Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το κτίριο που στεγάζει το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης

Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης (ιταλ. Museo archeologico nazionale di Napoli), με έδρα την πόλη της Νάπολης, είναι ένα από τα σημαντικότερα μουσεία της Ιταλίας με σημαντικές συλλογές που προέρχονται, κατά κύριο λόγο, από ευρήματα των ανασκαφών της Πομπηίας και του Ερκολάνο (λατ. Ερκουλάνεουμ). Περιλαμβάνει, επίσης, και εκθέματα από την συλλογή Φαρνέζε.[1]

Σύντομη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κτήριο που σήμερα στεγάζει το Μουσείο ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 1585 ύστερα από εντολή του δον Πέδρο Χιρόν (Pedro Giron), Ισπανού αντιβασιλέα της Νάπολης από το 1582 ως το 1586, ως οικοδόμημα προορισμένο να στεγάσει τους Αντιβασιλικούς στάβλους, υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα G. V. Casale. Από το κτίσμα αυτό, που ήταν πολύ μικρότερο σε σχέση με το σημερινό, απομένουν μόνον δύο κολώνες από πιπέρνο.[2][3] Το κτίριο δεν ολοκληρώθηκε αλλά την περίοδο 1610 - 1615, υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα Τζούλιο Τσέζαρε Φοντάνα (Giulio Cesare Fontana) και ύστερα από εντολή του επίσης Ισπανού αντιβασιλέα της Νάπολης (1610 - 1616) Δον Πέδρο Φερνάντο δε Κάστρο κόμητα του Lemos (Pedro Fernando de Castro, conte di Lemos) άρχισε να τροποποιείται προκειμένου να στεγάσει το "Ανάκτορο των Σπουδών" (ιταλ. Palazzo degli Studi), δηλαδή το Πανεπιστήμιο της Νάπολης.[4] Και αυτή η προσπάθεια έμεινε ημιτελής, αφού ο Φοντάνα, έχοντας σχεδιάσει διόρωφο κτίσμα, κατάφερε να ολοκληρώσει μόνο το κεντρικό κτίσμα και την δυτική πτέρυγα στεγάζοντας ωστόσο το Πανεπιστήμιο.[3]

Το 1738 ο βασιλέας του νεοσύστατου Βασιλείου Κάρολος της Νάπολης από την δυναστεία των Βουρβώνων αποφάσισε να δημιουργήσει ένα μουσείο για την πρωτεύουσα του νεοαποκτηθέντος βασιλείου του, στο οποίο θα στεγάζονταν τα αντικείμενα της συλλογής Φαρνέζε[5], τα οποία ανήκαν στη μητέρα του, Ελιζαμπέτα Φαρνέζε[3]. Αρχικά επιλέχθηκε η μελλοντική βασιλική κατοικία στο Κάπο ντι Μόντε, (Capo di Monte), αλλά οι ανασκαφές στις πόλεις γύρω από τον Βεζούβιο συνεχίζονταν, φέρνοντας στο φως ολοένα και περισσότερα σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα, τα οποία προσωρινά στεγάζονταν στο Μουσείο του Ερκολάνο και στη βασιλική κατοικία στο Πόρτιτσι (Portici).

Τελικά, το 1777 ο Φερδινάνδος IV έχοντας εκδιώξει τους Ιησουίτες από το βασίλειο της Νάπολης (1767) μετέφερε την έδρα του Πανεπιστημίου στο Ανάκτορο των Ιησουιτών (Gesù Vecchio) και το κτίσμα έμεινε κενό και διαθέσιμο για τη δημιουργία Μουσείου.[5] Μετέφερε στο κτίσμα όλες τις συλλογές από το Καποντιμόντε και το Πόρτιτσι καθώς και όλα τα ευρήματα που εξακολουθούσαν να ανακαλύπτονται. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες και τις μεγάλες πολιτικές ανακατατάξεις της εποχής, η οποία επιβράδυνε σημαντικά το όλο εγχείρημα, το 1801 ήταν άνοιξε για το κοινό, στη Μεγάλη Αίθουσα του Ηλιακού Ωρολογίου, η «Βασιλική Βιβλιοθήκη της Νάπολης». Κατά την περίοδο της γαλλικής κυριαρχίας στη Νάπολη (1806 - 1815) εγκαινιάζονται τα πρώτα τμήματα του «Βασιλικού Μουσείου». Το Μουσείο ως κτίσμα αναμορφώθηκε και αναπλάστηκε. Με την επιστροφή της δυναστείας των Βουρβώνων εγκαινιάστηκε το 1816 υπό το όνομα «Βασιλικό Μουσείο των Βουρβώνων» (Real Museo Borbonico).

Το 1860, με την ενοποίηση της Ιταλίας, το Μουσείο περιήλθε στην ιδιοκτησία του Κράτους και έλαβε το όνομα "Εθνικό Μουσείο" (Museo Nazionale). Παράλληλα, η συλλογή του συνεχώς εμπλουτιζόταν, όπως, π.χ., με την απόκτηση της περίφημης "συλλογής Σαντάντζελο" (collezione Santangelo).[3]

Εκθέματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο "ταύρος των Φαρνέζε"
  • Προϊστορία - Πρωτοϊστορία: Περιλαμβάνονται εκθέματα που σχετίζονται με την ευρύτερη περιοχή του Κόλπου της Νάπολης από την παλαιολιθική εποχή μέχρι την αποίκηση της περιοχής από Έλληνες τον 8ο π.Χ. αιώνα. Σε αυτά περιλαμβάνονται και ευρήματα της ετρουσκικής περιόδου.[6]
  • 'Ψηφιδωτά: Πρόκειται για ευρήματα από τμήματα οικιών (δαπέδων ή τοίχων) που βρέθηκαν κατά τις ανασκαφές της Πομπηίας, του Ερκολάνο και της Στάμπια (Stabia). Καλύπτουν την χρονική περίοδο από τον 2ο π.Χ. αιώνα ως την έκρηξη του Βεζουβίου το 79 μ.Χ.[6]
  • Η Συλλογή Φαρνέζε: Πιθανόν η σημαντικότερη του Μουσείου. Η συλλογή των αντικειμένων της ξεκίνησε από τον Αλεσσάντρο Φαρνέζε (Alessandro Farnese), μετέπειτα Πάπα Παύλο Γ'. Η συλλογή περιλαμβάνει περισσότερα από 500 αντικείμενα (γλυπτά και επιγραφές): Είναι μία από τις μεγαλύτερες, αν όχι η μεγαλύτερη συλλογή από αρχαία γλυπτά που σχηματίστηκε κατά την περίοδο της Αναγέννησης ενώ τα περισσότερα από αυτά έχουν διατηρηθεί σε ιδιαίτερα καλή κατάσταση. Αρχικά τα αντικείμενα της συλλογής επρόκειτο να εξωραΐσουν το Ανάκτορο Φαρνέζε, αλλά τελικά κληροδοτήθηκαν - με αρκετά περίπλοκο τρόπο - στο Μουσείο. Η συλλογή αναδιοργανώθηκε πρόσφατα από τον Έφορο του Μουσείου σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Νάπολης και παράλληλα έγινε έρευνα σε αρχειακά έγγραφα (πολλά από τα οποία είναι αδημοσίευτα) σχετικά με τα αντικείμενα της συλλογής αυτής. Χαρακτηριστικό έκθεμα της συλλογής είναι το μεγάλων διαστάσεων άγαλμα του Ηρακλή, με το οποίο η οικογένεια Φαρνέζε ήθελε να συμβολίσει την ισχύ της. Περιλαμβάνει, επίσης, τον "ταύρο των Φαρνέζε", το μεγαλύτερο σωζόμενο μαρμάρινο άγαλμα του κόσμου.[7]
  • Νωπογραφίες: Οι περισσότερες εξ αυτών προέρχονται από τοίχους κτισμάτων της Πομπηίας και αποτελούν εξαίρετο δείγμα της ρωμαϊκής ζωγραφικής. Καλύπτουν χρονική περίοδο περίπου δύο αιώνων και η θεματολογία τους είναι ευρεία, καλύπτοντας θέματα της καθημερινής ζωής, σκηνές της μυθολογίας αλλά και τοπία. Σε ειδικό τμήμα εκτίθενται τοιχογραφίες που αποσπάσθηκαν από τον ναό της Ίσιδας στην Πομπηία.[6]
  • Νομίσματα και μετάλλια: Τα εκθέματα αυτής της κατηγορίας, τα οποία περιλαμβάνουν περισσότερα από 200.000 νομίσματα και μετάλλια από την αρχαία Ελλάδα, τη Ρώμη, τη μεσαιωνική εποχή και την περίοδο της δυναστείας των Βουρβώνων, εκτίθενται σήμερα σε έξι αίθουσες του Μουσείου.[6]
  • Γλυπτά: Εκτός των γλυπτών της συλλογής Φαρνέζε, στο μουσείο εκτίθεται πολύ μεγάλος αριθμός γλυπτών τόσο της ελληνικής όσο και της ρωμαϊκής εποχής.
  • Η μυστική αίθουσα (Gabinetto Segreto): Περιλαμβάνοντας εκθέματα που σχετίζονται με την ερωτική και σεξουαλική τέχνη της ρωμαϊκής εποχής, παρέμενε κλειστή επί μακρόν λόγω του περιεχομένου της και σήμερα επιτρέπεται η είσοδος μόνον σε άτομα άνω των 11 ετών.[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Luciano Mangiafico, Italy's Most Wanted, Potomac Books, Inc., 2007 στο Google books
  2. «Πιπέρνο» (ιταλ. piperno) είναι μια παραλλαγή ηφαιστειακού τόφφου, γκρίζου χρώματος και διαφορετικής υφής από τον κίτρινο τόφφο, που απαντάται σε περιοχές της Καμπανίας και χρησιμοποιήθηκε ως οικοδομικό υλικό στις περιοχές όπου ανευρίσκεται, όπως η Νάπολη.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Sito Ufficiale del Museo Archeologico Nazionale di Napoli: Storia del Museo
  4. Museo Nazionale di Napoli Σημ. Πρόκειται για διαφορετικό ιστότοπο από τον επίσημο του Μουσείου
  5. 5,0 5,1 Illustrated Guide to the National Museum in Naples, (Sanctioned by the Ministry of Education), Richter & Co. Publishers, 1897
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 About.com, Italy travel: National Archeology Museum of Naples
  7. Montadori Electa: COLLEZIONE FARNESE, Museo Archeologico di Napoli