Πεδιάδα της Παννονίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Λεκάνη της Παννονίας (III), που περικλείεται από τα Καρπάθια και το Οροπέδιο της Τρανσυλβανίας (IV) Στα ανατολικά και βόρεια εμφανίζονται επίσης η Ρουμανική Πεδιάδα (II) και οι Εξωτερικές Υποκαρπάθιες κοιλάδες (I) πέρα από τα Καρπάθια (επίσης γνωστές ως Υπερκαρπαθία).
The Roman empire in red with a land in darker red; water is in pale blue, and non-Roman land in grey
Η επαρχία της Παννονίας εντός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
Τοπογραφία της λεκάνης και των γύρω βουνών
Υδρογραφία της Λεκάνης της Παννονίας πριν από τη διευθέτηση του ποταμού και της λίμνης το 19ο αιώνα..
Αγρόκτημα στο Εθνικό Πάρκο Χόρτομπαγκι
Το κανάλι Δούναβη-Τίσα-Δούναβη κοντά στο χωριό Ρούμενκα, κοντά στο Νόβι Σαντ

Η Λεκάνη της Παννονίας ή Λεκάνη των Καρπαθίων,[1][2][3][4] είναι μια μεγάλη λεκάνη στην Κεντρική Ευρώπη. Ο γεωμορφολογικός όρος Πεδιάδα της Παννονίας χρησιμοποιείται ευρύτερα για περίπου την ίδια περιοχή, αν και με κάπως διαφορετική έννοια, με μόνο την πεδιάδα που απέμεινε όταν αποξηράνθηκε η Παννονική Θάλασσα της Πλειοκαίνου Εποχής.

Είναι ένα γεωμορφολογικό υποσύστημα του συστήματος Άλπεων-Ιμαλαΐων, συγκεκριμένα μια λεκάνη σχήματος τόξου, γεμάτη ιζήματα που δημιουργήθηκε κατά το Μειόκαινο. [5][6] Το μεγαλύτερο μέρος της πεδιάδας αποτελείται από τη Μεγάλη Πεδιάδα της Ουγγαρίας (στα νότια και ανατολικά, συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Σλοβακικής Πεδιάδας) και τη Μικρή Πεδιάδα της Ουγγαρίας (στα βορειοδυτικά), που χωρίζονται από τα βουνά της Υπερδανουβίας.

Η Λεκάνη της Παννονίας βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της Κεντρικής Ευρώπης. Αποτελεί μια τοπογραφικά διακριτή μονάδα του ευρωπαϊκού τοπίου, που περιβάλλεται από επιβλητικά γεωγραφικά όρια - τα Καρπάθια Όρη και τις Άλπεις. Οι ποταμοί Δούναβης και Τίσα χωρίζουν τη λεκάνη περίπου στη μέση. Εκτείνεται περίπου μεταξύ της Βιέννης στα βορειοδυτικά, του Κόσιτσε στα βορειοανατολικά, του Ζάγκρεμπ στα νοτιοδυτικά, του Νόβι Σαντ στα νότια και του Σάτου Μάρε στα ανατολικά.

Όσον αφορά τα σύγχρονα κρατικά σύνορα η λεκάνη επικεντρώνεται στην επικράτεια της Ουγγαρίας, αλλά καλύπτει επίσης περιοχές της δυτικής Σλοβακίας (Ανατολική Σλοβακική Πεδιάδα), της νοτιοανατολικής Πολωνίας, της δυτικής Ουκρανίας, της δυτικής Ρουμανίας, της βόρειας Σερβίας (Βοϊβοντίνα), του άκρου της βορειοανατολικής Κροατίας (Σλαβονία), της βορειοανατολικής Σλοβενίας ​​(Πρέκμουριε) και της ανατολικής Αυστρίας. Το όνομα της Πεδιάδας προέρχεται από την Παννονία, επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Μόνο το δυτικό τμήμα (γνωστό ως Υπερδανουβία) της σύγχρονης Ουγγαρίας αποτελούσε μέρος της αρχαίας Ρωμαϊκής Επαρχίας της Παννονίας, που σημαίνει λιγότερο από το 29% της σύγχρονης Ουγγαρίας, επομένως οι Ούγγροι γεωγράφοι αποφεύγουν τους όρους "Λεκάνη ή Πεδιάδα της Παννονίας". (Για παράδειγμα η Μεγάλη Πεδιάδα της Ουγγαρίας δεν ανήκε στην Επαρχίας της Παννονίας).

Ορολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Oι όροι "Λεκάνη της Παννονίας" και "Λεκάνη των Καρπαθίων" χρησιμοποιούνται ταυτόσημα. Η Παννονία ήταν επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η ιστορική επαρχία αλληλοεπικαλυπτόταν αλλά δεν ταυτιζόταν με τη γεωγραφική πεδιάδα ή τη λεκάνη, ωστόσο η Μεγάλη Ουγγρική Πεδιάδα δεν ήταν μέρος αυτής. Η Κάτω Παννονία κάλυπτε μεγάλο μέρος του δυτικού μισού της λεκάνης, μέχρι το Δούναβη. Η Ανω Παννονία περιελάμβανε τα δυτικά κράσπεδα της λεκάνης καθώς και μέρος των Ανατολικών Άλπεων, μέχρι το Βίρουνουμ. Τα νότια κράσπεδα της λεκάνης ήταν στη Δαλματία και τη Μοισία. Το ανατολικό μισό της λεκάνης δεν κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους και θεωρείτο τμήμα της Σαρματίας, που κατοικείτο από τους Ιαζύγους. Ομοίως τα τμήματα βόρεια του Δούναβη (τώρα στη δυτική Σλοβακία) δεν ανήκαν στην αυτοκρατορία, θεωρούντο τμήμα της Γερμανίας και κατοικούνταν από τους Κουάδους.

Ο όρος Πεδιάδα της Παννονίας αναφέρεται στα πεδινά τμήματα της Λεκάνης της Παννονίας, καθώς και σε ορισμένες γειτονικές περιοχές όπως η Κάτω Αυστρία, η Μοραβία και η Σιλεσία (Τσεχία και Πολωνία) Τα εδάφη που γειτνιάζουν με την πεδιάδα αποκαλούνται μερικές φορές επίσης περιπαννόνια.

Ο όρος Λεκάνη των Καρπαθίων χρησιμοποιείται στην ουγγρική λογοτεχνία, ενώ οι Δυτικές σλαβικές γλώσσες (Τσεχική, Πολωνική και Σλοβακική ), η Σερβοκροατική, η Γερμανική και η Ρουμανική χρησιμοποιούν τον όρο Παννονία. Στα Ουγγρικά η λεκάνη είναι γνωστή ως Kárpát-medence, στα Τσεχικά Panonská pánev, στα Πολωνικά Panoński Basen, στα Σλοβακικά Panónska panva, στα Σλοβενικά και στα Σερβοκροατικά Panonski bazen / Панонски базен, στα Γερμανικά Pannonisches Becken και στα Ρουμανικά Câmpia Panonică ή Bazinul Panonic. Οι ανατολικές σλαβικές γλώσσες, συγκεκριμένα τα ουκρανικά, χρησιμοποιούν όρους Λεκάνη Τίσα-Δούναβη ή Λεκάνη του Μέσου Δούναβη (Ουκρανικά: Тисо-Дунайська низовина, Середньодунайська низовина)

Στην ουγγρική γεωγραφική βιβλιογραφία διάφορες υποδιαιρέσεις των Καρπαθίων (Εσωτερικά Δυτικά Καρπάθια, Εσωτερικά Ανατολικά Καρπάθια, Νότια Καρπάθια, Δυτικά Καρπάθια και Οροπέδιο της Τρανσυλβανίας) θεωρούνται επίσης τμήματα της Λεκάνης των Καρπαθίων βάσει παραδοσιακών γεωπολιτικών διαιρέσεων.

Τεκτονική ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγα είναι γνωστά για τα παλαιοζωικά γεγονότα τα οποία επηρέασαν την πεδιάδα της Παννονίας, αν και η περιοχή συμμετείχε στην ερκύνια ορογένεση κατά τη διάρκεια του λιθανθρακοφόρου, κατά τη σύγκρουση Γκοντβάνας και Λαυρεντίας η οποία δημιούργησε την Παγγαία. Στο τέλος του Περμίου δημιουργήθηκε η θάλασσα Τηθύς και δημιουργήθηκαν ρήγματα και πτυχώσεις στον φλοιό της γης. H τριαδική περίοδος σημαδεύτηκε από τη συνεχιζόμενη διάνοιξη της Τηθύος και την δημιουργία τεκτονικών τάφρων. Πελαγικά ιζήματα κατακάθισαν σε τάφρους και υποθαλάσσιες επιφάνειες.[7]

Κατά τη διάρκεια του ύστερου Μεσοζωικού και του Καινοζωικού αιώνα, η Τηθύς άρχισε να συρρικνώνεται, λόγω της σύγκρουσης της Ευρωπαϊκής τεκτονικής πλάκας με μικρά κομμάτια φλοιού τα οποία προηγούνταν στην Αφρικανικής τεκτονικής πλάκας, η οποία προσέγγιζε την ευρωπαϊκή. Αυτή η σύγκρουση δημιούργησε την Παρατηθύ και ζώνες πτύχωσης της Αλπικής ορογένεσης πάνω στις οποίες βρίσκεται η πεδιάδα της Παννονίας. Κατά τη διάρκεια του Κρητιδικού και του Παλαιογενούς, δημιουργήθηκαν τα φλοιϊκά κομμάτια τα οποία δημιούργησαν την εσωτερική ζώνη πτύχωσης των Καρπαθίων. Η εξωτερική ζώνη πτύχωσης των Καρπαθίων παραμορφώθηκε κατά τη διάρκεια του Νεογενούς.[7]

Κατά τη διάρκεια του Ηώκαινου και Ολιγόκαινου, η σύγκλιση των τεκτονικών πλακών είχε πιέσει τα φλοιικά κομμάτια της Απουλίας, Πέλσο και Τίσα εντός της ευρωπαϊκής τεκτονικής πλάκας, με αποτέλεσμα τη δημιουργία επιηπειρωτικών λεκανών ιζηματογένεσης, όπως η ουγγρική παλαιογενής λεκάνη και λεκάνες φλύσχη στα όρια των φλοιικών κομματιών. Στα τέλη του Ολιγόκαινου ή αρχές του Μειόκαινου συναρμολογήθηκε το σημερινό τεκτονικό μπλοκ της Παννονίας, το οποίο περιστράφηκε δρώντας ως σύνδεσμος ανάμεσα στις πλάκες της Ευρώπης και της Απουλίας, και μετακινήθηκε λόγω της συμπίεσης προς τα ανατολικά, δημιουργώντας το τόξο των Καρπαθίων στα όριά του.[7]

Καθώς το Παννονικό μπλοκ εφίππευσε την τεκτονική πλάκα, ακολούθησε λέπτυνση του φλοιού, επέκταση και κατακερματισμός, με τη δημιουργία ρηγμάτων και ενός πολύπλοκου δικτύου τεκτονικών τάφρων, τεκτονικών κεράτων και ιζηματογένεσης. Η επέκταση του φλοιού συνοδεύτηκε από ηφαιστειακή δραστηριότητα, ως αποτέλεσμα της βύθισης της ευρωπαϊκής πλάκας κάτω από την Παννονία και οι έντονες ηφαιστειακές εκρήξεις δημιούργησαν παχιά στρώματα τόφφου, ιδιαίτερα στο βόρειο τμήμα της λεκάνης.[7] Η τεκτονική επέκταση συνεχίστηκε μέχρι το Πλειόκαινο, όπως και η ανύψωση γύρω από τα όρια της λεκάνης.[7] Η λεκάνη υπολογίζεται ότι επεκτάθηκε 220 με 270 χιλιόμετρα, ξεκινώντας από 20 εκατομμύρια χρόνια πριν.[8] Στο ύστερο Πλειόκαινο, η τεκτονική δραστηριότητα άρχισε να μειώνεται και τα περισσότερα από τα μπλοκ της Παννονικής πεδιάδας καλύφθηκαν με ιζήματα, με εξαίρεση την κεντρική οροσειρά της Τρανσδουναβίας και τη βόρεια ουγγρική οροσειρά, στα όρια της λεκάνης.[7]

Ακόμη και σήμερα υπάρχει έντονη γεωθερμική δραστηριότητα στην Παννονία, με τη θερμοκρασία του νερού να φτάνει τους 100°C σε βάθος 1.900 μέτρων. Οι πιο ζεστές περιοχές είναι η ανατολική σλοβακική λεκάνη και η μεγάλη ουγγρική πεδιάδα. Η κεντρική οροσειρά της Τρανσδουναβίας και η βόρεια ουγγρική οροσειρά αποτελούνται από μεσοζωικά ανθρακικά πετρώματα τα οποία είναι κατακερματισμένα και διαβρωμένα και ως αποτέλεσμα το νερό της βροχής μπορεί να εισέλθει σε αυτά και στη συνέχεια όταν φτάσει σε βάθος να θερμανθεί και να επιστρέψει στην επιφάνεια δια μέσου ρηγμάτων με τη μορφή θερμών πηγών.[9]

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιογεωγραφικές περιοχές της Ευρώπης

Κλίμα και φυσικοί πόροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και οι βροχές δεν είναι άφθονες συνήθως πέφτουν όταν είναι απαραίτητο και η πεδιάδα είναι μια σημαντική γεωργική περιοχή. Μερικές φορές λέγεται ότι αυτοί οι αγροί πλούσιου αργιλοαμμώδους εδάφους θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν ολόκληρη την Ευρώπη. Για τους πρώτους εποίκους της η πεδιάδα προσέφερε λίγες πηγές μετάλλων ή λίθων. Έτσι όταν οι αρχαιολόγοι συναντούν αντικείμενα από οψιανό ή πυριτόλιθο, χαλκό ή χρυσό σαφέστατα το ερμηνεύουν με αρχαίους εμπορικούς δρόμους.

Γεωμορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σταροχώραφα κοντά στο Τέμεριν

Η Πεδιάδα της Παννονίας χωρίζεται σε δύο μέρη κατά μήκος των Υπερδουνάβιων Ορέων (Ουγγρικά: Dunántúli-középhegység). Το βορειοδυτικό τμήμα ονομάζεται Πεδιάδα (ή επαρχία) της Δυτικής Παννονίας και το νοτιοανατολικό Πεδιάδα (ή επαρχία) της Ανατολικής Παννονίας. Περιλαμβάνουν τα ακόλουθα τμήματα:

  • Πεδιάδα (επαρχία) της Δυτικής Παννονίας :
    • Λεκάνη της Βιέννης
    • Μικρή Ουγγρική Πεδιάδα
  • Πεδιάδα (επαρχία) της Ανατολικής Παννονίας:
    • Μεγάλη Ουγγρική Πεδιάδα
    • Παννονικά Ορη Νησιά (Σερβικά: Panonske ostrvske planine)
    • Υπερδουνάβια Όρη (Ουγγρικά: Dunántúli-középhegység)
    • Πεδιάδα ΔράβουΜουρ

Σημείωση: Το Οροπέδιο της Τρανσυλβανίας και η Κοιλάδα Λούτσενετς-Κόσιτσε (και τα δύο μέρη των Καρπαθίων) και ορισμένες άλλες πεδιάδες θεωρούνται επίσης μερικές φορές μέρος της Πεδιάδα της Παννονίας σε μη γεωμορφολογικές ή παλαιότερες διαιρέσεις.

Περιοχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχετικά μεγάλες ή διακριτές περιοχές της πεδιάδας που δεν αντιστοιχούν απαραίτητα στα εθνικά σύνορα είναι οι:

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προϊστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά προσέγγιση έκταση της Παννονικής Θάλασσας κατά το Μειόκαινο

Η Λεκάνη της Παννονίας προέρχεται από την Παννονική Θάλασσα, μια ρηχή θάλασσα που έφτασε στη μεγαλύτερη έκτασή της κατά την Πλειόκαινο εποχή, όταν εναποτέθηκαν τρία έως τέσσερα χιλιόμετρα ιζημάτων.

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Παννονία

Διάφοροι λαοί κατοικούσαν στην πεδιάδα κατά την ιστορία της. Τον πρώτο αιώνα π.Χ. τα ανατολικά τμήματα της ανήκαν στο κράτος των Δακών και τον πρώτο αιώνα μ.Χ. τα δυτικά της εντάχθηκαν στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Στην περιοχή ιδρύθηκε η Ρωμαϊκή επαρχία με το όνομα Παννονία και η πόλη Σίρμιο, σήμερα Σρέμσκα Μιτρόβιτσα της Σερβίας έγινε μία από τις τέσσερις πρωτεύουσες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον 3ο αιώνα.

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την Μεγάλες Μεταναστεύσεις και στις αρχές του Μεσαίωνα η περιοχή ανήκε σε πολλά βασίλεια, όπως η Αυτοκρατορία των Ούννων, το Βασίλειο των Γεπίδων, το Βασίλειο των Οστρογότθων, το Βασίλειο των Λομβαρδών, το Χαγανάτο των Αβάρων, το κράτος του Σάμο των Δυτικών Σλάβων, η Βουλγαρική Αυτοκρατορία, η Φραγκική Αυτοκρατορία , η Μεγάλη Μοραβία, το Πριγκιπάτο της Κάτω Παννονίας και το Βασίλειο της Σίρμιας.

Το Πριγκιπάτο της Ουγγαρίας που ιδρύθηκε το 895 από τους Μαγυάρους και τους γειτονικούς Δυτικούς Σλάβους είχε το κέντρο του στην πεδιάδα και περιελάμβανε σχεδόν το σύνολό της (όπως και το πρώην Χαγανάτο των Αβάρων). Ιδρύθηκε ως το Καθολικό Βασίλειο της Ουγγαρίας το 1000 μ.Χ., με τη στέψη του Στεφάνου Α΄ της Ουγγαρίας.

Βοσκοί αγελάδων στη στέπα της Ουγγαρίας, π. 1852

Το Βασίλειο της Ουγγαρίας μέχρι τον 11ο αιώνα περιλάμβανε ολόκληρη τη λεκάνη της Παννονίας, αλλά η μεταβαλλόμενη μοίρα αυτού του τμήματος της Ευρώπης κατά τους Οθωμανικούς πολέμους από το 14ο ως το 17ο αιώνα οδήγησαν στο διαμελισμό της μεταξύ πολλών πολιτικών οντοτήτων. Μετά τη Μάχη του Μόχατς το 1526 οι κεντρικές και ανατολικές περιοχές του βασιλείου και η πεδιάδα στην οποία βρίσκονταν ενσωματώθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ το υπόλοιπο στα βορειοδυτικά εντάχθηκε στις κτήσεις της Μοναρχίας των Αψβούργων και μετονομάστηκε σε Βασιλική Ουγγαρία. Υπό την οθωμανική διοίκηση η πεδιάδα αναδιοργανώθηκε στα Εγιαλέτια της Βούδας, του Έγκερ,του Σίγκετβαρ και του Τεμεσβάρ.

Σύγχρονη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πεδιάδα της Παννονίας αποτέλεσε συχνά πεδίο σύγκρουσης των δύο αυτοκρατοριών. Στα τέλη του 17ου αιώνα οι Αψβούργοι κέρδισαν αποφασιστικές μάχες εναντίον των Οθωμανών και το μεγαλύτερο μέρος της πεδιάδας σταδιακά τέθηκε υπό την κυριαρχία τους και η περιοχή τελικά αναδιοργανώθηκε στο Βασίλειο της Ουγγαρίας, το Μπανάτο του Τέμεσβαρ, τις Στρατιωτικές Μεθορίους, το Βασίλειο της Κροατίας, το Βασίλειο της Σλαβονίας και το Βοεβοδάτο Σερβίας και Βανάτο Τέμεσβαρ.

Η Μοναρχία των Αψβούργων μετατράπηκε στη συνέχεια στην Αυστριακή Αυτοκρατορία (το 1804) και αργότερα έγινε Αυστροουγγαρία (το 1867). Το μεγαλύτερο μέρος της πεδιάδα βρισκόταν στο Ουγγρικό τμήμα της Αυστροουγγαρίας, καθώς όλες οι άλλες κτήσεις των Αψβούργων στην πεδιάδα ενσωματώθηκαν στο Βασίλειο της Ουγγαρίας ως το 1882. Το αυτόνομο Βασίλειο της Κροατίας-Σλαβονίας, που ήταν μια από τις Χώρες του Στέμματος του Αγίου Στεφάνου, αποτελούσε το νοτιοδυτικό τμήμα της πεδιάδας.

Με τη διάλυση της Αυστροουγγαρίας μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η περιοχή διαμελίστηκε μεταξύ Ουγγαρίας, Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας, Αυστρίας και Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβενών (μετονομάστηκε σε Γιουγκοσλαβία το 1929) Τα σύνορα που σχεδιάστηκαν το 1918 και το 1919 διατηρούνται ως επί το πλείστον ως εκείνα των σύγχρονων κρατών της Αυστρίας, της Τσεχίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Σλοβακίας, της Σερβίας, της Ουκρανίας, της Κροατίας και της Ρουμανίας.

Μεγάλες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακολουθεί κατάλογος με τις πόλεις που βρίσκονται στην πεδιάδα και έχουν πάνω από 100.000 κατοίκους.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Eldridge M. Moores· Rhodes Whitmore Fairbridge (1997). Encyclopedia of European and Asian Regional Geology. Springer. ISBN 978-0-412-74040-4. 
  2. Adami Jordan· Peter Jordan· Milan Orožen Adamič (2007). Exonyms and the International Standardisation of Geographical Names: Approaches Towards the Resolution of an Apparent Contradiction. LIT Verlag Berlin-Hamburg-Münster. σελ. 240. ISBN 978-3-8258-0035-2. 
  3. George Walter Hoffman· Christopher Shane Davies (1983). A Geography of Europe: Problems and Prospects. Wiley. σελ. 647. ISBN 978-0-471-89708-8. 
  4. George Walter Hoffman· Nels August Bengtson (1953). A Geography of Europe. Ronald Press Co. σελ. 757. 
  5. Leigh H. Royden· Ferenc Horváth (1988). The Pannonian Basin: A Study in Basin Evolution. American Association of Petroleum Geologists. ISBN 9781629811345. 
  6. A. Balázs; L. Matenco; I. Magyar; F. Horváth; S. Cloetingh (2016). «The link between tectonics and sedimentation in back‐arc basins: New genetic constraints from the analysis of the Pannonian Basin». Tectonics (American Geophysical Union) 35 (6): 1526–1559. doi:10.1002/2015TC004109. Bibcode2016Tecto..35.1526B. 
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 7,5 Gordon L. Dolton (2006). «Pannonian Basin Province, Central Europe (Province 4808) —Petroleum Geology, Total Petroleum Systems, and Petroleum Resource Assessment» (PDF). USGS. Ανακτήθηκε στις 21 Μαρτίου 2017. 
  8. Cook, Terri (12 August 2016). «Unraveling the History of Central Europe's Pannonian Basin». Eos 97. doi:10.1029/2016EO057403. 
  9. Horváth, F.; Musitz, B.; Balázs, A.; Végh, A.; Uhrin, A.; Nádor, A.; Koroknai, B.; Pap, N. και άλλοι. (January 2015). «Evolution of the Pannonian basin and its geothermal resources». Geothermics 53: 328–352. doi:10.1016/j.geothermics.2014.07.009.