Ίππαρχος ο τύραννος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ίππαρχος ήταν αδελφός του Ιππία και γιος του τυράννου Πεισίστρατου, ένας εκ των δύο Πεισιστρατιδών που κυβέρνησαν την Αθήνα μετά το 527 π.Χ. Ο Ίππαρχος δολοφονήθηκε το καλοκαίρι του 514 π.Χ. από το ερωτικό ζεύγος Αρμόδιου και Αριστογείτονα, όταν ήταν μεσήλικας -η χρονολογία γέννησής του δεν είναι γνωστή. Στον Ίππαρχο αποδίδονται πολλά δημόσια έργα και πολιτιστικές πρωτοβουλίες του διαστήματος 527-514 π.Χ. Δεν είναι τεκμηριωμένο αν στο διάστημα της κυβέρνησης των Πεισιστρατιδών είχε τον πρώτο λόγο στα πολιτικά εκείνος ή ο αδελφός του, εντούτοις οι περισσότεροι ιστορικοί[1][2][3] πιστεύουν ότι ο πολιτικός νους ήταν μάλλον ο Ιππίας.

Προσωπική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ίππαρχος παρότι μεσήλικας το 514 π.Χ., δεν είχε παιδιά και μάλλον δεν είχε παντρευτεί ποτέ. Ο Αθήναιος ο Ναυκρατίτις αναφέρει ότι ο Πεισίστρατος τον είχε παντρέψει με μια Φύα, από την Παιανία, αλλά αυτό δεν πρέπει να ευσταθεί, γιατί αυτό το κορίτσι ήταν λουλουδού στις αγορές και επιπλέον δεν αναφέρεται πουθενά αλλού. Πρόκειται πάντως για την ίδια Φύα, ένα πολύ υψηλό κορίτσι το οποίο ο Πεισίστρατος είχε χρησιμοποιήσει σε ένα χονδροειδές τέχνασμά του -το οποίο πάντως πέτυχε- για να επανέλθει από την εξορία και να ξαναγίνει τύραννος. Συγκεκριμένα, είχε ντύσει την πανύψηλη Φύα ή Φύη με περικεφαλαία και ωραία ρούχα και είχε στείλει ανθρώπους του στην Αθήνα να διαλαλούν ότι ερχόταν η ίδια η Αθηνά για να εγκαθιδρύσει ως ηγεμόνα τον Πεισίστρατο. Από μακριά η Φύα φαινόταν όντως λαμπρή και πανύψηλη, οπότε οι Αθηναίοι φέρονται να πείσθηκαν και δέχτηκαν τον Πεισίστρατο πίσω. Πάντως επειδή οι Αθηναίοι δεν ήταν και τόσο αφελείς, μια άλλη εκδοχή θεωρεί ότι η Φύα "στρατολογήθηκε" απλώς για να λαμπρύνει την επάνοδο του Πεισίστρατου που έτσι κι αλλιώς ήταν συμφωνημένη με τους Αλκμεωνίδες.

Δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον Ίππαρχο αποδίδονται πολλά έργα διακόσμησης των Αθηνών αλλά και διάνοιξη οδών, όπως και Ερμές με αποφθέγματα του ιδίου. Επίσης του αποδίδεται η συγκέντρωση χρησμών που φύλαγε μυστικούς σε κρύπτη της Ακροπόλεως είτε επειδή τους θεωρούσε κρατικά μυστικά είτε επειδή δεν ήθελε να διαρρεύσουν. Επίσης επιμελήθηκε συλλογή ελεγειών και πολλών ποιημάτων, είχε δε για ένα διάστημα υπεύθυνο της συλλογής αυτής τον Ονομάκρειτο, τον οποίο όμως εξόρισε όταν του είπαν ότι τον συνέλαβαν επ αυτοφώρω να παραποιεί ελεγείες και χρησμούς. Στον Ίππαρχο αποδίδεται ο περαιτέρω εμπλουτισμός της σημαντικής βιβλιοθήκης του Πεισίστρατου. Με μέριμνα του Ίππαρχου κλήθηκαν επίσης στην Αθήνα o λυρικός ποιητής Λάσος της Ερμιόνης και ίδρυσε σχολή διθυραμβικής ποίησης –μαθητής του ήταν ο Πίνδαρος. Ο Ίππαρχος επίσης κάλεσε από την Κέα και φιλοξένησε υπό την προστασία του τον Σιμωνίδη τον Κείο[4], τον ποιητή Ανακρέοντα τον Τήιο[5], τον ελεγειακό ποιητή Θέογνι και άλλους.

Η δολοφονία του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία μέρα προτού ο Ίππαρχος δολοφονηθεί είδε όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος ένα προφητικό όνειρο[6]. Είδε συγκεκριμένα έναν πολύ υψηλό άνδρα να στέκεται από πάνω του και να του λέει πως θα έπρεπε να αντέξει όσα δεν άντεχε ούτε η καρδιά του λεονταριού, "γιατί κανείς δεν μπορεί να αδικήσει ανθρώπους χωρίς να το πληρώσει". Ο ΄Ιππαρχος προσπάθησε να το ερμηνεύσει και μετά έφυγε για την πομπή των Παναθηναίων, όπου και τελικά δολοφονήθηκε.

Οι δύο δράστες ήταν ο έφηβος ή νεαρός Αρμόδιος και ο λίγο μεγαλύτερός του Αριστογείτονας, αν και υπάρχει η εκδοχή ότι ο Αριστογείτονας δεν πρόλαβε να καταφέρει καίριο πλήγμα στον Ίππαρχο και τον σκότωσε ο Αρμόδιος. Ο τελευταίος εκτελέστηκε επί τόπου από τους φρουρούς του Ίππαρχου ενώ ο Αριστογείτονας συνελήφθη λίγο αργότερα και υπέκυψε στα βασανιστήρια στη φυλακή ή τον σκότωσε ο Ιππίας.

Τα κίνητρα των δραστών ήταν κυρίως ερωτικά και εκδικητικά[7]. Αναλυτικότερα, ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτονας ήταν εραστές -κάτι αποδεκτό την εποχή εκείνη στην αρχαία Αθήνα. Ο Ίππαρχος είχε προσπαθήσει δύο φορές να πείσει τον Αρμόδιο να εγκαταλείψει τον Αριστογείτονα και να γίνει δικός του εραστής, αλλά ο νεαρός τον είχε απορρίψει ερωτικά και είχε μάλιστα εξομολογηθεί τα πάντα στον προστάτη του. Ο Ίππαρχος θιγμένος από την απόρριψη, για να προσβάλει τον Αρμόδιο, φρόντισε να κληθεί στην πομπή των Παναθηναίων η αδελφή του νεαρού και εκεί δημοσίως την προσέβαλε και την έδιωξε ως ανάξια[8] -υπαινισσόμενος ότι δεν ήταν παρθένα ή ότι κατ' άλλους ήταν ανάξια επειδή ο αδελφός της ήταν λιπόψυχος ή θηλυπρεπής[9]. Ο Αρμόδιος βαθύτατα προσβεβλημένος συζήτησε τα καθέκαστα με τον Αριστογείτονα. Ο τελευταίος αναλογίστηκε ότι ίσως ο Ίππαρχος στο άμεσο μέλλον χρησιμοποιούσε ακόμα και βία προκειμένου να κάνει δικό του τον νεαρό. Αποφάσισαν ότι η μόνη λύση ήταν να σκοτώσουν τον Ίππαρχο και επέλεξαν να το κάνουν στη διάρκεια της γιορτής των Παναθηναίων, επειδή θα μπορούσαν πιο εύκολα να τον πλησιάσουν με όπλα. Κατ' άλλους είχαν αποφασίσει να σκοτώσουν και τον Ιππία.

Εκμυστηρεύτηκαν το σχέδιό τους σε ελάχιστους σύμφωνα με τον Θουκυδίδη και σε πολλούς σύμφωνα με τον Αριστοτέλη. Οταν πάντως πήγαν στην γιορτή για να το εφαρμόσουν, είδαν ένα συνένοχό τους να μιλά εμπιστευτικά στον Ιππία, που βρισκόταν στον Κεραμεικό, και πίστεψαν ότι το σχέδιό τους είχε προδοθεί και θα τους συνελάμβαναν αμέσως. Απομακρύνθηκαν γρήγορα και κινήθηκαν σπασμωδικά. Βιάστηκαν να σκοτώσουν τον Ίππαρχο που βρισκόταν κάπως αφύλακτος στο Λεωκόριον και δεν περίμεναν τους συνενόχους τους.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη εκείνος που είχε ερωτευθεί τον Αρμόδιο δεν ήταν ο Ίππαρχος, αλλά ο αδελφός του Θετταλός και το ζευγάρι είχε αποφασίσει να τον σκοτώσει όπως και όλους τους τυράννους γιατί αλλιώς δεν θα γλίτωναν από τον Θετταλό.

Υπάρχει και μια τρίτη εκδοχή που αναφέρεται στο διάλογο "Ίππαρχος" και ο οποίος δεν αποτελεί έργο του Πλάτωνα. Σύμφωνα με αυτήν υπήρχε ένα τρίτο πρόσωπο, ένας όμορφος νεαρός αριστοκράτης, με το οποίο ήταν ερωτευμένοι και ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτονας. Όταν αυτός ο νεαρός άνδρας παράτησε και τους δύο για χάρη του Ίππαρχου, οι δύο εγκαταλελειμμένοι εραστές σκότωσαν τον Ίππαρχο από ζήλια[10].

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, παράγραφος 18
  2. Ηρόδοτος βιβλίο 1ο, παράγραφος 61
  3. Θουκυδίδης «Ιστοριών ΣΤ΄» ή 6ο βιβλίο, παράγραφος 55
  4. έφυγε μετά τη δολοφονία του Ίππαρχου για τη Θεσσαλία και ξανάρθε στην Αθήνα το 490 π.Χ., μετά τη μάχη του Μαραθώνα
  5. από την Τέω της Ιωνίας, που επίσης έφυγε από την Αττική για τη Θεσσαλία μετά το θάνατο του Ίππαρχου
  6. Ηρόδοτος 5ο βιβλίο, εδάφιο 55
  7. Διόδωρος Σικελός, αποσπάσματα, βιβλίο 10ο, τμήμα 17ο, παράγραφος 2
  8. Θουκυδίδης, βιβλίο 6ο, παράγραφος 56 ή LVI σε λατινική αρίθμηση
  9. Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, 17-18
  10. στο εδάφιο229c και d του διαλόγου