Ιππίας ο τύραννος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ιππίας (575 π.Χ. -490 π.Χ.) ήταν γιος του τυράννου των Αθηνών Πεισίστρατου τον οποίο και διαδέχθηκε μαζί με τον αδελφό του Ίππαρχο το 527 π.Χ. Οι δύο Πεισιστρατίδες συγκυβέρνησαν για περίπου 13 χρόνια, μέχρι το καλοκαίρι του 514 π.Χ., όταν οι Αρμόδιος και Αριστογείτονας σκότωσαν για λόγους κυρίως προσωπικούς τον Ίππαρχο. Στη συνέχεια ο Ιππίας κυβέρνησε μόνος του για τέσσερα χρόνια, μέχρι το καλοκαίρι του 510 π.Χ. οπότε και η τυραννίδα ανατράπηκε με στρατιωτική επέμβαση του βασιλιά της Σπάρτης Κλεομένη –επέμβαση που εν μέρει προκλήθηκε και από τη διπλωματία των Αλκμεωνιδών προς το Μαντείο των Δελφών. Ο Ιππίας με την οικογένειά του εξορίστηκαν και η δημοκρατία αποκαταστάθηκε, αλλά ο τύραννος προσπάθησε να επανέλθει στην εξουσία της Αθήνας προσεταιριζόμενους τους Σπαρτιάτες. Το σχέδιό του δεν ευοδώθηκε από την Πελοποννησιακή συμμαχία και ο Ιππίας έφυγε άπραγος για την Περσία, όπου παρείχε συμβουλευτικές υπηρεσίες στον βασιλιά Δαρείο ώστε να τον αποκαταστήσει στην εξουσία των Αθηνών. Συμμετείχε ως σύμβουλος των Περσών και στη μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ.. Πέθανε την ίδια χρονιά, κατά πάσα πιθανότητα στη Λήμνο, κατά την επιστροφή των ηττημένων Περσών.

Προσωπική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χρονολογία γέννησης του Ιππία είναι άγνωστη, αλλά επειδή ο γιος του Πεισίστρατος ο νεότερος (εγγονός του τυράννου Πεισίστρατου) εξελέγη επώνυμος άρχων των Αθηνών το 521 π.Χ. και στη θέση αυτή δεν μπορούσε να εκλεγεί όποιος δεν είχε συμπληρώσει το 30ο έτος της ηλικίας του, τεκμαίρεται ότι ο Ιππίας θα πρέπει να ήταν τότε τουλάχιστον 50 ετών. Το γεγονός ότι εξακολουθούσε να ζει 30 χρόνια μετά την εκλογή του γιου του, το 490 π.Χ., μειώνει το εύρος των πιθανών χρονολογιών γέννησης και κατά συνέπεια λογικά γεννήθηκε κατά τη δεκαετία 570 - 580 π.Χ. Εκείνη την εποχή ο πατέρας του δεν είχε κινηθεί ακόμα για να γίνει τύραννος –το επιχείρησε για πρώτη φορά το 561 π.Χ.

Ο Ιππίας ήταν πάντως παιδί του πρώτου γάμου τουΠεισίστρατου και είχε ομογάλακτο αδελφό τον Ίππαρχο. Στη συνέχεια ο Πεισίστρατος απέκτησε μια κόρη και άλλα δύο αγόρια, από την δεύτερη σύζυγό του Τιμώνασσα, τον Θετταλό και τον Ηγησίστρατο. Αναφέρεται ως παιδί του δεύτερου γάμου και άλλος ένας ετεροθαλής αδελφός του Ιππία ονόματι Ιοφώντας που όμως δεν είναι διόλου βέβαιο ότι υπήρξε πράγματι και που αν υπήρξε, τεκμαίρεται ότι πέθανε πολύ νέος.

Ο Ιππίας σε αντίθεση με τον Ίππαρχο και το Θετταλό απέκτησε δική του οικογένεια. Παντρεύτηκε την κόρη του Καλλία, Μυρρίνη ή Μυρσίνη,[1][2] με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά. Πληροφορίες υπάρχουν για τον Πεισίστρατο (τον προαναφερόμενο γιο του) και την Αρχιδίκη. Η κόρη αυτή πέθανε στην Λάμψακο, όπου κατ εντολή του πατέρα της είχε παντρευτεί για λόγους πολιτικών ισορροπιών τον εκεί τύραννο.

Ο Πεισίστρατος ο νεότερος, γιος του Ιππία και εγγονός του τύραννου Πεισίστρατου φέρεται ότι προσπάθησε να κάνει πολιτική σταδιοδρομία πολύ αργότερα στην Αθήνα, όταν είχε καταλαγιάσει το μένος κατά της τυραννίας, αλλά μάλλον εξοστρακίστηκε ή εξορίστηκε κι εκείνος.

Προσωπική δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα στοιχεία για τη ζωή του και την προσωπικότητά του προτού γίνει τύραννος είναι ελάχιστα. Και στη συνέχεια υπάρχει αρκετή ασάφεια, επειδή πολλές πολιτικές κινήσεις γίνονταν από κοινού με τον αδελφό του ΄Ιππαρχο. Έτσι δεν υπάρχει τρόπος να αποσαφηνιστεί τι ακριβώς έκανε ο ίδιος μεμονωμένα ούτε μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για τη βίαιη συμπεριφορά που του καταμαρτυρούν, αν δηλαδή ήταν πάντα στυγνός και τυραννικός και τον συγκρατούσε κάπως ο αδελφός του ή αν ήταν πράος και ευέλικτος, αλλά έχασε την ψυχραιμία του όταν δολοφονήθηκε ο Ίππαρχος και πείσθηκε ότι αντιμετώπιζε συνωμοσία στην οποία συμμετείχαν ακόμα και φίλοι του.

Ο Ιππίας αναφέρεται ως νέος μεμονωμένα σε ελάχιστα περιστατικά. Ένα από αυτά δείχνει ότι όσο ζούσε ο πατέρας του, του είχε αναθέσει να ξεκαθαρίσει το Σαρωνικό από τους πειρατές. Συγκεκριμένα κάποια στιγμή ένας νεαρός ερωτεύθηκε την αδελφή του Ιππία και «κλέφτηκαν». Ο νεαρός αυτός ονομαζόταν Θρασυμήδης ή Θρασύβουλος[3] και πήρε την κόρη του Πεισίστρατου για να καταφύγουν στην Αίγινα με πλοίο. Ο Ιππίας έτυχε να περιπολεί με τον στόλο για πειρατές και επειδή το πλοιάριο του Θρασύβουλου κινείτο με μεγάλη ταχύτητα το θεώρησε ύποπτο και συνέλαβε το πλήρωμα. Οι άνδρες του Θρασύβουλου δεν λιποψύχησαν ούτε ικέτεψαν και φέρονται να είπαν στον Ιππία «να τους κάνει ό,τι νομίζει». Όταν ο Πεισίστρατος ενημερώθηκε για την ανεύρεση της κόρης του και όλα τα καθέκαστα, ο Ιππίας ή η Τιμώνασσα πρότειναν να εκτελεστεί ο ερωτευμένος απαγωγέας και ο τύραννος διαφώνησε: «αν σκοτώνουμε όσους μας αγαπάνε, τότε τι πρέπει να κάνουμε σε όσους μας μισούν;» φέρεται να είπε. Και εκτιμώντας το θάρρος του νεαρού, του επέτρεψε να παντρευτεί την κόρη του.

Ο Ιππίας αναφέρεται σε άλλη μία περίπτωση και συγκεκριμένα στην τρίτη και οριστική επάνοδο του πατέρα του στην Αθήνα, το 546 π.Χ. Τότε ο Πεισίστρατος ζούσε στην Ερέτρια επειδή είχε εξοριστεί από την Αθήνα. Συζήτησε όμως με τους γιους του το μέλλον τους και ο Ιππίας φέρεται να επέμεινε να ανακαταλάβουν την εξουσία στην Αθήνα. Συμβούλεψε[1] τον πατέρα του να συγκεντρώσουν όσα τους χρωστούσαν όλες οι πόλεις που τους είχαν υποχρέωση σε χρήμα και σε άνδρες και να κινηθούν εναντίον του στρατού των Αθηνών, που ίσως πίστευαν ότι δεν θα προέβαλε και σθεναρή αντίσταση. Ο Πεισίστρατος πείσθηκε και έτσι συγκέντρωσαν στρατό και χρήματα από τη Θήβα, το Άργος και τη Νάξο. Ο Πεισίστρατος και οι γιοι του νίκησαν τα αθηναϊκά στρατεύματα στη μάχη της Παλλήνης και αυτή τη φορά η τυραννίδα εδραιώθηκε.

Η συγκυβέρνηση με τον Ίππαρχο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Πεισιστρατίδες

Η τυραννίδα των Πεισιστρατιδών τα πρώτα χρόνια φαίνεται να ήταν σχετικά ήπια[4] όπως του πατέρα τους[5] και ίσως αρχικά ακόμα πιο διαλλακτική. Οι φόροι μάλλον παρέμειναν ή μειώθηκαν στο 5% και η οικονομία της Αθήνας ήταν σε καλή κατάσταση. Με εξαίρεση την οικογενειοκρατία και τον περιορισμό της πολιτικής δράσης, δεν φαίνεται να υπήρχε έντονη λαϊκή δυσαρέσκεια στο πρώτο διάστημα της κυβέρνησης των Πεισιστρατιδών. Το εμπόριο ανθούσε, οι γεωργοί εξακολουθούσαν να επιδοτούνται, γίνονταν πολλά δημόσια έργα και η Αθήνα, χάρη στον Ίππαρχο κυρίως, είχε αρχίσει να γίνεται παράλληλα ένα λαμπρό πολιτισμικό κέντρο.

Ο Ίππαρχος θεωρείται από όλους τους ιστορικούς ως ο διανοούμενος της οικογένειας και ο Ιππίας από τους περισσότερους ως ο ιθύνων πολιτικός νους, χωρίς όμως επ’ αυτού να υπάρχει ομοφωνία. Άλλοι ιστορικοί –οι περισσότεροι- υποστηρίζουν ότι ο ουσιαστικός και τυπικός διάδοχος του Πεισίστρατου ήταν ως πρωτότοκος ο Ιππίας, που ήταν και πολιτικότερος, ενώ ο Ίπππαρχος «ενδιαφερόταν κυρίως για τις τέχνες και τις διασκεδάσεις»[6][7] Αλλοι υποστηρίζουν ότι πρωτότοκος και πολιτικότερος συνάμα ήταν ο Ίππαρχος γι΄ ατό και η τυραννίδα όσο ζούσε ήταν σχετικά διαλλακτική. Τέλος κάποιοι υποστηρίζουν ότι δεν υπήρχε ηγετικός ρόλος μεταξύ τους και ότι ταυτίζονταν αρκετά ώστε κυριολεκτικά να συγκυβερνούν. Η τελευταία άποψη δεν τεκμηριώνεται και μάλλον οφείλεται στο γεγονός ότι η πολιτική αδιαφάνεια της τυραννίδας δεν επέτρεπε στους Αθηναίους να γνωρίζουν πώς και από ποιον ακριβώς λαμβάνονταν οι αποφάσεις και με δεδομένη εξάλλου την οικογενειοκρατία της εποχής, έβλεπαν και αντιμετώπιζαν τους Πεισιστρατίδες συνολικά ως οικογένεια.

Ανεξαρτήτως του ποιος πραγματικά κινούσε τα πολιτικά νήματα, είναι γεγονός ότι αμέσως μετά το θάνατο του Πεισίστρατου επειδή υπήρχε κίνδυνος οι άλλες ισχυρές οικογένειες να ανατρέψουν την τυραννίδα, ο Ιππίας φρόντισε να νομιμοποιήσει κάπως τη θέση του φροντίζοντας να εκλεγεί επώνυμος άρχων το έτος 526 π.Χ. Επίσης οι Πεισιστρατίδες ή ίσως ο Ιππίας προσωπικά έκανε άνοιγμα προς τις άλλες πλούσιες και ισχυρές οικογένειες, επιτρέποντας να εκλεγούν επώνυμοι άρχοντες τα επόμενα χρόνια ο Κλεισθένης των Αλκμεωνιδών και ο Μιλτιάδης, γόνος της πολιτικά αντίπαλης οικογένειας του Ολυμπιονίκη Κίμωνα. Όμως μετά από ένα σύντομο διάστημα ευελιξίας και ισορροπιών, το σχήμα κατέρρευσε και οι σχέσεις των Πεισιστρατιδών με τις υπόλοιπες ισχυρές οικογένειες και πάλι επιδεινώθηκαν.

Ο Ιππίας αναφέρεται ξανά στο ζήτημα της δολοφονίας του ολυμπιονίκη Κίμωνα. Φέρεται[8] ότι μαζί με τον Ίππαρχο έδωσαν την εντολή να δολοφονηθεί, επειδή ως πλούσιος και Ολυμπιονίκης ήταν πολύ δημοφιλής, άρα –κατά τη γνώμη τους- συνιστούσε εν δυνάμει απειλή για την τυραννίδα.

Σε όλο το διάστημα της κυβέρνησης των Πεισιστρατιδών , διατηρείτο και ο προσωπικός μισθοφορικός στρατός των τυράννων. Ο στρατός αυτός πληρωνόταν εν μέρει από τα εισοδήματα που είχαν τα δύο αδέλφια από το Παγγαίο και συγκεκριμένα από τις επιχειρήσεις στα ορυχεία χρυσού και ασημιού που εκμεταλλευόταν παλιότερα ο πατέρας τους και τα οποία τώρα είχαν κληρονομήσει εκείνοι και εν μέρει από το δημόσιο ταμείο των Αθηνών.

Η δολοφονία του αδελφού του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το καλοκαίρι του 514 ένα ζευγάρι εραστών, ο Αρμόδιος και Αριστογείτονας, ήρθε σε σύγκρουση με τον Ίππαρχο για καθαρά προσωπικούς λόγους. Για τα γεγονότα υπάρχουν διάφορες εκδοχές, αλλά οι περισσότεροι συμφωνούν πως η διαμάχη ξεκίνησε όταν ο Πεισιστατίδης Ίππαρχος προσπάθησε να ξελογιάσει το νεαρό Αρμόδιο και να τον αποσπάσει από τον ερωμένο του Αριστογείτονα. Όταν ο Αρμόδιος απέρριψε τις ερωτικές προτάσεις του Ίππαρχου, αυτός θύμωσε και για να εκδικηθεί το νεαρό, προσέβαλε βαριά και δημοσίως την αδελφή του και τον ίδιο.

Ο Αριστογείτονας ήταν ήδη εξοργισμένος από τις δύο προσπάθειες του Ίππαρχου να του αποσπάσει τον νεαρό ερωμένο του ο δε Αρμόδιος τώρα ζητούσε την προστασία του βαθύτατα προσβεβλημένος. Αποφάσισαν να πάρουν δραστικά μέτρα είτε επειδή πίστευαν πως η σύγκρουση θα κλιμακωνόταν εις βάρος τους είτε επειδή είχαν χάσει την ψυχραιμία τους. Είπαν τα σχέδιά τους σε ελάχιστους φίλους ώστε να επιτεθούν όλοι μαζί στον Ίππαρχο, πιθανόν και στον Ιππία, ώστε να καταλύσουν την τυραννίδα και να απαλλαγούν δια παντός και οι ίδιοι αλλά και οι άλλοι που υπέφεραν. Σύμφωνα με το Θουκυδίδη, πίστευαν ότι επειδή θα σκότωναν τον Ίππαρχο δημοσίως στη γιορτή των Μεγάλων Παναθηναίων, την ημέρα της πομπής, θα ξεσηκώνονταν και άλλοι πολίτες και έτσι –κατά τη γνώμη τους- δεν χρειαζόταν να μετέχουν πολλοί της συνωμοσίας.

Όταν όμως πήγαν να υλοποιήσουν το σχέδιό τους –σχέδιο που κανείς ιστορικός δεν είναι βέβαιος πώς ακριβώς είχε- είδαν ένα άτομο που μετείχε στη συνωμοσία να μιλά εμπιστευτικά στον Ιππία[9] και πίστεψαν ότι τους προέδιδε. Βέβαιοι πως θα τους συνελάμβαναν από στιγμή σε στιγμή και θα τους σκότωναν, λειτούργησαν σπασμωδικά και έτρεξαν να βρουν τον Ίππαρχο, που ήξεραν ότι βρισκόταν στο Λεωκόριον (στον Κεραμεικό), επειδή ο ένας τύραννος στεκόταν πάντα στην κεφαλή της πομπής των Πανανθηναίων και ο άλλος στο τέλος. Τον σκότωσαν χωρίς να περιμένουν τους συνενόχους τους. Ο μεν Αριστογείτονας μέσα στην γενική αναστάτωση και την κοσμοσυρροή διέφυγε, αλλά πιάστηκε πολύ γρήγορα, ο δε Αρμόδιος σκοτώθηκε επί τόπο από τη σωματοφυλακή του Ίππαρχου.

Όταν ο Ιππίας έμαθε ότι γινόταν απόπειρα ανατροπής της τυραννίδας στο Λεωκόριον –γιατί δεν ήξερε το κίνητρο της ερωτικής αντιζηλίας- με προσοχή και ψυχραιμία διέταξε να γίνει σωματική έρευνα σε όλους τους πολίτες και να συλληφθούν όσοι έφεραν όπλα. Στη συνέχεια έγιναν και άλλες πολλές συλλήψεις, κυρίως όταν άρχισε η ανάκριση και τα βασανιστήρια του Αριστογείτονα. Ο Αριστογείτονας όπως έλεγαν αργότερα οι οπαδοί του δημοκρατικού κόμματος[10] επίτηδες κατέδωσε ως συνωμότες πολλούς σημαντικούς άνδρες της εποχής και μάλιστα φίλους του Ιππία. Στόχος του ήταν να εκτελεστούν οι φιλοτυραννικοί και να αποδυναμωθεί η εξουσία του Ιππία. Άλλοι όμως υποστήριζαν ότι αυτοί που κατονομάστηκαν ήταν όντως ενήμεροι της συνωμοσίας για την ανατροπή της τυραννίδας. Όπως και να έχει, ο Ιππίας πίστεψε τα λεγόμενα του Αριστογείτονα και όχι μόνον συνέλαβε πολλούς φίλους του, αλλά και τους εκτέλεσε με συνοπτικές διαδικασίες. Πιθανόν εξόρισε αμέσως και πολλούς, όπως τους Αλκμεωνίδες.

Σύμφωνα με τον Πολύαινο, ο Αριστογείτονας βασανιζόμενος κάποια στιγμή είπε στον Ιππία ότι κατάφερε να τον κοροϊδέψει και τον έκανε να εκτελέσει τους πιστότερους φίλους του,[11] οπότε έξαλλος ο Ιππίας τον σκότωσε με το σπαθί του. Δεν μπορεί κανείς να ξέρει αν όντως ο Αριστογείτονας είπε αυτή τη φράση, αλλά ούτε και να ξέρει αν έστω και τότε έλεγε την αλήθεια ή ήθελε απλώς να προκαλέσει στον Ιππία απόγνωση.

Ο οικονομικός κλονισμός της τυραννίδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάποιοι πιστεύουν ότι η τυραννίδα κλονίστηκε σημαντικά από την ενέργεια του ερωτικού ζευγαριού, αλλά αυτό παρότι προπαγανδίστηκε πολύ από τους Αθηναίους, δεν φαίνεται να τεκμηριώνεται ιδιαίτερα. Ο φόνος του Ίππαρχου ιστορικά φαίνεται πως μόνον έμμεσα μπορεί να κλόνισε την τυραννίδα, επειδή πιθανολογείται ότι οδήγησε τον Ιππία σε σπασμωδικές κινήσεις. Εντούτοις ο Ιππίας στη συνέχεια αντιμετώπισε μια σειρά από σοβαρά προβλήματα που από μόνα τους αρκούσαν για να τον κλονίσουν και να τον οδηγήσουν σε αδιέξοδες ενέργειες.

Όταν πέθανε ο Ίππαρχος, ο Ιππίας ένιωσε πολιτικά και ψυχικά απομονωμένος. Ήταν πεπεισμένος ότι εξυφαινόταν αντιτυραννική συνωμοσία και δεν ήξερε ποιον να εμπιστευτεί. Αυτή η πεποίθησή του, σε συνδυασμό πιθανόν και με την οδύνη για την απώλεια του αδελφού του, αλλά και την αγωνία για την ίδια του την ζωή, τον οδήγησε πράγματι στη λήψη αυστηρότερων μέτρων και όλοι οι ιστορικοί συμφωνούν πως στο εξής η τυραννίδα έγινε σκληρότερη. Παράλληλα όμως ο Ιππίας αντιμετώπιζε και τον επεκτατισμό των Περσών. Αυτό το 513 π.Χ., με την εκστρατεία του Δαρείου στη Σκυθία, είχαν εδραιωθεί στη Θράκη και την ανατολική Μακεδονία, στερώντας[12] τον Αθηναίο τύραννο από το χρυσάφι του Παγγαίου.[13] Ο ετεροθαλής αδελφός του, στο μεταξύ, ο γιος του Πεισίστρατου Ηγησίστρατος, που ήταν από χρόνια τύραννος στο Σίγειο,[14] τώρα πια (από το 514/513 π.Χ. και μετά) εκπροσωπούσε τον περσικό θρόνο και ήταν ουσιαστικά υποτελής των Περσών.

Αυτά τα γεγονότα άρχισαν ίσως να τον προβληματίζουν για στενότερη συνεργασία με τους Πέρσες. Επέλεξε τότε να παντρέψει την κόρη του Αρχιδίκη με έναν μη Αθηναίο, τον Αιαντίδη Ίπποκλο, τύραννο της Λαμψάκου, παρότι ήταν ξένος και ο γάμος ήταν υποτιμητικός για τους Πεισιστρατίδες. Ο γάμος έγινε επειδή ο Ιππίας χρειαζόταν περισσότερα ερείσματα στην περσική επικράτεια. Ο Μιλτιάδης τύραννος τότε της Θρακικής Χερσονήσου, θα μπορούσε ως Αθηναίος να αποτελέσει σημείο πολιτικής επιρροής στην Περσία, αλλά αφενός ήταν εχθρικός προς τον ίδιο τον Ιππία λόγω του φόνου του πατέρα του Κίμωνα, αφ ετέρου δεν ήταν τόσο δουλικός προς τους Πέρσες όσο οι Λαμψακηνοί. Συγκεκριμένα όταν οι Πέρσες κατά την προέλασή τους στη Σκυθία (σημερινή Ρουμανία και Ουκρανία) πέρασαν την πλωτή γέφυρα του Δούναβη,, ο Μιλτιάδης ήταν της άποψης οι Ίωνες να συμμαχήσουν με τους Σκύθες και καταστρέψουν τη γέφυρα ώστε να αποκοπεί ο περσικός στρατός. Οι Λαμψακηνοί όμως υποστήριξαν τους Πέρσες, ίσως επειδή οι τελευταίοι μετέφεραν και ομήρους από ιωνικές πόλεις ακριβώς για να φυλάσσουν τα νώτα τους. Στην καθαρά φιλοπερσική στάση των Λαμψακηνών στήριξε μάλλον ο Ιππίας την απόφασή του[15] να δώσει την κόρη του σε έναν από αυτούς.

Διάφορα οικονομικά προβλήματα-που δεν ερμηνεύονται αποκλειστικά από την διακοπή εισοδημάτων από το Παγγαίο- οδήγησαν τον Ιππία και σε μια φορομπηχτική πολιτική που του στέρησε ίσως και τα τελευταία λαϊκά ερείσματα που είχε. Αυτή την πολιτική ορισμένοι την αποδίδουν στο μίσος του προς τους πολίτες εξαιτίας του φόνου του αδελφού του, όμως οι υπόλοιπες ενέργειές του δεν δείχνουν κάτι τέτοιο και το πιθανότερο είναι ότι το ταμείο της πόλης ήταν πράγματι προβληματικό. Φορολόγησε πάντως τα μπαλκόνια, τις εξωτερικές σκάλες που οδηγούσαν σε πρώτο όροφο, τις αυλές και όσες πόρτες σπιτιών άνοιγαν προς τα έξω. Χαρακτήρισε όλα τα προαναφερόμενα κρατική περιουσία και είπε στους δημότες ότι τους ανήκε μόνον ό,τι δεν εξείχε από το σπίτι τους. Οι δημότες αναγκάστηκαν τότε για να τα διατηρήσου, να τα αγοράσουν από το κράτος. Παράλληλα φορολόγησε[16] με μεγάλο για την εποχή ποσό τόσο τις γεννήσεις όσο και τους θανάτους –για κάθε θάνατο ή γέννηση στην οικογένειά τους, οι Αθηναίοι έπρεπε να καταβάλλουν (σε σημερινά μέτρα όγκου) ένα λίτρο κριθάρι, άλλο τόσο σιτάρι και έναν ασημένιο οβολό -1/6 της δραχμής.

Επίσης προχώρησε με ανορθόδοξο τρόπο στην υποτίμηση του νομίσματος υποσχόμενος ότι θα κυκλοφορήσει νέα κέρματα –πήρε όλα τα παλιά σε χαμηλότερη τιμή και μετά επανακυκλοφόρησε τα ίδια. Άλλο μέτρο που φέρεται να πήρε ήταν μάλλον υπέρ των ολιγαρχικών. Συγκεκριμένα τους πρότεινε αντί να πληρώσουν ως όφειλαν ένα μεγάλο ποσό για χορηγία τριήρεως ή για άλλο μεγάλο έργο, να καταθέσουν ένα ποσό μικρότερο από αυτό στο ταμείο του κράτους και να γραφτεί το όνομά τους ως χορηγών[16] –δηλαδή εκείνοι γράφονταν ως χορηγοί δίνοντας λιγότερα χρήματα από το κανονικό, το κράτος (ή ο ίδιος ο Ιππίας) συγκέντρωνε μετρητά και η πραγματική χορηγία (τριήρης ή συσσίτια) όμως δεν πραγματοποιείτο.

Προσπάθειες ανατροπής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 513π.Χ. μνημονεύεται μια ανεπιτυχής αντιτυραννική πράξη από κάποιον νέο ονόματι Κήδωνα,[17] αλλά δεν υπάρχουν περισσότερα στοιχεία και μάλλον επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό και όχι για οργανωμένο κίνημα κατά της τυραννίας. Την ίδια χρονιά πάντως κινήθηκαν εναντίον του και οι Αλκμεωνίδες τους οποίους πρόσφατα είχε εξορίσει. Συγκεκριμένα, οι ζάπλουτοι Αλκμεωνίδες, κατάφεραν το 513 π.Χ. να συμμαχήσουν με άλλους συγγενείς τους, τους Παιονίδες,[18] και να συγκεντρώσουν μεγάλο αριθμό μισφοφόρων, με τους οποίους ενώθηκαν και πολίτες από το άστυ των Αθηνών. Οχυρώθηκαν στο Λειψύδριο[19] και προσπάθησαν ανεπιτυχώς να καταλύσουν την τυραννίδα. Παρά την ήττα τους πάντως ο Ιππίας ένιωσε έντονη ανασφάλεια και άρχισε να τειχίζει (το 512 π.Χ.) τη Μουνιχία,[20] με σκοπό να διαμένει στο εξής εκεί, επειδή φοβόταν για την εξουσία και τη ζωή του. Πολλοί έβρισκαν πιθανό το ενδεχόμενο να στραφεί για υποστήριξη άμεσα στους Πέρσες.

Η ανατροπή του Ιππία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ανατροπή του Ιππία έπαιξε καθοριστικό ρόλο το χρήμα των Αλκμεωνιδών και ο τότε βασιλιάς της Σπάρτης, Κλεομένης Α΄ Συγκεκριμένα, οι Αλκμεωνίδες κινούνταν εναντίον της τυραννίδας όχι μόνον στρατιωτικά, αλλά και διπλωματικά. Είχαν φροντίσει να διαθέσουν πολλά χρήματα για την ανακαίνιση του Μαντείου των Δελφών μετά την καταστροφή του το 548 π.Χ. από πυρκαϊά, και έτσι είχαν κερδίσει την εύνοια της πόλης των Δελφών αλλά και του Μαντείου και της Πυθίας. Αυτό ή και η άμεση δωροδοκία[21] της Πυθίας είχε σαν αποτέλεσμα κάθε φορά που πήγαινε Σπαρτιάτης για χρησμό, εκείνη να ολοκληρώνει τα λεγόμενά της πάντα με την ίδια επωδό: «και να ελευθερώσετε την Αθήνα».[22] Παράλληλα οι Αλκμεωνίδες υποστήριζαν από χρόνια ότι η φωτιά που είχε καταστρέψει το Μαντείο ήταν εμπρησμός[23] από ανθρώπους του Πεισίστρατου. Ο Ιππίας επιπλέον είχε καλές σχέσεις με το Άργος, που τότε ήταν ισχυρό και εχθρικό προς τη Σπάρτη. Όλα αυτά δημιουργούσαν αρνητικό κλίμα στη Σπάρτη για την αθηναϊκή κυβέρνηση των Πεισιστρατιδών.

Ο βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης ίσως προβληματιζόταν έντονα και για την περίπτωση που ο Ιππίας μήδιζε, δηλαδή γινόταν υποχείριο των Περσών στην Ελλάδα και άρα πλέον απειλούσε δυναμικά τη Σπάρτη. Δεν μπορεί κανείς να ξέρει τα πραγματικά κίνητρά του Σπαρτιάτη βασιλιά, αλλά επισήμως επικαλέσθηκε τους επανειλημμένους χρησμούς του Μαντείου των Δελφών και έπεισε την πόλη του να ανατρέψει την τυραννίδα των Αθηνών.

Η πρώτη εκστρατεία υπό τον Σπαρτιάτη Αγχίμολο το 511 π.Χ. απέτυχε. Ο σπαρτιατικός στρατός τότε είχε μετακινηθεί με πλοία, με σκοπό να κάνει απόβαση στο Φάληρο. Ο Ιππίας το είχε πληροφορηθεί, όμως, εγκαίρως και είχε προλάβει να καλέσει 1.000 Θεσσαλούς ιππείς και να αποψιλώσει το Φάληρο[12] ώστε το ιππικό τους να επελάσει ορμητικά. Οι αθηναϊκές δυνάμεις του Ιππία και το ιππικό των Θεσσαλών κατάφεραν να απωθήσουν και να νικήσουν τον Αγχίμολο, οπότε ο Κλεομένης αποφάσισε να εκστρατεύσει ο ίδιος εναντίον της Αθήνας, αυτή τη φορά οδικά, την άνοιξη ή το καλοκαίρι του 510 π.Χ..

Η νέα στρατιωτική επέμβαση ήταν επιτυχής και ο Ιππίας πολιορκήθηκε στην Ακρόπολη των Αθηνών. Ενώ η κατάσταση ήταν στάσιμη, έκανε το λάθος[24] να προσπαθήσει να φυγαδεύσει από το φρούριο της ακρόπολης τους συγγενείς του. Ο Κλεομένης το έμαθε, τους συνέλαβε ως ομήρους, εκβίασε με τη ζωή τους τον Ιππία και αυτός αποχώρησε από την Ακρόπολη, με αντάλλαγμα να αφήσουν εκείνον και την οικογένειά του να φύγουν από την Αττική ζωντανοί. Τους δόθηκε περιθώριο 5 ημερών και όντως οι Πεισιστρατίδες έφυγαν για να καταφύγουν στον ετεροθαλή αδελφό του Ιππία, Ηγησίστρατο. Στη συνέχεια οι Αθηναίοι προχώρησαν σε δίκες και καταδίκες πεισιστρατικών, γιατί ναι μεν οι συγγενείς του Πεισίστρατου ήταν υπόσπονδοι και δεν μπορούσαν να τους πειράξουν, αλλά οι οπαδοί δεν είχαν καμία προστασία.

Η δημοκρατία αποκαταστάθηκε εξαιρετικά γρήγορα και οι Αλκμεωνίδες ανέκαμψαν υπό τον Κλεισθένη, ο οποίος διαπιστώνοντας ότι οι αριστοκρατικοί και οι ολιγαρχικοί συσπειρώνονταν γύρω από τον Ισαγόρα, επένδυσε πολιτικά στους δημοκρατικούς, των οποίων και ταχύτατα ηγήθηκε.[25][26] Οι Αλκμεωνίδες τότε έγιναν ξαφνικά «κόκκινο πανί» για τη Σπάρτη, ενώ ο Ισαγόρας στην Αθήνα παρότι νικητής, έβλεπε ότι δεν μπορούσε να επιβληθεί στις αποφάσεις του δήμου και στις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, που κατέβαζε τις προτάσεις του προς ψήφιση ως απλός βουλευτής. Οι αποφάσεις του δήμου τώρα παραγκώνιζαν τους ολιγαρχικούς και περιόριζαν έως απέκλειαν τις πιθανότητες για εγκαθίδρυση ολιγαρχικού πολιτεύματος στην Αθήνα. Ο Ισαγόρας ζήτησε τότε τη βοήθεια των Σπαρτιατών.

Οι μετανιωμένοι Σπαρτιάτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Κλεομένης Α΄

Οι Σπαρτιάτες είχαν ήδη μετανιώσει που βοήθησαν τους Αθηναίους και ο βασιλιάς τους Κλεομένης αποφάσισε να ανταποκριθεί στο κάλεσμα του Ισαγόρα ζητώντας από το δήμο των Αθηναίων να εξορίσει τους «μιαρούς Αλκμεωνίδες» (εννοούσε για το Κυλώνειο Άγος ) που «επιπλέον είχαν δωροδοκήσει το Μαντείο των Δελφών και είχαν παρασύρει τη Σπάρτη στην αρχική επέμβασή της με ψεύτικους χρησιμούς» ενώ τώρα «φέρονταν από πάνω και αχάριστα» -εννοώντας προφανώς ότι δεν χαρίζονταν στους ολιγαρχικούς. Οι Αθηναίοι υποχώρησαν και εξόρισαν τους Αλκμεωνίδες, αλλά ο Ισαγόρας και πάλι δεν μπορούσε να ελέγξει την πολιτική κατάσταση, οπότε κάλεσε τον Κλεομένη να επέμβει στρατιωτικά. Αυτός εμφανίστηκε στην Αθήνα, αλλά με μικρή στρατιωτική δύναμη[27] και όταν πήγε να διαλύσει τη Βουλή των 500 και να την ξανακάνει των 300, ορίζοντας μάλιστα αυτοί οι τριακόσιοι να είναι οπαδοί του Ισαγόρα ο δήμος αντέδρασε σθεναρά[28] και ο Ισαγόρας με τον Κλεομένη βρέθηκαν πολιορκημένοι στην Ακρόπολη. Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς αναγκάστηκε να φύγει ταπεινωμένος για τη Σπάρτη και οι Αλκμεωνίδες επανήλθαν, με τον Κλεισθένη δριμύτερο στα δημοκρατικά μέτρα, ουσιαστικά δηλαδή στις μεταρρυθμίσεις που θα διασπούσαν για πάντα τις τοπικιστικές δυνάμεις των ολιγαρχικών και θα έδιναν περισσότερη εξουσία στους εμπόρους και τους βιοτέχνες.

Τότε ο Κλεομένης εξέτασε το ενδεχόμενο να επανέλθει στρατιωτικά εγκαθιδρύοντας αυτή τη φορά τον Ιππία. Κάλεσε επί τούτου την συνέλευση της Πελοποννησιακής συμμαχίας στην οποία απευθύνθηκε προσωπικά και ο Ιππίας που ήρθε για το λόγο αυτό από το Σίγειο. Όμως αντέδρασε πολύ έντονα η Κόρινθος και το σχέδιο ναυάγησε.

Όταν δηλαδή οι Κορίνθιοι έμαθαν ότι στόχος ήταν η επαναφορά της τυραννίδας,[29] είπαν «αν στους Σπαρτιάτες αρέσουν οι τυραννίδες, να εγκαθιδρύσουν μία στην πατρίδα τους». Είχαν πάντως οι Κορίνθιοι και συμφέρον να ανθεί η Αθήνα ώστε να απειλεί την Αίγινα που ήταν η βασική τους ενόχληση. Ο Ιππίας φώναξε τότε «θα έρθει η ώρα που οι Κορίνθιοι θα μετανιώσετε για την υποστήριξή σας προς την Αθήνα!» και έφυγε για το Σίγειο, από όπου σύντομα κατευθύνθηκε στην Περσία.

Με την εξουδετέρωση των αντιπάλων τους, οι Αλκμεωνίδες ήταν πια αρκετά εδραιωμένοι, αλλά ένιωθαν την απειλή της Σπάρτης. Θεώρησαν ότι το μοναδικό σημείο στήριξης που τους απέμενε ήταν η Περσία και έστειλαν πρεσβεία στις Σάρδεις. Εκεί ο σατράπης της Λυδίας Αρταφέρνης τους ξεκαθάρισε ότι η συμμαχία επί ίσοις όροις αποκλειόταν και ότι η μόνη περίπτωση να έχουν την υποστήριξη του Πέρση βασιλιά, ήταν να δήλωναν υποτέλεια. Εκείνοι συσκέφθηκαν και έκριναν σύμφορο να παράσχουν «γη και ύδωρ» προς τον βασιλέα της Περσίας χωρίς όμως να έχουν τέτοια εξουσιοδότηση. Όταν επέστρεψαν, τους μέμφθηκαν για την πρωτοβουλία τους, που όμως δεν είχε και ιδιαίτερο μέλλον. Σύντομα ο Ιππίας έπεισε τους Πέρσες ότι εκείνος ήταν η κατάλληλη επιλογή και όταν οι Αθηναίοι επανήλθαν διπλωματικά για να ενημερώσουν τον Αρταφέρνη να μη δίνει σημασία «σε εξόριστους των Αθηνών» (δηλαδή στον Ιππία), εκείνος τους είπε ότι αν δεν αποδεχτούν τον Ιππία ως τύραννό τους δεν θα έχουν καμία υποστήριξη από την Περσία.[30] Οι Αθηναίοι αρνήθηκαν και από τότε κάθε διάλογος με την Περσία έπαυσε.

Το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Περσικοί πόλεμοι

Ο Ιππίας συμμετείχε παρά τη μεγάλη του ηλικία στην εκστρατεία των Περσών στην Ελλάδα ως σύμβουλος, ώστε μεταξύ άλλων και να τους υποδείξει το κατάλληλο σημείο για απόβαση. Μια νύχτα πριν είχε δει μάλιστα στον ύπνο του ότι κοιμόταν με τη μητέρα του και το είχε ερμηνεύσει περιχαρής ως ένδειξη πως οι Πέρσες θα νικούσαν και ο ίδιος θα επανερχόταν στην πατρίδα του ως ηγέτης. Όταν όμως τα πλοία των Περσών λίγο πριν από το Μαραθώνα σταμάτησαν σε μια νησίδα, έτυχε να φταρνιστεί πολύ έντονα και λόγω της μεγάλης του ηλικίας, του έπεσαν δυο-τρία δόντια στην άμμο. Προσπάθησε σαν τρελός να τα βρει, αλλά στάθηκε αδύνατον, Από εκείνη τη στιγμή ήταν βέβαιος πως αυτό αποτελούσε οιωνό ότι οι Πέρσες θα ηττούνταν και εκείνος δεν θα ξανάβρισκε ποτέ την δύναμή του –δηλαδή την εξουσία. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, πέθανε στο γυρισμό των Περσών κάπου στο Αιγαίο, μάλλον στη Λήμνο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Ηρόδοτος, Βιβλίο 1ο, παράγραφος 61 ή LXI σε λατινικούς αριθμούς
  2. Η γυναίκα του Ιππία Μυρρίνη αναφαίρετα περιπαικτικά ως «Βυρσίνα του Ιππία» στην κωμωδία του Αριστοφάνη «Ιππείς», όπου κατηγορείται κάποιος ότι είναι παιδί ενός μισθοφόρου των Πεισιστρατιδών και συγκεκριμένα ενός που ανήκε στη φρουρά της γυναίκας του Ιππία. Το λογοπαίγνιο παραπέμπει στο ότι εκείνη ήταν δερμάτινη,στίχος 445
  3. Πλούταρχος, Ηθικά, Αποφθέγματα βασιλέων και ηγετών, και Πολύαινος, Στρατηγήματα, αριθμός 14 για τον Θρασυμήδη, τον νεαρό που αλλού αναφέρεται ως Θρασύβουλος και που παντρεύτηκε τελικά την κόρη του Πεισίστρατου
  4. 5] οὐδὲ γὰρ τὴν ἄλλην ἀρχὴν ἐπαχθὴς ἦν ἐς τοὺς πολλούς, ἀλλ' ἀνεπιφθόνως κατεστήσατο: καὶ ἐπετήδευσαν ἐπὶ πλεῖστον δὴ τύραννοι οὗτοι ἀρετὴν καὶ ξύνεσιν, καὶ Ἀθηναίους εἰκοστὴν μόνον πρασσόμενοι τῶν γιγνομένων τήν τε πόλιν αὐτῶν καλῶς διεκόσμησαν καὶ τοὺς πολέμους διέφερον καὶ ἐς τὰ ἱερὰ ἔθυον. [6] τὰ δὲ ἄλλα αὐτὴ ἡ πόλις τοῖς πρὶν κειμένοις νόμοις ἐχρῆτο, πλὴν καθ' ὅσον αἰεί τινα ἐπεμέλοντο σφῶν αὐτῶν ἐν ταῖς ἀρχαῖς εἶναι. καὶ ἄλλοι τε αὐτῶν ἦρξαν τὴν ἐνιαύσιον Ἀθηναίοις ἀρχὴν
  5. Θουκυδίδης 6o βιβλίο, παράγραφος 54,5
  6. Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, 18
  7. Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Βιβλίο Δεύτερο, Κεφάλαιο «Αθήναι»
  8. Ηρόδοτος, 6ο βιβλίο, παράγραφος 103
  9. Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, εδάφιο 18,3
  10. Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, 18,5
  11. Πολύαινος, Στρατηγήματα, Βιβλίο 1ο, παράγραφος 22
  12. 12,0 12,1 Ιστορία του Ελληνική Εθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμος Γ1, σελίδα 266
  13. ο πατέρας του Πεισίστρατος είχε στο Παγγαίο προσωπικές επιχειρήσεις και ορυχείο χρυσού, από το οποίο ο γιος του εξακολουθούσε μέχρι πρόσφατα να έχει εισοδήματα
  14. στα παράλια της Μικράς Ασίας, κοντά στο αρχαία Τροία
  15. Θουκυδίδης, 6ο βιβλίο, παράγραφος 59
  16. 16,0 16,1 Οικονομικά, έργο αποδιδόμενο στον Αριστοτέλη αλλά όχι με βεβαιότητα, εδάφιο 2.1347
  17. Ιστορία του ελληνικού έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Κλασικός Ελληνισμός, σελίδα 266 και άλλες πηγές αναφέρουν ένα δημοφιλές στιχάκι που έλεγαν οι Αθηναίοι στις προπόσεις τους: «Κέρνα και για τον Κήδωνα/Αν για τους ανδρείους πίνεις/Δεν είν’ σωστό να τον ξεχνάς»
  18. οι Παιονίδες ζούσαν στα βόρεια της Αττικής
  19. στην Πάρνηθα, στη θέση της σημερινής Κορακοφαλέζας
  20. στη σημερινή Καστέλα του Πειραιά
  21. ὡς ὦν δὴ οἱ Ἀθηναῖοι λέγουσι, οὗτοι οἱ ἄνδρες (οι Αλμεωνίδες δηλαδή) ἐν Δελφοῖσι κατήμενοι ἀνέπειθον τὴν Πυθίην χρήμασι (Ηρόδοτος βιβλίο 5, 63)
  22. «προφέρειν σφι τάς Αθήνας ελευθερούν» (Ηρόδοτος, βιβλιο 5, 63)
  23. Αν και η πυρκαϊά είχε όντως προξενήσει τεράστιες ζημίες ύψους 300 ταλάντων στο Μαντείο, παραμένει άγνωστο αν επρόκειτο για εμπρησμό και πολύ περισσότερο αν πίσω από τον εμπρησμό αυτό κρύβονταν οι Πεισιστρατίδες.
  24. Ηρόδοτος, Τερψιχόρη, βιβλίο 5ο, παράγραφος 65
  25. Ιστορία του Ελληνική Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμος Γ1, σελίδα 267
  26. Ηρόδοτος, Τερψιχόρη, βιβλίο 5ο, παράγραφος 66
  27. Ηρόδοτος, Τερψιχόρη, βιβλίο 5ο, παράγραφος 65
  28. Ηρόδοτος, Τερψιχόρη, βιβλίο 5ο, παράγραφος 75
  29. Ηρόδοτος, Τερψιχόρη, 5ο βιβλίο, παράγραφος 92
  30. Ηρόδοτος, Τερψιχόρη, 5ο βιβλίο, παράγραφος 96