Διάλεκτος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η σύγχρονη γερμανική γλώσσα προέρχεται από μία τοπική διάλεκτο της Σαξονίας που υιοθετήθηκε από τον Λούθηρο για να μεταφράσει τη «Βίβλο»

Διάλεκτος είναι όρος που χρησιμοποιείται για να δηλώσει είτε ένα τοπικό γλωσσικό ιδίωμα σε αντιδιαστολή προς μια εθνική γλώσσα είτε μία ομάδα τοπικών ιδιωμάτων, τα οποία, πέρα από παραλλαγές, σημαντικές σε ορισμένες περιπτώσεις, περιέχουν κοινά φωνητικά, λεξιλογικά ή μορφολογικά-συντακτικά χαρακτηριστικά. Μπορεί ακόμα να υποδηλώνει γενικότερα ένα μέλος μιας γλωσσικής οικογένειας, που προέρχεται από τη διάσπαση μιας γλώσσας η οποία αρχικά ήταν περισσότερο ή λιγότερο ομοιογενής.[1]

Γλωσσολογικά κριτήρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κριτήριο της αμοιβαίας κατανόησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορισμένοι μελετητές επιχείρησαν να ορίσουν με αυστηρά κριτήρια ένα ζήτημα που κατά μεγάλο μέρος είναι κοινωνιολογικό ή και πολιτικό. Έτσι, θέλησαν να ορίσουν την έννοια της διαλέκτου με βάση την αμοιβαία κατανόηση: διαλεκτικές είναι οι παραλλαγές ή τα διαφορετικά ιδιώματα μιας γλώσσας, μεταξύ των οποίων υπάρχει αμοιβαία κατανόηση. H αλαμανική διάλεκτος της Ελβετίας είναι ταυτόχρονα τοπική και διεπαρχική, καθώς είναι κατανοητή από τους κατοίκους σε ολόκληρη τη χώρα.
Σύμφωνα όμως με την αντίληψη αυτή, η βενετική και η σικελική δεν θα έπρεπε να θεωρούνται ιταλικές διάλεκτοι, γιατί ο Βενετός δεν καταλαβαίνει καθόλου τον Σικελό όταν μιλά τη διάλεκτό του. Αντίθετα, θα έπρεπε να ονομάζονται σλαβικές διάλεκτοι η σλοβακική, η ρωσική και η ουκρανική γλώσσα, στις οποίες ο βαθμός αμοιβαίας κατανόησης είναι υψηλός.

Η συνάφεια των γλωσσικών ιδιωμάτων με τη εθνική γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια χαρακτηριστική περίπτωση μια διαλέκτου που έγινε γλώσσα είναι αυτή της καταλανικής. Ενώ παλιότερα θεωρούνταν διάλεκτος της ισπανικής γλώσσας, σήμερα θεωρείται όλο και περισσότερο ανεξάρτητη γλώσσα που η χρήση της δεν είναι κοινωνικά στιγματισμένη στην Καταλωνία και έχει αποκτήσει ευρεία γραπτή χρήση.

Οι συναισθηματικές θεωρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συχνά, ιδίως σε μια χώρα με συγκεντρωτικό σύστημα όπως η Γαλλία ο όρος (dialecte) έχει υποτιμητικό χαρακτήρα, γεγονός που δεν ισχύει ούτε με τον αγγλικό όρο dialect (που είναι ευρύτατα αποδεκτός) ούτε με το γερμανικό mundart.

Ο ενιαίος ορισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έτσι, οι γλωσσολόγοι κατέληξαν να δίνουν μόνο έναν ορισμό, που να ισχύει μέσα σε σαφή καθορισμένα πλαίσια:

  • Αν πρόκειται να μελετηθεί η εξέλιξη μιας γλώσσας και ο χωρισμός της σε κλάδους, τότε επιτρέπεται να γίνεται λόγος για διάλεκτο. Με την έννοια αυτή η φρισική,[2] η σουηδητική η γερμανική είναι γερμανικές διάλεκτοι.
  • Αν στόχος είναι η μελέτη των σχέσεων που υφίστανται μεταξύ των γλωσσικών ιδιωμάτων από θεσμική άποψη, θα μπορούσε να ονομαστεί εθνική, επίσημη, φορέας πολιτισμού, διοικητική κλπ. η γλώσσα που χρησιμοποιείται σε αυτέ τις ορισμένες περιστάσεις (στο σχολείο, στη διοίκηση, στην αγορά, στο δικαστήριο, εκτός των συνόρων της κοινότητας, της ενορίας, της επαρχίας) και αποκαλείται διάλεκτος το ιδίωμα που δεν ταυτίζεται με την εθνική γλώσσα.
Κύριο λήμμα: γλωσσικό ιδίωμα

Ορισμένα από τα ερωτήματα που προβάλλονται αφορούν κυρίως τα ζητήματα αν το ιδίωμα, για το οποίο γίνεται λόγος, μεταδίδεται από την οικογένεια, τον δάσκαλο, αν χρησιμοποιείται στη καθημερινή ζωή ή εκτός εργασίας (και του παιχνιδιού), αν υπάρχει γραπτή μορφή του ή χρήση του είναι είναι μόνο προφορική. Παράλληλα, τίθενται διάφορα ερωτήματα: Ποιες είναι οι αντιλήψεις για το ιδίωμα αυτό; Θεωρείται κατώτερο σε αξία, ως κάτι που δεν αποτελεί μέρος της καθημερινής ζωής; Με λίγα λόγια, ποια είναι η συμπεριφορά και η στάση των ανθρώπων απέναντι στο τοπικό ιδίωμα;

Κοινωνικογλωσσικές εκτιμήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όσο πιο συχνές είναι οι συναλλαγές μέσα σε μια περιοχή τόσο η διάλεκτος θα παρουσιάζει ομοιογενή μορφή ως φορέας επικοινωνίας. Σε κάποιες προνομιούχες περιπτώσεις δημιουργείται μια λογοτεχνική μορφή που προσδίδει γόητρο και ενότητα στην τοπική γλώσσα: Έτσι ο Φρεντερίκ Μιστράλ, γράφοντας την Μιρέιγ, σφυρηλάτησε μια ενιαία νεότερη προβηγκιανή, αναβιώνοντας μία γλώσσα που είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον εκπαιδευτικό τομέα κατά τον Μεσαίωνα.

Στο νεώτερο κρητικό ιδίωμα των χρόνων της τουρκοκρατίας δημιουργείται ο «Ερωτόκριτος» του Βιτσέντζου Κορνάρου.[3]

Σχηματισμός διαλέκτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν υπάρχει γλώσσα που να μην είναι διασπασμένη σε διαλεκτικές παραλλαγές ή να μην έχει υποστεί διαφοροποιήσεις. Αυτό οφείλεται σε δύο βασικές αιτίες:

  • Κάθε μικροομάδα (χωριό ή και οικογένεια ακόμα) δημιουργεί ένα γλωσσικό ιδίωμα, με αφετηρία αντίθετες συνήθειες, οι οποίες συχνά έχουν αποκτήσει αξία ασυνείδητα και τη διαφοροποίησαν από μια άλλη ομάδα. Είναι γνωστό ότι κάθε κανονιστικό σύστημα έχει ένα περιθώριο ανοχής απέναντι σε αυτές τις παραλλαγές. Ωστόσο, ακόμα και αν εξαφανιστεί η κοινωνική συνάφεια (μετανάστευση, γάμοι έξω από την κοινότητα, πολιτική αλλαγή, τεχνική διαφοροποίηση), τα ιδιώματα θα εξελιχθούν με τρόπο που θα αποκλίνει όλο και περισσότερο από την αρχική τους μορφή, γεγονός που θα επιφέρει μια διαλεκτική κατάτμηση. Κάθε χαλάρωση των επαφών τείνει να επιφέρει μια γλωσσική διαφοροποίηση, ενώ αντίθετα η σύσφιγξη των επαφών τείνει προς την ενοποίηση.
  • Συμβαίνει συχνά σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή μία γλώσσα να επιβληθεί σε μία άλλη ή να επιβληθεί σε ό,τι μένει από αυτήν ως φωνητικές συνήθειες, δηλαδή ως προφορά ή ως λεξιλόγιο ή ως συντακτικές δομές. Το γλωσσικό αυτό υπόβαθρο ονομάζεται υπόστρωμα και οι διαφοροποιήσεις συντελούνται ανάλογα με το υπόστρωμα. Οποιαδήποτε και αν είναι η προέλευση των διαφοροποιήσεων αυτών, δημιουργούνται με αυτόν τον τρόπο νεότερες μορφές που θα διαδοθούν ανάλογα με τις υφιστάμενες κοινωνικές σχέσεις και τις επικοινωνιακές οδούς. Οι εξελίξεις αυτές θυμίζουν, από ορισμένες απόψεις, το άπλωμα τω κυμάτων.[4]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 7, σ. 750 ISBN 960-8177-57X
  2. Η φρισική γλώσσα
  3. Στυλιανός Αλεξίου, Ερωτόκριτος, Κριτική έκδοση 2000, ISBN 960-320-015-8
  4. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, ό. π. σ.751