Ούννοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Ούνοι)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ούννοι σε μάχη με τους Αλανούς. Γκραβούρα της δεκαετίας του 1870.
Ο Αττίλας εισβάλει στην Ιταλία. Πίνακας του Β. Κέκα, 19ος αιώνας.
Η επιδρομή των βαρβάρων στην Ευρώπη τον 5ο αι. μ.Χ. ήταν αποτέλεσμα της καταστροφής των Γότθων από τους Ούνους το 372-375 μ.Χ.
Ουννικό σετ στολιδιών αλόγου, 4ος αιώνας, Μουσείο Τέχνης Γουόλτερς (Βαλτιμόρη)

Οι Ούννοι ήταν νομαδικός λαός που έζησε στην Κεντρική Ασία, τον Καύκασο και την Ανατολική Ευρώπη μεταξύ του 4ου και του 6ου αιώνα μ.Χ. Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή παράδοση αναφέρθηκε για πρώτη φορά ότι ζούσαν ανατολικά του ποταμού Βόλγα σε μια περιοχή που εκείνη την εποχή ανήκε στη Σκυθία. Η άφιξη των Ούννων συνδέεται με τη μετανάστευση προς τα δυτικά ενός Ιρανικού λαού, των Αλανών. [1]Το 370 μ.Χ. οι Ούννοι είχαν φτάσει στο Βόλγα και το 430 οι Ούννοι είχαν δημιουργήσει μια τεράστια, αν και βραχύβια, επικράτεια στην Ευρώπη, υποτάσσοντας τους Γότθους και πολλούς άλλους γερμανικούς λαούς που ζούσαν έξω από τα ρωμαϊκά σύνορα και αναγκάζοντας πολλούς άλλους να καταφύγουν στα Ρωμαϊκά εδάφη. Οι Ούννοι, ειδικά υπό το βασιλιά τους Αττίλα, έκαναν συχνές και καταστροφικές επιδρομές στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Το 451 εισέβαλαν στη Δυτική Ρωμαϊκή επαρχία της Γαλατίας, όπου πολέμησαν έναν ενωμένο στρατό Ρωμαίων και Βησιγότθων στη Μάχη των Καταλανικών Πεδίων, και το 452 εισέβαλαν στην Ιταλία. Μετά το θάνατο του Αττίλα το 453, οι Ούννοι έπαψαν να αποτελούν σημαντική απειλή για τη Ρώμη και έχασαν μεγάλο μέρος της αυτοκρατορίας τους μετά τη Μάχη του Νεντάο (454;). Απόγονοι των Ούννων, ή διάδοχοί τους με παρόμοια ονόματα, καταγράφονται από γειτονικούς πληθυσμούς στα νότια, ανατολικά και δυτικά να έχουν καταλάβει τμήματα της Ανατολικής Ευρώπης και της Κεντρικής Ασίας από τον 4ο ως τον 6ο περίπου αιώνα. Παραλλαγές του ονόματος των Ούννων καταγράφονται στον Καύκασο μέχρι τις αρχές του 8ου αιώνα.

Το 18ο αιώνα ο Γάλλος λόγιος Ζοζέφ ντε Γκιν έγινε ο πρώτος που πρότεινε μια σύνδεση μεταξύ των Ούννων και του λαού Σιονγκ-νου, που ήταν βόρειοι γείτονες της Κίνας από τον 3ο αιώνα π.Χ. ως τα τέλη του 1ου αιώνα μ.Χ.[2] Από την εποχή του Γκιν σημαντική επιστημονική προσπάθεια έχει γίνει για τη διερεύνηση μιας τέτοιας σύνδεσης και το θέμα παραμένει αμφιλεγόμενο. Οι σχέσεις τους με άλλες οντότητες όπως οι Ιρανοί Ούννοι και οι Ινδοί Χούνα έχουν επίσης αμφισβητηθεί. Ο Πρίσκος, Βυζαντινός διπλωμάτης και ιστορικός του 5ου αιώνα, αναφέρει ότι οι Ούννοι είχαν τη δική τους γλώσσα, από την οποία όμως ελάχιστα έχουν διασωθεί και οι συγγένειές της αποτελούν επί αιώνες αντικείμενο συζητήσεων. Πολλές άλλες εθνικές ομάδες συμπεριλαμβάνονταν υπό την εξουσία του Αττίλα, μεταξύ αυτών πολλές που μιλούσαν τα Γοτθικά, που μερικοί σύγχρονοι συγγραφείς περιγράφουν ως Lingua franca.

Πολύ λίγα είναι γνωστά για τον πολιτισμό των Ούννων και πολύ λίγα αρχαιολογικά κατάλοιπα έχουν συσχετιστεί αναμφισβήτητα με αυτούς. Πιστεύεται ότι χρησιμοποιούσαν χάλκινα καζάνια και ότι έκαναν τεχνητή κρανιακή παραμόρφωση. Δεν υπάρχει περιγραφή της θρησκείας τους της εποχής του Αττίλα, αλλά είναι τεκμηριωμένες πρακτικές όπως η μαντεία και πιθανή η ύπαρξη σαμάνων. Είναι επίσης γνωστό ότι οι Ούννοι είχαν μια δική τους γλώσσα, ωστόσο μόνο τρεις λέξεις και προσωπικά ονόματα το πιστοποιούν. Από οικονομική άποψη είναι γνωστό ότι ασκούσαν μια μορφή νομαδικής κτηνοτροφίας. Καθώς η επαφή τους με το ρωμαϊκό κόσμο μεγάλωνε η οικονομία τους συνδεόταν όλο και περισσότερο με τη Ρώμη μέσω φόρων, επιδρομών και εμπορίου. Δεν φαίνεται να είχαν μια ενιαία κυβέρνηση όταν εισήλθαν στην Ευρώπη, αλλά μάλλον ανέπτυξαν μια ενιαία φυλετική ηγεσία κατά τη διάρκεια των πολέμων τους με τους Ρωμαίους. Οι Ούννοι κυβέρνησαν διάφορους λαούς που μιλούσαν διάφορες γλώσσες και μερικοί από τους οποίους διατηρούσαν τους δικούς τους ηγεμόνες. Η κύρια στρατιωτική τους τεχνική ήταν η έφιππη τοξοβολία.

Οι Ούννοι είναι πιθανό να προκάλεσαν τις Μεγάλες μεταναστεύσεις, έναν παράγοντα που συνέβαλε στην κατάρρευση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.[3] Η ανάμνηση των Ούννων επέζησε επίσης σε διάφορους βίους χριστιανών αγίων, όπου οι Ούννοι παίζουν το ρόλο των ανταγωνιστών, καθώς και στους γερμανικούς ηρωικούς μύθους, όπου οι Ούννοι είναι ποικιλοτρόπως ανταγωνιστές ή σύμμαχοι των γερμανικών κύριων φυσιογνωμιών. Στην Ουγγαρία αναπτύχθηκε ένας θρύλος με βάση τα μεσαιωνικά χρονικά ότι οι Ούγγροι, και ειδικότερα η εθνοτική ομάδα Σέκελι, κατάγονται από τους Ούννους. Ωστόσο η βασική ιστορική άποψη απορρίπτει τη στενή σχέση μεταξύ των Ούγγρων και των Ούννων.[4] Η σύγχρονη κουλτούρα συνδέει γενικά τους Ούννους με ακραία σκληρότητα και βαρβαρότητα.[5]

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ούννοι ήταν μια συνομοσπονδία ομάδων πολεμιστών, έτοιμων να ενσωματώσουν άλλες ομάδες για να αυξήσουν τη στρατιωτική τους δύναμη στην ευρασιατική στέπα, από τον 4ο ώς τον 6ο αιώνα μ.Χ. Οι περισσότερες πτυχές της εθνογένεσής τους (όπως η γλώσσα τους και οι σχέσεις τους με άλλους λαούς της στέπας) είναι ασαφείς. Ο Βάλτερ Πολ (Αυστριακός ιστορικός γεν. 1953) αναφέρει ρητά : "Το μόνο που μπορούμε να πούμε με σιγουριά είναι ότι το όνομα Ούννοι, στην ύστερη αρχαιότητα, περιέγραφε επιβλητικές κυρίαρχες ομάδες πολεμιστών της στέπας".

Ο Ρωμαίος ιστορικός Αμμιανός Μαρκελλίνος, που ολοκλήρωσε το έργο του της ιστορίας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τη δεκαετία του 390, ανέφερε ότι "ο λαός των Ούννων ... κατοικεί πέρα από τη Θάλασσα του Αζόφ κοντά στον παγωμένο ωκεανό". Ο Ιερώνυμος τους συσχετίζει με τους Σκύθες σε μια επιστολή, γραμμένη τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή των Ούννων στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας το 395. Η εξίσωση των Ούννων με τους Σκύθες, μαζί με ένα φόβο ερχομού του Αντίχριστου στα τέλη του 4ου αιώνα, ήταν η αφορμή για την ταύτισή τους με τους δαίμονες Γκογκ και Μαγκόγκ (που, σύμφωνα με ένα λαϊκό θρύλο, ο Μέγας Αλέξανδρος τους είχε κλείσει πίσω από απρόσιτα βουνά). Αυτή η δαιμονοποίηση των Ούννων εκφράζεται επίσης στο έργο "Getica" (Γετική) του Ιορδάνη, γραμμένο τον 6ο αιώνα, που τους παρουσίαζε ως λαό που καταγόταν από "ακάθαρτα πνεύματα" και εξεδίωξε τις γοτθικές μάγισσες.

Σχέση με τους Σιονγκ-νου και με άλλους λαούς με το όνομα Ούννοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επικράτεια και επιρροή των Σιονγκ-νου υπό τον Μαντού Σανγιού γύρω στο 205 π.Χ., το θεωρούμενο τόπο καταγωγής των Ούννων.

Από το Ζοζέφ ντε Γκιν το 18ο αιώνα οι ιστορικοί έχουν συσχετίσει τους Ούννους που εμφανίστηκαν στα σύνορα της Ευρώπης τον 4ο αιώνα μ.Χ. με τους Σιονγκ-νου, που είχαν εισβάλει στην Κίνα από τα εδάφη της σημερινής Μογγολίας μεταξύ του 3ου π.Χ. και του 2ου μ.Χ. αιώνα. Ο Ότο Γ. Μένχεν-Χέλφεν (Αυστριακός ιστορικός 1894-1969) ήταν ο πρώτος που αμφισβήτησε την παραδοσιακή προσέγγιση, βασισμένη κυρίως στη μελέτη των γραπτών πηγών, και έδωσε έμφαση στη σημασία της αρχαιολογικής έρευνας. Στη συνέχεια, ο προσδιορισμός των Σιονγκ-νου ως προγόνων των Ούννων είναι αμφιλεγόμενος.

Χάλκινοι λέβητες

Η ομοιότητα των εθνωνύμων τους είναι ένας από τους σημαντικότερους δεσμούς μεταξύ των δύο λαών. Ο βουδιστής μοναχός Νταρμαράξα, που ήταν σημαντικός μεταφραστής ινδικών θρησκευτικών κειμένων του 3ου αιώνα μ.Χ., χρησιμοποίησε τη λέξη Σιονγκ-νου μεταφράζοντας τις αναφορές στο λαό Χούνα στα Κινεζικά. Ένας Σογδιανός έμπορος περιέγραψε σε μια επιστολή, γραμμένη το 313 μ.Χ., την εισβολή στη βόρεια Κίνα του λαού "Χουν". Ο Ετιέν ντε λα Βεσιέρ (Γάλλος ιστορικός, γεν. 1969) υποστηρίζει ότι Χούνα και Χουν ήταν οι ακριβείς μεταγραφές του κινεζικού ονόματος "Σιονγκ-νου". Ο Αμερικάνος καθηγητής Κρίστοφερ Π. Άτγουντ απορρίπτει αυτή την ταύτιση λόγω "της πολύ μικρής φωνολογικής σχέσης" μεταξύ των τριών λέξεων. Για παράδειγμα το Σιονγκ-νου αρχίζει με ένα άφωνο δασύ ουρανικόφωνο, το Χούνα με ένα άφωνο δασύ γλωσσόφωνο, το Σιονγκ-νου είναι δισύλλαβο, ενώ το Χουν μονοσύλλαβο. Το κινέζικο Βιβλίο των Bέι (551-554) περιλαμβάνει αναφορές σε "υπολείμματα των απογόνων των Σιονγκ-νου", που ζούσαν στην περιοχή της οροσειράς Αλτάι στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. Σύμφωνα με τον Ντε λα Βεσιέρ οι κινέζικες πηγές αποδεικνύουν ότι νομαδικές ομάδες διατήρησαν τη Σιονγκ-νου ταυτότητά τους επί αιώνες μετά την πτώση της αυτοκρατορίας τους.

Τόσο οι Σιονγκ-νου όσο και οι Ούννοι χρησιμοποιούσαν χάλκινους λέβητες (καζάνια), παρόμοιους σε όλους τους λαούς της στέπας. Βασιζόμενος στη μελέτη και κατηγοριοποίηση των λεβήτων από αρχαιολογικούς χώρους των ευρασιατικών στεπών, ο Ιάπωνας αρχαιολόγος Τόσιο Χαγιάσι συμπεραίνει ότι η διάδοση των λεβήτων "μπορεί να υποδηλώνει τις μεταναστευτικές διαδρομές των ουννικών φυλών" από τη Μογγολία στη βόρεια περιοχή της Κεντρικής Ασίας το 2ο και τον 3ο αιώνα μ.Χ., και από την Κεντρική Ασία προς την Ευρώπη το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα, γεγονός που υποδηλώνει επίσης τη συσχέτιση των Ούννων με τους Σιονγκ-νου. Εντούτοις, οι Ούννοι εφάρμοζαν την τεχνητή κρανιακή παραμόρφωση (στα βρέφη), ενώ δεν υπάρχει μαρτυρία τέτοιας πρακτικής μεταξύ των Σιονγκ-νου. Το έθιμο αυτό συνηθιζόταν στις ευρασιατικές στέπες ήδη από την Εποχή του Χαλκού και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου, αλλά γύρω στα 500 π.Χ. εξαλείφθηκε. Άρχισε να διαδίδεται ξανά μεταξύ των κατοίκων της περιοχής του ποταμού Ταλάς και του οροπεδίου του Παμίρ τον 1ο αιώνα π.Χ. Εκτός από τους Ούννους το έθιμο μαρτυρείται επίσης μεταξύ των Γιουέ-τσι (νομαδικός λαός της Κίνας) και των Αλανών. Η μακριά αλογοουρά, που ήταν χαρακτηριστικό της κόμης των Σιονγκ-νου, δεν φαίνεται να τεκμηριώνεται μεταξύ των Ούννων.

Γράφοντας για τη σχέση μεταξύ Σιονγκ-νου και Ούννων, ο ιστορικός Χιουν Τζιν Κιμ (Νέα Ζηλανδία) καταλήγει : "Έτσι η αναφορά σε δεσμούς με τους Σιονγκ-νου από την άποψη παλαιών φυλετικών θεωριών ή ακόμη εθνοτικών συγγενειών, αποτελεί απλώς παρωδία της ιστορικής πραγματικότητας αυτών των εκτεταμένων πολυεθνικών, πολύγλωσσων αυτοκρατοριών της στέπας". Τονίζει επίσης ότι "οι πρόγονοι των βασικών ουννικών φυλών ... ήταν τμήμα της Αυτοκρατορίας των Σιονγκ-νου και διέθεταν ένα ισχυρό στοιχείο Σιονγκ-νου, και η άρχουσα ελίτ των Ούννων ... ισχυριζόταν ότι ανήκε στην πολιτική παράδοση αυτής της αυτοκρατορικής οντότητας." Λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό κενό μεταξύ των κινέζικων αναφορών για τους Σιονγκ-νου και των ευρωπαϊκών μαρτυριών για τους Ούννους, ο Πήτερ Χήθερ (Βρετανός ιστορικός, γεν. 1960) δηλώνει "Ακόμη και αν συσχετίσουμε κάπως τους Ούννους του 4ου αιώνα με [τους Σιονγκ-νου] του 1ου αιώνα, άπειρο νερό έχει περάσει κάτω από άπειρες γέφυρες σε 300 χρόνια χαμένης ιστορίας".

Όνομα και ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις κλασικές ευρωπαϊκές απαντάται στα ελληνικά το όνομα Οὖννοι και στα λατινικά Hunni ή Chuni.[6] [7] Ο Ιωάννης Μαλάλας καταγράφει το όνομά τους ως Οὖννα.[8] Μια άλλη πιθανή ελληνική παραλλαγή μπορεί να είναι οι Χοὖνοι, αν και η ταύτιση αυτής της ομάδας με τους Ούννους αμφισβητείται.[9] Οι κλασικές πηγές χρησιμοποιούν επίσης συχνά ονόματα παλαιότερων και άσχετων νομάδων της στέπας αντί του ονόματος Ούννοι, αποκαλώντας τους μεταξύ άλλων Μασσαγέτες, Σκύθες και Κιμμέριους.[10]

Η ετυμολογία του ονόματος είναι ασαφής. Διάφορες προτεινόμενες ετυμολογίες γενικά υποθέτουν τουλάχιστον ότι τα ονόματα των διαφόρων ευρασιατικών ομάδων που είναι γνωστές ως Ούννοι σχετίζονται. Έχουν προταθεί αρκετές τουρκογενείς ετυμολογίες, που ανάγουν το όνομα στα διάφορα τούρκικα ön,öna (μεγαλώνω), qun (λαιμαργός), kün, gün, επίθεμα πληθυντικού «υποτίθεται ότι σημαίνει «άνθρωποι»», qun (δύναμη ) και hün (θηριώδης).[11] Ο Oτο Μένχεν-Χέλφεν απορρίπτει όλες αυτές τις τουρκογενείς ετυμολογίες ως «απλές εικασίες».[12]Ο ίδιος προτείνει μια ιρανική ετυμολογία, από μια λέξη παρόμοια με την αβεστική hūnarā (δεξιότητα), hūnaravant- (επιδέξιος) και προτείνει ότι μπορεί αρχικά να όριζε μια τάξη και όχι μια εθνότητα.[13] Ο Ρόμπερτ Βέρνερr έχει προτείνει μια ετυμολογία από το τοχαρικό ku (σκύλος), υποδηλώνοντας - όπως αποκαλούσαν οι Κινέζοι τα σκυλιά των Σιονγκ-νου - ότι ο σκύλος ήταν το ζώο-τοτέμ της φυλής των Ούννων. Συγκρίνει επίσης το όνομα Μασσαγέτες, σημειώνοντας ότι το στοιχείο σακα σε αυτό σημαίνει σκύλος.[14] Άλλοι όπως ο Χάρολντ Μπ'ειλι, ο Σ. Παρλάτο και ο Τζάμσιντ Τσόκσι έχουν υποστηρίξει ότι το όνομα προέρχεται από μια ιρανική λέξη παρόμοια με την αβεστική Ẋyaona και ήταν ένας γενικευμένος όρος που σημαίνει «εχθροί, αντίπαλοι».[15] Ο Κρίστοφερ Ατγουντ απορρίπτει αυτή την πιθανότητα για φωνολογικούς και χρονολογικούς λόγους.[16] Αν και δεν καταλήγει σε μια ετυμολογία αυτή καθαυτή, ο Ατγουντ αντλεί το όνομα από τον ποταμό Ονγκι της Μογγολίας, που προφερόταν το ίδιο ή παρόμοια με το όνομα Σιονγκ-νου και υποδηλώνει ότι αρχικά ήταν ένα δυναστικό όνομα και όχι εθνικό.[17]

Εξωτερική εμφάνιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αρχαίες περιγραφές των Ούννων είναι ομοιόμορφες στο να τονίζουν την παράξενη εμφάνισή τους από τη ρωμαϊκή οπτική. Αυτές οι περιγραφές χαρακτηρίζουν συνήθως τους Ούννους ως τέρατα.[18] Ο Ιορδάνης τόνισε ότι οι Ούννοι ήταν μικρόσωμοι, είχαν μαυρισμένο δέρμα και στρογγυλά και άμορφα κεφάλια.[19] Διάφοροι συγγραφείς αναφέρουν ότι οι Ούννοι είχαν μικρά μάτια και επίπεδες μύτες. [20]Ο Ρωμαίος συγγραφέας Πρίσκος δίνει την ακόλουθη περιγραφή αυτόπτη μάρτυρα του Αττίλα: «Κοντός στο ανάστημα, με φαρδύ στήθος και μεγάλο κεφάλι, τα μάτια του ήταν μικρά, τα γένια του λεπτά και πασπαλισμένα με γκρι και είχε επίπεδη μύτη και μαυρισμένο δέρμα, που έδειχνε στοιχεία της καταγωγής του».[21]

Πολλοί μελετητές θεωρούν ότι αυτές είναι επικριτικές απεικονίσεις των φυλετικών χαρακτηριστικών των Ανατολικοασιατών ("Κίτρινη φυλή").[22] Ο Mένχεν-Χέλφεν υποστηρίζει ότι, ενώ πολλοί Ούννοι είχαν φυλετικά χαρακτηριστικά της Ανατολικής Ασίας, ήταν απίθανο να φαίνονταν τόσο Ασιάτες όσο οι Γιακούτιοι ή οι Τουνγκούζοι.[23] Σημειώνει ότι τα αρχαιολογικά ευρήματα των υποτιθέμενων Ούννων υποδηλώνουν ότι ήταν μια φυλετικά μικτή ομάδα, που περιείχε μόνο ορισμένα άτομα με χαρακτηριστικά της Ανατολικής Ασίας.[24] Ο Kιμ προειδοποιεί ομοίως να μην θεωρηθούν οι Ούννοι ως μια ομοιογενής φυλετική ομάδα, ενώ εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι «ανήκαν εν μέρει ή κατά κύριο λόγο στην κίτρινη φυλή (τουλάχιστον αρχικά).» [25]Μερικοί αρχαιολόγοι έχουν υποστηρίξει ότι τα αρχαιολογικά ευρήματα δεν έχουν αποδείξει ότι οι Ούννοι είχαν τέτοια χαρακτηριστικά[26] και ορισμένοι μελετητές υποστήριξαν ότι οι Ούννοι ήταν κυρίως «Καυκάσιοι» στην εμφάνιση.[27] Άλλοι αρχαιολόγοι έχουν υποστηρίξει ότι τα χαρακτηριστικά της κίτρινης φυλής εντοπίζονται κυρίως μεταξύ των μελών της Ουννικής αριστοκρατίας,[28] που ωστόσο περιλάμβανε και Γερμανούς ηγέτες που είχαν ενσωματωθεί στην πολιτεία των Ούννων.[29] Ο Κιμ υποστηρίζει ότι η σύνθεση των Ούννων έγινε σταδιακά πιο «καυκάσια» κατά την παραμονή τους στην Ευρώπη και σημειώνει ότι μέχρι τη Μάχη των Εθνών (Καταλανικών Πεδίων) (451), «η συντριπτική πλειονότητα» της συνοδείας και των στρατευμάτων του Αττίλα φαίνεται να ήταν ευρωπαϊκής καταγωγής, ενώ ο ίδιος φαίνεται να είχε χαρακτηριστικά της Ανατολικής Ασίας.[30]

Γενεσιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ντάμγκαρντ κ.α. το 2018 διαπίστωσαν ότι οι Ούννοι ήταν μικτής Ανατολικοασιατικής και Δυτικοευρασιατικής καταγωγής. Οι συγγραφείς της μελέτης υποστήριξαν ότι οι Ούννοι κατάγονταν από τους Σιονγκ-νου που επεκτάθηκαν προς τα δυτικά και αναμείχθηκαν με τους Σάκες.[31] [32]

Ο Νεπαράτσκι κ.α. το 2019 εξέτασαν τα λείψανα τριών ανδρών από τρία ξεχωριστά νεκροταφεία Ούννων του 5ου αιώνα στη Λεκάνη της Παννονίας. Βρέθηκε ότι έφεραν τις πατρικές απλοομάδες Q1a2, R1b1a1b1a1a1 και R1a1a1b2a2.[33] Στη σημερινή Ευρώπη η Q1a2 είναι σπάνια και έχει την υψηλότερη συχνότητά του μεταξύ των Σέκελι. Όλα τα αρσενικά των Ούννων που μελετήθηκαν αποδείχτηκε ότι είχαν καστανά μάτια και μαύρα ή καστανά μαλλιά και ότι είχαν μικτή ευρωπαϊκή και ανατολικοασιατική καταγωγή.[34]Τα αποτελέσματα ήταν συνεπή με την καταγωγή των Ούννων από τους Σιονγκ-νου.[35]

Σε μια διεπιστημονική μελέτη οι Σαβέλιεφ και Γιονγκ το 2020 δεν βρήκαν σαφή στοιχεία συνέχειας μεταξύ των Σιονγκ-νου και των Ούννων και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι κανένα γενετικό στοιχείο δεν υποδηλώνει ότι το συστατικό της στέπας των Ούννων προέρχεται από τους Σιονγκ-νου ή άλλους πληθυσμούς της ανατολικής στέπας. [36]

Ο Κέιζερ κ.α. το 2020 διαπίστωσαν ότι οι Σιονγκ-νου μοιράζονταν ορισμένους πατρικούς και μητρικούς απλότυπους με τους Ούννους και υποστήριξαν σε αυτή τη βάση ότι οι Ούννοι κατάγονταν από τους Σιονγκ-νου, που με τη σειρά τους ότι κατάγονταν από τους Σκυθο-Σίβηρες.[37]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πιθανή διαδρομή των κινήσεων των Ούννων προς τα δυτικά

Πριν τον Αττίλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2ο αιώνα μ.Χ. ο γεωγράφος Πτολεμαίος ανέφερε ένα λαό ονόματι Χοῦνοι ή Χουνοί κατά την απαρίθμηση των λαών της δυτικής περιοχής της Ευρασιατικής Στέπας. Οι Χούνοι ζούσαν "μεταξύ των Βαστάρνων (Γερμανικός λαός) και των Ρωξολανών (Σαρματικός λαός)", σύμφωνα με τον Πτολεμαίο. Ο Ιρλανδός ιστορικός Έντουαρντ Αρθουρ Τόμπσον (1914-1994) ανέφερε ότι η ομοιότητα μεταξύ των δύο εθνωνύμων (Χούνοι και Ούννοι) είναι απλή σύμπτωση. Συγγραφείς της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας γράφουν συχνά Χούννοι ή Χούνοι, αναφερόμενοι στους Ούννους, ενώ οι Βυζαντινοί δεν χρησιμοποιούσαν ποτέ το λαρυγγικό "[χ]" στην αρχή του ονόματός τους. Ο Μένχεν-Χέλφεν και ο Ούγγρος ιστορικός Ντένις Σίνορ (1916-2011) αντικρούουν επίσης τη συσχέτιση των Χούνων με τους Ούννους του Αττίλα. Εντούτοις ο Μένχεν-Χέλφεν υποστηρίζει ότι ο Αμμιανός Μαρκελλίνος αναφερόταν στην αναφορά του Πτολεμαίου για τους Χούνους, όταν έλεγε ότι οι Ούννοι "αναφέρονται μόνο συνοπτικά στους αρχαίους συγγραφείς". Ούτε απέκλειε οι Ουρουγούνδοι, που εισέβαλαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τις στέπες βορείως του Κάτω Δούναβη το 250 μ.Χ., σύμφωνα με το Ζώσιμο, να ταυτίζονται με τους Βουρουγούνδους, που ο Αγαθίας κατέτασσε μεταξύ των ουννικών φυλών.

Οι Ρωμαίοι συνειδητοποίησαν την παρουσία των Ούννων όταν οι εισβολές των τελευταίων στις στέπες του Πόντου ανάγκασαν χιλιάδες Γότθων να μετακινηθούν στον Κάτω Δούναβη για να ζητήσουν καταφύγιο στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το 376 μ.Χ., σύμφωνα με το σύγχρονο Αμμιανό Μαρκελλίνο. Η ξαφνική τους εμφάνιση στις γραπτές πηγές φανερώνει ότι οι Ούννοι δεν διέσχισαν τον ποταμό Βόλγα από τα ανατολικά πολύ νωρίτερα. Εισέβαλαν στη χώρα των Αλανών, που βρισκόταν στ΄ ανατολικά του ποταμού Ντον, σκοτώνοντας πολλούς από αυτούς και αναγκάζοντας όσους επέζησαν να υποταχθούν ή να διαφύγουν μέσω του Ντον. Οι λόγοι της ξαφνικής επίθεσης των Ούννων στους γειτονικούς λαούς είναι άγνωστοι. Αφού απέρριψε αρκετές πιθανές αιτίες (όπως μια κλιματική αλλαγή στις στέπες και η πίεση των γειτονικών λαών) ο Πήτερ Χήθερ συμπεραίνει ότι η Ουννική Αυτοκρατορία αναπτύχθηκε από "πολεμικές ομάδες εν τω γεννάσθαι", που εξαπέλυαν επικερδείς επιδρομές λεηλατώντας, οι οποίες τούς επέτρεψαν ν΄ αυξήσουν τη στρατιωτική τους δύναμη και να επιβάλουν την κυριαρχία τους στους γειτονικούς λαούς.

Αφού υπέταξαν τους Αλανούς, οι Ούννοι και οι Αλανοί βοηθητικοί τους άρχισαν να λεηλατούν τους πλούσιους οικισμούς των Γκρεουτούγκων, των ανατολικών Γότθων, δυτικά του ποταμού Ντον. Ο βασιλιάς των Γκρεουτούγκων, Ερμανάριχος, αντιστάθηκε για λίγο αλλά τελικά "βρήκε τη λύτρωση από τους φόβους του αφαιρώντας την ίδια του τη ζωή", σύμφωνα με τον Αμμιανό Μαρκελλίνο. Η αναφορά του Μαρκελλίνου αναφέρεται είτε στην αυτοκτονία του Ερμανάριχου, είτε στην τελετουργική θανάτωσή του. Τον διαδέχθηκε ο μικρανηψιός του Βιρθίμιρης, που πλήρωσε τους Ούννους για να στραφούν και πολεμήσουν κατά των Αλανών, που είχαν εισβάλει στη χώρα των Γκρεουτούγκων, αλλά σκοτώθηκε σε μάχη.

Μετά το θάνατο του Βιρθίμιρη οι περισσότεροι Γκρεουτούγκοι υποτάχθηκαν στους Ούννους. Εκείνοι που αποφάσισαν ν΄ αντισταθούν προχώρησαν στον ποταμό Δνείστερο - που ήταν το σύνορο ανάμεσα στις χώρες των Γκρεουτούγκων και των Θερβιγγίων, των δυτικών Γότθων - υπό την ηγεσία του Αλάθεου και του Σάφρακος (ονομαστική: Σάφραξ), γιατί ο γιος του Βιρθίμιρη, Βιδέριχος, ήταν παιδί ακόμα. Ο Αθανάριχος, ηγέτης των Θερβιγγίων, συνάντησε τους πρόσφυγες κατά μήκος του Δνείστερου επικεφαλής των στρατευμάτων του. Όμως ένας στρατός των Ούννων παρέκαμψε τους Γότθους και τους επιτέθηκε από πίσω, αναγκάζοντας τον Αθανάριχο να υποχωρήσει στα Καρπάθια. Ο Αθανάριχος ήθελε να οχυρώσει τα σύνορα, αλλά οι επιδρομές των Ούννων στις χώρες δυτικά του Δνείστερου συνεχίζονταν. Οι περισσότεροι Θερβίγγιοι συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούσαν ν΄ αντισταθούν στους Ούννους και κατέφυγαν στον Κάτω Δούναβη για να βρουν άσυλο στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Οι Γκρεουτούγκοι, υπό την ηγεσία του Αλάθεου και του Σάφρακος, βάδισαν επίσης προς τον ποταμό. Τα περισσότερα ρωμαϊκά στρατεύματα είχαν μεταφερθεί από τη Βαλκανική Χερσόνησο στην Αρμενία για να πολεμήσουν κατά της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών. Ο αυτοκράτορας Ουάλης επέτρεψε στους Θερβίγγιους να διασχίσουν τον Κάτω Δούναβη και να εγκατασταθούν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το φθινόπωρο του 376 μ.Χ. Τους Θερβίγγιους ακολούθησαν οι Γκρεουτούγκοι, και επίσης οι Ταϊφάλοι (γερμανική ή σαρματική φυλή) "και άλλες φυλές που παλιότερα ζούσαν με τους Γότθους" στα βόρεια του Κάτω Δούναβη, σύμφωνα με το Ζώσιμο. Η έλλειψη όμως τροφίμων και η κακοδιοίκηση έκαναν τους Γότθους να επαναστατήσουν στις αρχές του 377 και ο πόλεμος που ακολούθησε μεταξύ αυτών και των Ρωμαίων κράτησε πάνω από πέντε χρόνια.

Οι Βαρβαρικές εισβολές του 5ου αιώνα προκλήθηκαν από τη διάλυση των γοτθικών βασιλείων από τους Ούννους την περίοδο 372-375 μ.Χ. Η πόλη της Ρώμης καταλήφθηκε και λεηλατήθηκε από τους Βησιγότθους το 410 και από τους Βανδάλους το 455

Η υποστήριξη προς τους Γότθους οπλαρχηγούς μειώθηκε καθώς Γότθοι πρόσφυγες κατευθύνονταν στη Θράκη στην ασφάλεια των ρωμαϊκών φρουρών.

Μετά από αυτές τις εισβολές οι Ούννοι άρχισαν να αναφέρονται ως Φοιδεράτοι και μισθοφόροι. Ήδη το 380 σε μια ομάδα Ούννων παραχωρήθηκε το καθεστώς των Φοιδεράτων και τους επετράπη να εγκατασταθούν στην Παννονία. Ούννους μισθοφόρους βλέπουμε επίσης σε αρκετές περιπτώσεις αγώνων για τη διαδοχή της Ανατολικής και της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στα τέλη του 4ου αιώνα. Είναι πάντως πιθανότερο αυτές να αποτελούσαν μεμονωμένες μισθοφορικές ομάδες, παρά ένα ουννικό βασίλειο.

Το 395 οι Ούννοι άρχισαν την πρώτη μεγάλης κλίμακας επίθεσή τους κατά της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι Ούννοι επιτέθηκαν στη Θράκη, κατέλαβαν την Αρμενία και λεηλάτησαν την Καππαδοκία. Εισέβαλαν σε τμήματα της Συρίας, απείλησαν την Αντιόχεια και κατέκλυσαν τη ρωμαϊκή επαρχία της Ευφρατησίας. Οι δυνάμεις του Αυτοκράτορα Θεοδόσιου ήταν ολοκληρωτικά δεσμευμένες στη Δύση, έτσι οι Ούννοι κινήθηκαν ανενόχλητοι μέχρι το τέλος του 398, οπότε ο ευνούχος Ευτρόπιος συγκέντρωσε μια δύναμη αποτελούμενη από Ρωμαίους και Γότθους και πέτυχε την αποκατάσταση της ειρήνης. Είναι όμως ασαφές αν οι δυνάμεις του Ευτρόπιου νίκησαν τους Ούννους ή αν αποχώρησαν μόνοι τους. Δεν υπάρχει καταγραφή αξιόλογης νίκης του Ευτρόπιου, ενώ υπάρχει μαρτυρία ότι οι δυνάμεις των Ούννων αποχωρούσαν ήδη από την περιοχή οταν συγκέντρωσε τις δυνάμεις του.

Eίτε τραπέντες σε φυγή από τον Ευτρόπιο είτε αποχωρώντας μόνοι τους, οι Ούννοι εγκατέλειψαν την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το 398. Στη συνέχεια εισέβαλαν στην Αυτοκρατορία των Σασσανιδών. Η εισβολή τους ήταν αρχικά επιτυχής, πλησιάζοντας την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας Κτησιφώντα, αλλά υπέστησαν δεινή ήττα κατά την περσική αντεπίθεση και υποχώρησαν προς τον Καύκασο μέσω του Περάσματος Ντερμπέντ.

Κατά τη σύντομη διέλευσή τους από την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία φαίνεται ότι οι Ούννοι είχαν απειλήσει και φυλές δυτικότερα, όπως τεκμηριώνεται από την είσοδο στην Ιταλία του Γότθου βασιλιά Ραδάγασου το 405, και από το πέρασμα από τον ποταμό Ρήνο στη Γαλατία των Βανδάλων, των Σουηβών και των Αλανών. Οι Ούννοι τότε δεν εμφανίζονταν ως μια μοναδική δύναμη με ένα μοναδικό ηγέτη. Πολλοί Ούννοι χρησιμοποιούνταν ως μισθοφόροι τόσο από την Ανατολική και Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία όσο και από τους Γότθους. Ο Ουλντίν, ο πρώτος με το όνομά του γνωστός Ούννος, ηγείτο μιας ομάδας Ούννων και Αλανών, που πολεμούσαν κατά του Ραδάγασου, υπερασπιζόμενοι την Ιταλία. Ο Ουλντίν ήταν επίσης γνωστός για τη νίκη του κατά των Γότθων επαναστατών που δημιουργούσαν προβλήματα στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία γύρω από το Δούναβη, και τον αποκεφαλισμό του Γότθου ηγέτη Γάινα γύρω στα 400-401. Το κεφάλι του Γάινα παραδόθηκε στους Βυζαντινούς για να εκτεθεί στην Κωνσταντινούπολη στο πλαίσιο ανταλλαγής δώρων.

Οι Βυζαντινοί άρχισαν πάλι να αισθάνονται την πίεση των Ούννων του Ουλντίν το 408. Ο Ουλντίν διέσχισε το Δούναβη και κατέλαβε στη Μοισία ένα φρούριο ονόματι "Κάστρα Μάρτις", που προδόθηκε εκ των έσω, και στη συνέχεια προχώρησε σε λεηλασία της Θράκης. Οι Βυζαντινοί προσπάθησαν να εξαγοράσουν τον Ουλντίν, αλλά το ποσό ήταν τόσο μεγάλο ώστε αντί για τον ίδιο εξαγόρασαν τους υφισταμένους του, με αποτέλεσμα πολλές λιποταξίες από την ομάδα των Ούννων που ηγείτο.

Ο διάδοχος του Αλάριχου, Ατάουλφος, φαίνεται ότι είχε Ούννους μισθοφόρους στην υπηρεσία του νότια των Ιουλιανών Άλπεων το 409, που τους απέκρουσε άλλη μικρή ομάδα Ούννων, μισθωμένη από τον υπουργό του Ονώριου, Ολύμπιο. Αργότερα το 409 οι Ρωμαίοι τοποθέτησαν δέκα χιλιάδες Ούννους στην Ιταλία και στη Δαλματία για ν΄ αντιμετωπίσουν τον Αλάριχο, που στη συνέχεια εγκατέλειψε τα σχέδιά του να βαδίσει κατά της Ρώμης.

Υπό τον Αττίλα και τον Μπλέντα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αυτοκρατορία των Ούννων και των υποτελών τους ομάδων
Απεικόνιση του Αττίλα του δέκατου ένατου αιώνα.Τσερτόζα ντι Πάβια– Μετάλλιο στη βάση της πρόσοψης. Η λατινική επιγραφή λέει "αυτός είναι ο Αττίλας, η μάστιγα του Θεού".
Η συνάντηση του Λέοντος του Μέγα με τον Αττίλα του Ραφαήλ απεικονίζει τον Πάπα Λέοντα Α', συνοδευόμενο από τον Άγιο Πέτρο και τον Άγιο Παύλο, να συναντά τον αυτοκράτορα των Ούννων έξω από τη Ρώμη

Ο αρχηγός των Ούννων Ρουγίλας οργάνωσε ισχυρό κράτος και άρχισε τις επιδρομές και τις επιθέσεις εναντίον του βυζαντινού κράτους. Από το 434 οι αδελφοί Αττίλας και Μπλέντα (ελληνικά: Βλήδας) κυβερνούσαν μαζί τους Ούννους και ήταν εξ ίσου φιλόδοξοι με το θείο τους Ρουγίλα. Το 435 υποχρέωσαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία να υπογράψει τη Συνθήκη της Μάργου (σημερινό Ποζάρεβατς), προσφέροντας στους Ούννους εμπορικά δικαιώματα και καταβάλλοντάς τους ετήσιο φόρο. Οι Βυζαντινοί συμφώνησαν επίσης να παραδώσουν Ούννους πρόσφυγες (άτομα που μπορεί να είχαν απειλήσει την άνοδο των αδελφών στην εξουσία) για εκτέλεση. Με τα νότια σύνορά τους προστατευμένα από τους όρους της συνθήκης οι Ούννοι μπόρεσαν να στραφούν αποκλειστικά στην περαιτέρω υποταγή φυλών στα δυτικά.

Οι Ούννοι παραβίασαν τη συνθήκη το 440, όταν οι Αττίλας και Μπλέντα επιτέθηκαν στην "Κάστρα Κωνστάντια", Ρωμαϊκό φρούριο και εμπορικό σταθμό στις όχθες του Δούναβη. Οι Βυζαντινοί διέκοψαν την πληρωμή του συμφωνημένου φόρου και παραβίασαν και άλλους όρους της Συνθήκης της Μάργου, έτσι οι Ούννοι βασιλιάδες έστρεψαν πάλι τη προσοχή τους προς την Ανατολή. Αναφορές ότι ο Επίσκοπος της Μάργου είχε περάσει σε εδάφη των Ούννων και βεβήλωσε βασιλικούς τάφους, τους εξαγρίωσε ακόμη περισσότερο. Ξέσπασε πόλεμος μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών και οι Ούννοι εξουδετέρωσαν έναν αδύναμο βυζαντινό στρατό και ισοπέδωσαν τη Μάργο (σημερινό Ποζάρεβατς), τη Σιγγιδώνα (Βελιγράδι) και το Βιμινάκιο. Αν και υπογράφτηκε ανακωχή το 441, δύο χρόνια αργότερα η Κωνσταντινούπολη δεν μπόρεσε να καταβάλει το φόρο και ο πόλεμος επαναλήφθηκε. Στην εκστρατεία που ακολούθησε οι στρατιές των Ούννων έφθασαν ανησυχητικά κοντά στην Κωνσταντινούπολη, λεηλατώντας στο δρόμο τους τη Σερδική, την Αρκαδιούπολη και τη Φιλιππούπολη. Αφού υπέστη συντριπτική ήττα στη Μάχη της Χερσονήσου, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Θεοδόσιος Β´ ενέδωσε στις απαιτήσεις των Ούννων και το φθινόπωρο του 443 υπέγραψε με τους δύο Ούννους βασιλιάδες τη Συνθήκη του Ανατόλιου. Οι Ούννοι επέστρεψαν στη χώρα τους με ένα τεράστιο καραβάνι γεμάτο λάφυρα.

Ενιαία Αυτοκρατορία υπό τον Αττίλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αυτοκρατορία στο απόγειό της υπό τον Αττίλα

Ο Μπλέντα πέθανε το 445, με μερικούς ιστορικούς να πιθανολογούν ότι ο θάνατός του έγινε από τα χέρια του Αττίλα. Με απελθόντα τον αδελφό του ο Αττίλας ήταν σε θέση να επιβάλλει τον αδιαμφισβήτητο έλεγχό του πάνω στους υπηκόους του. Το 447 έστρεψε τους Ούννους για μια ακόμη φορά κατά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η εισβολή του στα Βαλκάνια και στη Θράκη ήταν καταστροφική. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ταλανιζόταν ήδη από εσωτερικά προβλήματα, όπως πείνα και επιδημίες, καθώς και ταραχές και μια σειρά σεισμών στην ίδια την Κωνσταντινούπολη. Μια ανοικοδόμηση των τειχών της την τελευταία στιγμή κράτησε άθικτη την Κωνσταντινούπολη. Μια νίκη επί του Βυζαντινού στρατού κατέστησε τους Ούννους ουσιαστικά αδιαφιλονίκητους στα Βυζαντινά εδάφη και επέδραμαν νότια μέχρι τις Θερμοπύλες. Μόνο μια επιδημία τους ανάγκασε να υποχωρήσουν και ο πόλεμος τελείωσε το 449 με μια συμφωνία, με την οποία οι Βυζαντινοί συμφώνησαν να πληρώνουν στον Αττίλα ετήσιο φόρο 2100 λίβρες χρυσού. Η μοναδική μας από πρώτο χέρι περιγραφή για τους Ούννους και τον ίδιο τον Αττίλα είναι από τον Πρίσκο, αξιωματούχο στη διπλωματική αποστολή για την ειρήνη με τον Αττίλα.

Σε όλες τις επιδρομές τους στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία οι Ούννοι είχαν διατηρήσει καλές σχέσεις με τη Δυτική Αυτοκρατορία, και ιδιαίτερα με το Φλάβιο Αέτιο, πανίσχυρο Ρωμαίο στρατηγό (αναφερόμενο ενίοτε ακόμη και ως de facto ηγέτη της Δυτικής Αυτοκρατορίας), που στη νεότητά του για ένα διάστημα είχε υπάρξει όμηρος των Ούννων. Ομως όλα αυτά άλλαξαν το 450, όταν η Ονωρία, αδελφή του Δυτικού Ρωμαίου Αυτοκράτορα Ουαλεντινιανού Γ΄, έστειλε στον Αττίλα ένα δαχτυλίδι και ζητούσε τη βοήθειά του για να αποτρέψει τον αρραβώνα της με ένα γερουσιαστή. Ο Αττίλας τη ζήτησε για νύφη με προίκα τη μισή Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Επί πλέον ανέκυψε μια διχογνωμία μεταξύ του Αττίλα και του Αέτιου για το νόμιμο διάδοχο του βασιλιά των Σαλίων Φράγκων. Τελικά η δυνατότητα του Αττίλα να μοιράζει θησαυρούς στους ευνοούμενους οπαδούς του ήταν σημαντικό στήριγμα για την εξουσία του και οι επανειλημμένοι εκβιασμοί του της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας της είχαν αφήσει λίγα για λεηλασία.

Το 451 οι δυνάμεις του Αττίλα εισέβαλαν στη Γαλατία, συσσωρεύοντας στο δρόμο τους σώματα Φράγκων, Γότθων και φυλών Βουργουνδών. Στη Γαλατία οι Ούννοι επιτέθηκαν πρώτα στο Μετς και κατόπιν οι στρατιές τους προχώρησαν προς τα δυτικά και αφού πέρασαν το Παρίσι και το Τρουά πολιόρκησαν την Ορλεάνη.

Στον Αέτιο δόθηκε από τον Αυτοκράτορα Ουαλεντινιανό Γ΄ η εντολή να ανακουφίσει την Ορλεάνη. Ενισχυμένος από Φραγκικά και Βισηγοτθικά στρατεύματα (υπό το Βασιλιά Θεοδώριχο), ο Ρωμαϊκός στρατός του Αέτιου αντιμετώπισε τους Ούννους στη Μάχη των Καταλαυνικών Πεδίων. Αν και τακτική ήττα για τον Αττίλα, που απέκρουσε την εισβολή του στη Γαλατία και τον υποχρέωσε σε υποχώρηση σε μη Ρωμαϊκά εδάφη, η μακροϊστορική σημασία της νίκης των Ρωμαίων και των συμμάχων τους είναι αμφισβητούμενη.

Τον επόμενο χρόνο ο Αττίλας ανανέωσε τις αξιώσεις του για την Ονωρία και εδάφη της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οδηγώντας τις ορδές του από τις Άλπεις στη Βόρεια Ιταλία, λεηλάτησε και ισοπέδωσε τις πόλεις Ακυληία, Βικεντία, Βερόνα, Μπρίξια, Μπέργκομουμ και Μιλάνο. Ελπίζοντας να αποτρέψει τη λεηλασία της Ρώμης, ο Αυτοκράτορας Ουαλεντινιανός Γ΄ έστειλε τρεις απεσταλμένους, τους ανώτερους πολιτικούς αξιωματούχους Γεννάδιο Αβιένο και Τριγκέτιο, καθώς και τον Πάπα Λέοντα Α΄, που συνάντησαν τον Αττίλα στο Μίγχιο, ποταμό κοντά στη Μάντοβα και του απέσπασαν την υπόσχεση ότι θα αποχωρούσε από την Ιταλία και θα διαπραγματευόταν ειρήνη με τον αυτοκράτορα. Ο Πρόσπερος της Ακουιτανίας (μαθητής του Αγίου Αυγουστίνου περιγράφει την ιστορική συνάντηση, δίνοντας όλα τα εύσημα της επιτυχούς διαπραγμάτευσης στο Λέοντα. Ο Πρίσκος αναφέρει ότι ο δεισιδαιμονικός φόβος της μοίρας του Αλάριχου - που πέθανε λίγο μετά τη λεηλασία της Ρώμης το 410 - τον σταμάτησε. Αλλά, και πιο πρακτικά, η Ιταλία υπέφερε από φοβερό λιμό το 451 και η σοδειά ήταν ελάχιστα καλύτερη το 452, ενώ η εισβολή του Αττίλα στις πεδιάδες της Βόρειας Ιταλίας προαφανώς δεν τη βελτίωσε. Για να προχωρήσει στη Ρώμη χρειαζόταν εφόδια που δεν ήταν διαθέσιμα στην Ιταλία και η κατάληψη της πόλης δεν θα βελτίωνε την κατάσταση του εφοδιασμού του Αττίλα. Αφ' ετέρου μια δύναμη Βυζαντινών είχε περάσει το Δούναβη και νίκησε τους Ούννους, που είχε αφήσει πίσω ο Αττίλας να φυλάνε τα πάτρια εδάφη τους. Έτσι ο Αττίλας αντιμετώπιζε σοβαρές ανθρώπινες και φυσικές πιέσεις να αποσυρθεί από την Ιταλία, πριν κινηθεί νότια του Πάδου. Ο Αττίλας αποχώρησε χωρίς την Ονωρία και την προίκα της.

Ο νέος Βυζαντινός Αυτοκράτορας Μαρκιανός διέκοψε τότε τις πληρωμές των φόρων. Από την Πεδιάδα της Παννονίας ο Αττίλας κινήθηκε για να επιτεθεί στην Κωνσταντινούπολη. Το 453 όμως παντρεύτηκε την Οστρογότθη πριγκίπισσα Ίλντικο και πέθανε από αιμορραγία τη νύχτα του γάμου του.

Μετά τον Αττίλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το θάνατο του Αττίλα ο γιος του Έλλακ νίκησε τους αδελφούς του Δεγγιζίχ και Ηρνάχ, και έγινε βασιλιάς των Ούννων. Όμως πρώην υπήκοοί τους συνενώθηκαν γρήγορα υπό τον Αρδάριχο, ηγέτη των Γέπιδων, εναντίον των Ούννων στη Μάχη του Νεντάο στην Παννονία το 454. Η ήττα αυτή και ο θάνατος του Έλλακ τερμάτισε την ευρωπαϊκή κυριαρχία των Ούννων, που λίγο αργότερα εξαφανίζονται από τις πηγές της εποχής. Η πεδιάδα της Παννονίας καταλήφθηκε τότε από τους Γέπιδες, ενώ διάφορες ομάδες Γότθων παρέμεναν επίσης στα Βαλκάνια.

Τρόπος ζωής και οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νομαδική κτηνοτροφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ούννοι έχουν παραδοσιακά περιγραφεί ως νομάδες κτηνοτρόφοι, που ζούσαν από την κτηνοτροφία και μετακινούντο από βοσκότοπο σε βοσκότοπο για να βοσκήσουν τα ζώα τους.[38] Ο Χιουν Γιν Κιμ ωστόσο θεωρεί παραπλανητικό τον όρο "νομάδας":

Ο όρος «νομάδας», αν υποδηλώνει μια περιπλανώμενη ομάδα ανθρώπων χωρίς σαφή αίσθηση εδάφους, δεν μπορεί να εφαρμοστεί γενικά στους Ούννους. Όλοι οι λεγόμενοι «νομάδες» της ιστορίας της ευρασιατικής στέπας ήταν λαοί των οποίων η επικράτεια/εδάφη ήταν συνήθως σαφώς καθορισμένα και που ως κτηνοτρόφοι κυκλοφορούσαν αναζητώντας βοσκοτόπια, αλλά εντός ενός σταθερού εδαφικού χώρου.[39]

Ο Μένχεν-Χέλφεν σημειώνει ότι οι ποιμενικοί νομάδες (ή «ημινομάδες») συνήθως εναλλάσσονταν μεταξύ θερινών βοσκοτόπων και τόπων διαχείμασης: ενώ τα βοσκοτόπια μπορεί να ποίκιλαν, οι τόποι διαχείμασης παρέμεναν πάντα οι ίδιοι.[40]Αυτό στην πραγματικότητα γράφει ο Ιορδάνης για την Ουννική φυλή των Αλτσιαγίρων: βοσκούσαν κοντά στη Χερσώνα της Κριμαίας και μετά ξεχειμώνιαζαν βορειότερα, με τον Μένχεν-Χέλφεν να θεωρούν το Σύβας ως πιθανή τοποθεσία.[41] Οι αρχαίες πηγές αναφέρουν ότι τα κοπάδια των Ούννων αποτελούντο από διάφορα ζώα, όπως βοοειδή, άλογα και κατσίκες. Τα πρόβατα, αν και δεν αναφέρονται στις αρχαίες πηγές, «είναι πιο ουσιαστικά για τον νομάδα της στέπας ακόμη και από τα άλογα»[42]και πρέπει να αποτελούσαν μεγάλο μέρος των κοπαδιών τους.[43] Επιπλέον ο Μένχεν-Χέλφεν υποστηρίζει ότι οι Ούννοι μπορεί να διατηρούσαν μικρά κοπάδια βακτριανών καμηλών στο τμήμα της επικράτειάς τους στη σημερινή Ρουμανία και την Ουκρανία, κάτι που προκύπτει και για τους Σαρμάτες.[44]

Ο Αμμιανός Μαρκελλίνος αναφέρει ότι το πλείστον της διατροφής των Ούννων προερχόταν από το κρέας αυτών των ζώων,[45] με τον Μένχεν-Χέλφεν να υποστηρίζει, με βάση όσα είναι γνωστά για άλλους νομάδες της στέπας, ότι πιθανότατα έτρωγαν κυρίως πρόβειο κρέας, μαζί με πρόβειο τυρί και γάλα.[46] Επίσης «σίγουρα» έτρωγαν κρέας αλόγου, έπιναν γάλα φοράδας και πιθανότατα έφτιαχναν τυρί και κιμίς[47] Σε περιόδους πείνας μπορεί να έβραζαν το αίμα των αλόγων τους για φαγητό.[48]

Οι αρχαίες πηγές αρνούνται ομόφωνα ότι οι Ούννοι ασκούσαν οποιοδήποτε είδος γεωργίας.[49] Ο Tόμπσον, λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις περιγραφές, υποστηρίζει ότι «[χωρίς] τη βοήθεια του εγκατεστημένου αγροτικού πληθυσμού στις άκρες της στέπας δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν».[50] Υποστηρίζει ότι οι Ούννοι αναγκάστηκαν να συμπληρώνουν τη διατροφή τους με το κυνήγι και την καρποσυλλογή.[51] Ο Μένχεν-Χέλφεν ωστόσο σημειώνει ότι τα αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν ότι διάφοροι πληθυσμοί νομάδων της στέπας καλλιεργούσαν σιτηρά. Συγκεκριμένα εντοπίζει ένα γεωργικό εύρημα στο Κούνια Ουάζ της Χορασμίας στον Ποταμό Ομπ σε ένα λαό που εφάρμοζε την τεχνητή κρανιακή παραμόρφωση ως απόδειξη της γεωργίας των Οϋννων.[52] Ο Kιμ υποστηρίζει παρομοίως ότι όλες οι αυτοκρατορίες των στεπών είχαν πληθυσμούς τόσο νομάδων κτηνοτρόφων όσο και μόνιμα εγκατεστημένων, ταξινομώντας τους Ούννους ως «αγρο-κτηνοτρόφους».[53]

Αλογα και μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ούννοι του Ζορζ Ροσγκρός 1910 (λεπτομέρεια)

Ως νομαδικός λαός οι Ούννοι περνούσαν πολύ χρόνο ιππεύοντας άλογα: ο Αμμιανός υποστηρίζει ότι οι Ούννοι «είναι σχεδόν κολλημένοι στα άλογά τους» [54] [55], ο Ζώσιμος ότι «ζουν και κοιμούνται πάνω στα άλογά τους» [56]και ο Σιδώνιος ότι «ένα βρέφος έμαθε να στέκεται χωρίς τη βοήθεια της μητέρας του όταν ένα άλογο το πήρε στην πλάτη του».[57] Φαίνεται ότι πέρασαν τόσο πολύ χρόνο στην ιππασία που περπατούσαν αδέξια, κάτι που έχει παρατηρηθεί και σε άλλες νομαδικές φυλές.[58]Οι ρωμαϊκές πηγές χαρακτηρίζουν τα άλογα των Ούννων άσχημα.[59] Δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί η ακριβής φυλή αλόγων που χρησιμοποιούσαν οι Ούννοι, παρά τις σχετικά καλές ρωμαϊκές περιγραφές.[60] Ο Σίνορ πιστεύει ότι πιθανότατα ήταν μια φυλή μογγολικού πόνυ.[61] Ωστόσο δεν υπάρχουν λείψανα αλόγων στις ταυτοποιημένες ταφές των Ούννων.[62] Βασισμένος σε ανθρωπολογικές περιγραφές και αρχαιολογικά ευρήματα άλλων νομαδικών αλόγων ο Μένχεν-Χέλφεν πιστεύει ότι ίππευαν ως επί το πλείστον ευνουχισμένα άλογα.[63]

Εκτός από τα άλογα οι αρχαίες πηγές αναφέρουν ότι οι Ούννοι χρησιμοποιούσαν κάρα για τις μεταφορές, που ο Μένχεν-Χέλφεν πιστεύει ότι χρησιμοποιούντο κυρίως για τη μεταφορά των σκηνών, των λαφύρων τους και των ηλικιωμένων, των γυναικών και των παιδιών.[64]

Οικονομικές σχέσεις με τους Ρωμαίους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ούννοι έλαβαν μεγάλη ποσότητα χρυσού από τους Ρωμαίους, είτε με αντάλλαγμα να πολεμήσουν γι' αυτούς ως μισθοφόροι είτε ως φόρο.[65]Οι επιδρομές και οι λεηλασίες απέφεραν επίσης στους Ούννους χρυσό και άλλα πολύτιμα αντικείμενα.[66]Ο Ντένις Σίνορ υποστήριξε ότι την εποχή του Αττίλα η οικονομία των Ούννων εξαρτιόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από λεηλασίες και φόρους από τις ρωμαϊκές επαρχίες.[67]

Απεικόνιση του 1910 του Ροσγκρός ρωμαϊκής βίλας στη Γαλατία, λεηλατημένης από τις ορδές του Αττίλα του Ούννου

Οι άμαχοι και οι στρατιώτες που αιχμαλωτίζονταν από τους Ούννους μπορούσαν επίσης να επιστραφούν με λύτρα ή να πουληθούν σε Ρωμαίους δουλέμπορους ως σκλάβοι.[68] Οι ίδιοι οι Ούννοι, υποστήριξε ο Μένχεν-Χέλφεν, δεν έκαναν μεγάλη χρήση σκλάβων λόγω του νομαδικού ποιμενικού τρόπου ζωής τους.[69] Πιο πρόσφατη μελέτη ωστόσο έχει δείξει ότι οι ποιμενικοί νομάδες είναι στην πραγματικότητα πιθανότερο να χρησιμοποιούσαν την εργασία σκλάβων από ότι οι κοινωνίες μόνιμης εγκατάστασης: οι σκλάβοι χρησιμοποιούντο για τη διαχείριση των κοπαδιών των Ούννων με βοοειδή, πρόβατα και κατσίκες.[70] Ο Πρίσκος βεβαιώνει ότι οι σκλάβοι χρησιμοποιούντο ως οικιακοί υπηρέτες, αλλά και ότι οι μορφωμένοι σκλάβοι χρησιμοποιούντο από τους Ούννους σε διοικητικές θέσεις ή ακόμη και ως αρχιτέκτονες, μερικοί ακόμη και ως πολεμιστές. [71]

Οι Ούννοι συναλλάσσονταν επίσης με τους Ρωμαίους. Ο E. A. Tόμπσον υποστήριξε ότι αυτό το εμπόριο ήταν πολύ μεγάλης κλίμακας, με τους Ούννους να εμπορεύονται άλογα, γούνες, κρέας και σκλάβους έναντι ρωμαϊκών όπλων, λινών και σιτηρών και διάφορων άλλων ειδών πολυτελείας.[72]Ενώ ο Μένχεν-Χέλφεν παραδέχεται ότι οι Ούννοι αντάλλασσαν τα άλογά τους με κάτι που θεωρούσε ότι ήταν "μια πολύ σημαντική πηγή εισοδήματος σε χρυσό", κατά τα άλλα είναι δύσπιστος ως προς το επιχείρημα του Tόμπσον.[73]Σημειώνει ότι οι Ρωμαίοι ρύθμιζαν αυστηρά το εμπόριο με τους βαρβάρους και ότι, σύμφωνα με τον Πρίσκο, το εμπόριο γινόταν μόνο μια φορά το χρόνο. Ενώ σημειώνει ότι πιθανότατα γινόταν και λαθρεμπόριο, υποστηρίζει ότι «ο όγκος τόσο του νόμιμου όσο και του παράνομου εμπορίου ήταν προφανώς μέτριος».[74]Σημειώνει ωστόσο ότι το κρασί και το μετάξι φαίνεται ότι εισάγονταν στην Αυτοκρατορία των Ούννων σε μεγάλες ποσότητες,[75] όπου επίσης τα ρωμαϊκά χρυσά νομίσματα φαίνεται να κυκλοφορούσαν ως νόμισμα.[76]

Σχέσεις με το Δρόμο του Μεταξιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κρίστοφερ Ατγουντ έχει υποστηρίξει ότι ο σκοπός της αρχικής εισβολής των Ούννων στην Ευρώπη μπορεί να ήταν η δημιουργία μιας διεξόδου στη Μαύρη Θάλασσα για τους υπό την κυριαρχία τους Σογδιανούς εμπόρους, που συμμετείχαν στο εμπόριο κατά μήκος του Δρόμου του Μεταξιού προς την Κίνα. Ο Ατγουντ σημειώνει ότι ο Ιορδάνης περιγράφει πώς η πόλη της Χερσώνας της Κριμαίας, «όπου οι φιλάργυροι έμποροι φέρνουν τα αγαθά της Ασίας», ήταν υπό τον έλεγχο των Ακάτζιρων Ούννων τον έκτο αιώνα.[77]

Κυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιορδάνης ο Αλανός αναφέρει ότι των Ούννων ηγείτο την εποχή αυτή ο Βάλαμερ ενώ οι σύγχρονοι ιστορικοί αμφισβητούν την ύπαρξή του, διαβλέποντας αντίθετα μια εφεύρεση των Γότθων για να εξηγήσουν ποιος τους νίκησε. Ο Ντένις Σίνορ υποστηρίζει ότι αν ο Βάλαμερ υπήρξε ίσως να ήταν αρχηγός μικρής ομάδας Ούννων, αφού ο Βιρθιμήρης χρησιμοποιούσε Ούννους μισθοφόρους εναντίον του, πράγμα που δείχνει έλλειψη ενότητας μεταξύ των Ούννων. Ο Σίνορ επικαλείται επίσης τη δήλωση του Αμμιανού ότι οι Ούννοι "δεν υπόκεινται σε κανένα βασιλικό περιορισμό", δημιουργώντας περαιτέρω αμφιβολίες σχετικά με το καθεστώς του Βάλαμερ ως βασιλιά.

Η κυβερνητική δομή των Ούννων έχει συζητηθεί εδώ και καιρό. Ο Πήτερ Χήθερ υποστηρίζει ότι οι Ούννοι ήταν μια ανοργάνωτη συνομοσπονδία, στην οποία οι ηγέτες ενεργούσαν εντελώς ανεξάρτητα και ότι τελικά καθιέρωσε μια ιεραρχική δομή, όπως και οι γερμανικές κοινωνίες.[78] [79] Ο Ντένις Σίνορ σημειώνει παρομοίως ότι, με εξαίρεση τον ιστορικά αβέβαιο Μπάλαμπερ, δεν κατονομάζονται ηγέτες Ούννων στις πηγές μέχρι τον Ουλντίν, υποδεικνύοντας τη σχετική ασημαντότητά τους.[80] Ο Tόμπσον υποστηρίζει ότι η μόνιμη βασιλεία αναπτύχθηκε μόνο με την εισβολή των Ούννων στην Ευρώπη και τους σχεδόν συνεχείς πολέμους που ακολούθησαν.[81] Σχετικά με την οργάνωση της κυριαρχίας των Ούννων υπό τον Αττίλα ο Πήτερ Γκόλντεν σχολιάζει «δύσκολα μπορεί να ονομαστεί κράτος, πολύ περισσότερο αυτοκρατορία».[82] Ο Γκόλντεν μιλάει αντί αυτού για «Ουννική συνομοσπονδία».[83] Ο Κιμ, ωστόσο, υποστηρίζει ότι οι Ούννοι ήταν πολύ πιο οργανωμένοι και συγκεντρωτικοί, με κάποια βάση στην οργάνωση του κράτους των Σιονγκ-νου.[84] Ο Βάλτερ Πολ σημειώνει τις αντιστοιχίες της κυβέρνησης των Ούννων με αυτές άλλων αυτοκρατοριών της στέπας, αλλά ωστόσο υποστηρίζει ότι οι Ούννοι δεν φαίνεται να ήταν μια ενοποιημένη ομάδα όταν έφτασαν στην Ευρώπη.[85]

Ο Αμμιανός έγραψε ότι οι Ούννοι της εποχής του δεν είχαν βασιλιάδες, αλλά ότι κάθε ομάδα Ούννων είχε αντίθετα μια ομάδα ηγετών (πρωτευόντων) για τις περιόδους πολέμου.[86] Ο Ε.Α. Tόμπσον υποστηρίζει ότι, ακόμη και στον πόλεμο, οι ηγέτες είχαν μικρή πραγματική δύναμη.[87] Υποστηρίζει περαιτέρω ότι πιθανότατα δεν αποκτούσαν τη θέση τους καθαρά κληρονομικά.[88] Η Χήθερ ωστόσο υποστηρίζει ότι ο Αμμιανός εννοούσε απλώς ότι οι Ούννοι δεν είχαν ούτε έναν κυβερνήτη και σημειώνει ότι ο Ολυμπιόδωρος αναφέρει ότι οι Ούννοι έχουν πολλούς βασιλιάδες, με έναν να είναι ο «πρώτος των βασιλέων».[89]Ο Αμμιανός αναφέρει επίσης ότι οι Ούννοι έπαιρναν τις αποφάσεις τους σε ένα γενικό συμβούλιο (omnes in commune) όντας έφιπποι.[90] Δεν κάνει καμία αναφορά στην οργάνωση των Ούννων σε φυλές, αλλά ο Πρίσκος και άλλοι συγγραφείς το κάνουν, αναφέροντας μερικούς από αυτούς.[91]

Ο πρώτος Ούννος ηγεμόνας γνωστός με το όνομά του είναι ο Ουλντίν. Ο Tόμπσον θεωρεί την ξαφνική εξαφάνισή του μετά την αποτυχία του στον πόλεμο ως ένδειξη ότι η Ουννική βασιλεία ήταν τότε «δημοκρατική» και όχι μόνιμος θεσμός.[92]Ο Κιμ, ωστόσο, υποστηρίζει ότι ο Ουλντίν είναι στην πραγματικότητα ένας τίτλος και ότι πιθανότατα ήταν απλώς ένας υποβασιλέας.[93] Ο Πρίσκος αποκαλεί τον Αττίλα «βασιλέα» ή «αυτοκράτορα» (βασιλεύς), αλλά είναι άγνωστο ποιον εγχώριο τίτλο μετέφραζε.[94]Με εξαίρεση την αποκλειστική εξουσία του Αττίλα οι Ούννοι είχαν συνήθως δύο ηγεμόνες. Ο ίδιος ο Αττίλας διόρισε αργότερα τον γιο του Έλλακ ως συμβασιλέα.[95] [96] Τους υποτελείς των Ούννων λαούς οδηγούσαν οι δικοί τους βασιλιάδες.[97]

Ο Πρίσκος κάνει λόγο επίσης για «επίλεκτους άντρες» ή λογάδες, που αποτελούσαν μέρος της κυβέρνησης του Αττίλα, αναφέροντας πέντε από αυτούς.[98] Μερικοί από τους «επίλεκτους» φαίνεται ότι επιλέχθηκαν λόγω καταγωγής, άλλοι λόγω αξία. [99] Ο Tόμπσον υποστήριξε ότι αυτοί οι «επίλεκτοι άντρες» «ήταν ο αρμός πάνω πάνω στον οποίο βασιζόταν ολόκληρη η διοίκηση της αυτοκρατορίας των Ούννων». [100] Υποστηρίζει την ύπαρξή τους στην κυβέρνηση του Ουλντίν και ότι ο καθένας είχε τη διοίκηση αποσπασμάτων του Ουννικού στρατού και κυβερνούσε συγκεκριμένα τμήματα της Ουννικής αυτοκρατορίας, όπου ήταν επίσης υπεύθυνος για τη συλλογή φόρων και προμηθειών. [101] Ο Μένχεν-Χέλφεν ωστόσο υποστηρίζει ότι η λέξη λογάδες υποδηλώνει απλώς εξέχοντα άτομα και όχι μια σταθερή τάξη με σταθερά καθήκοντα.[102] Ο Κιμ επιβεβαιώνει τη σημασία των λογάδων για τη διοίκηση των Ούννων, αλλά σημειώνει ότι υπήρχαν διαφορές στην ιεραρχία μεταξύ τους και υποδηλώνει ότι το πιθανότερο ήταν ότι ήταν κατώτεροι αξιωματούχοι που συγκέντρωναν φόρους.[103]Υποστηρίζει ότι διάφοροι Ρωμαίοι που είχαν αυτομολήσει στους Ούννους μπορεί να εργάζονταν σε ένα είδος αυτοκρατορικής γραφειοκρατίας.[104]

Κοινωνία και πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τέχνη και υλικός πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ουννικό καζάνι
Ουννική διάτρητη οβάλ περόνη με καρνεόλη και διακοσμημένη με γεωμετρικό σχέδιο από χρυσό σύρμα, 4ος αιώνας, Μουσείο Τέχνης Ουώλτερς, Βαλτιμόρη
Λεπτομέρεια ουννικού βραχιολιού από χρυσό και γρανάτη, 5ος αιώνας, Μουσείο Τέχνης Ουώλτερς, Βαλτιμόρη

Υπάρχουν δύο πηγές για τον υλικό πολιτισμό και την τέχνη των Ούννων: οι αρχαίες περιγραφές και η αρχαιολογία. Δυστυχώς η νομαδική φύση της κοινωνίας των Ούννων σημαίνει ότι έχουν αφήσει ελάχιστα για αρχαιολογική καταγραφή.[105]Πράγματι αν και μεγάλος όγκος αρχαιολογικού υλικού έχει ανακαλυφθεί από το 1945, το 2005 υπήρχαν μόνο 200 βεβαιωμένα αναγνωρισμένες ταφές Ούννων που παρείχαν στοιχεία για τον υλικό πολιτισμό των Ούννων.[106] Είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε τα αρχαιολογικά ευρήματα των Ούννων από αυτά των Σαρματών, καθώς και οι δύο λαοί ζούσαν σε κοντινή απόσταση και φαίνεται ότι είχαν πολύ παρόμοιους υλικούς πολιτισμούς. Ο Kιμ επισημαίνει έτσι ότι είναι δύσκολο να αποδοθεί οποιοδήποτε τεχνούργημα εθνοτικά στους Ούννους.[107]Είναι επίσης πιθανό οι Ούννοι στην Ευρώπη να υιοθέτησαν τον υλικό πολιτισμό των Γερμανών υπηκόων τους.[108]Οι ρωμαϊκές περιγραφές των Ούννων εν τω μεταξύ είναι συχνά πολύ προκατειλημμένες, τονίζοντας τον υποτιθέμενο πρωτογονισμό τους.[109] [110]

Τα αρχαιολογικά ευρήματα απέφεραν μεγάλο αριθμό καζανιών, που από την εργασία του Πάουλ Ράινεκε το 1896 έχουν αναγνωριστεί ότι είχαν παραχθεί από τους Ούννους.[111]Αν και συνήθως περιγράφονται ως «oρειχάλκινα καζάνια», τα καζάνια κατασκευάζονταν συνήθως από χαλκό, που ήταν γενικά κακής ποιότητας.[112] Ο Μένχεν-Χέλφεν απαριθμεί 19 γνωστά ευρήματα Ουννικών καζανιών από όλη την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και τη Δυτική Σιβηρία.[113]Από την κατάσταση των χάλκινων χυτεύσεων συμπεραίνει ότι οι Ούννοι δεν ήταν πολύ καλοί μεταλλουργοί και ότι είναι πιθανό τα καζάνια να χυτεύθηκαν στις ίδιες τοποθεσίες όπου βρέθηκαν.[114] Έχουν διάφορα σχήματα και μερικές φορές απαντώνται μαζί με αγγεία διαφόρων άλλων προελεύσεων.[115] Ο Μένχεν-Χέλφεν υποστηρίζει ότι τα καζάνια ήταν μαγειρικά σκεύη για το βράσιμο του κρέατος,[116]αλλά το γεγονός ότι πολλά βρέθηκαν αποθηκευμένα κοντά σε νερό και γενικά δεν ήταν σε ταφές μπορεί να υποδηλώνει επίσης θρησκευτική χρήση.[117] Τα καζάνια φαίνεται να προέρχονται από αυτά που χρησιμοποιούσαν οι Σιονγκ-νου.[118] [119] Ο Αμμιανός αναφέρει επίσης ότι οι Ούννοι είχαν σιδερένια ξίφη. Ο Tόμπσονείναι δεν πιστεύει ότι τα κατασκεύαζαν οι ίδιοι,[120]αλλά ο Μένχεν-Χέλφεν υποστηρίζει ότι «η ιδέα ότι οι Ούννοι ιππείς πολέμησαν μέχρι τα τείχη της Κωνσταντινούπολης και μέχρι το Μάρνη με ανταλλαγμένα και κατειλημμένα ξίφη είναι παράλογη». [121]

Τόσο οι αρχαίες πηγές όσο και τα αρχαιολογικά ευρήματα από τάφους επιβεβαιώνουν ότι οι Ούννοι φορούσαν περίτεχνα διακοσμημένα χρυσά ή επίχρυσα διαδήματα.[122] Ο Μένχεν-Χέλφεν απαριθμεί συνολικά έξι γνωστά Ουννικά διαδήματα.[123] Οι γυναίκες των Ούννων φαίνεται ότι φορούσαν επίσης περιδέραια και βραχιόλια από εισαγόμενες χάντρες από διάφορα υλικά.[124]Η μεταγενέστερη κοινή πρώιμη μεσαιωνική πρακτική της διακόσμησης κοσμημάτων και όπλων με πολύτιμους λίθους φαίνεται να προέρχεται από τους Ούννους.[125]Είναι επίσης γνωστό ότι κατασκεύαζαν μικρούς καθρέφτες ενός αρχικά κινέζικου τύπου, που συχνά φαίνεται να έχουν σπάσει σκόπιμα όταν τοποθετούνταν σε τάφους.[126]

Τα αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν ότι οι Ούννοι φορούσαν χρυσές πλάκες ως στολίδια στα ρούχα τους, καθώς και εισαγόμενες γυάλινες χάντρες.[127] Ο Αμμιανός αναφέρει ότι φορούσαν ρούχα από λινό ή γούνες τρωκτικών και περικνημίδες από δέρμα κατσίκας.[128]

Ο Αμμιανός αναφέρει ότι οι Ούννοι δεν είχαν κτίρια,[129] αλλά στη συνέχεια ότι είχαν σκηνές και κάρα.[130] Ο Μένχεν-Χέλφεν πιστεύει ότι οι Ούννοι πιθανότατα είχαν «σκηνές από τσόχα και δέρμα προβάτου»: ο Πρίσκος αναφέρει κάπου τη σκηνή του Αττίλα και ο Ιορδάνης αναφέρει ότι ο Αττίλας βρισκόταν σε μια μεταξωτή σκηνή.[131] Ωστόσο από τα μέσα του πέμπτου αιώνα οι Ούννοι είναι επίσης γνωστό ότι είχαν μόνιμα ξύλινα σπίτια, που ο Μένχεν-Χέλφεν πιστεύει ότι χτίστηκαν από τους Γότθους υπηκόους τους.[132]

Τεχνητή κρανιακή παραμόρφωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραμορφωμένο κρανίο, στο Μουσείο της Βυρτεμβέργης, του πολιτισμού των Αλαμαννών των αρχών του 6ου αιώνα.

Διάφοροι αρχαιολόγοι έχουν υποστηρίξει ότι οι Ούννοι, ή οι ευγενείς των Ούννων, καθώς και οι γερμανικές φυλές που επηρεάστηκαν από αυτούς, εφάρμοζαν την τεχνητή κρανιακή παραμόρφωση, τη διαδικασία της τεχνητής επιμήκυνσης των κρανίων των μωρών με το δέσιμο τους.[133] Ο στόχος αυτής της διαδικασίας ήταν «να δημιουργήσει μια σαφή φυσική διάκριση μεταξύ των ευγενών και του γενικού πληθυσμού».[134] Ενώ ο Έρικ Κρουμπέζι έχει υποστηρίξει την ουννική καταγωγή αυτής της πρακτικής,[135] η πλειοψηφία των μελετητών θεωρεί τους Ούννους υπεύθυνους για τη διάδοση αυτού του εθίμου στην Ευρώπη.[136] Ωστόσο η πρακτική αυτή δεν εισήχθη αρχικά στην Ευρώπη από τους Ούννους, αλλά μάλλον από τους Αλανούς, με τους οποίους οι Ούννοι συνδέονταν στενά, και τους Σαρμάτες.[137] Εφαρμοζόταν επίσης και από άλλους άλλοι λαούς που ονομάζονταν Ούννοι στην Ασία.[138]


Γλώσσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Αυτοκρατορία των Ούννων ομιλούντο διάφορες γλώσσες. Υπό τον Αττίλα η Γοτθική ήταν η λίνγκουα φράνκα της ελίτ των Ούννων. Με βάση κάποια ετυμολογική ερμηνεία των λέξεων στράβα και μέδος και μεταγενέστερη ιστορική εμφάνιση, οι άλλες γλώσσες θεωρείται ότι περιλαμβάνουν μια μορφή προσλαβικής γλώσσας.

Οι αρχαίες πηγές είναι σαφείς ότι υπήρχε μια ουννική γλώσσα, αλλά δεν υπάρχει γενική συναίνεση σχετικά με την ακριβή προέλευση και τις συγγένειές της. Οι γραπτές πηγές Πρίσκος και Ιορδάνης διασώζουν λίγα μόνο ονόματα και τρεις λέξεις (μέδος, κάμος, στράβα) της γλώσσας των Ούννων, που έχουν μελετηθεί επί ενάμιση αιώνα. Οι ίδιες οι πηγές δεν δίνουν τη σημασία κανενός ονόματος, μόνο των τριών λέξεων. Μερικοί συγγραφείς υποστηρίζουν ότι μπορεί ν' ανήκε ή να είχε σχέση με τις τουρκικές γλώσσες. Άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν φαίνεται να είναι τουρκική, αλλά διάλεκτος από τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, παρόμοια με τη Σλαβική και τη Δακική.

Από τις παραδοσιακά αξιοσημείωτες μελέτες είναι εκείνη του Πρίτσακ (Ουκρανός ιστορικός 1919-2006) του 1982, "Η Ουννική Γλώσσα της Φυλής του Αττίλα", που αναλύοντας 33 σωζώμενα προσωπικά ονόματα κατέληγε "δεν ήταν τουρκική γλώσσα αλλά μεταξύ Τουρκικής και Μογγολικής, κατά πάσα πιθανότητα πλησιέστερη στην πρώτη παρά στην τελευταία. Η γλώσσα είχε ισχυρούς δεσμούς με την Πρωτοβουλγαρική γλώσσα και τη σημερινή γλώσσα της Τσουβασίας, αλλά είχε επίσης σημαντική σχέση, ιδιαίτερα λεξιλογική και μορφολογική, με την Οθωμανική και τη γλώσσα των Γιακουτίων (Σαχά).

Άλλοι ερευνητές συμφωνούν επίσης ότι η Ουννική είχε σχέση με τις τουρκικές και τις μογγολικές γλώσσες. Με βάση τα υπάρχοντα αρχεία ονομάτων, πολλοί από αυτούς υποστηρίζουν ότι οι Ούννοι μιλούσαν μια τουρκική γλώσσα του κλάδου των Ογούρων, που περιλαμβάνει επίσης τις γλώσσες των Πρωτοβουλγάρων, των Αβάρων, των Χαζάρων και των Τσουβασίων, ενός χριστιανικού ορθοδόξου τουρκογενούς έθνους που ζει στην Ρωσία. Ο Άγγλος ερευνητής Πήτερ Χήθερ αποκαλούσε τους Ούννους "η πρώτη ομάδα τουρκικής προέλευσης νομάδων, σε αντίθεση με τους Ιρανούς, που διείσδυσαν στην Ευρώπη". Ο Μένχεν-Χέλφεν υποστήριξε ότι πολλά από τα φυλετικά ονόματα μεταξύ των Ούννων ήταν τουρκικής προέλευσης.

Παρ' όλα αυτά ορισμένοι μελετητές εξακολουθούν να καταλήγουν ότι η ουννική γλώσσα δεν μπορεί να ταξινομηθεί προς το παρόν και οι απόπειρες να χαρακτηρισθεί ως τουρκική ή μογγολική δεν ευσταθούν.

Παρουσιαστικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιπποτικός-ρομαντικοποιημένος πίνακας των Ούννων, που πολιορκούν μια πόλη. Παρατηρήστε τις αναχρονιστικές λεπτομέρειες στα όπλα, τις πανοπλίες και τη μορφή της πόλης. Ουγγρικό Chronicon Pictum, 1360
Ρωμαϊκή έπαυλη στη Γαλατία, λεηλατούμενη από τις ορδές του Αττίλα. Εικονογράφηση από βιβλίο του Γάλλου Ζορζ Ροσγκρός (1859–1938)

Όλες οι σωζώμενες περιγραφές γράφτηκαν από εχθρούς των Ούννων και καμία δεν τους περιγράφει ως ελκυστικούς, είτε ηθικώς είτε στην εμφάνιση (οι Ούννοι ήταν αναλφάβητοι και έτσι δεν άφησαν γραπτές πηγές). Ο ιστορικός Ιορδάνης, που έγραφε στην Ιταλία το 551, ένα αιώνα μετά την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας των Ούννων, περιγράφει τους Ούννους ως "άγρια φυλή, που αρχικά ζούσε στους βάλτους, μια υπανάπτυκτη, αποκρουστική και μικροκαμωμένη φυλή, μόλις και μετά βίας ανθρώπινη και που δεν έχουν γλώσσα αλλά μικρή ομοιότητα με την ανθρώπινη ομιλία. "

Με τα τρομερά χαρακτηριστικά τους ενέπνεαν μεγάλο φόβο σε εκείνους που δεν είχαν ασκηθεί στην τέχνη του πολέμου. Έτρεπαν σε φυγή τους εχθρούς τους οι οποίοι τρομοκρατούνταν όταν έβλεπαν το παραμορφωμένο πρόσωπό τους και τα μικρά όπως η τρύπα της βελόνας, μάτια τους. Φέρονται με σκληρότητα προς τα νεογέννητα, κόβουν με σπαθί το μάγουλο των αρσενικών παιδιών για να τα μάθουν να αντέχουν στα τραύματα. Έτσι γερνούν χωρίς γένι και με τα μάγουλα γεμάτα ουλές. Είναι μικρού αναστήματος και ταχύτατοι στις κινήσεις τους. Τέλειοι ιππείς, επιδέξιοι τοξότες, έχουν πλατείς ώμους, δυνατό λαιμό, πάντα άκαμπτο από την περηφάνια τους. Αν και ζουν με τη μορφή των ανθρώπων έχουν τη σκληρότητα των άγριων θηρίων.” Ιορδάνης (Αλανός ιστορικός του 6ου αιώνα μ.Χ.)[139]

Ο Ιορδάνης αφηγήθηκε επίσης πώς είχε περιγράψει ο Πρίσκος τον Αττίλα, τον αυτοκράτορα των Ούννων το 434-453, ως :"Κοντού αναστήματος, με ευρύ στέρνο και μεγάλο κεφάλι, τα μάτια του ήταν μικρά, η γενειάδα του λεπτή και διάστικτη με γκρίζο και είχε μύτη επίπεδη και σκούρο δέρμα, που φανέρωναν την καταγωγή του".[140]

Κατά το σχηματισμό της άποψής τους για το λαό του Αττίλα οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν νοοτροπίες κληρονομημένες από τους Αρχαίους Έλληνες, υποτιμώντας τους εμφανώς. Ήταν τα αχρειότερα πλάσματα που μπορούσαν να φανταστούν. Έρχονταν από το Βορρά και όλοι ήξεραν ότι όσο πιο κρύο είναι το κλίμα τόσο πιο βάρβαροι ήταν οι λαοί.[141] Δεν γνώριζαν τίποτα από μέταλλα, δεν είχαν θρησκεία και ζούσαν σαν άγριοι, χωρίς φωτιά, τρώγοντας τις τροφές τους ωμές, ζώντας από ρίζες και κρέας που το έκαναν πιο μαλακό, τοποθετώντας το κάτω από τις σέλλες των αλόγων τους. Δεν είχαν φυσικά κτήρια, παρά μόνο καλύβες από καλάμια, στην πραγματικότητα φοβόντουσαν και την απλή ιδέα να ρισκάρουν να μείνουν κάτω από στέγη.[142]

Η περιγραφή των Ούννων όπως δίνεται από τους Ρωμαίους έχει κάνει τους ιστορικούς να πιστεύουν ότι κατάγονταν από την Ανατολική Ασία. Ο Ντένις Σίνορ, επισημαίνοντας τις ελλείψεις σε ανθρωπολογικά στοιχεία έγραψε ότι "δεν υπάρχει κανένας λόγος ν΄ αμφισβητηθεί η βασική ακρίβεια των δυτικών περιγραφών, και η απουσία μαζικών αποδεικτικών στοιχείων από τη φυσική ανθρωπολογία δεν μπορεί ν΄ αποδυναμώσει τα τόσο καταφανή σημεία τους. Το ασυνήθιστο προσελκύει την περισσότερη προσοχή.".[143] Εντούτοις ο Αυστριακός περιηγητής Μένχεν-Χέλφεν έγραψε τον 20ό αιώνα : " Η περιγραφή του Αμμιανού αρχίζει με μια παράξενη παρανόηση... Αυτή επαναλήφθηκε από τον Κλαυδιανό και το Σιδώνιο και στη συνέχεια από τον Κασσιόδωρο. Η εξήγηση του Αμμιανού για τις λεπτές γενειάδες είναι λανθασμένη. Όπως πολλοί άλλοι λαοί, οι Ούννοι αυτοτραυματίζονταν σε ένδειξη πένθους, όταν πέθαιναν συγγενείς τους. [144]

Ο γάμος και ο ρόλος των γυναικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ελίτ των Ούννων εφάρμοζαν την πολυγαμία, [145]ενώ οι απλοί άνθρωποι ήταν πιθανώς μονογαμικοί.[146] Ο Aμμιανός Mαρκελλίνος υποστήριζε ότι οι γυναίκες των Ούννων ζούσαν σε απομόνωση. Ωστόσο η αφήγηση από πρώτο χέρι του Πρίσκου τις δείχνει να κινούνται ελεύθερα και να αναμιγνύονται με τους άνδρες.[147] Ο Πρίσκος τις περιγράφει να μαζεύονται γύρω από τον Αττίλα όταν αυτός έμπαινε σε ένα χωριό, καθώς και τη σύζυγο του ανώτερου υπουργού του Αττίλα Ονεγέσιου να προσφέρει στο βασιλιά φαγητό και ποτό με τους υπηρέτες της.[148] Ο Πρίσκος μπόρεσε χωρίς δυσκολία να μπει στη σκηνή της αρχισύζυγου του Αττίλα, Χερέκα.[149]

Ο Πρίσκος βεβαιώνει επίσης ότι η χήρα του Μπλέντα, αδελφού του Αττίλα, διοικούσε ένα χωριό από το οποίο περνούσαν οι Ρωμαίοι πρέσβεις και η επικράτειά της μπορεί να περιλάμβανε μια μεγαλύτερη περιοχή.[150]Ο Tόμπσον σημειώνει ότι άλλοι λαοί της στέπας, όπως οι Ουτίγουροι και οι Σάβιροι, είναι γνωστό ότι είχαν γυναίκες αρχηγούς φυλών, και υποστηρίζει ότι οι Ούννοι πιθανότατα έτρεφαν μεγάλο σεβασμό για τις χήρες.[151] Λόγω της ποιμενικής φύσης της οικονομίας των Ούννων οι γυναίκες πιθανότατα είχαν μεγάλο βαθμό εξουσίας στο νοικοκυριό.[152]

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχεδόν τίποτα δεν είναι γνωστό για τη θρησκεία των Ούννων.[153] [154]Ο Ρωμαίος συγγραφέας Αμμιανός Μαρκελλίνος υποστήριζε ότι οι Ούννοι δεν είχαν θρησκεία,[155]ενώ ο χριστιανός συγγραφέας του πέμπτου αιώνα Σαλβιανός τους κατέταξε στους ειδωλολάτρες.[156] Στο Getica ο Ιορδάνης καταγράφει επίσης ότι οι Ούννοι λάτρευαν «το ξίφος του Άρη», ένα αρχαίο σπαθί που σήμαινε το δικαίωμα του Αττίλα να κυβερνά ολόκληρο τον κόσμο.[157]Ο Μένχεν-Χέλφεν σημειώνει μια ευρέως διαδεδομένη λατρεία ενός θεού του πολέμου με τη μορφή σπαθιού μεταξύ των λαών των στεπών, συμπεριλαμβανομένων των Σιονγκ-νου.[158] Ο Ντένις Σίνορ ωστόσο θεωρεί ότι η λατρεία ενός ξίφους μεταξύ των Ούννων δεν είναι αληθινή.[159] Ο Μένχεν-Χέλφεν υποστηρίζει επίσης ότι, ενώ οι ίδιοι οι Ούννοι δεν φαίνεται να θεωρούσαν τον Αττίλα ως θεϊκό, ορισμένοι από τους υπηκόους του το έκαναν σαφώς.[160] Η πίστη στην προφητεία και τη μαντεία απαντάται επίσης μεταξύ των Ούννων.[161] [162] [163]Ο Μένχεν-Χέλφεν υποστηρίζει ότι οι ασκούντες αυτές των πράξεων μαντείας ήταν πιθανώς σαμάνοι και συνάγει επίσης την πίστη στα υδάτινα πνεύματα από ένα έθιμο που αναφέρεται στον Αμμιανό. Επίσης υποστηρίζει ότι οι Ούννοι μπορεί να κατασκεύαζαν μικρά μεταλλικά, ξύλινα ή λίθινα είδωλα, που απαντώνται μεταξύ άλλων φυλών της στέπας και που βυζαντινή πηγή τα αναφέρει και για τους Ούννους της Κριμαίας τον έκτο αιώνα.[164] Συνδέει επίσης αρχαιολογικά ευρήματα, χάλκινα καζάνια Ούννων, που βρέθηκαν θαμμένα κοντά ή σε τρεχούμενα νερά, με πιθανές τελετουργίες που πραγματοποιούσαν οι Ούννοι την άνοιξη.[165]

Ο Τζον Μαν υποστηρίζει ότι οι Ούννοι της εποχής του Αττίλα πιθανότατα λάτρευαν τον ουρανό και τη θεότητα της στέπας Tένγκρι, που επίσης μαρτυρείται ότι λατρευόταν από τους Σιονγκ-νου.[166] Ο Μένχεν-Χέλφεν υποστηρίζει επίσης την πιθανότητα οι Ούννοι αυτής της περιόδου να λάτρευαν τον Tένγκρι, αλλά σημειώνει ότι ο θεός δεν υπάρχει στις ευρωπαϊκές πηγές μέχρι τον ένατο αιώνα.[167]Η λατρεία του Tένγκρι με το όνομα "T'angri Khan" μαρτυρείται μεταξύ των Καυκάσιων Ούννων στο Αρμενικό χρονικό του τέλους του έβδομου αιώνα του Μόβσες Ντασκουράντσι.[168]Ο Μόβσες καταγράφει επίσης ότι οι Καυκάσιοι Ούννοι λάτρευαν δέντρα και έκαιγαν άλογα ως θυσίες στον Τένγκρι[169] και ότι «έκαναν θυσίες στη φωτιά και στο νερό και σε ορισμένους θεούς των δρόμων και στο φεγγάρι και σε όλα τα πλάσματα που θεωρούνταν στα μάτια τους κάποιο τρόπο αξιοσημείωτα.»[170]Υπάρχουν επίσης κάποια στοιχεία για ανθρωποθυσίες μεταξύ των Ευρωπαίων Ούννων. Ο Μένχεν-Χέλφεν υποστηρίζει ότι άνθρωποι φαίνεται να θυσιάστηκαν στην ταφική τελετή του Αττίλα, που καταγράφηκε από τον Ιορδάνη με το όνομα strava.[171] Ο Πρίσκος ισχυρίζεται ότι οι Ούννοι θυσίασαν τους αιχμαλώτους τους «για τη νίκη» όταν εισέβαλαν στη Σκυθία, αλλά αυτό δεν επιβεβαιώνεται με άλλο τρόπο ως Ουννικό έθιμο και μπορεί να μην ισχύει.[172] [173]

Εκτός από αυτές τις ειδωλολατρικές πεποιθήσεις υπάρχουν πολυάριθμες μαρτυρίες Ούννων που ασπάσθηκαν το Χριστιανισμό και δέχθηκαν χριστιανούς ιεραπόστολους.[174] [175] Η ιεραποστολική δράση μεταξύ των Ούννων του Καυκάσου φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτερα επιτυχής, με αποτέλεσμα τον προσηλυτισμό του Ούννου πρίγκιπα Άλπ Ιλουετουέρ.[176] Ο Αττίλας φαίνεται να ανέχτηκε τόσο τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό όσο και τον Αρειανισμό μεταξύ των υπηκόων του.[177] Ωστόσο μια ποιμαντική επιστολή του Πάπα Λέοντος του Μεγάλου προς την εκκλησία της Ακυληίας δείχνει ότι χριστιανοί σκλάβοι που πήραν από εκεί οι Ούννοι το 452 αναγκάστηκαν να συμμετάσχουν στις δικές τους θρησκευτικές τελετές.[178] .

Πολεμική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στρατόπεδο Ούννων
Ούννοι σε μάχη με τους Αλανούς. Χαρακτικό της δεκαετίας του 1870 σύμφωνα με σχέδιο του Γιόχαν Νέπομουκ Γκάιγκερ(1805–1880).

Στρατηγική και τακτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τρόπος πολέμου των Ούννων στο σύνολό του δεν έχει μελετηθεί καλά. Μία από τις κύριες πηγές πληροφοριών για αυτό είναι ο Αμμιανός Μαρκελλίνος, που περιλαμβάνει μια εκτεταμένη περιγραφή των πολεμικών μεθόδων των Ούννων:

"Επίσης μερικές φορές πολεμούν όταν προκαλούνται, και μετά μπαίνουν στη μάχη σχηματισμένοι σε σφηνοειδείς μάζες, ενώ η ανάμειξη των φωνών τους δημιουργεί έναν άγριο θόρυβο. Και καθώς είναι ελαφρώς εξοπλισμένοι για ταχύτητα στην κίνηση και απροσδόκητο στη δράση, σκοπίμως χωρίζονται ξαφνικά σε διάσπαρτες ζώνες και επιτίθενται, ορμώντας άτακτα εδώ κι εκεί, προκαλώντας τρομερή σφαγή, και λόγω της εξαιρετικής ταχύτητας των κινήσεών τους δεν φαίνονται ποτέ να επιτίθενται σε επάλξεις ή να λεηλατούν το στρατόπεδο ενός εχθρού. Και για αυτό δεν θα διστάσετε να τους αποκαλέσετε τους πιο τρομερούς από όλους τους πολεμιστές, γιατί πολεμούν από απόσταση με βλήματα που έχουν κοφτερό κόκκαλο, αντί για τα συνηθισμένα σημεία τους, προσαρμοσμένα στα βέλη με υπέροχη δεξιοτεχνία. Μετά καλπάζουν πάνω από τα ενδιάμεσα κενά και πολεμούν σώμα με σώμα με σπαθιά, αδιαφορώντας για τη ζωή τους. Και ενώ ο εχθρός προφυλάσσεται από τις πληγές από τα σπαθιά, ρίχνουν λωρίδες υφάσματος πλεγμένες σε θηλιές πάνω από τους αντιπάλους τους και τους μπλέκουν τόσο που δένουν τα άκρα τους και δεν τους επιτρέπουν πια να ιππεύουν ή να περπατούν".[179]

Με βάση την περιγραφή του Αμμιανού ο Μένχεν-Χέλφεν υποστηρίζει ότι οι τακτικές των Ούννων δεν διέφεραν σημαντικά από αυτές που χρησιμοποιούσαν άλλοι νομάδες έφιπποι τοξότες.[180] Υποστηρίζει ότι οι «σφηνοειδείς μάζες» (cunei) που αναφέρει ο Αμμιανός ήταν πιθανόν τμήματα οργανωμένα από φάρες και οικογένειες, των οποίων οι ηγέτες μπορεί να ονομάζονταν cur. Αυτός ο τίτλος κληρονομείτο στη φάρα.[181] Όπως ο Αμμιανός και ο συγγραφέας του έκτου αιώνα Ζώσιμος τονίζει επίσης την σχεδόν αποκλειστική χρήση των έφιππων τοξοτών από τους Ούννους και την εξαιρετική ταχύτητα και ευκινησία τους.[182]Αυτές οι ιδιότητες διέφεραν από άλλους νομάδες πολεμιστές στην Ευρώπη εκείνη την εποχή: οι Σαρμάτες για παράδειγμα βασίζονταν σε άνδρες με βαριές πανοπλίες, εξοπλισμένους με λόγχες.[183] Η χρήση τρομερών πολεμικών κραυγών από τους Ούννους απαντάται επίσης σε άλλες πηγές.[184] Ωστόσο ορισμένοι ισχυρισμοί του Αμμιανού έχουν αμφισβητηθεί από σύγχρονους μελετητές.[185]Συγκεκριμένα ενώ ο Αμμιανός ισχυρίζεται ότι οι Ούννοι δεν είχαν καμία γνώση μεταλλουργίας, ο Μένχεν-Χέλφεν υποστηρίζει ότι ένας λαός τόσο πρωτόγονος δεν θα μπορούσε ποτέ να υπερτερήσει σε πόλεμο εναντίον των Ρωμαίων.[186]

Οι στρατοί των Ούννων βασίστηκαν στη μεγάλη ευκινησία τους και «μια οξυδερκή αίσθηση του πότε να επιτεθούν και πότε να αποσυρθούν».[187] Μια σημαντική στρατηγική που χρησιμοποιούσαν οι Ούννοι ήταν μια προσποιητή υποχώρηση — προσποιούμενοι ότι φεύγουν και στη συνέχεια στρέφονταν και επιτίθεντο στον άτακτο εχθρό. Αυτό αναφέρουν οι συγγραφείς Ζώσιμος και Αγαθίας.[188]Ωστόσο δεν ήταν πάντα αποτελεσματικοί στις μάχες, υπέστησαν ήττα στην Τουλούζη το 439, μετά βίας κέρδισαν στη Μάχη του Ούτου το 447, πιθανότατα έχασαν ή πάντως δεν νίκησαν στη Μάχη των Καταλανικών πεδίων το 451 και έχασαν στη Μάχη του Nεντάο (454;).[189] Ο Κρίστοφερ Κέλι υποστηρίζει ότι ο Αττίλας προσπάθησε να αποφύγει «όσο ήταν δυνατόν, [...] μεγάλης κλίμακας εμπλοκή με το Ρωμαϊκό στρατό».[190] Ο πόλεμος και η απειλή πολέμου χρησιμοποιούντο συχνά ως εργαλεία για τον εκβιασμό της Ρώμης. οι Ούννοι βασίζονταν συχνά σε ντόπιους προδότες για να αποφύγουν απώλειες.[191] Στις περιγραφές μαχών σημειώνεται ότι οι Ούννοι οχύρωναν τα στρατόπεδά τους χρησιμοποιώντας φορητούς φράχτες ή δημιουργώντας έναν κύκλο από κάρα.[192]

Ο νομαδικός τρόπος ζωής των Ούννων ενθάρρυνε χαρακτηριστικά όπως η άριστη ιππασία, ενώ οι Ούννοι εκπαιδεύονταν για πόλεμο με συχνό κυνήγι. Αυτό με τη σειρά του οδήγησε σε σημαντική μείωση της αποτελεσματικότητάς τους ως πεζών μαχητών.[193] [194]

Οι Ούννοι σχεδόν αναφέρεονται να πολεμούν δίπλα σε μη Ούννους, Γερμανικούς ή Ιρανικούς υποτελείς λαούς ή, σε παλαιότερες εποχές, με συμμάχους.[195] Όπως σημειώνει ο Χήθερ «η στρατιωτική μηχανή των Ούννων αυξήθηκε και μάλιστα πολύ γρήγορα, ενσωματώνοντας όλο και μεγαλύτερους αριθμούς Γερμανικών λαών της κεντρικής και της ανατολικής Ευρώπης».[196] Στη Μάχη των Καταλανικών πεδίων αναφέρεται από τον Ιορδάνη ότι ο Αττίλας είχε τοποθετήσει τους υποτελείς του λαούς στις πτέρυγες του στρατού, ενώ οι Ούννοι κρατούσαν το κέντρο.[197]

Μια σημαντική πηγή πληροφοριών για τους πόλεμους στη στέπα από την εποχή των Ούννων προέρχεται από το Στρατηγικόν του 6ου αιώνα, που περιγράφει τον πόλεμο «Αντιμετώπισης των Σκυθών, δηλαδή των Αβάρων, των Τούρκων και άλλων των οποίων ο τρόπος ζωής μοιάζει με εκείνο των Ουννικών λαών». Το Στρατηγικόν περιγράφει τους Αβάρους και τους Ούννους ως δόλιους και πολύ έμπειρους σε στρατιωτικά θέματα.[198] Αναφέρει ότι προτιμούν να νικήσουν τους εχθρούς τους με δόλο, αιφνιδιαστικές επιθέσεις και αποκοπή του εφοδιασμού τους. Οι Ούννοι έφεραν μεγάλους αριθμούς αλόγων για να τους χρησιμοποιούν εφεδρικά και να δίνουν την εντύπωση ενός μεγαλύτερου στρατού στις εκστρατείες.[199] Οι Ουννικοί λαοί δεν δημιουργούσαν ένα περιχαρακωμένο στρατόπεδο, αλλά απλώνονταν στα βοσκοτόπια σύμφωνα κατά φάρες και φύλαγαν τα απαραίτητα άλογά τους μέχρι να αρχίσουν να σχηματίζουν γραμμές μάχης κάτω από την κάλυψη του ξημερώματος. Το Στρατηγικόν αναφέρει ότι οι Ούννοι τοποθετούσαν επίσης φρουρούς σε σημαντικές αποστάσεις και σε συνεχή επαφή μεταξύ τους για να αποτρέπουν αιφνιδιαστικές επιθέσεις.[200]

Σύμφωνα με το Στρατηγικόν οι Ούννοι δεν σχημάτιζαν γραμμές μάχης με τη μέθοδο που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι και οι Πέρσες, αλλά σε τμήματα ακανόνιστου μεγέθους σε μια ενιαία γραμμή και διατηρώντας μια ξεχωριστή δύναμη κοντά για ενέδρες και ως εφεδρεία. Το Στρατηγικόν αναφέρει επίσης ότι οι Ούννοι χρησιμοποιούσαν βαθείς σχηματισμούς με πυκνό και ομοιόμορφο μέτωπο.[201] Αναφέρει επίσης ότι οι Ούννοι κρατούσαν τα εφεδρικά άλογά τους και τα κάρα με τις αποσκευές τους σε κάθε πλευρά της γραμμής μάχης περίπου ένα μίλι μακριά, με μέτριο μέγεθος φρουράς, και μερικές φορές έδεναν τα εφεδρικά άλογά τους πίσω από την κύρια γραμμή μάχης.[202]Οι Ούννοι προτιμούσαν να πολεμούν σε μεγάλη απόσταση, χρησιμοποιώντας ενέδρες, περικύκλωση και προσποιητή υποχώρηση. Το Στρατηγικόν αναφέρει επίσης τους σφηνοειδείς σχηματισμούς που αναφέρονται από τον Aμμιανό και επιβεβαιώνονται ως οικογενειακά αποσπάσματα από τον Μένχεν-Χέλφεν.[203][203] Maenchen-Helfen 1973, pp. 202–203.</ref>[204]Αναφέρει επίσης ότι οι Ούννοι προτιμούσαν να καταδιώκουν τους εχθρούς τους ανελέητα μετά από μια νίκη και στη συνέχεια να τους φθείρουν με μια μακρά πολιορκία μετά την ήττα.[205]

Ο Πήτερ Χήθερ σημειώνει ότι οι Ούννοι μπόρεσαν να πολιορκήσουν με επιτυχία πόλεις και φρούρια με τείχη στην εκστρατεία τους το 441, ήταν συνεπώς ικανοί να κατασκευάσουν πολιορκητικές μηχανές.[206] Αναφέρει πολλαπλές πιθανές διαδρομές για την απόκτηση αυτής της γνώσης, υποδηλώνοντας ότι θα μπορούσε να είχε αποκτηθεί από την υπηρεσία υπό τον Αέτιο, από αιχμάλωτους Ρωμαίους μηχανικούς ή να είχε αναπτυχθεί μέσω της ανάγκης να ασκηθεί πίεση στις πλούσιες πόλεις του Δρόμου του Μεταξιού και να είχε μεταφερθεί σε Ευρώπη.[207] Ο Ντέιβιντ Νικόλ συμφωνεί με το τελευταίο σημείο και μάλιστα υποστηρίζει ότι είχαν ένα πλήρες σύνολο μηχανικών γνώσεων, συμπεριλαμβανομένων των δεξιοτήτων για την κατασκευή προηγμένων οχυρώσεων, όπως το φρούριο Ιγκντουί-Καλά στο Καζακστάν.[208]

Στρατιωτικός εξοπλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Στρατηγικόν αναφέρει ότι οι Ούννοι χρησιμοποιούσαν συνήθως πλέγματα, σπαθιά, τόξα και λόγχες και ότι οι περισσότεροι Ούννοι πολεμιστές ήταν οπλισμένοι τόσο με τόξο όσο και με λόγχη και τα χρησιμοποιούσαν εναλλακτικά ανάλογα με τις ανάγκες. Αναφέρει επίσης ότι οι Ούννοι χρησιμοποιούσαν καπιτονέ λινό, μαλλί ή μερικές φορές σιδερένιο πλέγμα για τα άλογά τους και φορούσαν επίσης καπιτονέ καλύπτρες και καφτάνια.[209] Αυτή η εκτίμηση επιβεβαιώνεται σε μεγάλο βαθμό από αρχαιολογικά ευρήματα στρατιωτικού εξοπλισμού των Ούννων, όπως οι ταφές Βολνίκοβκα και Μπρουτ.

Ένα κράνος της ύστερης ρωμαϊκής εποχής του τύπου Μπερκάσοβο βρέθηκε σε ταφή Ούννων στο Κοντσέστι (Ρουμανία),[210] ένα Ουννικό κράνος τύπου Σπάνγκενχελμ σε ταφή στο Ταράσοβσκι (Ρωσία) το 1784 και ένα άλλο τύπου Μπάντχελμ στο Τουράεβο (Ρωσία).[211]Θραύσματα από ελασματοειδή κράνη που χρονολογούνται από την περίοδο των Ούννων και εντός της σφαίρας επιρροής τους έχουν βρεθεί στο Ιατρους (Βουλγαρία), στο Ιλίτσεβκα (Ρωσία) και το Κάλκνι.[212][225] Miks 2009, p. 500 </ref>Ελασματοειδής πανοπλία Ούννων δεν έχει βρεθεί στην Ευρώπη, αν και δύο θραύσματα πιθανής Ουννικής προέλευσης έχουν βρεθεί στον Άνω Ομπ και στο Δυτικό Καζακστάν, που χρονολογούνται από τον 3ο-4ο αιώνα.[213] Ένα σχετικό εύρημα έλασμα, που χρονολογείται περίπου στο 520 από την αποθήκη Τπράκιοϊ στο φρούριο της Αλμυρίδας κοντά στο Μπάνταμπαγκ της Ρουμανίας, υποδηλώνει μια εισαγωγή στα τέλη του 5ου ή στις αρχές του 6ου αιώνα.[214].Είναι γνωστό ότι οι Ευρασιάτες Άβαροι εισήγαγαν ελασματοειδείς πανοπλίες στο Ρωμαϊκό στρατό και στους Γερμανικούς λαούς της εποχής των μεταναστεύσεων στα μέσα του 6ου αιώνα, αλλά αυτός ο μεταγενέστερος τύπος δεν εμφανίζεται πριν από τότε.[215][216]

Είναι επίσης ευρέως αποδεκτό ότι οι Ούννοι εισήγαγαν το μακρύ σαξ, μια λεπίδα κοπής 60 cm που έγινε δημοφιλής στους Γερμανικούς λαούς της εποχής των μεταναστεύσεων και στον Ύστερο Ρωμαϊκό στρατό, στην Ευρώπη.[217] Πιστεύεται ότι αυτές οι λεπίδες προέρχονταν από την Κίνα και ότι οι Σαρμάτες και οι Ούννοι λειτούργησαν ως φορέας μετάδοσηής τους, χρησιμοποιώντας βραχύτερα σαξ στην Κεντρική Ασία που εξελίχθηκαν στο μακρύ σαξ στην Ανατολική Ευρώπη κατά τα τέλη του 4ου και το πρώτο μισό του 5ου αιώνα. Αυτές οι προγενέστερες λεπίδες χρονολογούνται μέχρι και από τον 1ο αιώνα μ.Χ., με το πρώτο από το νεότερο τύπο που εμφανίζεται στην Ανατολική Ευρώπη τον Βιέννης-Ζίμμερινγκ, που χρονολογείται από τα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ.[218] Άλλα αξιοσημείωτα ουννικά παραδείγματα είναι τα μακρά σαξ από το πιο πρόσφατο εύρημα στη Βολνίκοβκα της Ρωσίας.[219]

Οι Ούννοι χρησιμοποιούσαν έναν τύπο σπάθας Ιρανικής ή Σασσανιδικής μορφής, με μια μακριά, ευθεία λεπίδα περίπου 83 cm, συνήθως με μια σιδερένια προστατευτική πλάκα σε σχήμα διαμαντιού.[220]Σπαθιά αυτού του τύπου έχουν βρεθεί σε τοποθεσίες όπως το Αλτλουσχάιμ (Γερμανία), το Ζιρμαμπέσενιε (Ουγγαρία), η Βολνίκοβκα, η Νοβοϊβάνκοβα (Ουκρανία) και το Τσιμπίλιουμ 61 (Αμπχαζία). Συνήθως είχαν λαβές και θηκάρια από φύλλα χρυσού και εξαρτήματα θηκών διακοσμημένα σε πολύχρωμο στυλ. Το ξίφος μεταφερόταν κατά το «ιρανικό στυλ» προσαρτημένο σε ζώνη.[221]

Το πιο διάσημο όπλο των Ούννων ήταν το σύνθετο τόξο τύπου Κουμ Ντάρια, που συχνά αποκαλείται «Ουννικό τόξο». Αυτό το τόξο εφευρέθηκε κάποια στιγμή τον τρίτο ή το δεύτερο αιώνα π.Χ. με τα παλαιότερα ευρήματα κοντά στη Λίμνη Βαϊκάλη, αλλά εξαπλώθηκε σε όλη την Ευρασία πολύ πριν από τη μετανάστευση των Ούννων. Αυτά τα τόξα χαρακτηρίζονται από ασύμμετρη διατομή με μήκος μεταξύ 145 και 155 cm.[222] Αν και ολόκληρα τόξα σπάνια διατηρήθηκαν στις ευρωπαϊκές κλιματολογικές συνθήκες, οστέινα ευρήματά τους είναι αρκετά κοινά και χαρακτηριστικά των ταφών στη στέπα. Ολόκληρα δείγματά τους έχουν βρεθεί σε τοποθεσίες στη Λεκάνη Tαρίμ και στην Έρημο Γκόμπι, όπως η Nίγια, η Κουμ Ντάρια και το Σομπουζίν-Μπελχίρ. Οι νομάδες της Ευρασίας, όπως οι Ούννοι, χρησιμοποιούσαν τυπικά τρίλοβες διαμαντόσχημες σιδερένιες αιχμές βελών, στερεωμένες με πίσσα σημύδας και κούμπωμα, με τυπικούς άξονες 75 cm. Τέτοιες τρίλοβες αιχμές βελών πιστεύεται ότι είναι πιο ακριβείς και έχουν καλύτερη διεισδυτική ισχύ ή ικανότητα να τραυματίσουν από ότι οι επίπεδες.[223]Τα ευρήματα τόξων και βελών αυτού του τύπου στην Ευρώπη είναι περιορισμένα αλλά αρχαιολογικά τεκμηριωμένα. Τα γνωστότερα παραδείγματα προέρχονται από τα Βιέννης-Ζίμμερινγκ, αν και περισσότερα θραύσματα έχουν βρεθεί στα Βόρεια Βαλκάνια και στις περιοχές των Καρπαθίων.[224]

Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη χριστιανική αγιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μαρτύριο της Αγίας Ούρσουλας, του Χανς Μέμλινγκ. Οι μορφές με τουρμπάνια και πανοπλίες απεικονίζουν Ούννους.

Μετά τη διάλυση της αυτοκρατορίας των Ούννων προέκυψαν διάφοροι θρύλοι σχετικά με αυτούς. Μεταξύ αυτών είναι μια σειρά από χριστιανικούς αγιολογικούς θρύλους στους οποίους οι Ούννοι παίζουν ρόλο. Σε μια ανώνυμη μεσαιωνική βιογραφία του Πάπα Λέοντα Α' η πορεία του Αττίλα στην Ιταλία το 452 ανακόπτεται επειδή, όταν συναντά τον Λέοντα έξω από τη Ρώμη, οι απόστολοι Πέτρος και Παύλος εμφανίζονται μπροστά του κρατώντας ξίφη πάνω από το κεφάλι του και απειλώντας να τον σκοτώσουν αν δεν ακολουθήσει την εντολή του πάπα να γυρίσει πίσω.[225] Σε άλλες εκδοχές ο Αττίλας παίρνει όμηρο τον πάπα και αναγκάζεται από τους αγίους να τον απελευθερώσει.[226]Στο μύθο της Αγίας Ούρσουλας η Ούρσουλα και οι 11.000 άγιες παρθένες της φτάνουν στην Κολωνία στο δρόμο της επιστροφής από ένα προσκύνημα, ακριβώς τη στιγμή που οι Ούννοι, υπό έναν ανώνυμο πρίγκιπα,[227] πολιορκούν την πόλη. Η Ούρσουλα και οι παρθένες της σκοτώνονται από τους Ούννους με βέλη όταν αρνούνται τις σεξουαλικές τους ορέξεις. Στη συνέχεια οι ψυχές των σφαγιασμένων παρθένων σχηματίζουν έναν ουράνιο στρατό που διώχνει τους Ούννους και σώζει την Κολωνία.[228] Άλλες πόλεις με θρύλους σχετικά με τους Ούννους και κάποιον άγιο είναι η Ορλεάνη, το Τρουά, το Ντιέζ, το Μετς, η Μόντενα και η Ρενς.[229] Στους θρύλους γύρω από τον Άγιο Σερβάτιο του Τόνγκερεν, που χρονολογούνται τουλάχιστον από τον όγδοο αιώνα, ο Σερβάτιος λέγεται ότι προσηλύτισε τον Αττίλα και τους Ούννους στο Χριστιανισμό, προτού γίνουν αργότερα αποστάτες και επιστρέψουν στον παγανισμό τους.[230]

Στους γερμανικούς θρύλους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ούννοι (έξω) πυρπολούν τη δική τους αίθουσα για να σκοτώσουν τους Βουργουνδούς. Εικονογράφηση από τον Κώδικα Χουντεσχάγκεν του Τραγουδιού των Νιμπελούνγκεν.

Οι Ούννοι διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στους γερμανικούς ηρωικούς θρύλους, που συχνά μεταφέρουν εκδοχές γεγονότων από την περίοδο των μεταναστεύσεων και αρχικά μεταδίδονταν προφορικά.[231] Μνήμες από τις συγκρούσεις μεταξύ των Γότθων και των Ούννων στην Ανατολική Ευρώπη φαίνεται να διατηρούνται στο Αρχαίο αγγλικό ποίημα Widsith καθώς και στο Αρχαίο σκανδιναβικό ποίημα "Η Μάχη των Γότθων και των Ούννων", που έχει μεταφερθεί στην ισλανδική Χέρβαραρ Σάγκα του δέκατου τρίτου αιώνα.[232] [233] Το Widsith αναφέρει επίσης ότι ο Αττίλας ήταν ηγεμόνας των Ούννων, τοποθετώντας τον στην κορυφή μιας λίστας διάφορων θρυλικών και ιστορικών ηγεμόνων και λαών και επισημαίνοντας τους Ούννους ως τους πιο διάσημους.[234] Το όνομα Αττίλας, που αποδόθηκε στα Αρχαία αγγλικά ως Ætla, ήταν ένα όνομα σε χρήση στην αγγλοσαξονική Αγγλία (π.χ. Επίσκοπος Ætla του Ντόρτσεστερ) και η χρήση του στην Αγγλία εκείνη την εποχή μπορεί να είχε συνδεθεί με το θρύλο των ηρωικών βασιλιάδων που αντιπροσωπεύεται σε έργα όπως το Widsith.[235] Ο Mένχεν-Χέλφεν ωστόσο αμφιβάλλει αν η χρήση του ονόματος από τους Αγγλοσάξονες είχε κάποια σχέση με τους Ούννους, υποστηρίζοντας ότι «δεν ήταν ένα σπάνιο όνομα».[236] Απαριθμεί τους Ούννους μεταξύ άλλων λαών που ζούσαν στη Γερμανία όταν οι Αγγλοσάξονες εισέβαλαν στην Αγγλία. Αυτό μπορεί να υποδηλώνει ότι ο Βέδας θεωρούσε ότι οι Αγγλοσάξονες προέρχονταν εν μέρει από τους Ούννους.[237] [238]

Οι Ούννοι και ο Αττίλας αποτελούν επίσης κεντρικά πρόσωπα στους δύο πιο διαδεδομένους γερμανικούς θρυλικούς κύκλους, του Νίμπελουνγκ και του Ντίτριχ φον Μπερν (του πραγματικού Θεοδώριχου του Μέγα). Ο θρύλος του Νίμπελουνγκ, ιδιαίτερα όπως καταγράφεται στο έπος της Παλαιάς Σκανδιναβικής Ποιητικής Έντα και της Βελσούνγκα σάγκα, καθώς και στο γερμανικό Τραγούδι των Νιμπελούνγκεν, συνδέει τους Ούννους και τον Αττίλα (και στη σκανδιναβική παράδοση, τον θάνατο του Αττίλα) με την καταστροφή του βασιλείου της Βουργουνδίας στο Ρήνο το 437.[239] Στους θρύλους για τον Ντίτριχ φον Μπερν ο Αττίλας και οι Ούννοι παρέχουν στον Ντίτριχ καταφύγιο και υποστήριξη όταν εκδιώχθηκε από το βασίλειό του στη Βερόνα.[240] Μια εκδοχή των γεγονότων της Μάχης του Nαντάο πιθανόν διατηρείται σε έναν μύθο, που έχει μεταφερθεί σε δύο διαφορετικές εκδοχές στο Rabenschlacht στη Μέση Ανώτερη Γερμανική και στην Þiðreks saga στην Αρχαία Νορδική, στην οποία οι γιοι του Αττίλα σκοτώνονται στη μάχη.[250]</ref> Ο θρύλος του Βάλτερ της Ακουιτανίας εν τω μεταξύ παρουσιάζει τους Ούννους να δέχονται παιδιά ομήρους ως φόρο τιμής από τους υποτελείς τους λαούς.[241] Γενικά οι ηπειρωτικές γερμανικές παραδόσεις δίνουν μια πιο θετική εικόνα του Αττίλα και των Ούννων από τιςσΣκανδιναβικές πηγές, όπου οι Ούννοι εμφανίζονται υπό ένα ευδιάκριτα αρνητικό φως.[242]

Στους μεσαιωνικούς γερμανικούς μύθους οι Ούννοι ταυτίστηκαν με τους Ούγγρους, με την πρωτεύουσά τους Έτζελμπουργκ (πόλη του Αττίλα) να ταυτίζεται με το Έστεργκομ ή τη Βούδα.[243] Η Αρχαία Νορδική Þiðreks saga ωστόσο, που βασίζεται σε βορειογερμανικές πηγές, εντοπίζει την Hunaland στη βόρεια Γερμανία, με πρωτεύουσα το Σεστ στη Βεστφαλία.[244] Σε άλλες αρχαίες σκανδιναβικές πηγές ο όρος Hun χρησιμοποιείται μερικές φορές αδιακρίτως για διάφορους ανθρώπους, ιδιαίτερα από τη νότια Σκανδιναβία.[245].[246] Από το δέκατο τρίτο αιώνα και μετά η Μέση Ανώτερη γερμανική λέξη για τον Ούννο, hiune, έγινε συνώνυμο του γίγαντα και συνέχισε να χρησιμοποιείται με αυτή την έννοια με τις μορφές Hüne και Heune στη σύγχρονη εποχή.[247]Με αυτό τον τρόπο διάφορες προϊστορικές μεγαλιθικές κατασκευές, ιδιαίτερα στη Βόρεια Γερμανία, ταυτοποιήθηκαν ως Hünengräber (Τάφοι Ούννων) ή Hünenbetten (κρεβάτια Ούννων).[248] [249]

Ο Βασιλιάς των Ούννων, τρυπώντας την Αγία Ούρσουλα με ένα βέλος μετά την άρνησή της να τον παντρευτεί στο "Μαρτύριο της Αγίας Ούρσουλας" του Καραβάτζιο, 1610

Θρύλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρονικογράφοι που έγραψαν αιώνες αργότερα ανέφεραν ή υπαινίχθηκαν τους Ούννους ή τους υποτιθέμενους απογόνους τους. Μεταξύ αυτών :

Οι Ούγγροι του Μεσαίωνα συνέχισαν αυτή την παράδοση (Gesta Hunnorum et Hungarorum, 1282-1285, Chronicon Pictum, 1360, Gesta Hungarorum, 1200-1230).

Η μνήμη της Ουννικής κατάκτησης μεταβιβάσθηκε προφορικά μεταξύ των Γερμανικών λαών και αποτελεί σημαντικό συστατικό των Παλαιοσκανδιναβικών Völsunga saga και Hervarar saga και του Μέσω Ανω Γερμανικού Nibelungenlied. Ολες αυτές οι ιστορίες απεικονίζουν γεγονότα της Περιόδου των Μεταναστεύσεων μια χιλιετία νωρίτερα.

Στη Hervarar saga οι Γότθοι έχουν την πρώτη τους επαφή με τους τοξότες Ούννους και τους αντιμετωπίζουν σε μια επική μάχη στις πεδιάδες του Δούναβη.

Στο Nibelungenlied η Κρίμχιλντ παντρεύεται τον Αττίλα (Ετσελ στα Γερμανικά), μετά τη δολοφονία του πρώτου συζύγου της Ζίγκφριντ από τον Χάγκεν με τη συνενοχή του αδερφού της, Βασιλιά Γκούντερ. Στη συνέχεια χρησιμοποιεί τη δύναμή της ως συζύγου του Ετσελ για να πάρει αιματηρή εκδίκηση, κατά την οποία, όχι μόνο ο Χάγκεν και ο Γκούντερ αλλά και όλοι οι Βουργουνδοί ιππότες, θανατώνονται στους εορτασμούς που τους είχαν προσκαλέσει εκείνη και ο Ετσελ.

Στη Völsunga saga ο Αττίλας (Ατίλ στα Σκανδιναβικά) νικάει το Φράγκο Βασιλιά Ζίγκεμπερτ Α΄ (Ζίγκουρορ ή Ζίγκφριντ) και το Βουργουνδό Βασιλιά Γκούντραμ (Γκούναρ ή Γκούντερ), αλλά αργότερα δολοφονείται από τη Βασίλισσα Φρέντεγκουντ (Γκούντρουν ή Κρίμχιλντ), αδερφή του δεύτερου και σύζυγο του πρώτου.

Στη Γερμανική "Σάγκα του Θεοδώριχου της Βερόνας", που οι γραπτές της εκδοχές αρχίζουν από το 13ο αιώνα, οι Ούννοι αποκαλούνται Φρίσσιοι. Η Φρισία το Μεσαίωνα συχνά ονομαζόταν Ουννολάνδη.

Σχέση με τους Ούγγρους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Γιορτή του Αττίλα». Ουγγρικός ρομαντικός πίνακας του Mór Than (1870).
Ο Αττίλας (δεξιά) ως βασιλιάς της Ουγγαρίας μαζί με τον Γκιούλα και τον Μπέλα Α΄ της Ουγγαρίας. Εικονογράφηση για το Il costume antico e moderno του Τζούλιο Φεράριο (1831).
Αττίλας-Κουρουλτάι (παραδοσιακή εκδήλωση λαών νομαδικής προέλευσης από τις στέπες της Κεντρικής Ασίας, που γίνεται τουλάχιστον κάθε δύο χρόνια στο Μπούγκατς της Ουγγαρίας), 2014
Σημαία των Σέκελι - Κουρουλτάι, 2014
Καναδική προεκλογική αφίσα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Ξεκινώντας από τα μέσα του Μεσαίωνα οι ουγγρικές πηγές ισχυρίζονται ότι προέρχονται από μια στενή σχέση μεταξύ των Ούγγρων (Μαγυάρων) και των Ούννων. Ο ισχυρισμός φαίνεται ότι προέκυψε για πρώτη φορά σε μη ουγγρικές πηγές και μόνο σταδιακά υιοθετήθηκε από τους ίδιους τους Ούγγρους λόγω των αρνητικών συνδηλώσεων του.[250] [251] [252]Το Ανώνυμο Gesta Hungarorum (μετά το 1200) είναι η πρώτη ουγγρική πηγή που ανέφερε ότι η δυναστεία του βασιλιά Άρπαντ ήταν απόγονοι του Αττίλα, αλλά δεν ισχυρίζεται ότι ο Ουγγρικός και οι Ούννοι έχουν συγγένεια.[253] [254] Ο πρώτος Ούγγρος συγγραφέας που ισχυρίστηκε ότι οι Ούννοι και οι Ούγγροι είχαν συγγένεια ήταν ο Σίμων Κέζα στο Gesta Hunnorum et Hungarorum (1282–1285). Ο Σίμων ισχυρίστηκε ότι οι Ούννοι και οι Ούγγροι κατάγονταν από δύο αδέρφια, που ονομάζονταν Ούνορ και Μάγκορ.

Οι σύγχρονοι μελετητές απορρίπτουν σε μεγάλο βαθμό αυτούς τους ισχυρισμούς.[255] [256][257][258]Σχετικά με την υποστηριζόμενη Ουννική καταγωγή που απαντάται σε αυτά τα χρονικά, ο Γένε Ζουτς αναφέρει:

"Η Ουννική καταγωγή των Μαγυάρων είναι, φυσικά, μια μυθοπλασία, όπως ακριβώς η Τρωική καταγωγή των Γάλλων ή οποιαδήποτε από τις άλλες θεωρίες origo gentis που κατασκευάστηκαν σχεδόν την ίδια εποχή. Οι Μαγυάροι στην πραγματικότητα προέρχονταν από τον Ουγγρικό κλάδο των Φιννοουγγρικών λαών. Κατά την περιπλάνησή τους στις στέπες της Ανατολικής Ευρώπης αφομοίωσαν μια ποικιλία πολιτιστικών και εθνοτικών στοιχείων (ιδιαίτερα ιρανικών και διαφορετικών τουρκικών), αλλά δεν είχαν ούτε γενετική ούτε ιστορική σχέση με τους Ούννους.[259]

Γενικά η απόδειξη της σχέσης μεταξύ της ουγγρικής και των Φιννοουγγρικών γλωσσών κατά το δέκατο ένατο αιώνα θεωρείται ότι απέρριψε επιστημονικά την ουννική καταγωγή των Ούγγρων.[260] Ένας άλλος ισχυρισμός, που προέρχεται επίσης από τον Σίμων Κέζα,[261] είναι ότι οι ουγγρόφωνοι Σέκελι της Τρανσυλβανίας κατάγονται από Ούννους, που κατέφυγαν εκεί μετά το θάνατο του Αττίλα και παρέμειναν μέχρις ότου κατέλαβαν την Παννονία. Ενώ η προέλευση των Σέκελι είναι ασαφής η σύγχρονη επιστήμη βλέπει με σκεπτικισμό τη σχέση τους με τους Ούννους.[262] Ο Λάζλο Μάκαϊ σημειώνει επίσης ότι ορισμένοι αρχαιολόγοι και ιστορικοί πιστεύουν ότι οι Σέκελι ήταν μια Ουγγρική ή μια Oνογουροβουλγαρική φυλή, που απωθήθηκε στη λεκάνη των Καρπαθίων στα τέλη του 7ου αιώνα από τους Αβάρους (που ταυτίστηκαν με τους Ούννους από τους Ευρωπαίους της εποχής).[263]Σε αντίθεση με τον μύθο οι Σέκελι μετεγκαταστάθηκαν στην Τρανσυλβανία από τη Δυτική Ουγγαρία τον ενδέκατο αιώνα.[264] Η γλώσσα τους παρομοίως δεν δείχνει καμία ένδειξη αλλαγής από οποιαδήποτε μη ουγγρική γλώσσα σε ουγγρική, όπως θα περίμενε κανείς αν ήταν Ούννοι.[265] [266]Ενώ οι Ούγγροι και οι Σέκελι μπορεί να μην είναι απόγονοι των Ούννων, ιστορικά συνδέονταν στενά με τουρκικά φύλα.[267] Ο Παλ Ενγκελ σημειώνει ότι «δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς» ότι οι βασιλείς των Αρπαντ μπορεί να κατάγονταν από τον Αττίλα και πιστεύει ότι είναι πιθανό οι Ούγγροι κάποτε να ζούσαν υπό την κυριαρχία των Ούννων.[268] Ο Χιούν Τζιν Κιμ υποστηρίζει ότι οι Ούγγροι μπορεί να συνδέονται με τους Ούννους μέσω των Βουλγάρων και των Αβάρων, που θεωρεί ότι ε και οι δύο είχαν ουννικά στοιχεία.[269]

Ενώ η ιδέα ότι οι Ούγγροι κατάγονται από τους Ούννους έχει απορριφθεί από την επικρατούσα επιστήμη, η ιδέα συνέχισε να ασκεί σχετική επιρροή στον ουγγρικό εθνικισμό και την εθνική ταυτότητα.[270] Η πλειοψηφία της ουγγρικής αριστοκρατίας συνέχισε να επιμένει στην άποψη αυτή για τους Ούννους και στις αρχές του εικοστού αιώνα.[271]Το Φασιστικό Κόμμα Σταυρού του Βέλους παρομοίως αναφερόταν στην Ουγγαρία ως Ουννία στην προπαγάνδα του.[272] Η Ουννική καταγωγή έπαιξε επίσης μεγάλο ρόλο στην ιδεολογία του σύγχρονου ριζοσπαστικού δεξιού κόμματος Γιόμπικ του Παντουρανισμού του.[273] Εν τω μεταξύ οι θρύλοι σχετικά με την ουννική καταγωγή της μειονότητας των Σέκελι στη Ρουμανία, συνεχίζουν να παίζουν μεγάλο ρόλο στην εθνική ταυτότητα αυτής της ομάδας.[274] Η Ουννική καταγωγή των Σέκελι παραμένει η πιο διαδεδομένη θεωρία της προέλευσής τους στο ουγγρικό ευρύ κοινό.[275] "A székelyek eredete: elméletek, tények, történelem". Maszol.ro. Retrieved 26 October 2018.

Ο εθνικός ύμνος της Ουγγαρίας περιγράφει τους Ούγγρους ως "αίμα του Μπέντεγκουζ" (μεσαιωνική και νεότερη ουγγρική παραλλαγή του Μούντζουκ (Μουνδίουχου κατά τον Πρίσκο), πατέρα του Αττίλα). Ο αδερφός του Αττίλα, Μπλέντα, ονομάζεται Μπούντα στη νεότερη Ουγγρική. Μερικά μεσαιωνικά χρονικά και φιλολογικά έργα ανάγουν το όνομα της πόλης Βούδα σε αυτόν.

Χρήση τον 20ό αιώνα σε σχέση με τους Γερμανούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 27 Ιουλίου 1900, κατά την Εξέγερση των Μπόξερ στην Κίνα, ο Κάιζερ Γουλιέλμος Β΄ της Γερμανίας έδωσε διαταγή για ανηλεή δράση κατά των εξεγερθέντων : "Δεν θα επιδειχθεί έλεος, αιχμάλωτοι δεν θα συλληφθούν. Όπως πριν χίλια χρόνια οι Ούννοι υπό τον Αττίλα κέρδισαν τη φήμη δύναμης που επιβιώνει σε θρύλους, έτσι θα γίνει και με το όνομα της Γερμανίας στην Κίνα, ώστε κανένας Κινέζος να μην τολμήσει ποτέ ούτε να λοξοκοιτάξει Γερμανό".

Ο όρος "Ούννοι" από αυτή την ομιλία χρησιμοποιήθηκε αργότερα για τους Γερμανούς από τη βρετανική προπαγάνδα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η σύγκριση υποβοηθήθηκε από το ενισχυμένο κράνος Pickelhaube, που φορούσαν οι Γερμανοί στρατιώτες μέχρι το 1916, που παρέπεμπε σε απεικονίσεις αρχαίων ουννικών κρανών. Η χρήση αυτή, τονίζοντας την ιδέα ότι οι Γερμανοί ήταν βάρβαροι, ενισχύθηκε από τη συμμαχική προπαγάνδα σε όλο τον πόλεμο. Ο Γάλλος στιχουργός Τεοντόρ Μποτρέλ περιέγραψε τον Κάιζερ ως "Αττίλα, αμετανόητο", που εξαπέλυε "ορδές κανιβάλων".

Η χρήση του όρου "Ούννοι" για να περιγράψει τους Γερμανούς επανήλθε στο προσκήνιο στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για παράδειγμα ο Ουίνστον Τσώρτσιλ είπε το 1941 σε ραδιοφωνική ομιλία : "Υπάρχουν λιγότεροι από 70.000.000 κακοήθεις Ούννοι, μερικοί από τους οποίους είναι θεραπεύσιμοι και οι άλλοι για σκότωμα, που οι περισσότεροί τους καταπιέζουν Αυστριακούς, Τσέχους, Πολωνούς και τα πολλά άλλα αρχαία έθνη, που τώρα τρομοκρατούν και λεηλατούν". Αργότερα την ίδια χρονιά ο Τσώρτσιλ αναφέρθηκε στην εισβολή στη Σοβιετική Ένωση ως "τις υπάκουες, κτηνώδεις μάζες των Ούννων στρατιωτών, που προχωράνε σαν ένα σμήνος από έρπουσες ακρίδες". Την εποχή εκείνη ο Αμερικανός Πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούζβελτ αναφέρθηκε επίσης στο γερμανικό λαό με αυτό τον τρόπο, λέγοντας ότι μια συμμαχική εισβολή στη Νότια Γαλλία θα ήταν ασφαλώς "επιτυχής και μεγάλη βοήθεια στον Αϊζενχάουερ για να εκδιώξει τους Ούννους από τη Γαλλία". Πάντως η χρήση του ήταν λιγότερο διαδεδομένη απ΄ ότι στον προηγούμενο πόλεμο. Τα βρετανικά και αμερικανικά στρατεύματα στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιούσαν συχνότερα τον όρο "Τζέρι" ή "Κράουτ" για τους Γερμανούς αντιπάλους τους.

Υποσημείωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Sinor 1990, p. 180.
  2. de la Vaissière 2015, p. 175, 180.
  3. Sinor 1990, p. 177; Heather 1995, p. 16.
  4. Szűcs 1999, p. xliv; Engel 2001, p. 2; Lendvai 2003, p. 7; Maenchen-Helfen 1973, p. 386.
  5. Sinor 1990, p. 177.
  6. Doerfer 1973, p. 8.
  7. Werner 1967, p. 52
  8. Atwood 2012, p. 31.
  9. Kim 2015, p. 66
  10. Maenchen-Helfen 1973, pp. 4–9.
  11. Maenchen-Helfen 1959, p. 237.
  12. Maenchen-Helfen 1959, p. 236
  13. Maenchen-Helfen 1959, pp. 237–238
  14. Werner 1967, p. 555
  15. Atwood 2012, p. 30.
  16. Atwood 2012, p. 40
  17. Atwood 2015, pp. 45–47.
  18. Thompson 1996, pp. 56–57; Sinor 1990, p. 202; Maenchen-Helfen 1973, p. 363.
  19. Maenchen-Helfen 1973, p. 362.
  20. Maenchen-Helfen 1973, p. 363.
  21. Sinor 1997, p. 336
  22. Sinor 1990, p. 202; Maenchen-Helfen 1973, p. 363.
  23. Maenchen-Helfen 1973, p. 364
  24. Maenchen-Helfen 1973, pp. 364–367
  25. Kim 2015, p. 4.
  26. Crubézy 1990, pp. 195–196.
  27. Kim 2013, p. 187
  28. Molnár et al. 2014, p. 7.
  29. Molnár et al. 2014, p. 6.
  30. Kim 2015, p. 99
  31. Damgaard et al. 2018, pp. 369–371. "Scythians admixed with the eastern steppe nomads who formed the Xiongnu confederations, and moved westward in about the second or third century BC, forming the Hun traditions in the fourth–fifth century AD... We find that the Huns have increased shared drift with West Eurasians compared to the Xiongnu... Overall, our data show that the Xiongnu confederation was genetically heterogeneous, and that the Huns emerged following minor male-driven East Asian gene flow into the preceding Sakas that they invaded."
  32. Neparáczki et al. 2019, p. 1. "Recent genetic data connect European Huns to Inner Asian Xiongnus..."
  33. Neparáczki et al. 2019, p. 3, Figure 1.
  34. Neparáczki et al. 2019, pp. 5–7. "All Hun and Avar age samples had inherently dark eye/hair colors... All Hun age individuals revealed admixture derived from European and East Asian ancestors."
  35. Neparáczki et al. 2019, p. 1. "Haplogroups from the Hun-age are consistent with Xiongnu ancestry of European Huns."
  36. Savelyev & Jeong 2020. "In this paper, we address the problems of Xiongnu–Hun and Rouran–Avar connections from an interdisciplinary perspective, complementing current archaeological and historical research with a critical analysis of the available evidence from historical linguistics and population genetics. Both lines of research suggest a mixed origin of the Xiongnu population, consisting of eastern and western Eurasian substrata, and emphasize the lack of unambiguous evidence for a continuity between the Xiongnu and the European Huns... The evidence for a continuity between the Xiongnu of Inner Asia and the Huns of Europe is very weak, largely because of the overall scarcity of an eastern Eurasian component in the interdisciplinary profile of the Huns... To sum up, while historical and archaeological evidence may imply the inclusion of some steppe component among the Huns, the very limited linguistic and genetic data do not provide support for linking this component with the eastern part of the Eurasian steppe, or the Xiongnu specifically."
  37. Keyser et al. 2020, pp. 1, 8–9. "[O]ur findings confirmed that the Xiongnu had a strongly admixed mitochondrial and Y-chromosome gene pools and revealed a significant western component in the Xiongnu group studied.... [W]e propose Scytho-Siberians as ancestors of the Xiongnu and Huns as their descendants... [E]ast Eurasian R1a subclades R1a1a1b2a-Z94 and R1a1a1b2a2-Z2124 were a common element of the Hun, Avar and Hungarian Conqueror elite and very likely belonged to the branch that was observed in our Xiongnu samples. Moreover, haplogroups Q1a and N1a were also major components of these nomadic groups, reinforcing the view that Huns (and thus Avars and Hungarian invaders) might derive from the Xiongnu as was proposed until the eighteenth century but strongly disputed since... Some Xiongnu paternal and maternal haplotypes could be found in the gene pool of the Huns, the Avars, as well as Mongolian and Hungarian conquerors."
  38. Maenchen-Helfen 1973, pp. 169–179; Thompson 1996, pp. 46–47; Kim 2015, p. 2.
  39. Kim 2015, p. 4.
  40. Maenchen-Helfen 1973, pp. 170–171.
  41. Maenchen-Helfen 1973, p. 171
  42. Thompson 1996, p. 47.
  43. Maenchen-Helfen 1973, p. 171
  44. Maenchen-Helfen 1973, pp. 172–174.
  45. Ammianus 31.2.3
  46. Maenchen-Helfen 1973, p. 171
  47. Maenchen-Helfen 1973, p. 220.
  48. Maenchen-Helfen 1973, pp. 220–221
  49. Maenchen-Helfen 1973, p. 174.
  50. Thompson 1996, p. 48
  51. Thompson 1996, pp. 47–48.
  52. Maenchen-Helfen 1973, pp. 174–178.
  53. Kim 2015, p. 4.
  54. Ammianus 31.2.6
  55. Maenchen-Helfen 1973, p. 203.
  56. Thompson 1996, p. 57
  57. Maenchen-Helfen 1973, p. 206.
  58. Maenchen-Helfen 1973, p. 207
  59. Maenchen-Helfen 1973, p. 203.
  60. Maenchen-Helfen 1973, pp. 205–206.
  61. Sinor 1990, p. 203.
  62. Sinor 1990, p. 203.
  63. Maenchen-Helfen 1973, pp. 213–214.
  64. Maenchen-Helfen 1973, pp. 214–220.
  65. Maenchen-Helfen 1973, pp. 182–183.
  66. Maenchen-Helfen 1973, pp. 184–185
  67. Sinor 1990, p. 205.
  68. [Maenchen-Helfen 1973, pp. 184, 199.
  69. Maenchen-Helfen 1973, pp. 199–200.
  70. Lenski 2015, p. 239
  71. Lenski 2015, pp. 239–240
  72. Thompson 1996, pp. 189–194
  73. Maenchen-Helfen 1973, p. 185
  74. Maenchen-Helfen 1973, p. 187.
  75. Maenchen-Helfen 1973, pp. 188–189.
  76. Maenchen-Helfen 1973, pp. 185–186
  77. Atwood 2012, p. 48
  78. Heather 1995, p. 11.
  79. Heather 2005, p. 325.
  80. Sinor 1990, p. 181.
  81. Thompson 1996, pp. 67–68.
  82. Golden 1992, p. 92.
  83. Golden 1992, p. 90, 92.
  84. Kim 2015, pp. 81–89
  85. Pohl 2015, pp. 258–259
  86. Ammianus 31.2.4
  87. Thompson 1996, p. 50.
  88. Thompson 1996, p. 51.
  89. Heather 1995, p. 11
  90. Golden 1992, p. 88.
  91. Thompson 1996, p. 48.
  92. Thompson 1996, p. 64.
  93. Kim 2015, p. 77.
  94. Maenchen-Helfen 1973, p. 190.
  95. Kim 2015, pp. 86–87.
  96. Wolfram 1997, p. 143.
  97. Pohl 1999, p. 502
  98. Maenchen-Helfen 1973, pp. 192–193
  99. Thompson 1996, pp. 179–181.
  100. Thompson 1996, p. 183.
  101. Thompson 1996, pp. 181–183.
  102. Maenchen-Helfen 1973, pp. 194–195.
  103. Kim 2015, pp. 83–84
  104. Kim 2015, p. 85.
  105. Thompson 1996, pp. 6–7
  106. Heather 2005, pp. 330–331.
  107. Kim 2015, p. 166-167.
  108. Heather 2005, p. 332.
  109. Man 2005, p. 79.
  110. Maenchen-Helfen 1973, pp. 9–17
  111. Maenchen-Helfen 1973, p. 306
  112. Maenchen-Helfen 1973, pp. 321–322
  113. Maenchen-Helfen 1973, p. 307-318.
  114. Maenchen-Helfen 1973, p. 320
  115. Maenchen-Helfen 1973, p. 323.
  116. Maenchen-Helfen 1973, p. 326.
  117. Maenchen-Helfen 1973, pp. 327–330
  118. Kim 2015, p. 6.
  119. Maenchen-Helfen 1973, p. 337.
  120. Thompson 1996, p. 59
  121. Maenchen-Helfen 1973, p. 12.
  122. Maenchen-Helfen 1973, p. 297.
  123. Maenchen-Helfen 1973, pp. 299–306
  124. Maenchen-Helfen 1973, p. 357.
  125. Kim 2015, p. 170.
  126. Maenchen-Helfen 1973, pp. 352–354.
  127. Maenchen-Helfen 1973, pp. 354–356.
  128. Thompson 1996, p. 47.
  129. Maenchen-Helfen 1973, p. 178.
  130. Maenchen-Helfen 1973, p. 12.
  131. Maenchen-Helfen 1973, p. 179.
  132. Maenchen-Helfen 1973, pp. 179–180.
  133. Crubézy 1990, p. 195
  134. Kim 2015, p. 164.
  135. Crubézy 1990, pp. 195–196.
  136. Kim 2015, pp. 164–165; Sinor 1990, pp. 202–203; Molnár et al. 2014, p. 2
  137. Kim 2015, p. 165; Sinor 1990, pp. 202–203
  138. Kim 2013, p. 33
  139. Παγκόσμια ιστορία του πολιτισμού του Will Durant, τόμος Δ', σελ.35 έκδοση του 1958
  140. Ιορδάνης, XXXV
  141. Attila The Hun, by John Man, Bantam Books, 2005, σελ.79
  142. Attila The Hun, by John Man, Bantam Books, 2005, σελ.79.
  143. Sinor, Denis. The Cambridge History of Early Inner Asia 1. σελ. 203..
  144. Maenchen-Helfen 1973, σελ. 361
  145. Thompson 1996, p. 187
  146. Maenchen-Helfen 1959, pp. 233–234.
  147. Thompson 1996, p. 185.
  148. Thompson 1996, pp. 186–187.
  149. Thompson 1996, p. 186.
  150. Thompson 1996, p. 186.
  151. Thompson 1996, p. 186.
  152. Thompson 1996, p. 187
  153. Man 2005, p. 61.
  154. Thompson 1946, p. 73
  155. Maenchen-Helfen 1973, p. 259.
  156. Maenchen-Helfen 1973, p. 262.
  157. Maenchen-Helfen 1973, p. 278-279.
  158. Maenchen-Helfen 1973, p. 279-280
  159. Sinor 2005, p. 4229.
  160. Maenchen-Helfen 1973, p. 274.
  161. Maenchen-Helfen 1973, p. 167.
  162. Thompson 1946, pp. 73–74.
  163. Sinor 2005, p. 4229.
  164. Maenchen-Helfen 1973, pp. 278–296.
  165. Maenchen-Helfen 1973, pp. 306–330.
  166. Man 2005, pp. 61–62
  167. Maenchen-Helfen, J. Otto (1966). "ΘΕΓΡΙ and Tengri". The American Journal of Philology. 87 (1): 81
  168. Sinor 2005, p. 4228
  169. Sinor 2005, p. 4228.
  170. Sinor 2005, p. 4228
  171. Maenchen-Helfen 1973, p. 278.
  172. Maenchen-Helfen 1973, p. 287
  173. Sinor 2005, p. 4229.
  174. Maenchen-Helfen 1973, pp. 262–263.
  175. Thompson 1946, pp. 73–79.
  176. Sinor 2005, p. 4229.
  177. Maenchen-Helfen 1973, pp. 260–261.
  178. Lenski 2015, p. 241
  179. Ammianus Marcellinus, 31.2.8–9 (p. 385).
  180. Maenchen-Helfen 1973, p. 203.
  181. Maenchen-Helfen 1973, pp. 202–203.
  182. Heather 2005, p. 155.
  183. Heather 2005, pp. 155–156.
  184. Maenchen-Helfen 1973, p. 202.
  185. Kim 2013, pp. 17–19
  186. Maenchen-Helfen 1973, p. 12.
  187. Kelly 2015, p. 204.
  188. Maenchen-Helfen 1973, p. 203
  189. Kelly 2015, p. 205
  190. Kelly 2015, p. 205.
  191. Golden 2002, p. 153.
  192. Golden 2002, pp. 137–138.
  193. Golden 1992, p. 91.
  194. Sinor 1990, p. 204
  195. Heather 2005, pp. 329–330.
  196. Heather 2005, p. 332.
  197. Golden 2002, pp. 133–134.
  198. Dennis 1984, p. 116.
  199. Dennis 1984, p. 116.
  200. Dennis 1984, p. 117
  201. Dennis 1984, p. 117
  202. Dennis 1984, p. 117
  203. Dennis 1984, p. 117
  204. Ammianus Marcellinus, Res Gestae, 31.2.8
  205. Dennis 1984, p. 117
  206. Heather 2005, pp. 301–302
  207. Heather 2005, p. 303.
  208. Nicolle 2006, p. 18.
  209. Dennis 1984, pp. 11–13, 116.
  210. Glad 2010
  211. Miks 2009, p. 500
  212. Glad 2010
  213. Medvedev, A.F. (1959). "K istorii plastinchatogo dospeha na Rusi [On the History of Plate Armor in Medieval Russia]". Soviet Archaeology. 2: 119.
  214. Zahariade 2009
  215. Glad 2010
  216. Burgarski 2005.
  217. Kiss 2014
  218. Kiss 2014.
  219. Radjush & Scheglova 2014, p. 31.
  220. James 2011, p. 266
  221. Kazanski 2013.
  222. Reisinger 2010.
  223. Reisinger 2010.
  224. Kazanski 2018, pp. 207–217.
  225. Eastman 2011, p. 88.
  226. Man 2005, p. 291–292.
  227. Man 2005, p. 294.
  228. Montgomery 2010, pp. 16–17
  229. Man 2005, pp. 292–293.
  230. Heinric van Veldeken 2008, pp. 110–111
  231. Haymes & Samples 1996, pp. 8–14.
  232. Uecker 1972, pp. 75–79.
  233. Hedeager 2011, p. 179
  234. Hedeager 2011, p. 187.
  235. Neidorf 2013, p. 172.
  236. Maenchen-Helfen 1973, p. 386.
  237. Campbell 1986, p. 53, 123–124.
  238. Neidorf 2013, p. 174–176
  239. Lienert 2015, pp. 35–36
  240. Lienert 2015, p. 99.
  241. Lienert 2015, p. 72.
  242. Uecker 1972, p. 63
  243. Gillespie 1973, pp. 79–80.
  244. Gillespie 1973, p. 79.
  245. Gillespie 1973, p. 79..
  246. [255]Haymes & Samples 1996, p. 46.
  247. Grimm, Jacob; Grimm, Wilhelm (1854–1961). Deutsches Wörterbuch. 10. Leipzig: Hirzel. p. 1942
  248. Grimm, Jacob; Grimm, Wilhelm (1854–1961). Deutsches Wörterbuch. 10. Leipzig: Hirzel. p. 1943.
  249. Man 2005, p. 298
  250. Róna-Tas 1999, p. 424.
  251. Lendvai 2003, pp. 7, 25–26.
  252. Szűcs 1999, pp. xlv–xlvii.
  253. Róna-Tas 1999, p. 423.
  254. Szűcs 1999, p. xlvii.
  255. Engel 2001, p. 2.
  256. Lendvai 2003, p. 7.
  257. Maenchen-Helfen 1973, p. 386.
  258. Róna-Tas 1999, pp. 426–427.
  259. Szűcs 1999, p. xliv.
  260. Lafferton 2007, p. 717.
  261. Róna-Tas 1999, p. 436.
  262. Lendvai 2003, p. 24.
  263. Makkai 2001, pp. 415–416
  264. Makkai 2001, pp. 416–417
  265. Makkai 2001, pp. 414–415.
  266. Engel 2001, p. 116
  267. Lendvai 2003, pp. 14–15.
  268. Engel 2001, p. 2.
  269. Kim 2015, p. 140.
  270. Akçalı & Korkut 2012, pp. 601–602.
  271. Sommer 2017, p. 172.
  272. Kamusella 2009, p. 474.
  273. Kowalczyk 2017.
  274. Lendvai 2003, pp. 23–24.
  275. Antal, Erika (28 February 2014).