βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή, ώστε να χρησιμεύσουν ως θηράματα για τη ναζιστική ελίτ.[74] Οι περισσότεροι από αυτούς τους «αναγεννηθέντες ούρους» πέθαναν κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά κάποιοι επιβίωσαν στον ζωολογικό κήπο του Μονάχου.[73]

Σήμερα, μερικές χιλιάδες βοοειδή Χεκ ζουν σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και χρησιμοποιούνται σε άλλα προγράμματα για την ανασύσταση του ούρου ή για οικολογικούς σκοπούς. Έχουν αποκτήσει τη φήμη πολύ ανθεκτικών ζώων.[74] Ωστόσο, η μεθοδολογία και τα αποτελέσματα των αδελφών Χεκ έχουν αμφισβητηθεί έντονα.[32][75]

Σύγχρονες απόπειρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ταύρος Τάουρους (50% Σαγιαγιέσα, 25% Χεκ και 25% Τσιανίνα)

Το 1996 ξεκίνησε στη Γερμανία το Πρόγραμμα Τάουρους (γερμ.: Taurus Projekt), που αποσκοπούσε στη βελτίωση της φυλής Χεκ, μέσω διασταυρώσεων με μεγαλόσωμες φυλές της Ιταλίας και της Ισπανίας (Τσιανίνα, Σαγιαγιέσα και Τόρο Μπράβο).[76] Σταδιακά, η φυλή Τάουρους εξάχθηκε και σε άλλες χώρες, όπου πραγματοποιήθηκαν περαιτέρω διασταυρώσεις με άλλες φυλές, όπως η Ουγγρική γκρίζα.[33] Σήμερα, κοπάδια συναντώνται στη Γερμανία, στη Δανία, στην Ουγγαρία, στην Ολλανδία και στη Λετονία, όπου χρησιμοποιούνται για τη διατήρηση φυσικών οικοτόπων.[76]

Το Πρόγραμμα Τάουρος, που ξεκίνησε το 2008 με συνεργασία ολλανδικών πανεπιστημίων και ιδρυμάτων, στοχεύει στη δημιουργία φυλής με ακόμα μεγαλύτερη ομοιότητα προς το άουροχς και την απελευθέρωσή της στη φύση. Το πρόγραμμα αποτελείτο από επτά φυλές της νότιας Ευρώπης[77] και πλέον έχει επεκταθεί σε χώρες όπως η Ρουμανία και η Κροατία.[78]

Άλλες απόπειρες για τη δημιουργία βοοειδών που θα πάρουν τη βιοθέση του ούρου στα φυσικά οικοσυστήματα είναι το διεθνές Uruz Project και το γερμανικό Auerrindprojekt. Το 2006 ιδρύθηκε από Πολωνούς επιστήμονες το Πολωνικό Ίδρυμα για Αναδημιουργία του Ούρου, το οποίο έχει ως στόχο τη χρήση DNA από απολιθώματα μουσείων της χώρας για κλωνοποίηση του είδους.[79]

Πολιτισμική σημασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προϊστορική τέχνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ούρος αποτελεί ένα από τα συχνότερα απεικονιζόμενα ζώα στην τέχνη των σπηλαίων. Σκηνές κυνηγιού ή απλές αναπαραστάσεις του έχουν βρεθεί σε διάφορες χώρες, με γνωστότερες αυτές των περίφημων σπηλαίων Σωβέ και Λασκώ. Βραχογραφίες ηλικίας 12.000-14.000 ετών υπάρχουν στο Σπήλαιο Ρομίτο στην Καλαβρία της Ιταλίας,[80] ενώ αυτές στο Προϊστορικό Πάρκο της Κοιλάδας Κόα στην Πορτογαλία είναι ακόμα παλαιότερες, αφού από την τεχνοτροπία τους χρονολογούνται στο 20.000 π.Κ.Ε.[81] Απεικονίσεις ούρων έχουν ανακαλυφθεί και σε πολλές τοποθεσίες στην Ισπανία (Καστίλλη και Λεόν, Χώρα των Βάσκων, Ανδαλουσία και Κανταβρία), στο Βέλγιο και στη Ρωσία (νότια Σιβηρία).[82][83][84] Μάλιστα, δεδομένα από 60 και πλέον αρχαιολογικές θέσεις υποδεικνύουν ότι οι προϊστορικοί καλλιτέχνες έτειναν να τοποθετούν τον ούρο, το βίσονα και το άγριο άλογο σε κεντρικά και περίβλεπτα σημεία των σπηλαίων.[44]

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πήλινα βουκράνια ούρων από το Τσαταλογιούκ

Αρχαιολογικά ευρήματα ανά τον κόσμο δείχνουν ότι ο ούρος συνδεόταν με τις θρησκευτικές πρακτικές πολλών λαών. Τα σημαντικότερα ευρήματα λατρείας του ζώου αυτού προέρχονται από το νεολιθικό οικισμό του Τσαταλογιούκ. Πήλινες κεφαλές και κέρατα ούρων διακοσμούσαν τους τοίχους ιερών χώρων ως σύμβολα αρρενωπότητας, ενώ στα ίδια τα ζώα αποδίδονταν υπερφυσικές ιδιότητες.[85][86] Βουκράνια έχουν βρεθεί και στο νεολιθικό οικισμό του Τζερφ αλ Αχμάρ στη Συρία.[87] Στον πολιτισμό Μίκελμπεργκ, που αναπτύχθηκε τη Νεολιθική Εποχή κυρίως στη δυτική Γερμανία, ο ούρος συνδεόταν με το θάνατο και την αναγέννηση.[88] Υπάρχουν όμως και παλαιότερα ευρήματα. Κρανία ούρων τοποθετούνταν σε τάφους του μεσολιθικού πολιτισμού Καντάν της Αιγύπτου (14.500-12.000 π.Κ.Ε. περίπου).[60]

Ανάγλυφος ούρος από την Πύλη της Ιστάρ, σήμερα στο Ny Carlsberg Glyptotek της Κοπεγχάγης

Κατά την Εποχή του Χαλκού, ο ούρος συνέχισε να έχει μεγάλη θρησκευτική σημασία. Μεταξύ άλλων, λατρευόταν από τους κατοίκους της Αγγλίας, όπου έχουν βρεθεί ενδείξεις θυσίας, της Δανίας και πιθανώς της Σκωτίας.[8] Θεωρείται ότι ο αποκαλούμενος «ταύρος» που λατρευόταν στη Μινωική Κρήτη ήταν στην πραγματικότητα ούρος. Τα ζώα που χρησιμοποιούνταν για τα ταυροκαθάψια και κατ' επέκταση κάθε αναπαράστασή τους, από την τοιχογραφία των ταυροκαθαψίων μέχρι τα κέρατα που διακοσμούν το παλάτι της Κνωσού, πιθανώς ήταν άουροχς.[72] Στον τάφο του Χόχντορφ, που εντάσσεται στον πολιτισμό Χάλστατ, έχουν βρεθεί εννέα κύπελλα, εκ των οποίων τα οκτώ είναι κατασκευασμένα από κέρατα ούρων.[89] Στην Αρχαία Αίγυπτο θυσιάζονταν ταύροι ούρων,[34] ενώ την Βαβυλώνα στόλιζαν ανάγλυφοι ούροι, σύμβολο του θεού της βροχής Χαντάντ.[90]

Σε πολλά εδάφια της Εβραϊκής Βίβλου γίνεται αναφορά στη δύναμη ενός ζώου ονόματι ρε' εμ (εβραϊκά: ראם). Στη Μετάφραση των Εβδομήκοντα η λέξη αποδίδεται ως μονόκερως ή, σπανιότερα, ταύρος.[α] Ομοίως, στη Βίβλο του Βασιλιά Ιακώβου, η οποία έχει εν μέρει βασιστεί στη Μετάφραση των Εβδομήκοντα, η λέξη έχει επίσης μεταφραστεί ως μονόκερως (αγγλικά: unicorn). Πλέον, είναι ευρέως αποδεκτό ότι το ρε' εμ είναι στην πραγματικότητα ο ούρος.[91][92]

Τοπωνύμια και εραλδική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το άγαλμα ούρου στο Ράκβερε της Εσθονίας

Διάφορα μέρη ανά την Ευρώπη φέρουν ονόματα που σχετίζονται με το άουροχς. Σύμφωνα με μία εκδοχή, το όνομα του Καντονίου του Ούρι, το οποίο έχει ως σύμβολο τον ούρο, προήλθε από τη γερμανική λέξη για το ζώο (ur).[93] Ο Άουραχ, ένας από τους παραποτάμους του ποταμού Άγκερ στην Αυστρία, έλαβε την ονομασία του από τις λέξεις της Παλαιάς Άνω Γερμανικής aha (τοπωνύμιο που σημαίνει τρεχούμενο νερό, ρεματιά) και ûr(o) (ούρος). Συνεπώς, σημαίνει «ρεματιά όπου βόσκουν ούροι».[94] Το όνομα του Τουρόβ, πόλη στη νότια Λευκορωσία, προέρχεται, όπως και πολλά ανατολικά σλαβικά ονόματα (π.χ. Τουρένιν, Τουρόφσκι), από τη σλαβική λέξη για τον ούρο (tur).[95] Το αρχαίο όνομα της εσθονικής πόλης Ράκβερε (Tarvanpää) σημαίνει «κεφάλι ούρου».[96] Σήμερα, στην πόλη δεσπόζει ένα τεράστιο, μπρούντζινο άγαλμα του ζώου.

Ο ούρος εμφανίζεται συχνά στην εραλδική πολλών χωρών. Το κεφάλι του απεικονιζόταν στο έμβλημα της Μολδαβίας, συνέχισε να υφίσταται σε αυτό της Μολδαβλαχίας και σήμερα αποτελεί μέρος των εθνοσήμων της Ρουμανίας και της Μολδαβίας. Κατά την παράδοση, ο Βοεβόδας Ντράγκος έφτασε στη σημερινή Μολδαβία από την Ουγγαρία, κυνηγώντας έναν ούρο, τον οποίο και σκότωσε κοντά στον ποταμό Μολδόβα. Αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Μολδαβία, ουσιαστικά εποικίζοντάς την με Ρουμάνους.[97] Ηγεμόνες της Βλαχίας και της Μολδαβίας, όπως ο Μιχαήλ ο Γενναίος, ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος και ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης, έφεραν ούρους στους προσωπικούς τους θυρεούς.

Ο ούρος είναι σύνηθες εραλδικό ζώο και στη Γερμανία. Για παράδειγμα, υπάρχει στα εμβλήματα του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας και των βαυαρικών πόλεων Στεγκάουεραχ και Άουερμπαχ ιν ντερ Όμπερπφαλτς. Στην Τσεχία, η μοραβική οικογένεια Περνστάιν υιοθέτησε το κεφάλι του ούρου στο οικόσημό της. Σύμφωνα με τον οικογενειακό θρύλο, ο ιδρυτής του οίκου σκότωσε έναν άγριο ούρο μπροστά στο βασιλιά της χώρας, ο οποίος εντυπωσιάστηκε και του χάρισε μια δασώδη έκταση.[98] Ο ούρος του θρύλου υπάρχει πλέον στους θυρεούς πόλεων που άλλοτε βρίσκονταν στα εδάφη των Περνστάιν, όπως το Πρέροβ. Το σύμβολο του Κάουνας, ένας λευκός ούρος με έναν σταυρό πάνω από το κεφάλι του, εισήχθη τον 15ο αιώνα, επί του Βιτάουτας του Μεγάλου.[99] Στην Πολωνία, όπου πέθαναν οι τελευταίοι ούροι, διάφορες πόλεις έχουν τις μορφές τους στους θυρεούς τους.

Στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ζίγκφριντ αιχμαλωτίζει άγριο ούρο

Τα άουροχς εμφανίζονται στην παγκόσμια λογοτεχνία από αρχαιοτάτων χρόνων, συνήθως σε σκηνές κυνηγιού. Για παράδειγμα, σε ένα σουμεριακό έπος, ο ήρωας Λουγκαλμπάντα καταφέρνει να αιχμαλωτίσει έναν άγριο ούρο.[100]

Το είδος αναφέρεται επίσης σε αρκετά ρωσικά παραμύθια του Μεσαίωνα, όπου αποτελεί σύμβολο δύναμης και γενναιότητας. Σε ένα από αυτά, μια κακιά μάγισσα μεταμορφώνει νεαρούς άντρες σε άουροχς,[101] ενώ σε ένα άλλο ο γενναίος πολεμιστής Βολχ Βσεσλάγιεβιτς έχει την ικανότητα να μεταμορφώνεται σε ούρο με χρυσά κέρατα.[102]

Στο Έπος των Νιμπελούνγκεν, πάνω στο οποίο έχει βασιστεί το Δακτυλίδι των Νιμπελούνγκεν του Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο ήρωας Ζίγκφριντ συμμετέχει σε κυνήγι και σκοτώνει μεταξύ άλλων τέσσερις ούρους.[33]

Σε ένα από τα άλμπουμ της σειράς κόμικς Αστερίξ, ο Αστερίξ συλλαμβάνεται από τους Ρωμαίους και ρίχνεται σε μια αρένα. Ευρισκόμενος όμως στην Ισπανία, δεν αντιμετωπίζει λιοντάρια, αλλά έναν ούρο, σε ένα σκηνικό που θυμίζει τις σύγχρονες ταυρομαχίες.[103] Στη σειρά βιβλίων Το Τραγούδι της Φωτιάς και του Πάγου του Τζωρτζ Ρ.Ρ. Μάρτιν γίνεται συχνά αναφορά στο ζώο. Αποτελεί προσφιλές θήραμα για ευγενείς και σερβίρεται σε συμπόσια, ενώ χρησιμεύει και ως υποζύγιο.[104][105][106]

Στην ταινία φαντασίας Τα Μυθικά Πλάσματα του Νότου, η πρωταγωνίστρια Χασπάπι έρχεται αντιμέτωπη με ούρους που έχουν εμφανιστεί στη σύγχρονη Λουιζιάνα.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

α.^ Αριθμοί 23:22 και 24:8, Δευτερονόμιον 33:17, Ιώβ 39:9–10, Ψαλμοί 22:21, 29:6 και 92:10 και Ησαΐας 34:7.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. IUCN. «Bos primigenius: Tikhonov, A.». IUCN Red List of Threatened Species. doi:10.2305/iucn.uk.2008.rlts.t136721a4332142.en. http://www.iucnredlist.org/details/136721/0. 
  2. Ρογδάκης, Εμμανουήλ (2008). Γενική Ζωοτεχνία. Αθήνα: Εκδόσεις Σταμούλη. ISBN 960-351-674-0. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 3,7 3,8 3,9 Melletti, Mario. Burton, James (2014). Ecology, Evolution and Behaviour of Wild Cattle: Implications for Conservation. Cambridge University Press. ISBN 978-131-606-110-7. 
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 Ajmone-Marsan, P.; Garcia, J.F.; Lenstra, J.A. (2010). «On the Origin of Cattle: How Aurochs Became Cattle and Colonized the World». Evolutionary Anthropology 19: 148-157. doi:10.1002/evan20267. 
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 5,5 Lipiński, Daniel; Przystałowska, Hanna; Szalata, Marlena; Zeyland, Joanna; Wielgus, Karolina; Frąckowiak, Hieronim; Dzieduszycki, Alexander M.; Ryba, Mirosław S. και άλλοι. (2014-10-28). «Biotechnology in the restoration of extinct animal species: An analysis of genomic and mitochondrial DNA of aurochs». BioTechnologia 92 (1): 13–21. doi:10.5114/bta.2011.46513. ISSN 0860-7796. http://biot.czasopisma.pan.pl/images/data/biot/wydania/No_1_2011/06_Biotechnology_in_the_restoration.pdf. 
  6. 6,0 6,1 Scheu, Amelie; Hartz, Sönke; Schmölcke, Ulrich; Tresset, Anne; Burger, Joachim; Bollongino, Ruth. «Ancient DNA provides no evidence for independent domestication of cattle in Mesolithic Rosenhof, Northern Germany». Journal of Archaeological Science 35 (5): 1257–1264. doi:10.1016/j.jas.2007.08.012. http://linkinghub.elsevier.com/retrieve/pii/S0305440307001720. 
  7. Liddell, Henry. Scott, Robert (2006). Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης. Τόμος Στ'. Πελεκάνος. ISBN 9789604003884. 
  8. 8,0 8,1 Hull, Robin (2012). Scottish Mammals. Edinburgh: Birlinn. 818865454. ISBN 9780857905451. https://www.worldcat.org/oclc/818865454. 
  9. 9,00 9,01 9,02 9,03 9,04 9,05 9,06 9,07 9,08 9,09 9,10 9,11 9,12 9,13 van Vuure, Cis (2005). Retracing the aurochs : history, morphology and ecology of an extinct wild ox. Pensoft Publishers. 227803800. ISBN 9789546422354. https://www.worldcat.org/oclc/227803800. 
  10. «hadrianus imperator» (στα αγγλικά). Perseus Digital Library. http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A2008.01.0472%3Abook%3D6%3Achapter%3D332. Ανακτήθηκε στις 2017-07-18. 
  11. «Απομνημονεύματα περί του Γαλατικού πολέμου». anemi.lib.uoc.gr. http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.php?rec=/metadata/e/1/7/metadata-212-0000088.tkl&do=71170.pdf&pageno=173&pagestart=1&width=308&height=452&maxpage=275&lang=el. Ανακτήθηκε στις 2017-07-14. 
  12. Γάιος Ιούλιος Καίσαρας. (1970). Απομνημονεύματα περί του Γαλατικού Πολέμου. Τσακαλώτος, Ε. & Καλογεράς, Κ. (μτφρ.). Παπαδήμας. ISBN 9789602066010
  13. Γάιος Ιούλιος Καίσαρας. (2011). Απομνημονεύματα για το Γαλατικό Πόλεμο. Αντωνίου, Δ. (μτφρ.). Εκδόσεις Γρηγόρη. ISBN 9789603335092
  14. «Dictionnaire Grec-Francais et Francais-Grec = Λεξικόν Ελληνογαλλικόν και Γαλλοελληνικόν». anemi.lib.uoc.gr. http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.php?rec=/metadata/6/c/6/metadata-189-0000002.tkl&do=73724_02.pdf&pageno=48&width=426&height=670&maxpage=471&lang=en. Ανακτήθηκε στις 2017-07-14. 
  15. Ηπίτης, Αντώνιος (2014-09-26). Γαλλοελληνικόν Λεξικόν - Τόμος Α΄. Pelekanos Books. ISBN 9789604009046. https://books.google.gr/books?id=FZucBAAAQBAJ&printsec=frontcover&hl=el#v=onepage&q&f=false. 
  16. «Αποχρωσεις, Μαρια Σωνιδου | Kathimerini». http://www.kathimerini.gr/355954/article/epikairothta/kosmos/apoxrwseis. Ανακτήθηκε στις 2017-07-18. 
  17. «"Οι αγελάδες του Χίτλερ". Εξολόθρευσαν χιλιάδες χωρικούς από το δάσος Μπιαλοβίτσα για να βόσκουν ελεύθερα μεταλλαγμένα προϊστορικά βόδια και να τα κυνηγά ο Γκέρινγκ και άλλοι Ναζί - ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ». www.mixanitouxronou.gr. http://www.mixanitouxronou.gr/i-agelades-tou-chitler-exolothrefsan-chiliades-chorikous-apo-to-dasos-bialovitsa-gia-na-voskoun-elefthera-metallagmena-proistorika-vodia-ke-na-ta-kiniga-o-gkeringk-ke-alli-nazi/. Ανακτήθηκε στις 2017-07-18. 
  18. «Biodiversity Studies | International Commission on Zoological Nomenclature» (στα αγγλικά). iczn.org. http://iczn.org/content/biodiversity-studies. Ανακτήθηκε στις 2017-07-02. 
  19. 19,0 19,1 Zong, Guanfu (1984). «A record of Bos primigenius from the Quaternary of the Aba Tibetan Autonomous Region». Vertebrata PalAsiatica 22 (3): 239-245. https://nau.edu/uploadedFiles/Academic/CEFNS/NATSCI/SESES/Forms/arecordofbos.pdf. Ανακτήθηκε στις 12 Ιουλίου 2017. 
  20. 20,0 20,1 20,2 20,3 Guintard, Claude (1999). «On the size of the ure-ox or the aurochs (Bos primigenius Bojanus, 1827)» (στα English). Archäologie und Biologie des Auerochsen: 7–21. http://www.worldcat.org/title/on-the-size-of-the-ure-ox-or-the-aurochs-bos-primigenius-bojanus-1827/oclc/605890256. 
  21. 21,0 21,1 Francis, Richard C. (2015). Domesticated: Evolution in a Man-made World. W. W. Norton & Company. 915139651. ISBN 9780393246513. https://www.worldcat.org/oclc/915139651. 
  22. 22,0 22,1 22,2 Bunzel-Drüke, Margret (2001). «Ecological substitutes for Wild horse (Equus ferus Boddaert, 1785 = E. przewalskii Poljakov, 1881) and Aurochs (Bos primigenius Bojanus, 1827)». Natur- und Kulturlandschaft. http://www.koelner-zoo.de/takhi/PDF/Auerochs_Bunzel.pdf. Ανακτήθηκε στις 4 Ιουλίου 2017. 
  23. 23,0 23,1 Clutton-Brock, Juliet (1999). A Natural History of Domesticated Mammals. Cambridge University Press. 39786571. ISBN 9780521634953. https://www.worldcat.org/oclc/39786571. 
  24. 24,0 24,1 Gifford-Gonzalez, Diane (2017). «Pastoralism in sub-Saharan Africa: emergence and ramifications». Στο: Albarella, Umberto. Rizzetto, Mauro; Russ, Hannah και άλλοι, επιμ. The Oxford Handbook of Zooarchaeology. Oxford University Press. ISBN 9780191509988. 
  25. Edwards, Ceiridwen J; MacHugh, David E; Dobney, Keith M; Martin, Louise; Russell, Nerissa; Horwitz, Liora K; McIntosh, Susan K; MacDonald, Kevin C και άλλοι. (2004-06-01). «Ancient DNA analysis of 101 cattle remains: limits and prospects». Journal of Archaeological Science 31 (6): 695–710. doi:10.1016/j.jas.2003.11.001. http://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S030544030300181X. 
  26. «Natural History Magazine». www.naturalhistorymag.com. http://www.naturalhistorymag.com/htmlsite/master.html?http://www.naturalhistorymag.com/htmlsite/0203/0203_feature.html. Ανακτήθηκε στις 2017-07-07. 
  27. 27,0 27,1 27,2 Kitchell Jr., Kenneth F. (2014). Animals in the Ancient World from A to Z.. Hoboken: Taylor and Francis. 881887392. ISBN 9781317577430. https://www.worldcat.org/oclc/881887392. 
  28. 28,0 28,1 28,2 28,3 28,4 Kyselý, R. (2008). «Aurochs and potential crossbreeding with domestic cattle in Central Europe in the Eneolithic period: A metric analysis of bones from the archaeological site of Kutná Hora-Denemark (Czech Republic)». Anthropozoologica 43 (2): 7-37. http://www.arup.cas.cz/wp-content/uploads/2010/05/Kysely_2008_Aurochs-Anthropozoologica.pdf. Ανακτήθηκε στις 2 Ιουλίου 2017. 
  29. Benecke, Norbert (1994). Archäozoologische Studien zur Entwicklung der Haustierhaltung : in Mitteleuropa und Südskandinavien von den Anfängen bis zum ausgehenden Mittelalter. Akademie Verlag. 31131040. ISBN 9783050024158. https://www.worldcat.org/oclc/31131040. 
  30. Vörös, I. (1987). «An aurochs (Bos primigenius Boj.) skeleton from the Mesolithic peat-bogs at Kecel-Rózsaberek». Folia Archaeologica 38: 65-88. 
  31. Garrick, Dorian J.. Ruvinsky, Anatoly (2014). The genetics of cattle. CABI. 874961192. ISBN 9781780642215. https://www.worldcat.org/oclc/874961192. 
  32. 32,0 32,1 32,2 32,3 32,4 32,5 32,6 32,7 32,8 van Vuure, T. (2002). «History, Morphology and Ecology of the Aurochs (Bos primigenius. Lutra 45: 3-17. http://members.chello.nl/~t.vanvuure/oeros/uk/lutra.pdf. Ανακτήθηκε στις 13 Ιουλίου 2017. 
  33. 33,0 33,1 33,2 33,3 Walter, Frisch (2010). Der Auerochs: Das Europäische Rind. Starnberg: I. Frisch. 694889116. ISBN 9783000267642. https://www.worldcat.org/oclc/694889116. 
  34. 34,0 34,1 34,2 34,3 Von Lengerken, H. (1955). Ur, Hausrind und Mensch. Wissenschaftliche Abhandlungen 14. Berlin: Deutsche Akademie der Landwirtschaftswissenschaften.
  35. Lehman, U. (1949). «Der Ur im Diluvium Deutschlands und seine Verbreitung». Neues Jahrbuch für Mineralogie, Geologie und Paläontologie, Abt. B Geol.-Palaeontol. 90: 163-266. 
  36. Legge, A.J. Rowley-Conwy, P.A. (1988). Star Carr Revisited. London: Birkbeck College. 19269979. ISBN 0718708768. https://www.worldcat.org/oclc/19269979. 
  37. 37,0 37,1 Hearn, Robert (2015). «Gains and Losses in the European Mammal Fauna». Στο: Kirby, Keith J. Watkins, Charles, επιμ. Europe's Changing Woods and Forests: From Wildwood to Managed Landscapes. CABI. 914150766. ISBN 1780643373. https://www.worldcat.org/oclc/914150766. 
  38. He, R.C. (1977). «A Late Pleistocene Pollen Complex from Loufangzi, Huanxian, Gansu». Journal of Xibei University (Natural History Edition) 1: 28-32. 
  39. Noe-Nygaard, N.; Price, T. D.; Hede, S. U. (2005-06-01). «Diet of aurochs and early cattle in southern Scandinavia: evidence from 15N and 13C stable isotopes». Journal of Archaeological Science 32 (6): 855–871. doi:10.1016/j.jas.2005.01.004. http://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0305440305000191. 
  40. Grigson, Caroline (1978-06-01). «The craniology and relationships of four species of Bos,». Journal of Archaeological Science 5 (2): 123–152. doi:10.1016/0305-4403(78)90028-6. http://www.sciencedirect.com/science/article/pii/0305440378900286. 
  41. Bunzel-Drüke, M. (1997). Großherbivore und Naturlandschaft. - Schr.-R. Landschaftspfl. u. Natursch. 54, 109 - 128.
  42. Wensdorf, Fred. Close, Angela E. (1989). The Prehistory of Wadi Kubbaniya. Dallas: Southern Methodist University Press. 13185696. ISBN 9780870742903. https://www.worldcat.org/oclc/13185696. 
  43. 43,0 43,1 Jaubert, Jacques et al. (1990). Les Chasseurs d'Aurochs de La Borde: Un Site du Paléolithique moyen (Livernon, Lot). Paris: Editions de la Maison des sciences de l'homme. 23814490. ISBN 2735103900. https://www.worldcat.org/oclc/23814490. 
  44. 44,0 44,1 Milisauskas, Sarunas (2002). European Prehistory: A Survey. Boston, MA: Springer US. 852788788. ISBN 9781461507512. https://www.worldcat.org/oclc/852788788. 
  45. Prummel, Wietske; Niekus, Marcel J. L. Th. (2011-07-01). «Late Mesolithic hunting of a small female aurochs in the valley of the River Tjonger (the Netherlands) in the light of Mesolithic aurochs hunting in NW Europe». Journal of Archaeological Science 38 (7): 1456–1467. doi:10.1016/j.jas.2011.02.009. http://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0305440311000483. 
  46. Scheu, Amelie; Hartz, Sönke; Schmölcke, Ulrich; Tresset, Anne; Burger, Joachim; Bollongino, Ruth (2008-05-01). «Ancient DNA provides no evidence for independent domestication of cattle in Mesolithic Rosenhof, Northern Germany». Journal of Archaeological Science 35 (5): 1257–1264. doi:10.1016/j.jas.2007.08.012. http://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0305440307001720. 
  47. Bridault, Anne (1994). Chasseurs, ressources animales et milieux dans le nord de la France de la fin du Paléolithique à la fin du Mésolithique: problématique et état de la recherche. Actes du 119è Congrès National des Sociétés Historiques et Scientifiques, Amiens 1994, σελ. 165-175. 
  48. Cordy, J.-M. (1982). «La faune mésolithique du gisement de Loschbour près de Reuland (G.D. de Luxembourg)». Στο: Gob, A. Spier, F., επιμ. Le Mésolithique entre Rhin et Meuse. Luxembourg: Publication de la Société Préhistorique Luxembourgeoise. 
  49. Richter, J. (1982). «Adult and Juvenile Aurochs, Bos primigenius Boj. from the Maglemosian Site of Ulkestrup Lyng Øst, Denmark». Journal of Archaeological Science 9: 247-259. http://ac.els-cdn.com/0305440382900218/1-s2.0-0305440382900218-main.pdf?_tid=21d92e2e-5fd8-11e7-a83f-00000aab0f6c&acdnat=1499076934_c14a2b9da71c0f24ddd960c5970d75e7. Ανακτήθηκε στις 3 Ιουλίου 2017. 
  50. Maisels, Charles Keith (2005). The Near East: Archaeology in the 'Cradle of Civilization'. Routledge. ISBN 9781134664696. 
  51. Akkermans, Peter M.M.G. Schwartz, Glenn M. (2003). The Archaeology of Syria: From Complex Hunter-Gatherers to Early Urban Societies (c. 16,000-300 BC). Cambridge, UK: Cambridge University Press. 50322834. ISBN 9780521796668. https://www.worldcat.org/oclc/50322834. 
  52. Ferran, Borrell. Ibáñez, Juan José. Molist, Miquel (2014). Stone tools in transition : from Hunter-Gatherers to farming societies in the near east. Bellaterra: Servei de Publicacions de la Universitat Autònoma de Barcelona. 909906097. ISBN 9788449038181. https://www.worldcat.org/oclc/909906097. 
  53. Shepard, Paul (1997). The Others: How Animals Made Us Human. Washington, D.C.: Island Press. 616562478. ISBN 9781610912433. https://www.worldcat.org/oclc/616562478. 
  54. Conrad, Jack Randolf (1957). The Horn and the Sword: The History of the Bull as Symbol of Power and Fertility.. Greenwood Press. ISBN 0837166047. 
  55. Halleux, G. (1988). «Charlemagne a la chasse». Plaisirs de la chasse 437: 28-30
  56. Helmer, D. Gourichon, L. Monchot, H. Peters, J. Saña Segui, M (2005). «Identifying early domestic cattle from Pre-Pottery Neolithic sites on the Middle Euphrates using sexual dimorphism». Στο: Vigne, J.-D. Peters, J. Helmer, D., επιμ. First steps of animal domestication - New archaeozoological approaches. London: Oxbow Books. 
  57. Hongo, H.; Pearson, J.; Öksüz, B.; Ilgezdi, G. (2009). «The Process of Ungulate Domestication at Çayönü, Southeastern Turkey: A Multidisciplinary Approach focusing on Bos sp. and Cervus elaphus» (στα Αγγλικά). Anthropozoologica 44 (1): 63-73. http://sciencepress.mnhn.fr/sites/default/files/articles/pdf/az2009n1a3.pdf. Ανακτήθηκε στις 30 Ιουνίου 2017. 
  58. 58,0 58,1 Bollongino, R.; Burger, J.; Powell, A.; Mashkour, M.; Vigne, J.-D.; Thomas, M.G. (2012). «Modern Taurine Cattle Descended from Small Number of Near-Eastern Founders». Molecular Biology and Evolution 29 (9): 2101–2104. doi:10.1093/molbev/mss092. ISSN 0737-4038. https://academic.oup.com/mbe/article/29/9/2101/1077727/Modern-Taurine-Cattle-Descended-from-Small-Number. 
  59. Chaix, Louis (2001-05-01). «The Origins and Development of African Livestock. Archaeology, Genetics, Linguistics and Ethnography. R.M. Blench and K.C. Macdonald (Eds), University College London Press, Taylor & Francis Group, 2000. 546 pp.» (στα αγγλικά). International Journal of Osteoarchaeology 11 (3): 239–240. doi:10.1002/oa.576. ISSN 1099-1212. http://onlinelibrary.wiley.com/doi/10.1002/oa.576/abstract. 
  60. 60,0 60,1 Wendorf, Fred; Schild, Romuald (1994-01-01). «Are the early holocene cattle in the eastern sahara domestic or wild?» (στα αγγλικά). Evolutionary Anthropology: Issues, News, and Reviews 3 (4): 118–128. doi:10.1002/evan.1360030406. ISSN 1520-6505. http://onlinelibrary.wiley.com/doi/10.1002/evan.1360030406/abstract. 
  61. Payne, W.J.A. Hodges, John (1997). Tropical cattle : origins, breeds, and breeding policies. Blackwell Science. 35886968. ISBN 0632040483. https://www.worldcat.org/oclc/35886968. 
  62. Mannen, H; Kohno, M; Nagata, Y; Tsuji, S; Bradley, D.G; Yeo, J.S; Nyamsamba, D; Zagdsuren, Y και άλλοι.. «Independent mitochondrial origin and historical genetic differentiation in North Eastern Asian cattle». Molecular Phylogenetics and Evolution 32 (2): 539–544. doi:10.1016/j.ympev.2004.01.010. http://linkinghub.elsevier.com/retrieve/pii/S1055790304000466. 
  63. Kiple, Kenneth F.. Coneè Ornelas, Kriemhild (2000). The Cambridge World History of Food. Cambridge, UK: Cambridge University Press. 44541840. ISBN 9780521402149. https://www.worldcat.org/oclc/44541840. 
  64. Götherström, Anders; Anderung, Cecilia; Hellborg, Linda; Elburg, Rengert; Smith, Colin; Bradley, Dan G.; Ellegren, Hans (2005-11-22). «Cattle domestication in the Near East was followed by hybridization with aurochs bulls in Europe» (στα αγγλικά). Proceedings of the Royal Society of London B: Biological Sciences 272 (1579): 2345–2351. doi:10.1098/rspb.2005.3243. ISSN 0962-8452. PMID 16243693. PMC PMC1559968. http://rspb.royalsocietypublishing.org/content/272/1579/2345. 
  65. Fuller, Dorian Q. (2006-03-01). «Agricultural Origins and Frontiers in South Asia: A Working Synthesis» (στα αγγλικά). Journal of World Prehistory 20 (1): 1–86. doi:10.1007/s10963-006-9006-8. ISSN 0892-7537. https://link.springer.com/article/10.1007/s10963-006-9006-8. 
  66. Ucko, Peter J. Dimbleby, G.W. (2007). The Domestication and Exploitation of Plants and Animals. Transaction Publishers. ISBN 9780202365572. 
  67. Reed, Charles A. (1972-08-01). «Archeology: The Urus (Bos primigenius Bojanus) and Neolithic Domesticated Cattle (Bos taurus domesticus Linné) in Denmark, with a Revision of Bos-remains from the Kitchen Middens: Zoological and Palynological Investigations. MAGNUS DEGERBØL and BENT FREDSKILD» (στα αγγλικά). American Anthropologist 74 (4): 944–945. doi:10.1525/aa.1972.74.4.02a00900. ISSN 1548-1433. http://onlinelibrary.wiley.com/doi/10.1525/aa.1972.74.4.02a00900/abstract. 
  68. Rangarajan, Mahesh (2005). India's Wildlife history: An Introduction. Delhi: Permanent Black. 812246522. ISBN 9788178241401. https://www.worldcat.org/oclc/812246522. 
  69. Wright, E. (2013). The history of the European aurochs (Bos primigenius) from the Middle Pleistocene to its extinction: an archaeological investigation of its evolution, morphological variability and response to human exploitation. Doctoral thesis. University of Sheffield.
  70. Vörös, I. (1985). «Early medieval aurochs (Bos primigenius Boj.) and his extinction in Hungary». Folia Archaeologica 36: 193-219. 
  71. Bunzel-Drüke, Margret (1996). «Vom Auerochsen zum Heckrind». Natur- und Kulturlandschaft. 
  72. 72,0 72,1 Ellis, Richard (2012). No turning back : the life and death of animal species. Open Road Integrated Media. 817264863. ISBN 9781453270455. https://www.worldcat.org/oclc/817264863. 
  73. 73,0 73,1 Lorimer, Jamie; Driessen, Clemens. «Bovine biopolitics and the promise of monsters in the rewilding of Heck cattle». Geoforum 48: 249–259. doi:10.1016/j.geoforum.2011.09.002. http://linkinghub.elsevier.com/retrieve/pii/S0016718511001746. 
  74. 74,0 74,1 Lorimer, Jamie; Driessen, Clemens (2016-05-03). «From “Nazi Cows” to Cosmopolitan “Ecological Engineers”: Specifying Rewilding Through a History of Heck Cattle». Annals of the American Association of Geographers 106 (3): 631–652. doi:10.1080/00045608.2015.1115332. ISSN 2469-4452. http://dx.doi.org/10.1080/00045608.2015.1115332. 
  75. Herre, W. (1953). «Wie sah der Auerochse aus?». Kosmos 49 (11): 504-507. 
  76. 76,0 76,1 Bunzel-Drüke, Margret (2005) (στα δανικά). Projekt Taurus – En økologisk erstatning for uroksen. http://web.archive.org/web/20160304042100/http://www.nepenthes.dk/files/Taurus_ebook.pdf. Ανακτήθηκε στις 30 Ιουλίου 2017. 
  77. OKIA. «Tauros Programme — Rewilding Europe» (στα αγγλικά). www.rewildingeurope.com. https://www.rewildingeurope.com/tauros-programme/. Ανακτήθηκε στις 2017-07-30. 
  78. OKIA. «New Tauros breeding site opened in the Danube Delta, Romania — Rewilding Europe» (στα αγγλικά). www.rewildingeurope.com. https://www.rewildingeurope.com/news/new-tauros-breeding-site-opened-in-the-danube-delta-romania/. Ανακτήθηκε στις 2017-07-30. 
  79. www.ideo.pl, Ideo Sp. z o.o. -. «Polish geneticists want to recreate the extinct auroch | News | Science & Scholarship in Poland». scienceinpoland.pap.pl. http://scienceinpoland.pap.pl/en/news/news,68335,polish-geneticists-want-to-recreate-the-extinct-auroch.html. Ανακτήθηκε στις 2017-07-30. 
  80. De Silva, M., Pizziolo, G., Lo Vetro, D., De Troia, V., Machetti, P., Ortisi, E.F. & Martini, F. (2016). Ritual use of Romito Cave During the Late Upper Palaeolithic: an Integrated Approach for Spatial Reconstruction. In: Proceedings of the 43rd Annual Conference on Computer Applications and Quantitative Methods In Archaeology Vol. 1, σελ. 685-897.
  81. Clottes, J., Chauvet, J.-M., Brunel-Deschamps, E., Hillaire, C., Daugas, J.-P., Arnold, M., Cachier, H., Evin, J., Fortin, P., Oberlin, C., Tisnerat, N. & Valladas, H. (1995). «Les peintures de la Grotte Chauvet-Pont d´Arc, à Vallon-Pont-d´Arc (Ardèche, France): datations directes et indirectes par la méthode du radiocarbone». C.R. Acad. Sci. Paris, T. 320, Série IIa, pp.1133-1140.
  82. Bahn, Paul G.. Vertut, Jean (1997). Journey through the Ice Age. Berkeley: University of California Press. 36892707. ISBN 9780520213067. https://www.worldcat.org/oclc/36892707. 
  83. Lawson, Andrew J. (2012). Painted Caves: Palaeolithic Rock Art in Western Europe. Oxford, United Kingdom: OUP Oxford. 764348661. ISBN 9780199698226. https://www.worldcat.org/oclc/764348661. 
  84. McDonald, Jo. Veth, Peter (2012). A Companion to Rock Art. Malden, MA: Wiley-Blackwell. 790273145. ISBN 9781118253922. https://www.worldcat.org/oclc/790273145. 
  85. Time-Life Παγκόσμια Ιστορία. Τόμος Α. Αθήνα: Εκδόσεις Κ. Καπόπουλος. 1992. 
  86. Hodder, Ian, επιμ. (2014). Religion at Work in a Neolithic Society: Vital Matters. Cambridge University Press. ISBN 9781107729766. 
  87. Stordeur, Danielle (2003). «Symboles et imaginaire des premières cultures néolithiques du Proche-Orient (haute et moyenne vallée de l’Euphrate)». Στο: Guilaine, J., επιμ. Arts et symboles du Néolithique et de la Protohistoire. Paris: Errance. 
  88. Gimbutas, Marija (2001). Robbins Dexter, Miriam, επιμ. The Living Goddesses. Berkeley: University of California Press. 45762646. ISBN 9780520229150. https://www.worldcat.org/oclc/45762646. 
  89. Koch, John T. (2006). Celtic culture: A Historical Encyclopedia. Santa Barbara, Calif.: ABC-CLIO. 62381207. ISBN 9781851094400. https://www.worldcat.org/oclc/62381207. 
  90. Kleiner, Fred (2005). Gardner's Art Through the Ages. Thompson Learning, Inc. ISBN 0-15-505090-7. 
  91. Bodenheimer, F.S (1960). Animal and Man in Bible Lands: Supplement. Leiden: E.J. Brill. 
  92. Tenney, Merrill C. Silva, Moisés (2010). The Zondervan Encyclopedia of the Bible. Volume 5: [Q-Z]. Grand Rapids, Mich.: Zondervan. 699497693. ISBN 9780310877004. https://www.worldcat.org/oclc/699497693. 
  93. «ortsnamen.ch - Suche». search.ortsnamen.ch. https://search.ortsnamen.ch/. Ανακτήθηκε στις 2017-07-17. 
  94. Wiesinger, Peter (2004). «Ortsnamen und Siedlungsgeschichte im Salzkammergut». Jahrbuch des Oberösterreichischen Musealvereines. http://www.zobodat.at/pdf/JOM_149a_0543-0560.pdf. 
  95. I︠U︡riĭ., Fedosi︠u︡k, (2002). Russkie familii : populi︠a︡rnyĭ ėtimologicheskiĭ slovarʹ (Izd. 4-e, ispr. i dop έκδοση). Moskva: Flinta. 51035228. ISBN 9785893492163. https://www.worldcat.org/oclc/51035228. 
  96. Bain, Carolyn (2009). Estonia, Latvia & Lithuania. Footscray, Vic.: Lonely Planet. 315080803. ISBN 9781741047707. https://www.worldcat.org/oclc/315080803. 
  97. Panaitescu, P.P. (1959). Cronicile slavo-române din sec. XV-XVI, publicate de Ioan Bogdan. Editura Academiei. 
  98. Šebek, František. «Historie Pardubic» (στα τσέχικα). Pardubický Svět. http://pardubice.cz/admin/files/files/10/src_historie-pardubic.pdf. Ανακτήθηκε στις 17 Ιουλίου 2017. 
  99. Varsackytė, Rasa. «Overview of Kaunas History». datos.kvb.lt. http://datos.kvb.lt/en/index.php?option=com_content&task=view&id=21&Itemid=81. Ανακτήθηκε στις 2017-07-17. 
  100. Hallo, William W. (2010). The World's Oldest Literature: Studies in Sumerian Belles-Lettres. Leiden: Brill. 593295842. ISBN 9789004173811. https://www.worldcat.org/oclc/593295842. 
  101. Bailey, James (2015). An Anthology of Russian Folk Epics. Routledge. ISBN 9781317476924. 
  102. Wiener, Leo (2001). Anthology of Russian Literature. Honolulu, HI: University Press of the Pacific. 51338595. ISBN 9780898753479. https://www.worldcat.org/oclc/51338595. 
  103. Goscinny, René. Uderzo, Albert (2005). Astérix en Hispanie. Paris: Hachette. 60827715. ISBN 2012101461. https://www.worldcat.org/oclc/60827715. 
  104. Martin, George R.R. (1997). A Game of Thrones. New York: Bantam Books. 233809860. ISBN 9780553897845. https://www.worldcat.org/oclc/233809860. 
  105. Martin, George R.R. (2003). A Clash of Kings. New York: Bantam Books. 713565544. ISBN 9780553897852. https://www.worldcat.org/oclc/713565544. 
  106. Martin, George R.R. (2003). A Storm of Swords. New York: Bantam Books. 234314958. ISBN 9780553897876. https://www.worldcat.org/oclc/234314958. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Wikispecies logo
Τα Βικιείδη έχουν πληροφορίες για το θέμα: