Πεισίστρατος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
             Η κυβέρνηση του Πεισιστράτου
«ιδών γάρ τινα παντελώς πέτρας σκάπτονταα και εργαζόμενον, δια το θαυμάσαι τον παίδα εκέλευσεν ερέσθαι (να τον ρωτήσει) τι γίγνεται εκ του χωρίου· ο δέ «όσα κακά και οδύναι» έφη, «και τούτων των κακών και των οδυνών Πεισίστρατον δει λαβείν την δεκάτην». Ο μέν άνθρωπος απεκρίνατο αγνοών, ο δέ Πεισίστρατος ησθείς (που ευχαριστήθηκε) δια την παρρησίαν και την φιλεργίαν ατελή (τον απήλλαξε παντελώς από την φορολογία) απάντων εποίησεν αυτόν» Αθηναίων Πολιτεία XVI. 9-15

Ο Πεισίστρατος υπήρξε κατά διαστήματα τύραννος στην Αρχαία Αθήνα, για συνολικά περίπου 20 χρόνια, στην περίοδο 561 έως 527 π.Χ. Προσπάθησε και κατάφερε να επιβάλει τυραννίδα τρεις φορές χρησιμοποιώντας άλλοτε συμμάχους από διάφορες πόλεις, άλλοτε από την ίδια την Αθήνα όπου υπήρχαν έντονες διαμάχες εξουσίας μεταξύ αντίπαλων ισχυρών οικογενειών, άλλοτε μισθοφορικό στρατό και άλλοτε τραγελαφικά τεχνάσματα. Τις πρώτες δύο φορές κατάφερε να επιβληθεί για μικρό χρονικό διάστημα, μετά το οποίο ανατράπηκε και εξορίστηκε. Την τρίτη φορά όμως έμεινε στην εξουσία μέχρι το θάνατό του. Αυτός επήλθε από φυσικά αίτια και σε μεγάλη ηλικία του Πεισιστράτου, το 527 π.Χ., οπότε τον διαδέχτηκαν οι Πεισιστρατίδες.

Συνολικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο διάστημα της διακυβέρνησης του σπάνια εφάρμοζε στυγνή τυραννία και φρόντιζε να κρατά πολιτικές ισορροπίες[1] μη καταλύοντας όλους τους θεσμούς. Εντούτοις με πολλούς τρόπους παρακώλυε την πραγματική λειτουργία της δημοκρατίας και έλεγχε όλους τους μηχανισμούς της εξουσίας, παίρνοντας κατά καιρούς και ακραία, σαφώς τυραννικά μέτρα.

Εξόρισε για παράδειγμα όλους τους σημαντικούς αντιπάλους του, που ήταν οι "παράλιοι", δηλαδή οι αριστοκράτες και οι μεγαλέμποροι υπό τον Αλκμεωνίδη Μεγακλή, και οι "πεδιακοί", δηλαδή οι επίσης αριστοκράτες, αλλά ολιγαρχικοί στις πεποιθήσεις γαιοκτήμονες υπό τον Λυκούργο γιο του Αριστολαΐδη. Πήρε συγγενείς όλων των αντιπάλων του ως ομήρους ώστε να μην τολμούν να του αντιταχθούν όσοι παρέμεναν στην Αθήνα - έστειλε τους ομήρους στη Νάξο όπου έγινε τύραννος ο προσωπικός φίλος του Λύγδαμις.

Δήμευσε τις περιουσίες όσων εξόρισε και τις μοίρασε στους ακτήμονες ή στους μικροκτηματίες και γενικά πήρε στη συνέχεια οικονομικά μέτρα υπέρ των αγροτών, βοσκών, θητών[2] και φτωχών που αποτελούσαν και το βασικό λαϊκό έρεισμά του.

Στήριξε την πολιτική του στον "πόλεμο κατά των πλουσίων" αλλά πήρε και μέτρα που τον έκαναν αρεστό ακόμα και σε εκείνους, επειδή τόνωσαν το εμπόριο και τη βιοτεχνία. Αυτό το έκανε τόσο για να ευημερεί η πόλη, όσο και για να προσεταιρίζεται όσους αριστοκράτες και αστούς εμπόρους μέχρι πρόσφατα στήριζαν το κόμμα των "παραλίων" ή εκείνη την εποχή, των Αλκμεωνιδών.

Απέφυγε τους πολέμους και στα ειρηνικά χρόνια της κυβέρνησής του η οικονομία της Αθήνας βελτιώθηκε σημαντικά, κατασκευάστηκαν πολλά έργα και δημιουργήθηκε σημαντική βιβλιοθήκη.

Ο ίδιος είχε σημαντικά εισοδήματα από προσωπικές επιχειρήσεις που απέκτησε στο Παγγαίο όσο ήταν εξόριστος και έτσι δεν επιβάρυνε ιδιαίτερα τον κρατικό προϋπολογισμό με προσωπικές δαπάνες που θα τον αποξένωναν από το λαό.

Συνέδεσε το όνομα του με σπουδαία εξωραϊστικά έργα (Εννεακρούνος πηγή, τελεστήριο της Ελευσίνας) καθώς και την προσπάθεια για δημιουργία βιβλιοθήκης

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπήρξε γόνος αριστοκρατικής οικογένειας η οποία καταγόταν από τον Αυλώνα της Αττικής. Γεννήθηκε γύρω στο 607 π.Χ. και ήταν γιος ενός πλούσιου άνδρα που είχε ακίνητη περιουσία στα μεσόγεια, πιθανόν στο Μαραθώνα ή στη Βραυρώνα, τον Ιπποκράτη. Η μητέρα του ήταν ξαδέλφη της μητέρας του Σόλωνα και ίσως αυτό ήταν η αιτία που κάποιοι ανέφεραν στενή σχέση μεταξύ των δύο ανδρών. Συγκεκριμένα ο Πεισίστρατος ως έφηβος φέρεται ως ερωμένος του Σόλωνα όπως και του Χάρμου[3]. Όταν ήταν νέος, στην Αθήνα κυριαρχούσε σχεδόν εμφύλιος με έντονες[4] διαμάχες. Η απογοήτευση από τα μέτρα του Σόλωνα, που φτωχοί και προνομιούχοι θεωρούσαν ημίμετρα ο καθένας για τους λόγους του, ήταν μεγάλη και η πόλη είχε φτάσει στο σημείο να μη μπορεί να εκλέξει ηγεσία. Πιο δυσαρεστημένοι πάντως ήταν οι ακτήμονες και όσοι είχαν μικρά κομμάτια γης, αλλά και οι ολιγαρχικοί γαιοκτήμονες. Οι έμποροι κρατούσαν μια ήπια στάση και ήταν μάλλον υπέρ της διατήρησης των μέτρων του Σόλωνα, ενώ οι ολιγαρχικοί ήθελαν να καταργηθούν.

Στην πολιτική σκηνή κυριαρχούσαν ως εκπρόσωποι των δύο ισχυρών τάξεων, δύο άνδρες.Ο ένας ήταν ο Αλκμεωνίδης Μεγακλής που ήταν σχετικά μετριοπαθής και συντασσόταν με τους πλούσιους εμπόρους ή την αστική τάξη της εποχής, παρότι ανήκε οικονομικά στην προνομιούχα αριστοκρατία και είχε τεράστια περιουσία. Ήταν ιδιαίτερα αντιπαθής, γιατί ήταν βεβαρυμένος με το Κυλώνειο Άγος. Ηγείτο πάντως του "κόμματος" των παράλιων όπως λεγόταν τότε η μερίδα με συμφέροντα από το εμπόριο και που επεδίωκε το άνοιγμα της πολιτικής εξουσίας σε όσους είχαν αποκτήσει χρήματα από αυτό. Στην άλλη μερίδα ήταν επικεφαλής ο Λυκούργος του Αριστολαΐδη, ο οποίος ήταν επικεφαλής των γαιοκτημόνων ή του κόμματος των πεδιακών.

Ο Πεισίστρατος προτού βάλει στόχο την εξουσία, είχε διακριθεί τότε σε μια εκστρατεία στα Μέγαρα, και ο λαός τον εκτιμούσε. Ο λόγος ήταν πως το 570 π.Χ., στη διάρκεια του πολέμου των Αθηναίων με τους Μεγαρείς, κατέλαβε τη Νισαία, το λιμάνι των Μεγάρων.

Η πρώτη τυραννίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ευφυής και φιλόδοξος, προσπάθησε στη συνέχεια δυο φορές να καταλάβει την εξουσία με στρατηγήματα, τα αποτελέσματα των οποίων είχαν βραχυπρόθεσμη επιτυχία και τον οδήγησαν δυο φορές στην εξορία.

Την πρώτη φορά, το 561 π.Χ., αυτοτραυματίστηκε και μαχαίρωσε επίσης τα μουλάρια του. Εμφανίστηκε αιμόφυρτος στην αγορά με δυο πληγωμένα μουλάρια, και υποστήριξε ότι γλίτωσε από βέβαιη δολοφονία, καθώς υπερασπιζόταν τα δίκαια των αδυνάμων. Δεν κατονόμασε τους αντιπάλους που του επιτέθηκαν αλλά παρενέβη ένας φίλος του και άρχων, ο Αριστίων, που είπε ότι ο δήμος πρέπει να εκδώσει ψήφισμα για την προστασία του Πεισίστρατου. Σύμφωνα με το ψήφισμα θα επιτρεπόταν πλέον ο Πεισίστρατος να διαθέτει προσωπική φρουρά από ενόπλους και συγκεκριμένα από 50 κορυνηφόρους (άνδρες οπλισμένους με ρόπαλα).

Ο Σόλωνας αντέδρασε σε αυτό εντονότατα, αλλά δεν εισακούσθηκε. Κατηγόρησε ευθέως τον Πεισίστρατο ότι είχε αυτοτραυματιστεί σαν τον Οδυσσέα, μόνον που εκείνος το είχε κάνει για να ξεγελάσει εχθρούς ενώ ο Πεισίστρατος ήθελε να ξεγελάσει συμπολίτες του[5]. Έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τη δημοκρατία λέγοντας ότι στόχος του Πεισίστρατου ήταν να χρησιμοποιήσει ενόπλους άνδρες για να καταλύσει τη δημοκρατία. Διαπίστωσε όμως ότι οι μεν αριστοκρατικοί φοβούνταν να αντιδράσουν (μια που ήταν και ύποπτοι για το υποτιθέμενο επεισόδιο εναντίον του Πεισίστρατου) οι δε δημοκρατικοί ήταν σύσσωμοι με το μέρος του Πεισίστρατου. Οπότε ο Σόλωνας είπε στο δήμο "αποχαυνωθήκατε όλοι σας" και αποχώρησε αποκαρδιωμένος. Όντως ο Πεισίστρατος χρησιμοποίησε πολύ σύντομα αυτή την προσωπική φρουρά - την οποία τεχνηέντως αύξησε σημαντικά σε αριθμό - και κατέλαβε την Ακρόπολη και την εξουσία.

Ο Πεισίστρατος δεν κατέλυσε τότε τις βασικές δημοκρατικές λειτουργίες[6] και προσπάθησε να κυβερνήσει προσωποπαγώς δίχως να θίξει το πολίτευμα σε καίρια σημεία, πλην όμως πολύ γρήγορα (ίσως σε λίγους μήνες ή το πολύ μέσα σε ένα χρόνο) ανατράπηκε και εξορίστηκε. Στην ανατροπή του πρωταγωνίστησαν οι συνασπισμένοι εναντίον του εκπρόσωποι των ολιγαρχικών και των εμπόρων, δηλαδή οι Λυκούργος και Μεγακλής. Πλην όμως η λυκοφιλία των δύο ανδρών που εκπροσωπούσαν συμφέροντα αντίθετων κοινωνικών ομάδων, δεν κράτησε πολύ. Οι ολιγαρχικοί ήθελαν να αλλάξει η κατάσταση εις βάρος της αστικής τάξης ώστε η πολιτική εξουσία να περάσει και πάλι αποκλειστικά στα χέρια των ευγενών (δηλαδή των γαιοκτημόνων ουσιαστικά), οι δε έμποροι που είχαν πια αρκετά χρήματα απαιτούσαν να έχουν άποψη στα πολιτικά και στήριζαν τον Μεγακλή για να αντισταθεί στις ολιγαρχικές κινήσεις.

Η δεύτερη τυραννίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πεισίστρατος, εκμεταλλευόμενος τη νέα διαμάχη των αντιπάλων του, συμμάχησε με το Μεγακλή, ο οποίος για να απαλλαγεί από το Λυκούργο και τους ολιγαρχικούς, και θεωρώντας ότι ο πλούτος του αρκούσε για να ελέγξει τον Πεισίστρατο, δέχτηκε να τον στηρίξει σε μια μορφή ήπιας τυραννίας ώστε να μην ανατραπεί το σύστημα του Σόλωνα. Του έδωσε μάλιστα για σύζυγο την κόρη του ώστε τα παιδιά που θα αποκτούσε με αυτήν να ένωναν τις δύο οικογένειες, των Αλκμεωνιδών και των Πεισιστρατιδών. Με αυτό τον όρο ο Μεγακλής βοήθησε τον Πεισίστρατο να καταλάβει την εξουσία.

Για να κερδίσει την εύνοια των Αθηναίων αυτή τη φορά ο Πεισίστρατος επινόησε ένα τέχνασμα που ο Αριστοτέλης περιγράφει ως χονδροειδέστατο. Έβαλε πάνω σε άρμα μια νεαρή και υψηλή γυναίκα[7] ντυμένη με πανοπλία και περικεφαλαία και εν πομπή την έφερε από την Παιανία στην Ακρόπολη διαδίδοντας ότι ήρθε η ίδια η Αθηνά για να τον στέψει άρχοντα της πόλης. Ο λαός της Αθήνας πράγματι εντυπωσιάστηκε και ο Πεισίστρατος έγινε τύραννος για δεύτερη φορά το 558 π.Χ.

Αυτή τη φορά η τυραννίδα κράτησε 2 χρόνια (αν και δεν συμφωνούν όλοι οι ιστορικοί για τις χρονολογίες). Πάντως σύντομα η συμμαχία του Πεισίστρατου με τον Αλκμεωνίδη Μεγακλή άρχισε να κλονίζεται επειδή ο τύραννος έδειξε εξαρχής ότι απέφευγε να κάνει παιδιά με την κόρη του πολιτικού συμμάχου του. Ο Μεγακλής ήταν γενικά σε δύσκολη θέση γιατί ο λαός των Αθηνών δεν συμπαθούσε τους Αλκμεωνίδες λόγω του Κυλωνείου Άγους αλλά και επειδή μεγάλη μερίδα του πληθυσμού ήταν φτωχή και δημοκρατική. Οι τελευταίοι στήριζαν απόλυτα τον Πεισίστρατο και οι έμποροι δεν αρκούσαν για να τον ανατρέψουν. Ο Μεγακλής συμμάχησε το 556 π.Χ. με τον Λυκούργο για άλλη μια φορά και έτσι κατάφερε πάλι να ανατρέψει τον Πεισίστρατο.

Η τρίτη τυραννίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και εξόριστος και χωρίς περιουσία, ο Πεισίστρατος δεν έμεινε άπραγος. Κατόρθωσε χάρη στην επινοητικότητά του να αποκτήσει τον έλεγχο ορυχείων αργύρου και χρυσού στη Μακεδονία και τη Θράκη, και να πλουτίσει. Έτσι, με μισθοφόρους από το Άργος και στρατό που του εξασφάλισε ο φίλος του Λύγδαμις από το νησί της Νάξου, και αριστοκράτες φίλοι του από τη Θήβα, τη Θεσσαλία και την Ερέτρια, ο Πεισίστρατος έπλευσε από την Ερέτρια στον Μαραθώνα. Από εκεί εξεστράτευσε κατά της Αθήνας και νικώντας τις δυνάμεις του Λυκούργου και Μεγακλή που τον περίμεναν στην Παλλήνη, έγινε κυρίαρχος των Αθηνών για τρίτη φορά, το 545 π.Χ., και μέχρι το τέλος της ζωής του. Οι αντίπαλοι του αναγκάσθηκαν να αυτοεξορισθούν, ενώ ο Σόλωνας προσπάθησε να απευθυνθεί στον λαό και πάλι για να τον προτρέψει να αντισταθεί στην τυραννία, χωρίς επιτυχία. Δύο χρόνια αργότερα ο ηλικιωμένος Σόλων πέθανε από φυσικά αίτια.

Κατά την τυραννία του ο Πεισίστρατος δεν κατέλυσε τους θεσμούς. Αντίθετα σεβάστηκε τους νόμους του Σόλωνα, διατήρησε τον υπάρχοντα διοικητικό μηχανισμό της Αθήνας, αλλά φρόντισε να τοποθετήσει σε όλες τις θέσεις-κλειδιά ανθρώπους της απόλυτης εμπιστοσύνης του. Επίσης κατάφερε με ειρηνικά μέσα να αφοπλίσει τους Αθηναίους πείθοντάς τους ότι θα τους προστάτευε με στρατό που θα τον πλήρωνε από προσωπικά και δημόσια έσοδα, και έστρεψε τα ενδιαφέροντά τους στην καλλιέργεια της γης και στην τόνωση του εμπορίου. Για να διασφαλίσει το καθεστώς του από τους αντιφρονούντες ο Πεισίστρατος πήρε ομήρους μερικούς νέους από αριστοκρατικές οικογένειες και τους έστειλε στη Νάξο, στον Λύγδαμι, και εξόρισε όσους αρνήθηκαν να συμβιβαστούν, όπως τους Αλκμεωνίδες.

Ο Πεισίστρατος έκανε αναδασμό της γης που δήμευσε -δηλαδή όχι όλης της γαιοκτησίας των πλουσίων, αλλά εκείνων που είχαν εξοριστεί- και την διένειμε στους ακτήμονες. Φρόντισε επίσης για τους αγρότες δίνοντάς τους χαμηλότοκα δάνεια. Θέσπισε κινητά δικαστήρια στην ύπαιθρο για την επίλυση των διαφορών. Με τον τρόπο αυτό περιόρισε την αστυφιλία και αύξησε την αγροτική παραγωγή.

Ο Πεισίστρατος ενθάρρυνε και τη βιοτεχνία και το εμπόριο, και καλυτέρευσε κατά πολύ την οικονομία της Αθήνας με τη φορολογία της δεκάτης (10% επί του εισοδήματος). Με τα χρήματα που εισέπραττε από τους φόρους κατασκεύασε δρόμους και πολλά άλλα δημόσια έργα, μνημεία και ναούς που ομόρφηναν την Αττική αλλά ταυτόχρονα πρόσφεραν δουλειά στον αστικό πληθυσμό. Αυτά τα χρόνια, πολλά Αττικά προϊόντα εξήχθησαν στην Ετρουρία και Αίγυπτο, Μικρά Ασία και πόλεις της Μαύρης Θάλασσας, κυρίως κρασί, λάδι και αρώματα.

Μερικά από τα διασημότερα έργα της εποχής του Πεισίστρατου ήταν το υδραγωγείο, η Εννεάκρουνος ή Καλλιρρόη, το Εκατόμπεδον στην Ακρόπολη προς τιμήν της Αθηνάς, εκεί όπου αργότερα χτίστηκε ο Παρθενώνας, και ο ναός του Ολυμπίου Διός, ο οποίος τελικά ολοκληρώθηκε αιώνες αργότερα από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό.

Πάντως για κάποια από αυτά τα έργα, οι ιστορικοί αποδίδουν στον Πεισίστρατο και πολιτική σκοπιμότητα, ότι δηλαδή επεδίωκε για παράδειγμα με μεγαλεπήβολα σχέδια όπως με το ναό του Ολυμπίου Διός να κρατά το λαό ικανοποιημένο και συνάμα αρκετά απασχολημένο, ώστε να μην εντρυφεί στην πολιτική και να είναι ο ίδιος ανενόχλητος στην τυραννίδα του[8] Σε πολιτική υστεροβουλία, πιθανόν σε συνδυασμό και με το θετικό κίνητρο να διευκολύνει το λαό, αποδίδουν και το μέτρο του για περιοδεύοντες δικαστές. Αυτοί ναι μεν έλυναν επιτόπου πολλές διαφορές πολιτών στην Αττική και τους γλίτωναν από αδικίες και ταλαιπωρίες σε μετακινήσεις προς το άστυ,[9], αλλά παράλληλα κρατούσαν και τους πολίτες στους δήμους τους, μακριά από το δήμο της Αθήνας όπου θα μπορούσαν ίσως να δημιουργήσουν προβλήματα στον Πεισίστρατο.

Στην εποχή του Πεισίστρατου καταγράφηκαν για πρώτη φορά και τα Ομηρικά Έπη ενώ στην βιβλιοθήκη του, τη μεγαλύτερη σε όλες τις ελληνικές πόλεις, είχαν πρόσβαση όλοι οι πολίτες. Η αττική αγγειοπλαστική επί των ημερών του γνώρισε μεγάλη άνθηση.

Στο πλαίσιο της φιλολαϊκής πολιτικής του ο Πεισίστρατος αναδιοργάνωσε και αναβάθμισε τις κυριότερες γιορτές της Αθήνας, όπως τα Διονύσια και τα Παναθήναια. Περιέλαβε στους εορτασμούς της πόλης και αθλητικούς, μουσικούς και ποιητικούς αγώνες. Λέγεται μάλιστα ότι ο Θέσπις, ο προπάτορας του αρχαίου ελληνικού θεάτρου, αναδείχτηκε νικητής στον ποιητικό αγώνα των Μεγάλων Διονυσίων επί Πεισιστράτου, το 535 ή το 533 π.Χ.

Στα είκοσι σχεδόν χρόνια της τρίτης τυραννίδας του Πεισίστρατου η Αττική δεν ενεπλάκη σε κανέναν πόλεμο. Οι σχέσεις του Πεισίστρατου με τους γείτονες, και κυρίως την επικίνδυνη Μεγαρίδα, υπήρξαν άριστες. Το ίδιο και με τις περισσότερες ελληνικές πόλεις. Οι φιλικές σχέσεις του με το λιμάνι της Δήλου (το θρησκευτικό κέντρο των Ιώνων), είχε ως αποτέλεσμα η Αθήνα να γίνει ο ηγέτης της Ιωνικής φυλής. Σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες η τυραννίδα του Πεισίστρατου ήταν μάλλον ήπια, σχεδόν «δημοκρατική».

Μετά τον θάνατο του Πεισίστρατου τον διαδέχθηκαν οι γιοι του Ιππίας και Ίππαρχος, οι οποίοι και υπήρξαν οι τελευταίοι τύραννοι της Αθήνας. Το τυραννικό πολίτευμα της Αθήνας καταλύθηκε το 510 π.Χ.

Η προσωπική ζωή του τυράννου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πεισίστρατος έκανε τρεις γάμους και απέκτησε συνολικά πέντε ή έξι παιδιά. Οι απόψεις των ιστορικών δεν ταυτίζονται απόλυτα ούτε ως προς τον αριθμό των τέκνων ούτε ως προς τα ονόματα όλων των παιδιών, αλλά πάντως συμφωνούν ότι από το γάμο με την κόρη του Μεγακλή δεν γεννήθηκε κανένα παιδί. Επίσης συμφωνούν ότι ο Ιππίας και ο Ίππαρχος ήταν αδιαμφισβήτητα παιδιά του πρώτου γάμου.

Από τον πρώτο ή το δεύτερο γάμο ο Πεισίστρατος απέκτησε και μία κόρη.

Όταν ήταν στην εξορία, για να συμμαχήσει με τους Αργείους και να επανέλθει στην Αθήνα (ή κατ' άλλους, όταν ήδη ήταν στην εξουσία, προκειμένου να ισχυροποιήσει τη συμμαχία της Αθήνας με το Άργος), παντρεύτηκε την Τιμώνασσα, κόρη του Αργείου ισχυρού άνδρα Γοργίλου. Η Τιμώνασσα ήταν μέχρι τότε παντρεμένη με έναν άνδρα από την Αμβρακία, απόγονο των Κυψελιδών. Πάντως παντρεύτηκε τον Πεισίστρατο παρότι τα παιδιά που απέκτησε μαζί του θεωρήθηκαν στη συνέχεια νόθα για τα Αθηναϊκά μητρώα. Μία ερμηνεία είναι ότι ήταν καταγεγραμμένα ως Αργείοι πολίτες και όχι Αθηναίοι. Κατ΄άλλους, ο Πεισίστρατος δεν παντρεύτηκε ποτέ την Τιμώνασσα με τα έθιμα των Αθηνών, ακριβώς για να μη δημιουργηθεί δυναστικό ζήτημα με τους πρωτότοκους γιους του, οπότε ο μη νόμιμος γάμος δεν μπορούσε να έχει και νόμιμα τέκνα. Από αυτό το γάμο πάντως γεννήθηκαν σίγουρα δύο αγόρια, πιθανόν και τρίτο. Το ένα ήταν ο Ηγησίστρατος, στον οποίο αργότερα ο Πεισίστρατος ανέθεσε την τυραννική διακυβέρνηση του Σιγείου στην Ιωνία και αυτή η ανάθεση εκλαμβάνεται από τους ιστορικούς ως τήρηση συμφωνίας προς τους Αργείους -ότι δηλαδή έδωσε στον γιο του από την Αργεία σύζυγο ως κληρονομιά την περιοχή του Σιγείου. Το άλλο αγόρι ονομαζόταν Θετταλός. Ο Αριστοτέλης αναφέρει και έναν Ιοφώντα, που όμως δεν μνημονεύεται ξανά. Αν πράγματι υπήρξε, μάλλον πέθανε νέος. Επίσης ο Αριστοτέλης μάλλον κατά λάθος συγχέει τον Ηγησίστρατο με τον Θετταλό -λέει ότι το "Θετταλός" ήταν παρατσούκλι του Ηγησίστρατου, κάτι όμως που ιστορικά δεν μπορεί να ευσταθεί αφού ο Θεταλλός αποδεικνύεται ότι ζούσε στην Αθήνα την εποχή που ο Ηγησίστρατος ζούσε πια στο Σίγειο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αριστοτέλης, Αθηναίων πολιτεία, μέρος 16
  2. Πλούταρχος, Βίος Σόλωνα, παράγρ. 29
  3. Πλούταρχος, Ο βίος του Σόλωνα, στην παράγραφο 1
  4. Αριστοτέλης, Αθηναίων πολιτεία, μέρος 13ο
  5. Πλούταρχος. Βίος Σόλωνα, μέρος 30ο
  6. Ηρόδοτος, Ιστοριών Α΄, 59
  7. Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, 14-15
  8. Αριστοτέλης, Πολιτικά, βιβλίο 5, μέρος 11ο
  9. Αριστοτέλης, Αθηναίων πολιτεία, 16

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikiquote logo
Στα Βικιφθέγματα υπάρχει υλικό σχετικό με το λήμμα: