Ύστερος Μεσαίωνας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ύστερος Μεσαίωνας
Ευρώπη και Μεσόγειος
Europe and the Mediterranean region, c. 1328
Δυτική/Κεντρική Ευρώπη
     Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
     Γαλλία
     Γασκώνη
     Βοημία
     Πολωνία
     Mazovia
     Βλαχία
     Ουγγαρία
     Λιθουανία
Ανατολική Ευρώπη
     Τευτονικό Τάγμα
     Χρυσή Ορδή
     G. Horde Vassals
     Genovese Prov.
Italian peninsula
     Δύο Σικελίες (Σικελία)
     Δύο Σικελίες (Νάπολη)
     Παπικά Κράτη
     Σαρδηνία
     Βενετία
     Γένοβα
Ιβηρική Χερσόνησος
     Αραγονίας
     Μαγιόρκα
     Πορτογαλία
     Καστίλη
     Ναβάρρα
     Γρανάδα
Σκανδιναβία
     Δανία
     Ισλανδία
     Norway
     Sweden
British Isles
     Αγγλία and Wales
     Ireland
     Scotland
Βαλκάνια/Μέση Ανατολή
     Αχαΐα
     Δουκάτο των Αθηνών
     Βυζαντινή Αυτοκρατορία
     Αυτοκρατορία των Μαμελούκων
     Σερβία
     Τουρκομανικά εμιράτα
     Ενετική Κρήτη
     Ιωαννίτες Ιππότες
     Βουλγαρία
     Κύπρος
     Ιλχανάτο
     Γεωργία
     Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας
Βόρεια Αφρική
     Marinids
     Zayyanids
     Hafsids

Ο Ύστερος Μεσαίωνας ήταν η περίοδος της Ευρωπαϊκής ιστορίας που γενικά περιλαμβάνει τον 14ο και τον 15ο αιώνα (περ. 1301–1500). Ο Ύστερος Μεσαίωνας ακολούθησε τον Μέσο Μεσαίωνα και προηγήθηκε της πρώιμης σύγχρονης εποχής (και σε μεγάλο μέρος τς Ευρώπης, της Αναγέννησης).

Περίπου το 1300, αιώνες ευημερίες και ανάπτυξης στην Ευρώπη έφτασαν σταδιακά στο τέλος τους. Μια σειρά λοιμών και επιδημιών πανώλης, όπως ο Μεγάλος Λοιμός του 1315–1317 και ο Μαύρος Θάνατος, ελάττωσαν τον πληθυσμό κατά το ήμισυ.[1] Μαζί με την πληθυσμιακή συρρίκνωση επήλθε κοινωνική αναταραχή και ενδημικοί πόλεμοι. Η Γαλλία και η Αγγλία βίωσαν μια υπεραιωνόβια κατά διαστήματα διακοπτόμενη σύγκρουση κατά τον Εκατονταετή Πόλεμο καθώς και σοβαρές εξεγέρσεις χωρικών: Η Γαλλία την Jacquerie το 1358 και η Αγγλία την Εξέγερση των Χωρικών Peasants' Revolt το 1381. Επιπροσθέτως, η ενότητα της Καθολικής Εκκλησίας διασπάστηκε από το Δυτικό Σχίσμα. Όλα αυτά τα γεγονότα αναφέρονται ενίοτε ως Κρίση του Ύστερου Μεσαίωνα.[2]

Παρά την κρίση, ο 14ος αιώνας ήταν επίσης εποχή μεγάλης προόδου στις τέχνες και τις επιστήμες. Το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τα αρχαιοελληνικά και ρωμαϊκά κείμενα που άρχισε στον Μέσο Μεσαίωνα, οδήγησε στην Ιταλική Αναγέννηση. Η εξοικείωση με τα λατινικά κείμενα είχε αρχίσει πριν την Αναγέννηση του 12ου αιώνα μέσω επαφών με τους Άραβες κατά τις Σταυροφορίες, αλλά η πρόσβαση σε σημαντικά Ελληνικά κείμενα έγινε ευχερέστερη μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς Τούρκους, όταν πολλοί Βυζαντινοί λόγιοι αναγκάστηκαν να αναζητήσουν άσυλο στη Δύση, και ειδικά στην Ιταλία.[3]

Σε συνδυασμό με αυτήν την εισροή κλασσικών ιδεών ήρθε η εφεύρεση της τυπογραφίας που διευκόλυνε την διάδοση του έντυπου λόγου και συνέβαλε στον διάδοση της γνώσης. Αυτά τα δύο γεγονότα αργότερα θα οδηγούσαν στην Προτεσταντική Μεταρρύθμιση. Προς το τέλος αυτής της περιόδου ξεκίνησε η Εποχή των Ανακαλύψεων. Η άνοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που κορυφώθηκε με την πτώση της Κωνσταντινούπολης, απέκοψε τη δυνατότητα εμπορίου με την Ανατολή. Οι Ευρωπαίοι αναγκάστηκαν να ψάξουν για νέους εμπορικούς δρόμους, όπως συνέβη με την αποστολή του Χριστόφορου Κολόμβου στην Αμερική το 1492, και με τον περίπλου της Ινδίας και της Αφρικής το 1498. Οι ανακαλύψεις τους ενίσχυσαν την οικονομία και την ισχύ των ευρωπαϊκών εθνών.

οι μεταβολές που συνέβησαν λόγω αυτών των εξελίξεων έχουν οδηγήσει πολλούς ερευνητές να θεωρούν ότι οδήγησαν στο τέλος του Μεσαίωνα και στην έναρξη της σύγχρονης ιστορίας και της πρώιμης σύγχρονης Ευρώπης. Όμως η διαίρεση πάντα θεωρείται κάπως τεχνητή για τους μελετητές, καθώς η αρχαία γνώση ουδέποτε ήταν εντελώς απούσα από την Ευρωπαϊκή κοινωνία. Θεωρούν συνεπώς ότι υπήρχε εξελικτική συνέχεια μεταξύ αρχαιότητας και της σύγρονης εποχής. Μερικοί ιστορικοί, ειδικά στην Ιταλία, προτιμούν να μην αναφέρονται καθόλου σε ύστερο Μεσαίωνα, αλλά θεωρούν ότι η μέση περίοδος του Μεσαίωνα ήταν μεταβατική για την Αναγέννηση και τη σύγχρονη εποχή.


Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορία του δυτικού κόσμου
Προϊστορία
Παλαιολιθική (2.5 εκ. - 10000 π.Χ.)
Μεσολιθική (10000 - 3000 π.Χ.)
Νεολιθική (3000 - 2000 π.Χ.)
Χαλκολιθική (3500 - 1500 π.Χ.)
Εποχή του Χαλκού (2000 - 1000 π.Χ.)
Εποχή του Σιδήρου (1600 - 600 π.Χ.)
Αρχαία Ιστορία
Αρχαϊκή (10ος - 7ος αιώνας π.Χ.)
Κλασική (7ος - 4ος αιώνας π.Χ.)
Ύστερη (3ος αι. π.Χ. - 5ος αι. μ.Χ.)
Μεσαίωνας
Πρώιμος (6ος - 10ος αιώνας)
Ώριμος (10ος - 13ος αιώνας)
Ύστερος (14ος - 15ος αιώνας)
Νεότερη Εποχή
Πρώιμη νεότερη περίοδος (14ος - 18ος αιώνας.)
Νεότερη Εποχή
Σύγχρονη Ιστορία
20ός αιώνας
21ος αιώνας

Τα όρια της χριστιανικής Ευρώπης ακόμη ήταν ρευστά τον 14ο και τον 15ο αιώνα. Ενώ το Μεγάλο Δουκάτο της Μόσχας άρχιζε να απωθεί τους Μογγόλους, και τα Ιβηρικά βασίλεια ολοκλήρωσαν την Ανακατάκτηση (Reconquista) της χερσονήσου και έστρεψαν την προσοχή τους προς το εξωτερικό, τα Βαλκάνια περιήλθαν στην κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[4] Εντωμεταξύ, τα υπόλοιπα έθνη της ηπείρου ενεπλάκησαν σε σχεδόν μόνιμους πολέμους ή εσωτερικές συγκρούσεις.[5]

Η κατάσταση σταδιακά οδήγησε στην ισχυροποίηση της κεντρικής εξουσίας και την ανάδυση των εθνικών κρατών.[6] Οι οικονομικές απαιτήσεις του πολέμου επέβαλλαν υψηλή φορολογία, οδηγώντας στην εμφάνιση αντιπροσωπευτικών σωμάτων που θα ενέκριναν τους φόρους που επέβαλλαν οι βασιλείς  – πρωτίστως του Αγγλικού Κοινοβουλίου.[7] Η διεύρυνση της κοσμικής εξουσίας βοηθήθηκε περαιτέρω από την παρακμή του παπισμού με το Δυτικό Σχίσμα και την έλευση του Προτεσταντισμού.[8]

Βόρεια Ευρώπη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύρια άρθρα: Δανία, Norway, Sweden

Μετά την αποτυχημένη ένωση της Σουηδίας και της Νορβηγίας μεταξύ 1319–1365, η πανσκανδιναβική Ένωση του Κάλμαρ ιδρύθηκε το 1397.[9] Οι Σουηδοί συμμετείχαν εξ αρχής απρόθυμα στην δανοκρατούμενη ένωση. Σε μια απόπειρα να υποτάξει τους Σουηδούς, ο Βασιλιάς Χριστιανός Β΄ της Δανίας κατέσφαξε πολλά μέλη της Σουηδκής αριστοκρατίας κατά το Λουτρό Αίματος της Στοκχόλμης το 1520. Αυτή η πράξη οδήγησε περαιτέρω εχθροπραξίες και η Σουηδία εγκατέλειψε την ένωση το 1523.[10] Η Νορβηγία από την άλλη πλευρά έγινε ένα κατώτερο μέλος της ένωσης και παρέμεινε ενωμένη με τη Δανία μέχρι το 1814.[11]

Η Ισλανδία ωφελήθηκε από την σχετική της απομόνωση, και ήταν η μόνη Σκανδιναβική χώρα που δεν επλήγη από το Μαύρο Θάνατο.[12] Εν τω μεταξύ, η Νορβηγική αποικία της Γροιλανδίας εξαλείφθηκε, πιθανόν λόγω ακραίων καιρικών συνθηκών τον 15ο αιώνα.[13] Αυτές οι καιρικές συνθήκες μπορεί να ήταν το αποτέλεσμα της Μικρής Εποχής των Πάγων.[14]


Δυτική Ευρώπη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύρια άρθρα: Γαλλία, Βουργουνδία, Βουργουνδικές Κάτω Χώρες

Ο Γαλλικός Οίκος των Βαλουά, ο οποίος διαδέχθηκε τους κατ΄ευθείαν γραμμήν Καπετίδες το 1328, περιθωριοποιήθηκε από την αρχή στην ίδια του την χώρα, πρώτα από τους Άγγλους εισβολείς του Εκατονταετούς Πολέμου και αργότερα από το ισχυρό Δουκάτο της Βουργουνδίας.[15] Η Ιωάννα της Λωραίνης ως στρατιωτικός αρχηγός και ο Λουδοβίκος ΙΑ΄ άλλαξαν την πορεία του πολέμου υπέρ των Γάλλων.[16]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Austin Alchon, Suzanne (2003). A pest in the land: new world epidemics in a global perspective. University of New Mexico Press. p. 21. ISBN 0-8263-2871-7.
  2. Cantor, p. 480.
  3. Cantor, p. 594.
  4. For references, see below.
  5. Allmand (1998), p. 3; Holmes, p. 294; Koenigsberger, pp. 299–300.
  6. Brady et al., p. xvii; Jones, p. 21.
  7. Allmand (1998), p. 29; Cantor, p. 514; Koenigsberger, pp. 300–3.
  8. Brady et al., p. xvii; Holmes, p. 276; Ozment, p. 4.
  9. Hollister, p. 366; Jones, p. 722.
  10. Allmand (1998), p. 703
  11. Bagge, Sverre. Mykland, Knut (1989). Norge i dansketiden: 1380–1814 (2nd έκδοση). Oslo: Cappelen. ISBN 978-82-02-12369-7. 
  12. Allmand (1998), p. 673.
  13. Allmand (1998), p. 193.
  14. Alan Cutler (1997-08-13). «The Little Ice Age: When global cooling gripped the world». The Washington Post. http://ircamera.as.arizona.edu/NatSci102/NatSci102/text/extlittleice.htm. Ανακτήθηκε στις 2008-03-12. 
  15. Hollister, p. 355; Holmes, pp. 288-9; Koenigsberger, p. 304.
  16. Duby, p. 288-93; Holmes, p. 300.