Αρμόδιος και Αριστογείτονας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
«Τυραννοκτόνοι». Γλυπτό σύνταγμα προς τιμή των Αρμόδιου και Αριστογείτονα.

Ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτονας (αρχ. Αρμόδιος και Αριστογείτων) ήταν ένα ερωτικό ζευγάρι της αρχαίας Αθήνας που σκότωσε το καλοκαίρι[1] του 514 π.Χ. τον Πεισιστρατίδη τύραννο Ίππαρχο, αδελφό του Ιππία κυρίως για λόγους προσωπικής εκδίκησης και ερωτικής αντιζηλίας[2], του πολιτικού κινήτρου μη αποκλειομένου[3]. Στη συνέχεια πάντως, για κοινωνικούς και πολιτικούς[4] λόγους, ο αθηναϊκός λαός τίμησε τους δύο άνδρες ως τυραννοκτόνους, ήρωες της δημοκρατίας, έστησε αγάλματά τους, έβαλε τη μορφή τους σε νομίσματα, συντηρούσε με δημόσιες δαπάνες τους συγγενείς τους,[5] τους προσέφερε θυσίες[6] σαν σε ημίθεους και απαγόρευε σε δούλους να δίνουν αυτά τα δύο ονόματα στα παιδιά τους.

Σύντομο ιστορικό και εξελίξεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι δύο δράστες κινήθηκαν εναντίον του Πεισιστρατίδη Ιππάρχου επειδή αυτός επανειλημμένα προσπάθησε να σαγηνεύσει τον νεότερο από αυτούς, δηλαδή τον Αρμόδιο, και όταν δεν τα κατάφερε, για να τον εκδικηθεί, τον εξευτέλισε δημοσίως, όπως και την αδελφή του. Το ζεύγος των ερωμένων το έφερε βαρέως και δολοφόνησε τον Ίππαρχο στη διάρκεια της γιορτής των Μεγάλων Παναθηναίων. Δεν είναι τεκμηριωμένο αν υπήρχαν συνένοχοι ή όχι. Ο έφηβος -ή πάντως νεαρός- Αρμόδιος εκτελέστηκε επί τόπου, ενώ ο Αριστογείτονας -λίγο μεγαλύτερος σε ηλικία από τον προηγούμενο- υπέκυψε ή εκτελέστηκε μετά από βασανιστήρια.

Την εποχή εκείνη οι δύο γιοι του Πεισίστρατου, Ίππαρχος και Ιππίας, συγκυβερνούσαν την Αθήνα ως τύραννοι, οπότε ο φόνος ερμηνεύθηκε ως αντιτυραννική πράξη. Οι δύο άνδρες θεωρήθηκαν ήρωες που κατέλυσαν την τυραννίδα, παρότι στη συνέχεια ο Ιππίας μπόρεσε να κυβερνήσει μόνος του ως τύραννος επί 4 χρόνια. Σε αυτό το διάστημα οι Αλκμεωνίδες, μια πλούσια και ισχυρή οικογένεια της Αθήνας που είχε εξοριστεί πρόσφατα από τους Πεισιστρατίδες, συγκέντρωσε το 513 π.Χ. μισθοφορικό στρατό και προσπάθησε να ανατρέψει τον Ιππία, αλλά παρότι την συνέδραμαν και πολίτες από το άστυ της Αθήνας, ηττήθηκε. Οι Αλκμεωνίδες κινήθηκαν όμως και διπλωματικά, ενισχύοντας οικονομικά ή και πιθανόν δωροδοκώντας άμεσα το Μαντείο των Δελφών ώστε αυτό να δίνει χρησμούς που καλούσαν τους Σπαρτιάτες να ανατρέψουν την τυραννίδα των Αθηνών. Ο βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης θεώρησε ότι ήταν προς το συμφέρον της Σπάρτης να επέμβει και το 510 π.Χ. ανέτρεψε με στρατιωτική επέμβαση τον Ιππία και εξόρισε όλη την οικογένεια των Πεισιστρατιδών αποκαθιστώντας τη δημοκρατία.

Τα κίνητρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αίτια που όπλισαν τα χέρια των δύο ερωμένων δεν αμφισβητούνται από κανένα ιστορικό και οι περισσότεροι δέχονται ότι αυτά ήταν η σεξουαλική παρενόχληση του Ίππαρχου προς το νεαρό Αρμόδιο, η ερωτική αντιζηλία που προκλήθηκε και οι προσβολές που επακολούθησαν. Πολλοί όμως και κυρίως ο ίδιος ο αθηναϊκός λαός έδωσαν εν συνεχεία στην πράξη έντονα πολιτική και διόλου προσωπική χροιά, μεγαλοποιώντας και την αποτελεσματικότητα της ενέργειας του ζευγαριού. Οι ιστορικοί συμφωνούν ότι το ερωτικό πάθος και οι προσβολές είναι πιθανό να γέννησαν στη συνέχεια και αντιτυραννικά αισθήματα στους δύο δράστες αφού ουσιαστικά αυτοί βίωναν κατάχρηση εξουσίας –αφενός με τη μορφή της σεξουαλικής παρενόχλησης, αφετέρου με την κοινωνική περιθωριοποίηση που επέβαλε στον Αρμόδιο ο Ίππαρχος. Εντούτοις αυτά τα πολιτικά στοιχεία –αν πράγματι υπήρξαν- δεν τεκμηριώνονται ιστορικά τόσο έντονα στις ενέργειες του ζεύγους ώστε να αιτιολογούν την ορμή με την οποία οι Αθηναίοι, λαός και πολιτικοί, ηρωοποίησαν τους δύο άνδρες ως ημίθεους μετά το 510, δηλαδή μετά την ανατροπή της τυραννίδας. Η ηρωοποίηση αποδίδεται εν μέρει τουλάχιστον στο γεγονός ότι πολλοί πολιτικοί αλλά και ο αθηναϊκός λαός επεδίωκαν [7] τονίζοντας την πολιτική χροιά στην πράξη των δύο ανδρών, να μειώσει αντιστρόφως ανάλογα το σημαντικό ρόλο που έπαιξαν το 510 π.Χ στην ανατροπή της τυραννίδας των Πεισιστρατιδών και στην αποκατάσταση της αθηναϊκής δημοκρατίας οι Σπαρτιάτες με το στρατό τους και οι Αλκμεωνίδες με τις θρησκευτικοπολιτικές μηχανορραφίες τους. Επίσης, η περαιτέρω ηρωοποίηση εξυπηρετούσε στο ότι ισχυροποιούσε[8] τη δημοκρατία, ένωνε όλους τους πολίτες έναντι του κοινού εχθρού της τυραννίδας και δομούσε εθνική συνείδηση –έναντι των άλλων πόλεων-κρατών.

Η καταγωγή τους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τόσο ο Αρμόδιος όσο και ο Αριστογείτονας ανήκαν στο γένος των Γεφυραίων, μιας μεγάλης ομάδας κατοίκων της Αττικής που δεν θεωρούνταν αυτόχθονες και ανήκαν στην ουσία στην τάξη των μεταναστών. Δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό αυτό τους μείωνε ως πολίτες και επηρέαζε τη συμμετοχή τους στα κοινά, δηλαδή στις πολιτικές διαδικασίες και στις θρησκευτικές γιορτές. Πάντως σίγουρα δεν ήταν σε ίση μοίρα με τους αυτόχθονες. Είχαν δικές τους θρησκευτικές γιορτές στις οποίες δεν συμμετείχαν άλλοι και αντίστροφα, υπήρχαν γιορτές των Αθηναίων στις οποίες δεν συμμετείχαν εκείνοι. Ως γένος[9] είχαν έρθει από χρόνια στην Αττική, όταν τους έδιωξαν από τον τόπο τους αρχικά οι Αργείοι και στη συνέχεια οι Βοιωτοί. Οι Αθηναίοι τότε τους έκαναν δεκτούς υπό όρους –όρους που ο Ηρόδοτος γράφει ότι δεν είναι άξιοι λόγου για να τους αναφέρει. Ο βρετανός ιστορικός του 19ου αιώνα Thomas Arnold σημειώνει ότι ίσως η τυχόν υποδεέστερη κοινωνική θέση των Γεφυραίων ερμηνεύει την προσβολή προς την αδελφή του Αρμόδιου, αλλά τον αντικρούει ο συμπατριώτης και σύγχρονός του ιστορικός George Grote που γράφει ότι αν πράγματι οι Γεφυραίοι θεωρούνταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας και αυτό ερμήνευε την προσβολή, ο Ηρόδοτος θα το ανέφερε οπωσδήποτε και δεν θα το θεωρούσε αυτονόητο.

Τα γεγονότα κατά τον Θουκυδίδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύρια πηγή για τα γεγονότα είναι ο Θουκυδίδης, ο οποίος γράφει σε μια εποχή κατά την οποία ο περισσότερος κόσμος πίστευε πως η τυραννίδα των Πεισιστρατιδών είχε ανατραπεί κυρίως χάρη στον Αρμόδιο και στον Αριστογείτονα. Ο ίδιος διαφωνεί απόλυτα με αυτό, θεωρώντας το ιστορική ανακρίβεια. Γράφει ότι «η τυραννίδα δεν ανατράπηκε από το λαό ή τον Αρμόδιο, αλλά από τους Λακεδαιμονίους»[10] και συνεχίζει αφαιρώντας την πολιτική βαρύτητα της ενέργειας και τονίζοντας την προσωπική, αφού γράφει ότι "η τολμηρή πράξη του Αριστογείτονα και του Αρμόδιου ήταν αποτέλεσμα ερωτικού πάθους και εκδίκησης".

Ο Αρμόδιος ήταν ένας όμορφος νέος και εραστής του μέσου αστού Αριστογείτονα. Όταν ο Πεισιστρατίδης Ίππαρχος έκανε δελεαστικές ερωτικές προτάσεις στον όμορφο Αρμόδιο, εκείνος τις απέρριψε και είπε μάλιστα τα καθέκαστα στον προστάτη του Αριστογείτονα. Ο Αριστογείτονας θίχθηκε ως εραστής αλλά και φοβήθηκε την εξουσία του Ίππαρχου –μήπως δηλαδή του άρπαζε τον Αρμόδιο με τη βία- οπότε «άρχισε να μηχανεύεται κάποια σχέδια που να είναι στις δυνατότητές του, ώστε να μπορέσει να καταλύσειτην τυραννίδα»[11]

Στο μεταξύ –όπως γράφει ο Θουκυδίδης- ο Ίππαρχος έκανε και άλλη προσπάθεια να σαγηνεύσει τον Αρμόδιο και αυτός τον απέκρουσε για δεύτερη φορά. Τότε ο Ίππαρχος θύμωσε και αποφάσισε να τον εκδικηθεί, χωρίς όμως να χρησιμοποιήσει βία. Συγκεκριμένα, κάλεσε την αδελφή του Αρμόδιου να συμμετάσχει στην πομπή των Παναθηναίων και όταν εκείνη ανταποκρίθηκε, την πλησίασε (ο ίδιος ή εκπρόσωπός του) και δημοσίως την έδιωξε[12] κακήν κακώς, φωνάζοντας ότι «ήταν ανάξια για μια τέτοια τιμή». Δεν είναι βέβαιο τι εννοούσε όταν την αποκάλεσε ανάξια, αλλά κατά τους περισσότερους ιστορικούς, επειδή στην πομπή μετείχαν μόνον παρθένα κορίτσια, η φράση υποδήλωνε ότι εκείνη δεν ήταν.

Πάντως η προσβολή όποιο νόημα κι αν είχε ήταν βαριά την εποχή εκείνη και έπαιξε φαίνεται τον καταλυτικό ρόλο. Το ζεύγος εξοργισμένο αποφάσισε να σκοτώσει τον Ίππαρχο. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτονας δεν θέλησαν να συνωμοτήσουν με πολλούς, ακριβώς για να μη διαρρεύσει το σχέδιό τους. Πόνταραν εξάλλου και στη δυσαρέσκεια μερίδας του λαού και πίστευαν ότι αν επιτίθεντο στον Ίππαρχο μέσα στην κοσμοσυρροή της γιορτής με πολλούς πολίτες ενόπλους, θα ξεσηκώνονταν αμέσως και άλλοι[12] που θα ήθελαν την ελευθερία τους. Επέλεξαν να δολοφονήσουν τον Ίππαρχο μια συγκεκριμένη ημέρα των Παναθηναίων των Μεγάλων, επειδή μόνον τότε μπορούσαν οι πολίτες να κυκλοφορούν στο δρόμο ένοπλοι χωρίς να επισύρουν υποψίες.

Όταν όμως πήγαν να εφαρμόσουν το σχέδιό τους, είδαν έναν συνωμότη που του είχαν εκμυστηρευτεί τα σχέδιά τους και ήταν ταυτόχρονα και φίλος του Ιππία, να του μιλά στο αυτί. Πίστεψαν ότι μαρτυρούσε το σχέδιό τους στον τύραννο και ότι -όπως γράφει ο Θουκυδίδης- αν δεν κινούνταν αστραπιαία θα συλλαμβάνονταν και θα τους εκτελούσαν προτού καν σκοτώσουν εκείνον για τον οποίο τα έκαναν όλα αυτά, δηλαδή τον Ίππαρχο. Οπότε έκαναν βεβιασμένες και σπασωμδικές κινήσεις, έτρεξαν προς τον Ίππαρχο που ήξεραν[13] ότι βρισκόταν στο Λεωκόριον[14] και τον σκότωσαν "με οργή μεγάλη ο μεν Αρμόδιος για την τρομερή προσβολή που του έκανε, ο δε Αριστογείτων από ερωτική αντιζήλεια»[15]

Η σωματοφυλακή του Ίππαρχου σκότωσε επί τόπου τον Αρμόδιο. Ο Αριστογείτονας, αν και μέσα στην αναμπουμπούλα και την κοσμοσυρροή διέφυγε για λίγο, πιάστηκε πολύ γρήγορα. Ο Ιππίας στην αρχή αντέδρασε πολύ ψύχραιμα όταν πληροφορήθηκε τα καθέκαστα και ζήτησε από τους πολίτες να αφήσουν κάτω τα όπλα τους ώστε να συλληφθούν πιο εύκολα οι τυχόν συνένοχοι των δραστών –θεώρησε ύποπτους όσους έφεραν σπαθί ή μαχαίρι, γιατί το έθιμο απαιτούσε στην πομπή να φέρουν μόνον ασπίδα και δόρυ. Στη συνέχεια, μετά από αθρόες συλλήψεις, ασχολήθηκε με την ανάκριση του Αριστογείτονα, ο οποίος υπέκυψε στα βασανιστήρια ή εκτελέστηκε πολύ γρήγορα. «Πάντως το ερωτικό πάθος ήταν εκείνο που έδωσε το έναυσμα για τη συνωμοσία του Αρμοδίου και του Αριστογείτονος και ο ξαφνικός φόβος τους (ότι προδόθηκαν) ήταν εκείνο που οδήγησε στην υλοποίηση του σχεδίου τους» κλείνει το θέμα των κινήτρων ο Θουκυδίδης[16]

Η εκδοχή του Αριστοτέλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αριστοτέλης αναφέρει μια λίγο διαφορετική εκδοχή. Σύμφωνα με εκείνον, ο Πεισιστρατίδης που ερωτεύθηκε τον Αρμόδιο ήταν ο ετεροθαλής αδελφός του Ίππαρχου, ο Θετταλός, ο οποίος ήταν «πολύ πιο μικρός στην ηλικία, θρασύς και βίαιος». Όταν ο Αρμόδιος δεν ανταποκρίθηκε, ο Θετταλός έδιωξε από τα Παναθήναια την αδελφή του. Ο Θετταλός συγκεκριμένα αποκάλεσε το κορίτσι ανάξιο επειδή είχε "αδελφό γυναικωτό". Η λέξη που χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης[17] είναι «μαλακός» που την εποχή εκείνη σήμαινε τον θηλυπρεπή άνδρα, αλλά και τον μαλθακό, τον γλοιώδη κόλακα ή τον υποτακτικό και πάντως τον δειλό και λιπόψυχο. Αν η εκδοχή του Αριστοτέλη ευσταθεί, τότε η πράξη του ζεύγους εναντίον του ΄Ιππαρχου δείχνει ότι όντως είχαν σκοπό έστω και αφελώς να ανατρέψουν την τυραννίδα σκοτώνοντας μόνοι ή με λίγους συνενόχους τον Ίππαρχο και τον Ιππία. Είναι όμως πιθανό ο Ίππαρχος να έστειλε το Θετταλό να προσβάλει την αδελφή του Αρμόδιου και από αυτό να προέκυψε η σύγχυση στο κείμενο του Αριστοτέλη.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη οι δύο ερωμένοι είχαν αποφασίσει να σκοτώσουν πρώτα τον Ιππία, αλλά όταν είδαν έναν συνωμότη να του μιλά ιδιαιτέρως, φοβήθηκαν ότι η σωματοφυλακή του τύραννου είχε ήδη ενημερωθεί και ότι δεν είχαν ελπίδες να προλάβουν να τον σκοτώσουν. Από φόβο λοιπόν απομακρύνθηκαν τρέχοντας και αποφάσισαν να σκοτώσουν τον Ίππαρχο, τον οποίο και βρήκαν λίγο πιο πέρα αφύλαχτο. Όμως έδρασαν σπασμωδικά και μεμονωμένα, χωρίς να περιμένουν τους συνενόχους τους και έτσι τίναξαν στον αέρα το σχέδιό τους.

Ένα ακόμη σημείο στο οποίο διαφωνεί ο Αριστοτέλης προς τον Θουκυδίδη είναι ως προς τον ορισμό της ημερομηνίας με βάσει τη δυνατότητα οπλοφορίας ή για το τέχνασμα του Ιππία που ζήτησε από όλους να αφήσουν τα όπλα τους κάτω ώστε να ξεχωρίσει και να συλλάβει όσους είχαν αρνηθεί να αφοπλιστούν ή έφεραν μαχαίρια. Αυτό ο Αριστοτέλης το χαρακτηρίζει ανακρίβεια, επειδή εκείνη την εποχή ούτως ή άλλως απαγορευόταν η οπλοφορία και κυρίως στη διάρκεια εορτών με κοσμοσυρροή. Τα όπλα -λέει ο Αριστοτέλης- επιτράπηκαν αργότερα στην πομπή των Παναθηναίων, επί δημοκρατίας[18]. Αλλη πηγή αναφέρει ότι το ζευγάρι είχε κρυμμένα τα σπαθιά του επειδή ακριβώς δεν επιτρεπόταν η οπλοφορία και αυτό στηρίζει περισσότερο την εκδοχή του Αριστοτέλη στο συγκεκριμένο ζήτημα, του οπλισμού.

Στη συνέχεια πάντως ο Αριστογείτονας βασανίστηκε τρομερά και αποκάλυψε πολλά ονόματα συνωμοτών που ήταν μάλιστα και φίλοι του Ιππία. Ο Αριστοτέλης δεν είναι βέβαιος για το κατά πόσον ο τυραννοκτόνος έδινε τα πραγματικά ονόματα των συνεργατών του. Αναφέρει[19] ότι μπορεί όσα κατέδιδε να ευσταθούσαν, αλλά μπορεί και να κατονόμαζε σκόπιμα φίλους του Ιππία που ήταν στην πραγματικότητα αμέτοχοι, επιδιώκοντας να εκτελεστούν και έτσι να αποδυναμωθεί αλλά και να απομονωθεί ακόμα περισσότερο ο Πεισιστρατίδης. Ο τύραννος όντως τότε εκτέλεσε πολλούς από εκείνους που κατονόμασε ο Αριστογείτονας.

Όταν πια ο τελευταίος δεν άντεχε άλλα βασανιστήρια και επεδίωκε να τον εκτελέσουν, ζήτησε να δει τον Ιππία για να του κάνει σοβαρές αποκαλύψεις. Του είπε ότι θα του έδινε κι άλλα ονόματα και πρότεινε το χέρι του για να σφραγίσουν με χειραψία[20] τη συμφωνία. Αμέσως μετά μέμφθηκε κοροϊδευτικά τον Ιππία ότι έδωσε το χέρι του στο φονιά του αδελφού του και έξαλλος εκείνος, τράβηξε το σπαθί του και τον σκότωσε.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Ιππίας έγινε έξαλλος και τον σκότωσε όταν ο Αριστογείτονας του είπε ότι όσα του είχε αποκαλύψει για την υποτιθέμενη συμμετοχή φίλων του στη συνωμοσία ήταν ψέματα και ότι έτσι είχε καταφέρει έτσι να τον κάνει να εκτελέσει όλους τους φίλους του[21]

Η εκδοχή του Διόδωρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Διόδωρος ο Σικελός διαφωνεί προς τον Αριστοτέλη και συμφωνεί με τον Θουκυδίδη για το όνομα του Πεισιστρατίδη που είχε ερωτευθεί τον Αρμόδιο. Λέει μάλιστα ότι ο Θεταλλός ήταν ο πιο σοφός γιος του Πεισίστρατου[22] και ήταν μάλιστα πράος και δημοκρατικός. Κατονομάζει ως σκληρούς και βίαιους τυράννους τον Ιππία και τον Ίππαρχο. Για τον δεύτερο λέει ότι ερωτεύθηκε έναν εξαιρετικής ομορφιάς νέο, τον Αρμόδιο, και έτσι "ενεπλάκη σε μια πολύ επικίνδυνη κατάσταση". Το αποσπασματικό κείμενο του Διόδωρου του Σικελού τελειώνει σε αυτό το σημείο και η ιστορία ξαναρχίζει από τη σύλληψη του Αριστογείτονα, για τον οποίο λέει ότι «όσο και να βασανίστηκε έμεινε πιστός στους φίλους του μέχρι τέλους»[23]

Άλλες απόψεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον διάλογο «΄Ιππαρχος» που παλιά αποδιδόταν στον Πλάτωνα αλλά οι περισσότεροι ειδικοί πιστεύουν πια ότι είναι αγνώστου συγγραφέα[24], αναφέρεται και άλλη εκδοχή. Σύμφωνα με αυτήν[25] ο Αριστογείτονας είχε ως ευνοούμενό του τον Αρμόδιο και είχε αναλάβει τη μόρφωσή του. Υπερηφανευόταν γενικά για την παιδεία που προσέφερε στον νεαρό και ταυτόχρονα έβλεπε τον ΄Ιππαρχο σαν αντίζηλο και αντίπαλο επειδή και εκείνος φρόντιζε για την εκπαίδευση νεαρών. Εκείνη την εποχή έτυχε ο νεαρός Αρμόδιος να είναι ερωτευμένος με έναν άλλο όμορφο αριστοκράτη νέο και αυτό το τρίτο πρόσωπο, ο νεαρός που δεν αναφέρεται το όνομά του, έδειχνε αναποφάσιστο –άλλοτε έδειχνε να προτιμά τον Αρμόδιο και άλλοτε τον Αριστογείτονα. Κάποια στιγμή το αγόρι αυτό γνώρισε τον Ίππαρχο και τον προτίμησε και από τους δύο, όχι μόνον εγκαταλείποντας για πάντα τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα αλλά και επιδεικνύοντας προς αυτούς περιφρόνηση. Έξαλλος τότε ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτονας αποφάσισαν να σκοτώσουν τον Ίππαρχο.

Η Λέαινα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάμεσα στα θύματα των βασανιστηρίων μετά την τυραννοκτονία, αναφέρεται και μία γυναίκα, η Λέαινα, την οποία ο Ιππίας συνέλαβε και βασάνισε επειδή ήταν ερωμένη του Αρμόδιου [26] ή του Αριστογείτονα[27][28] Παρά τα βασανιστήρια, εκείνη, είτε επειδή δεν ήξερε τίποτε είτε επειδή ήταν αποφασισμένη να προστατέψει τους φίλους του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα, δεν είπε τίποτε. Σύμφωνα με την παράδοση δάγκωσε ή έκοψε μόνη της τη γλώσσα της, ακριβώς για να μη μιλήσει[28]. Οι Αθηναίοι προς τιμή της μετά το 510 π.Χ. έστησαν στα Προπύλαια έναν χάλκινο λέοντα χωρίς γλώσσα.

Το όνειρο του Ίππαρχου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την παραμονή του θανάτου του, ο Ίππαρχος είχε δει στον ύπνο του[29] να στέκεται από πάνω του ένα πολύ ψηλός άνδρας και να λέει την εξής αινιγματική φράση: «ν’ αντέξεις αυτό που δεν αντέχει ούτε η καρδιά ενός λεονταριού, γιατί κανείς στη γη δεν μπορεί να αδικήσει ανθρώπους χωρίς να το πληρώσει». Συζήτησε το όνειρο με έναν ονειροκρίτη, αλλά μετά αποφάσισε να το εξετάσει κάποια άλλη καταλληλότερη στιγμή και έφυγε βιαστικά για την πομπή των Παναθηναίων.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. η επίθεση έγινε στη γιορτή των Παναθηναίων που κρατούσαν μια εβδομάδα και γίνονταν τον μήνα Εκατομβαιώνα, αλλά αυτός κατ’ άλλους αντιστοιχεί στο σημερινό Ιούλιο και κατ΄άλλους στον Αύγουστο
  2. Θουκυδίδης, Ιστορία ΣΤ, παράγραφος 54-59
  3. Διόδωρος ο Σικελός, βιβλίο 10ο, αποσπασματικό εδάφιο 17ο
  4. «The School of History. Athens in the Age of Socrates» του Mark Munn έκδοση University of California Press, 2000. Pp. 525. ISBN 0-520-21557-5, σελίδες 18 έως 22
  5. “The ancient Greeks: a critical history” Του John V. A. Fine
  6. Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, 58,1
  7. «Aspects of Greek History, 750-323 BC: A Source-Based Approach», του Terry Buckley, εκδόσεις Routledge, 1996, σελίδα 91 και 92
  8. «Plato’s democratic entanglements: Athenian Politics and the Practice of Philosophy» της Suzan Sara Monoson, σελίδες 21 έως 49
  9. Ηρόδοτος, βιβλίο Ιστοριών Ε ή 5ο βιβλίο, παράγραφοι 57 έως 62
  10. Θουκυδίδης, βιβλίο 6ο, παράγραφος 53.1
  11. Θουκυδίδης, βιβλίο 6ο, παράγραφος 54.3
  12. 12,0 12,1 Θουκυδίδης, βιβλίο 6ο, παράγραφος 56 ή LVI σε λατινική αρίθμηση
  13. οι δύο Πεισιστρατίδες συνήθιζαν ο ένας να στέκει στην κεαφή της πομπής και ο άλλος στο τέλος, δηλαδή στον Κεραμεικό και στο Λεωκόριον αντίστοιχα
  14. Θουκυδίδης, βιβλίο 6ο, παράγραφος 57 ή LVΙΙ σε λατινική αρίθμηση
  15. καὶ ὡς ἂν μάλιστα δι' ὀργῆς ὁ μὲν ἐρωτικῆς, ὁ δὲ ὑβρισμένος, ἔτυπτον καὶ ἀποκτείνουσιν αὐτόν.
  16. Θουκυδιδης, 6ο βιβλίο, παράγραδος 59: τοιούτῳ μὲν τρόπῳ δι' ἐρωτικὴν λύπην ἥ τε ἀρχὴ τῆς ἐπιβουλῆς καὶ ἡ ἀλόγιστος τόλμα ἐκ τοῦ παραχρῆμα περιδεοῦς Ἁρμοδίῳ καὶ Ἀριστογείτονι ἐγένετο.
  17. Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, 17-18
  18. Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, 18.4
  19. Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, 18.5
  20. Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, 18.6
  21. Πολύαινος, Στρατηγήματα, Βιβλίο 1ο, παράγραφος 22
  22. Διόδωρος Σικελός, αποσπάσματα, βιβλίο 10ο, τμήμα 17ο, παράγραφος 1
  23. Διόδωρος Σικελός, αποσπάσματα, βιβλίο 10ο, τμήμα 17ο, παράγραφος 2
  24. εξάλλου ο Πλάτωνας, στο Συμπόσιο, 182c, δείχνει να δέχεται διαφορετική άποψη αφού αναφέρει ότι «ο έρωτας του Αριστογείτονα και η φιλία του Αρμόδιου έγιναν τόσο ισχυρά στοιχεία, που διέλυσαν την εξουσία των τυράννων»
  25. στο εδάφιο229c και d του διαλόγου
  26. Αθήναιος ο Ναυκρατίτις, βιβλίο 13ο των Δειπνοσοφιστών, κεφάλαιο 596 παράγραφος F
  27. Πολύαινος, Στρατηγήματα, 8 βιβλίο, παράγραφος 45
  28. 28,0 28,1 Παυσανίας, Βιβλίο 10, παράγραφος 23
  29. Ηρόδοτος, Ιστοριών 5η, παράγραφος 56