Φοίνικες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χάρτης της Φοινίκης.

Οι Φοίνικες ή Σιδώνιοι ήταν αρχαίος σημιτικός λαός που έζησε στη βόρεια Χαναάν, στην παραλιακή πεδιάδα μήκους περ. 200 χλμ και πλάτους μόλις 30 χλμ του σημερινού Λιβάνου -τμήμα της αρχαίας χώρας ανήκει σήμερα και στο Ισραήλ και στη Συρία. Κατά τον Ηρόδοτο και τον Στράβωνα προήλθαν από την Ερυθρά θάλασσα και εγκαταστάθηκαν στη λεγόμενη Φοινίκη γύρω στο 2000 π.Χ., ωστόσο ως διακριτή πολιτισμική οντότητα άρχισαν να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους λαούς της Χαναάν γύρω στο 1200 π.Χ.. Από τότε και έως το 700 π.Χ. περίπου χρονολογείται η μέγιστη ακμή τους, κατά την οποία εξαπλώθηκαν σε όλη τη Μεσόγειο και πέρα από αυτήν, ιδρύοντας αποικίες, αναπτύσσοντας το εμπόριο και φέρνοντας σε επαφή τους πολιτισμούς όλης της Μεσογείου. Ανάμεσα στις πόλεις που άκμασαν ως κέντρα φοινικικού πολιτισμού συγκαταλέγονται η Τύρος, η Σιδώνα και η Βύβλος, που υπάρχουν ακόμα και σήμερα. Συνεχιστές του φοινικικού πολιτισμού στη δυτική Μεσόγειο από τον 7ο αι. π.Χ. υπήρξαν οι Καρχηδόνιοι, που αναδείχθηκαν σε ισχυρή ναυτική δύναμη και συγκρούστηκαν επανειλημμένα με τους Ρωμαίους ως την υποταγή τους σε αυτούς με το τέλος του Γ΄ Καρχηδονιακού Πολέμου το 146 π.Χ.. Παρότι οι ίδιοι κάτοικοι της περιοχής δεν διαθέτουν πλούτο πηγών για τα επιτεύγματά τους, από άλλες πηγές (κυρίως ελληνικές) είναι γνωστό ότι υπήρξαν εξαιρετικοί έμποροι και θαλασσοπόροι. Σε αυτούς επίσης ανάγεται η πλειοψηφία των σημερινών αλφαβήτων, αφού μέσω κυρίως του ελληνικού και δευτερευόντως του αραμαϊκού, το αλφάβητό τους αποτέλεσε το θεμέλιο λίθων της συντριπτικής πλειοψηφίας των αλφαβήτων. Θεωρείται επίσης ότι προήγαγαν την εριουργία, την βαφική και τη βιομηχανία διαφανούς υάλου.

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια δοξασία των Ελλήνων ήταν πως οι Φοίνικες πήραν το όνομά τους από τον μεγαλύτερο ήρωά τους και ιδρυτή του γένους τους, τον Φοίνικα. Δεν αποκλείεται βέβαια να υπήρξε όντως κάποια σπουδαία προσωπικότητα στην περιοχή της σημερινής Μέσης Ανατολής που η δράση της να ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τους εκεί λαούς και που το όνομά της να έμοιαζε με το "Φοίνιξ", όμως η εκδοχή αυτή θεωρείται ελάχιστα πιθανή. Στη μυκηναϊκή γραφή οι Φοίνικες αναφέρονται ως "πονίκιοι"[1]. Αργότερα ο Εκαταίος τον 6ο π.Χ. αιώνα αναφέρει ότι η Φοινίκη παλιότερα καλείτο χνα (που παραπέμπει στο Χαναάν). Οι ίδιοι οι Φοίνικες αυτοαποκαλούνταν bani kan'an, Παιδιά της Χαναάν, όπως και οι Καρχηδόνιοι αργότερα[2]. Εντούτοις έγιναν γνωστοί με το όνομα Φοίνικες με το οποίο τους αποκαλούσαν οι Έλληνες. Η ονομασία αυτή, δανεισμένη κατά πάσα πιθανότητα από την Αρχαία αιγυπτιακή γλώσσα, σχετίζεται πιθανόν εξαρχής ή σίγουρα στη συνέχεια, με τις λέξεις φοῖνιξ και φοινός, που σημαίνουν πορφυρός και πορφύρα. Αυτές οι λέξεις χαρακτηρίζουν το χρώμα, τη χρωστική ουσία και το ύφασμα που βαφόταν με αυτή. Οι Φοίνικες ήταν δεινοί παραγωγοί τόσο του πορφυρού χρώματος από το θαλάσσιο όστρακο της πορφύρας όσο και των πορφυρών υφασμάτων, που ήταν πολύτιμα και περιζήτητα στη Μεσόγειο. Η λέξη "πονίκιοι" και "φοίνικες" μετά ( από την οποία προήλθε και η λατινική poenicus και μετά punic για τους πολίτες της Καρχηδόνας) προήλθε σύμφωνα με τις επικρατέστερες θεωρίες είτε από την αιγυπτιακή λέξη "φενχού" είτε από την "ποούν". Οι Αιγύπτιοι συγκεκριμένα θεωρούσαν τους Φοίνικες αποίκους που είχαν φτάσει στα ανατολικά παράλια της Μεσογείου μεταναστεύοντας εκεί από τη σημερινή Σομαλία και καθώς ονόμαζαν την περιοχή στο κέρας της Αφρικής απέναντι από την Αραβία Poun ή Pount, έτσι αποκαλούσαν και τους Φοίνικες. Αλλη θεωρία όμως αποδίδει το "πονίκιοι" στην αιγυπτιακή λέξη "φενκχού", που σήμαινε ασιατικός αλλά και έμπορος ξυλείας (κάτι που είναι όντως πιθανόν να παραπέμπει στους Φοίνικες, αφού είχαν άφθονη ξυλεία σε αντίθεση με τους Αιγυπτίους που την εισήγαγαν).

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Φοίνικες είναι πιθανόν να υπήρξαν όντως άποικοι από άλλη περιοχή, αν όχι τη Σομαλία, όπως πίστευαν οι Αιγύπτιοι, ίσως από την Ερυθρά Θάλασσα, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, ο οποίος με τη σειρά του αποδίδει αυτή την πληροφορία στους Πέρσες.[3] Στην ίδια περίπου περιοχή, ίσως στο σημερινό Μπαχρέιν βρέθηκε και ο Στράβων, που αναφέρει ότι βρήκε εκεί αγάλματα θεών όμοια με τα φοινικικά και ότι οι κάτοικοι του είπαν πως οι Φοίνικες της Μεσογείου είναι άποικοι από τα μέρη τους. Επίσης αναφλέρει δύο αραβικές πόλεις ως ομώνυμες των φοινικικών, την Τύρο και την Άραδο, πιθανόν επειδή έτσι λέγονταν, αλλά ίσως εξελληνίζοντας το Ντιλμούν και το Αράντ.[4]

Αλφάβητο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα 22 γράμματα των Φοινίκων

Οι Φοίνικες μιλούσαν τη Φοινικική. Με τους Φοίνικες συνδέεται επίσης η ανάπτυξη και διάδοση της χαναανικής παράδοσης αλφαβητικών συστημάτων γραφής, με τα οποία καταγράφονταν για πρώτη φορά μεμονωμένοι φθόγγοι αντί συλλαβών ή ολόκληρων λέξεων. Από αυτό το φοινικικό αλφάβητο άρχισε να σχηματίζεται και το ελληνικό το οποίο αμέσως διαφοροποιήθηκε σημαντικά καθώς οι Φοίνικες δεν περιλάμβαναν φωνήεντα στο δικό τους αλφάβητο. Από το ίδιο αλφάβητο εικάζεται ότι άρχισε να εξελίσσεται και το λατινικό, καθώς πήραν το ελληνικό οι Ετρούσκοι και το μετέδωσαν στους Ρωμαίους

Ναυσιπλοΐα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Φοίνικες εκτός από δραστήριος εμπορικός λαός, υπήρξαν και δεινοί θαλασσοπόροι. Μεταξύ των ξεχωριστών δημιουργημάτων τους, ήταν και το γεγονός ότι επινόησαν την διήρη. Παρότι οι Ελληνίδες έβρισκαν τα πλοία τους πολύ στρογγυλά στο κύτος, εντούτοις με αυτά ακριβώς τα πλοία οι Φοίνικες περιέπλευσαν ίσως ολόκληρη την Αφρική και σίγουρα έφτασαν μέχρι την Βρετανία.

Σχέσεις με την Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Φοινίκη διατήρησε μακρόχρονη σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό, από ένα σημείο και μετά ως εμπορικοί ανταγωνιστές του, ενώ κατά την παράδοση η Θήβα ιδρύθηκε από έναν Φοίνικα πρίγκηπα, τον Κάδμο. Πολλοί Φοίνικες μετανάστευσαν κατά τον 9ο π.Χ. αι. στην Κύπρο παράλληλα με τους Αχαιούς και ίσως και σε άλλες περιοχές πλησιέστερα στην Ελλάδα, όμως δεν υπάρχουν στοιχεία για ίδρυση άλλων αποικιών τους σε ελληνικό έδαφος. Συχνά οι Ελληνίδες αναφέρονταν στους Φοίνικες υποτιμητικά (ως κλέφτες και άρπαγες)[5] αλλά αυτό πιθανόν να ήταν έκφραση όχι μόνον του ανταγωνισμού στο Αιγαίο επειδή είχαν εφάμιλλη ναυτοσύνη, αλλά και λόγω της φιλοπερσικής στάσης των Φοινίκων, του τρόπου ζωής τους, της νοοτροπίας τους και της βαθύτερης εθνικής ανάγκης των Ελλήνων για δημιουργία χωριστής ταυτότητας (της ελληνικής) με πλήρη διαχωρισμό από τις γειτονικές, τις ούτως ή άλλως συγκεχυμένες. Η χαριστική βολή στο Φοινικικό πολιτισμό ήρθε το 539 π.Χ., όταν ο Κύρος ο Μέγας κατέκτησε τη Φοινίκη και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού μετακινήθηκε στην Καρχηδόνα και άλλες αποικίες. Στη συνέχεια η περιοχή κυβερνήθηκε από Έλληνες και μετά πέρασε στους Ρωμαίους.

Πόλεις και πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημαντικότερες πόλεις των Φοινίκων ήταν η Βίβλος (σημερινό Τζουμπάιλ), η Άραδος (Αντάραδος, Ταρτούς και πλέον Αρουάντ), η Σιδώνα (στα αραβικά Σαιντά), η Τύρος (στα αραβικά σήμερα Σούρ), το Κίτιο της Κύπρου, (η σημερινή Λάρνακα) και η Καρχηδόνα (σήμερα προάστιο της Τύνιδας). Παρότι οι ιστορικοί αναφέρονται στο "φοινικικό πολιτισμό" της περιοχής από το 1200 και μετά ή και πιο πριν, εντούτοις δεν είναι σαφές κατά πόσον οι Φοίνικες είχαν αίσθηση κοινής ταυτότητας. Ηταν οργανωμένοι σε πόλεις-κράτη, όπως και οι Έλληνες, αλλά πέρα από την εμπορική και ναυτική τους ικανότητα, λίγα είναι γνωστά για τον τρόπο ζωής τους. Κατά καιρούς οι πόλεις-κράτη συμμαχούσαν για να αποκρούσουν κοινούς εχθρούς, αλλά δεν είχαν στενότερες σχέσεις -είχαν μάλιστα και εχθρικές πολύ συχνά. Η διοίκηση ασκείτο από το βασιλιά, με άλλα δύο κέντρα εξουσίας άγνωστης βαρύτητας, το ιερατείο και τη γερουσία. Φαίνεται πως στην περιοχή λειτουργούσαν τρεις συνασπισμοί ή κέντρα. Το βόρειο ήταν της πόλης τηςΑράδου (σε νησί) και της απέναντι πεδινής έκτασης με την πόλη Σιμύρα (ή Σιμήρα), το κεντρικό, που το αποτελούσε η Βύβλος (ή Γκέμπελ), η Βηρυτός και η Σιδώνα, και τέλος το νότιο, που το αποτελούσε η Τύρος (σε νησί) με την Παλαιτύρο. Αργότερα στη βόρεια ομάδα προστέθηκε η Τρίπολις και στις άλλες η Άκη (Άκκο), η Αντάραδος που μετονομάσθηκε σε Πτολεμαϊδα και άλλες. Χρονολογικά άκμασε πρώτα η Βύβλος, μετά η Σιδών και τελευταία η Τύρος

Η Βύβλος έγινε το πρώτο κέντρο διεθνούς ακτινοβολίας απλώνοντας την επιρροή της στην Μεσόγειο και στην Ερυθρά Θάλασσα. Σε αυτή την πόλη βρέθηκε και η πρώτη επιγραφή με το φοινικικό αλφάβητο, σε σαρκοφάγο του 1200 π.Χ. Αργότερα πήρε την εξουσία η Τύρος, ένας από τους βασιλιάδες της οποίας, ο Ιθομπάαλ (887–856 π.Χ.) κυβερνούσε όλες τις πόλεις μέχρι βόρεια τη σημερινή Βηρυτό και τμήμα της Κύπρου. Η Καρχηδόνα ιδρύθηκε το 814 π.Χ. όταν στην εξουσία βρισκόταν ο Πυγμαλίων της Τύρου (820-774 π.Χ.) και η Φοινίκη έφτασε να αποκαλείται Τυρία ή Σιδωνία. Οι Φοίνικες και οι Χαναναίοι αποκαλούνταν επίσης Σιδώνιοι και Τύριοι ανάλογα με το ποια φοινικική πόλη είχε κατά καιρούς την εξουσία της περιοχής

Στη θρησκεία τους φαίνεται πως μιμήθηκαν τους Χαλδαίους και τους Αιγυπτίους δημιουργώντας ένα είδος κοινού συνόλου αυτών των δύο. Κάθε φοινικική πόλη λάτρευε και ένα ζευγάρι θεών, τον Βάαλ που χαρακτήριζαν και βασιλιά (Μελέκ ή Μολόχ στις χριστιανικές γραφές) και την θεά και κυρία Βααλάτ που τιτλοφορούσαν και βασίλισσα (Μιλκάτ). Αυτό το θείο ζευγάρι δεν έφερε κύριο όνομα (όπως Ζευς ή Ήρα για τους Έλληνες) και η ονομασία τους ήταν προσηγορική, σήμαινε ιδιότητα. Κάθε πόλη έδινε στο ζευγάρι ένα δικό της επίθετο με την ιδιότητα με την οποία λατρευόταν. Για παράδειγμα ονομαζόταν Βάαλ Σιδών ο κύριος του Ουρανού Ήλιος και Ασταρέθ η Θεά Σελήνη στην Σιδώνα, αλλά Βάαλ Ταμούζ και Βααλέθ εν Γκέμπελς ή εν Βύβλω. Στις γιορτές των θεών τους έκαναν και ανθρωποθυσίες. Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας λατρεύτηκε για ένα διάστημα η Αστάρτη (η Αστορέθ των Φοινίκων, η θεά των Δασών για την Ελλάδα), με σύμβολο το μισοφέγγαρο και το περιστέρι, όπως η Αφροδίτη (επιρροή της Σιδώνας) και ο Μέγας Τύριος θεός Βάαλ-Μελκάρθ ως Ηρακλής. Όμως αυτές οι λατρείες παρουσιάστηκαν κατά την ελληνιστική εποχή και κατά την ελληνορωμαϊκή, όταν έμποροι από τη Συρία και τη Φοινίκη δημιούργησαν ένα είδος "πολιτιστικών σωματείων" που διέδιδε αυτές τις πίστεις πιθανόν στο πλαίσιο άσκησης αποικιακής πολιτικής.

Τέχνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σαρκοφάγος της Βύωλου -εθνικό μουσείο Βηρυτού

Η φοινικική τέχνη επηρεάστηκε σημαντικά από την αιγυπτιακή και τη βαβυλωνιακή, αλλά επειδή ο λαός ήταν κατ εξοχήν εμπορικός, είχε μεγάλη παραγωγή (κυριολεκτικά βιομηχανική ως προς την ποσότητα) των τουριστικών[ασαφές] ειδών που είχαν ζήτηση την εποχή εκείνη. Αυτό δεν επέδρασε πολύ θετικά στην ανάπτυξη της τέχνης. Επίσης τα βαρύγδουπα, μεγαλοπρεπή αλλά δίχως λεπτοδουλειά πρότυπα των γειτονικών τους λαών δεν βοήθησαν ούτε τους Φοίνικες να δημιουργήσουν κάτι ξεχωριστό στην τέχνη. Στις φοινικικές πόλεις έχουν βρεθεί και έργα που μαρτυρούν σαφώς περισσότερη λεπτομέρειες και επεξεργασία από άλλων λαών. Επίσης έχουν βρεθεί και έργα ξεχωριστά και γενικά θεωρείται ότι επιμελούνταν με ιδιαίτερη τέχνη τις σαρκοφάγους τους. Η γλυπτική τους άκμασε ιδιαίτερα κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, όπως και οι άλλες τέχνες, έχει βρεθεί δε ένας Ερμής στη Σιδώνα που θεωρείται εξαιρετικό δείγμα της λεπτής τέχνης που άρχισε να αναπτύσσεται τότε στην περιοχή.

Ακμή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"Επιστολή" του βασιλιά της Βύβλου στον φαραώ Αμένοφι περί το 1350 π.Χ. -βρέθηκε στην Αμάρνα της Αιγύπτου, τώρα στο Λουβρο.

Ο λαός που αποκαλούμε Φοίνικες ζούσαν στην ανατολική Μεσόγειο από την 3η χιλιετία, όμως λίγα γνωρίζουμε για το απώτερο παρελθόν του. Γύρω στο 1200 όταν στην ανατολική Μεσόγειο σημειώθηκε μεγάλη αναστάτωση από θαλάσσιες επιδρομές, από την κάθοδο των Φρυγών στη Μικρά Ασία, την Κάθοδο των Δωριέων στην Ελλάδα και τις συνεπαγόμενες μετακινήσεις πληθυσμών, αλλά και από τη διαμάχη Χετταίων - Αιγυπτίων, οι Φοίνικες που ήταν ουσιαστικά υποτελείς των Αιγυπτίων πήραν μια ανάσα λόγω της αποδυνάμωσης των εξουσιαστών τους αλλά και των Χιττιτών. Επίσης τους αναπτέρωσε το εμπορικό ηθικό και ο διωγμός των Αχαιών από τους Δωριείς και γενικά ο τότε "μεσαίωνας" της Ελλάδας.

Η περιοχή τους ήταν μικρή και φτωχή, αλλά βρισκόταν σε εξαιρετική θέση και γιαυτό εξάλλου ήταν πάντα δύσκολο να αποφεύγουν τους πολέμους -η χώρα τους είχε πρόσβαση στην ξυλεία των βουνών, διέθετε καλό κλίμα, είχε το "θησαυρό" των πολύτιμων κοχυλιών για το χρώμα τους και τα υφάσματα που έβαφε αυτό, ήταν πάνω στο πέρασμα των δρόμων από το εσωτερικό της Μέσης Ανατολής, αλλά και στη θάλασσα που οδηγούσε στην Αίγυπτο, σε όλες τις πόλεις της βόρειας Αφρικής, της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Κύπρου, της Κρήτης, της ηπειρωτικής Ελλάδας, της Ιταλίας και μικρότερων κέντρων στη μεσογειακή Ευρώπη. Παράλληλα όμως ο τόπος δεν προσφερόταν για να θρέψει τους κατοίκους από άποψη προϊόντων και έτσι από νωρίς οι Φοίνικες επιβίωσαν με την ίδρυση αποικιών, με το εμπόριο και με τη ναυτιλία. Υπήρξαν οι μεσίτες μεταξύ των λαών της Μέσης Ανατολής και των λαών της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης ή και του Καυκάσου με τα καραβάνια τους. Τα δάση του Λιβάνου προσέφεραν την αναγκαία ξυλεία για τη ναυπήγηση πλοίων και η αλιεία των πορφυριούχων κοχυλιών έφερε τα πλοία τους στην Κιλικία, στην Κύπρο, στη Ρόδο, στην Κρήτη και σε πολλά ευρωπαϊκά λιμάνια που ακόμα ήταν αδιαμόρφωτα και δεν είχαν σημαντικούς πληθυσμούς.

Η δυσκολία στη μεταφορά των κοχυλιών έγινε αιτία οι Φοίνικες να διαδραματίσουν τον σημαντικότερο ρόλο τους στην ιστορία του πολιτισμού, δηλαδή με τα ταξίδια τους να μεταλαμπαδεύσουν γνώσεις του ενός τόπου στον άλλο. Ο λόγος ήταν πως τα κοχύλια δεν μπορούσαν να αντέξουν σε μακρινά ταξίδια χωρίς επεξεργασία και έτσι οι Φοίνικες όπου τα έβρισκαν, ίδρυαν μικρούς σταθμούς επεξεργασίας σε διάφορα σημεία με αγκυροβόλια και με επαρκή αριθμό οικισμών ντόπιων ώστε να διασφαλίζεται το εμπόριο. Στους σταθμούς αυτούς οι τεχνίτες της πορφύρας έκαναν τις αναγκαίες επεξεργασίες επί τόπου και έβγαζαν το χυμό των "ντόπιων" κοχυλιών. Τέτοιοι σταθμοί είχαν συσταθεί στην Κύπρο, στη Ρόδο, στην Κρήτη, στα Κύθηρα, στην Κρανάη της Λακωνικής, στη Σαλαμίνα κ.α. [6] Από εκεί οι Φοίνικες έπαιρναν όσα προϊόντα τους έλειπαν, όπως μέταλλα ή βαφές που δεν είχαν εκείνοι, καθώς και αγροτικά είδη. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως έδειχναν για τα μεταλλεύματα. Περιέπλεαν τα νησιά και όπου έβρισκαν δυνατότητα για εξόρυξη μετάλλων, έφτιαχναν λιμανάκια αλλά και δρόμους. Οι σταθμοί τους εξελίχθηκαν σε εμπορικά πρακτορεία και αυτά με τη σειρά τους σε μόνιμες εγκαταστάσεις και μικρές αποικίες. Χάρη στους Φοίνικες οι Έλληνες δεν πήραν μόνον την έξυπνη ιδέα του αλφαβήτου (αντί των συλλαβών και των λέξεων), αλλά εισήγαγαν και φυτά που δεν διέθεταν, όπως φοίνικες, κυπαρίσσια, συκιές, πιθανότατα και αμπέλια και ελιές, αμυγδαλιές, ροδιές κ.α.

Εμπορικό πλοίο των Φοινίκων, το ανάγλυφο βρέθηκε σε ανασκαφές στη Σιδώνα

Στις πρώτες τους εμπορικές επιχειρήσεις οι Φοίνικες είχαν αντίπαλους τους Αχαιούς και τους Τεύκρους, με τους οποίους ήρθαν σε ρήξη για την κατοχή της Κύπρου -νησιού με ειδικό ενδιαφέρον για πολλούς λόγους, αλλά τότε περισσότερο για τον χαλκό του. Οι Φοίνικες ίδρυσαν εκεί το Κίτιο, το Κούριο, το Μάριο, την Αμαθούντα (Λεμεσός), την Πάφο και την Τάμασσο. Οι πόλεις αυτές έμειναν φοινικικές αποικίες για περίπου 8 αιώνες.

Τα περίφημα κοχύλια.

Όταν οι Αχαιοί έχασαν την εξουσία (το 1200) οι Φοίνικες ξεχύθηκαν σε όλο το Αιγαίο για αλιεία κοχυλιών και όχι μόνον. Τότε η Σιδώνα και η Τύρος έγιναν ουσιαστικά οι πρώτες "βιομηχανικές" πόλεις του αρχαίου κόσμου, καθώς εκατοντάδες άτομα ρίχνονταν στην επεξεργασία του εμπορικού αυτού είδους με την διεθνή κατανάλωση -όχι μόνον του χρώματος, αλλά κυρίως των εκλεκτών υφασμάτων που έβαφαν. Έκαναν διαμετακομιστικό τους κέντρο την Θάσο και άρχισαν να αναζητούν και χρυσό στα παράλια της Μικράς Ασίας. Οι Τύριοι αποφάσισαν επίσης η Φοινίκη να αναζητήσει και άργυρο και κασσίτερο στη Σικελία και στην Ισπανία. Οι τολμηροί θαλασσοπόροι πέρασαν και τα στενά του Γιβραλτάρ για να βρουν μέταλλα, και βρήκαν όντως στη Βρετανία και στις "Κασσιτερίδας νήσους" που δεν ξέρουμε ποιες ήταν. Για το εμπόριο με τη δυτική λεκάνη της Μεσογείου έχτισαν την Καρχηδόνα και τα Γάδειρα στην Ιβηρική. Επειδή όμως δεν δημιουργούσαν πολλές αποικίες αλλά απλώς μικρούς σταθμούς, δεν μπόρεσαν να στηρίξουν την διεθνή τους παρουσία. Ηδη από τον 9ο αιώνα οι Έλληνες τους απαγορεύουν να διαπλέουν το Αιγαίο πέλαγος και σταδιακά οι Φοίνικες περιορίζονται στην Τύρο, με μοναδικό κέντρο δικό τους εκτός Φοινίκης, την Καρχηδόνα.

Οι Φοίνικες στο μεταξύ πάντως δεν είχαν περιοριστεί στη θάλασσα. Είχαν και καραβάνια στη στεριά, που λειτουργούσαν με παρόμοιο τρόπο και συνέδεαν τη χώρα τους με τον Περσικό κόλπο αλλά και με την Κασπία. Ουσιαστικά έλεγχαν όλο το διαμετακομιστικό εμπόριο. Στην ξηρά εμπορεύονταν αχάτη, λίβανο, όνυχα, σμύρνα Αραβίας, μαργαριτάρια, αρώματα, ελεφαντοστούν, έβενο, φτερά στρουθοκαμήλου, πιθήκους από την Ινδία καθώς και μπαχαρικά, μετάξι από την Κίνα, άσφαλτο, λινά και βαμβακερά υφάσματα κ.α. Επίσης εμπορεύονταν και ανθρώπους καθώς ασκούσαν δουλεμπόριο με άτομα αφρικανικής καταγωγής.

Παρακμή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γύρω στο 880 είναι γνωστό ότι βασιλιάς στην Τύρο και τη Σιδώνα (επειδή είχε υποταγεί η μία στην άλλη) ήταν ο Ιθαβάαλ που εκφράζοντας το εμπορικό και αντιπολεμικό πνεύμα του λαού του δέχτηκε να είναι φόρου υποτελής στον Ασουρμπανιπάλ των Ασσυρίων ώστε να αποφύγει τον πόλεμο.

Αργότερα για να γλιτώσει από το φόρο η Φοινίκη συμμάχησε εναντίον του Σεναχερίβ των Ασσυρίων με τους Ιουδαίους και τους Αιγύπτιους, πόλεμος ο οποίος όμως έληξε με την καταστροφή της Τύρου το 702 π.Χ. Επωφελήθηκε τότε η Σιδώνα που έως τότε ήταν υποτελής της Τύρου και πήρε εκείνη την εξουσία των δύο μεγαλουπόλεων της εποχής. Ομως η παρακμή είχε αρχίσει και όταν τριάντα χρόνια αργότερα η Τύρος καταστράφηκε για δεύτερη φορά (τώρα από τον Ναβουχοδονόσορα, εκμεταλλεύτηκαν την ήττα της οι Έλληνες και συγκεκριμένα οι Ρόδιοι και οι Μεγαρείς που κινήθηκαν για να προασπίσουν τα συμφέροντα των δικών τους αποικιών στην ευρύτερη περιοχή. Το ίδιο έκαναν και οι Αιγύπτιοι που επί της βασιλείας του Άμασιος (570-526) απέσπασαν από τους Φοίνικες την Κύπρο.

Εξαιτίας αυτής της σταθερής απειλής από την Αίγυπτο, οι Φοίνικες αποφάσισαν να συμμαχήσουν με τους Πέρσες όταν ξέσπασε πόλεμος μεταξύ Καμβύση και Αμάσιος. Όταν ο Καμβύσης νίκησε σκέφτηκε να υποδουλώσει και τη γειτονική Καρχηδόνα, την αμέσως επόμενη σημαντική πόλη στα παράλια της Βόρειας Αφρικής, όμως τότε οι Φοίνικες αρνήθηκαν να του παραχωρήσουν το στόλο τους.

Περίπου 20 με 30 χρόνια αργότερα άρχισαν σοβαροί τριγμοί στη Μικρά Ασία και στις ελληνικές πόλεις της Ιωνίας. Κατά την Ιωνική επανάσταση (499-494) οι Φοίνικες βοήθησαν (ίσως πρόθυμα, ίσως και αναγκαστικά) τους Πέρσες ώστε να απαλλαγούν από τον έντονο εμπορικό ανταγωνισμό με τους Έλληνες -ανταγωνισμό που είχε αρχίσει να τους ενοχλεί πολύ τις τελευταίες δεκαετίες. Ο στόλος τους εξασφάλισε την περσική νίκη στη Ναυμαχία της Λάδης και ουσιαστικά την περσική κυριαρχία στη Μικρά Ασία. Με το ίδιο σκεφτικό αλλά και για να διατηρούν καλές σχέσεις με την Περσία βοήθησαν σημαντικότατα και τον Ξέρξη στην εκστρατεία του εναντίον της ηπειρωτικής Ελλάδας. Εντούτοις παρά τον αξιόμαχο στόλο τους, ηττήθηκαν στον Ευρυμέδοντα ποταμό το 465 π.Χ. Η συμμετοχή τους στις πολεμικές επιχειρήσεις των Περσών δεν τους γλίτωσαν από την υποτέλεια, παρά τα σημαντικά προνόμια που διατηρούσαν. Αναζήτησαν νέο σύμμαχο στο πρόσωπο του βασιλιά της Αιγύπτου και όταν την ηγεσία της Περσίας πήρε ο Αρταξέρξης, συμμάχησαν με την Κύπρο και την Αίγυπτο. Ωστόσο, εξαιτίας αυτής της στάσης τους οι Πέρσες φάνηκαν αμείλικτοι και λέγεται ότι 40.000 Φοίνικες προτίμησαν να καούν στην πόλη της την Σιδώνα παρά να αιχμαλωτιστούν.

Μετά την περσική κατοχή, η περιοχή πέρασε στον Μέγα Αλέξανδρο και στη συνέχεια στους επιγόνους του. Μετά τους Πτολεμαίους η Φοινίκη περιήλθε στα χέρια των Ρωμαίων και ο Αντώνιος τη δώρισε στην Κλεοπάτρα, τότε βασίλισσα της Αιγύπτου. Ο Αύγουστος ενοποίησε την Φοινίκη με τη Συρία σε μία επαρχία, αλλά ο Αδριανός τις ξαναχώρισε, εκτείνοντας μάλιστα τα όρια της Φοινίκης και πέρα από την Δαμασκό

Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες την είχαν διαιρέσει σε δύο διαμερίσματα αλλά την είχαν ενταγμένη στο ίδιο θέμα. Το ένα διαμέρισμα είχε πρωτεύουσα τη Δαμασκό και το άλλο, το παραλιακό, είχε πρωτεύουσα την Τύρο

Η περιοχή στη συνέχεια καταλήφθηκε από τους Άραβες και μετά από τους Τούρκους

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • σε γραμμική Β στην Κρήτη
  • ένα νόμισμα της Βύβλου που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο αναφέρει από τη μία πλευρά του τη λέξη Χαναάν, ο Αυγουστίνος Pl 34ο, 2096, αναφέρει ότι οι Καρχηδόνιοι αυτοαποκαλούνταν Χαναναίοι
  • Κλειώ, 1.1
  • Πλεύσαντι δ᾽ ἐπὶ πλέον ἄλλαι νῆσοι Τύρος καὶ Ἄραδος εἰσίν͵ ἱερὰ ἔχουσαι τοῖς Φοινικικοῖς ὅμοια· καὶ φασί γε οἱ ἐν αὐταῖς οἰκοῦντες τὰς ὁμωνύμους τῶν Φοινίκων νήσους καὶ πόλεις ἀποίκους ἑαυτῶν, 16ο
  • ειδικά στην Οδύσσεια η περιφρόνηση είναι καταφανής, ενώ στην Ιλιάδα η στάση απέναντι στους Φοίνικες είναι ουδέτερη
  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Παύλου Δρανδκάκη