Ιθαγένεια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ιθαγένεια ή υπηκοότητα ονομάζεται νομικά η ιδιότητα του πολίτη, για την ακρίβεια ο νομικός δεσμός του ατόμου με το κράτος στο οποίο ανήκει.

Κάθε άνθρωπος αποκτά ιθαγένεια τη στιγμή που γεννιέται, κατά κανόνα την ίδια με έναν από τους γονείς του (δίκαιο του αίματος) ή υπό προϋποθέσεις του τόπου γέννησής του (δίκαιο του εδάφους). Κατά τη διάρκεια της ζωής του ενδέχεται να αποκτήσει νέα ιθαγένεια οικειοθελώς - η διαδικασία αυτή ονομάζεται πολιτογράφηση. Ενδέχεται επίσης, εάν προβεί σε πράξεις προδοσίας ή συμμετέχει στην αντιπολίτευση εναντίον αυταρχικών καθεστώτων, να στερηθεί την ιθαγένειά του - σε αυτήν την περίπτωση και αν δεν έχει την ιθαγένεια άλλου κράτους χαρακτηρίζεται ως ανιθαγενής.

Ιθαγένεια - υπηκοότητα - εθνικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιθαγένεια και υπηκοότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι δύο λέξεις είναι ταυτόσημες και χρησιμοποιούνται εξίσου στην καθημερινότητα, απλά στα επίσημα κείμενα προτιμάται η ιθαγένεια για λόγους πολιτικής ορθότητας. Η υπηκοότητα έχει συνδεθεί με τις απόλυτες μοναρχίες, όταν ο λαός όφειλε υπακοή στον «ελέω Θεού» μονάρχη - για τον ίδιο λόγο προτιμάται ο όρος πολίτης από τον υπήκοο.

Σε κάποια επίσημα κείμενα χρησιμοποιείται επίσης η λέξη ιθαγενής για τον κάτοχο της ιθαγένειας. Αν και απόλυτα ορθός, ο όρος συνήθως αποφεύγεται στην καθομιλουμένη, επειδή έχει συνδεθεί στον μέσο νου με τους εκτός Ευρώπης αυτόχθονες πολιτισμούς.

Ιθαγένεια και εθνικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επειδή τα σύγχρονα κράτη είναι δομημένα στη λογική του εθνικού κράτους, συνήθως τα μέλη τους έχουν ίδια ιθαγένεια και εθνικότητα. Αυτό έχει οδηγήσει στην εσφαλμένη εντύπωση ότι πρόκειται για ταυτόσημες έννοιες, στην πραγματικότητα όμως οι δύο όροι σημαίνουν διαφορετικές σχέσεις:

  • Η ιθαγένεια περιέχει πολιτική-νομική έννοια: εκφράζει τη σχέση κράτους - πολίτη, με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν για αμφότερα τα μέρη από αυτήν.
  • Αντίθετα, η έννοια της εθνικότητας είναι ηθική-πολιτισμική: εκφράζει τη σχέση του ανθρώπου με τον πολιτισμό απ' όπου προέρχεται η οικογένειά του και με τις αξίες της οποίας μεγαλώνει.

Η διαφορά των εννοιών γίνεται εύκολα κατανοητή στην περίπτωση των μειονοτήτων. Για παράδειγμα, ένας Βορειοηπειρώτης είναι συνήθως αλβανικής ιθαγένειας, αλλά ελληνικής εθνικότητας.

Παράγωγοι όροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλαπλή ιθαγένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε περιπτώσεις πολιτογράφησης, δηλ. οικειοθελούς κτήσης νέας ιθαγένειας, ενδέχεται το άτομο να διατηρήσει και την παλαιά. Αυτό εξαρτάται από τη βούλησή του, πρέπει όμως να προβλέπεται από τη νομοθεσία και των δύο κρατών. Παραδείγματος χάριν, ο πολίτης των Η.Π.Α. που θα πολιτογραφηθεί Έλληνας έχει το δικαίωμα της διπλής ιθαγένειας, μιας και αμφότερα τα κράτη την επιτρέπουν. Εάν όμως κάνει το ίδιο ένας Ιάπωνας, τότε –σύμφωνα με τους ιαπωνικούς νόμους– ακυρώνεται αμέσως η ιαπωνική ιθαγένειά του.

Ιθαγένεια ενώσεων κρατών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορισμένες ενώσεις κρατών έχουν θεσπίσει καθεστώς θετικών διακρίσεων για τους πολίτες των μελών τους. Αυτό συχνά περιγράφεται ως ιθαγένεια της συγκεκριμένης ένωσης, αν και στην πραγματικότητα είναι αποκλειστικά παράγωγο αποτέλεσμα της κρατικής ιθαγένειας. Δεν μπορεί κάποιος να είναι πολίτης μόνο της ένωσης, χωρίς να είναι πολίτης κράτους-μέλους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η καλούμενη ευρωπαϊκή ιθαγένεια, δηλαδή η ιθαγένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οποιοσδήποτε είναι πολίτης κράτους-μέλους, καθίσταται αυτομάτως και πολίτης της Ε.Ε.. Αυτό δε σημαίνει ότι εξομοιώνεται πλήρως με τους πολίτες των άλλων κρατών-μελών, αλλά ότι του παρέχονται διάφορα προνόμια. Έτσι μπορεί –μεταξύ άλλων– να ταξιδέψει, να εγκατασταθεί ή να εργαστεί[1] σε οποιαδήποτε χώρα της Ε.Ε. με μια διαδικασία πολύ ευκολότερη σε σύγκριση με άτομα που δεν είναι Ευρωπαίοι πολίτες.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]