Βουργουνδοί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χάρτης της Ρωμαϊκής Aυτοκρατορίας υπό τον Αδριανό (κυβέρνησε από το 117 μ.Χ. έως το 138), που δείχνει τη θέση των Βουργουνδών, που τότε κατοικούσαν στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Όντερ και Βιστούλα (σημερινή Πολωνία)

Οι Βουργουνδοί ή Βουργούνδιοι ήταν μεγάλη ανατολικογερμανική φυλή, ή φυλή-κλάδος της ανατολικογερμανικής συνομοσπονδίας φυλών των Βανδάλων, ή ομάδα φυλών (ακόμα και μη γερμανικών στο σύνολό τους) των οποίων είχαν την ηγεσία, που ζούσε στην περιοχή της σημερινής Πολωνίας κατά την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Κατά την ύστερη ρωμαϊκή περίοδο, καθώς η αυτοκρατορία δεχόταν πίεση από πολλούς "βάρβαρους" λαούς, μία ισχυρή ομάδα Βουργουνδών και άλλων φυλών Βανδάλων κινήθηκε δυτικά προς τα ρωμαϊκά σύνορα κατά μήκος της κοιλάδας του Ρήνου, καθιστάμενη γείτονας των βασιλείων των Φράγκων στα βόρεια, και των Αλαμαννών στα νότια. Αρχικώς, εγκαταστάθηκαν στη Βορμς, αλλά αργότερα με τη συνεργασία των Ρωμαίων οι απόγονοί τους εγκαθίδρυσαν το Βασίλειο των Βουργουνδών πολύ πιο νότια και εντός της αυτοκρατορίας αυτή τη φορά, στην περιοχή των δυτικών Άλπεων, όπου συναντιούνται η σημερινή Ελβετία, Γαλλία και Ιταλία. Η περιοχή αυτή έγινε αργότερα μέρος της Φραγκικής Αυτοκρατορίας. Το όνομα του βασιλείου σώζεται σήμερα στην ονομασία της περιφέρειας της Βουργουνδίας, περιοχής της Γαλλίας, η οποία αντιπροσωπεύει μόνο ένα μέρος εκείνου του βασιλείου.

Ένα άλλο κομμάτι των Βουργουνδών παρέμεινε στην πατρίδα τους στη λεκάνη Όντερ-Βιστούλα και σχημάτισε ένα βοηθητικό σώμα στο στρατό των Ούννων του Αττίλα από το 451 μ.Χ.

Πριν την ύπαρξη σαφών αποδεικτικών ιστορικών στοιχείων, θεωρείται ότι οι Βουργουνδοί πιθανώς μετανάστευσαν αρχικώς από την ηπειρωτική Σκανδιναβία στο νησί Μπόρνχολμ στη Βαλτική Θάλασσα, και στη συνέχεια στη λεκάνη του Βιστούλα, στο κέντρο της σημερινής Πολωνίας[1].

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θέση του νησιού Μπόρνχολμ

Οι Βουργουνδοί είχαν παράδοση σκανδιναβικής προέλευσης, γεγονός που βρίσκει υποστήριξη σε ονομασίες τοποθεσιών και σε αρχαιολογικές αποδείξεις, και πολλοί ειδικοί θεωρούν αυτή την παράδοση ορθή. Πιστεύεται ότι είχαν μεταναστεύσει τότε στο νησί Μπόρνχολμ της Βαλτικής ("το νησί των Βουργουνδών" στα Αρχαία Σκανδιναβικά). Παρόλα αυτά, περίπου το 250 μ.Χ., ο πληθυσμός του Μπόρνχολμ είχε σε μεγάλο βαθμό εξαφανιστεί. Τα περισσότερα νεκροταφεία έπαυσαν να χρησιμοποιούνται και σε αυτά που χρησιμοποιούνταν ακόμα γίνονταν λίγες ταφές. Η μετάφραση του έργου του θεολόγου και ιστορικού Ορόσιου από τον Άλφρεντ τον Μέγα χρησιμοποιεί το όνομα "Γη Μπουργκέντα" για να αναφερθεί σε μια περιοχή δίπλα στην επικράτεια των Σβέονς (Sweons, "Σουηδοί"). Ο Σουηδός ποιητής και πρώιμος μυθογράφος Βίκτορ Ρύντμπεργκ (1828–1895) ισχυρίζεται βασιζόμενος σε μια πρώιμη μεσαιωνική πηγή, τη Vita Sigismundi, ότι οι ίδιοι οι Βουργουνδοί διατηρούσαν προφορικές παραδόσεις σχετικά με τη σκανδιναβική καταγωγή τους.

Οι πρώιμες ρωμαϊκές πηγές, όπως ο Τάκιτος και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, γνώριζαν λίγα πράγματα σχετικά με τους γερμανικούς λαούς ανατολικά του ποταμού Έλβα, ή της Βαλτικής Θάλασσας. Ο Πλίνιος παρόλα αυτά τούς αναφέρει μεταξύ των Βανδάλων ή ανατολικών γερμανικών λαών, περιλαμβάνοντας επίσης τους Γότθους. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος αναφέρει ότι ζούσαν ανάμεσα στους ποταμούς Σουηβό (λατ. Suevus, πιθανώς ο Όντερ) και Βιστούλα, βόρεια των Λουγών (λατ. Lugii), και νοτίως των φυλών που κατοικούσαν στα παράκτια. Γύρω στα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ., σημειώθηκε σημαντική μετανάστευση γερμανικών φυλών με αρχική κοιτίδα τη Σκανδιναβία (Ρούγοι, Γότθοι, Γέπιδες, Βάνδαλοι, Βουργουνδοί, κ.α.) προς τα νοτιοανατολικά, προκαλώντας αναστάτωση κατά μήκος της ρωμαϊκής συνοριακής γραμμής. Οι μεταναστεύσεις αυτές κορυφώθηκαν κατά τους Μαρκομανικούς Πολέμους, που κατέληξαν σε εκτεταμένες καταστροφές και την πρώτη εισβολή στην Ιταλία κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Ιορδάνης ο Αλανός αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του 3ου αιώνα, οι Βουργουνδοί που ζούσαν στη λεκάνη του ποταμού Βιστούλα σχεδόν εξολοθρεύτηκαν από την ανατολική γερμανική φυλή των Γέπιδων του βασιλιά Φαστίδα, των οποίων το βασίλειο βρισκόταν στο στόμιο του Βιστούλα.

Στα τέλη του 3ου αιώνα, οι Βουργουνδοί εμφανίζονται στην ανατολική όχθη του Ρήνου, αντιμετωπίζοντας τους Ρωμαίους της Γαλατίας. Ο Ζώσιμος αναφέρει ότι ηττήθηκαν από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο Πρόβο το 278 στη Γαλατία, έχοντας τότε ως ηγέτη τους έναν Βάνδαλο βασιλιά. Λίγα χρόνια αργότερα, ο αξιωματούχος των Ρωμαίων Κλαύδιος Μαμερτίνος τούς αναφέρει μαζί με τους Αλαμαννούς, μια φυλή-κλάδο των Σουηβών. Οι δύο αυτοί λαοί είχαν μετακινηθεί στην περιοχή Άγκρι Ντεκουμάτες (λατ. Agri Decumates) στην ανατολική πλευρά του ποταμού Ρήνου, μια περιοχή που σήμερα αναφέρεται ως Σουηβία, επιτιθέμενοι μαζί κατά καιρούς στη ρωμαϊκή Γαλατία, ενώ καμιά φορά πολεμούσαν και μεταξύ τους. Ο Κλαύδιος Μαμερτίνος αναφέρει ακόμη ότι παλαιότερα οι Βουργουνδοί είχαν συγκρουστεί και με τους Γότθους και είχαν ηττηθεί.

Από την άλλη πλευρά, ο Αμμιανός Μαρκελλίνος ισχυρίστηκε ότι οι Βουργουνδοί κατάγονταν από Ρωμαίους. Αναλυτικότερα, οι ρωμαϊκές πηγές δεν αναφέρουν κάποια μετανάστευση Βουργουνδών από την περιοχή της Πολωνίας (παρόλο που άλλοι λαοί-κλάδοι των Βανδάλων αναφέρονται πιο καθαρά ότι έχουν μετακινηθεί δυτικά εκείνη την περίοδο), και έτσι υπάρχουν από ιστορικής πλευράς κάποιες αμφιβολίες για τη σύνδεση μεταξύ ανατολικών και δυτικών Βουργουνδών.

Το 369-370 μ.Χ. ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Ουαλεντινιανός Α΄ στρατολόγησε Βουργουνδούς για να τον βοηθήσουν στον πόλεμο κατά των Αλαμαννών.

Περίπου τέσσερεις δεκαετίες μετά, οι Βουργουνδοί εμφανίστηκαν ξανά. Μετά την απόσυρση από τον Στηλίχωνα στρατευμάτων από την περιοχή του Ρήνου για να πολεμήσει τον βασιλιά Αλάριχο Α΄ των Βησιγότθων το 406-408 μ.Χ., μια μεγάλη ομάδα λαών από την κεντρική Ευρώπη βόρεια του Δούναβη, κινήθηκε δυτικά και διέσχισε τον ποταμό Ρήνο, εισβάλλοντας στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, κοντά στη γη των Βουργουνδών, οι οποίοι είχαν μετακινηθεί εκεί πολύ νωρίτερα. Οι κυρίαρχες ομάδες αυτού του μεταναστευτικού κύματος ήταν Αλανοί, Βάνδαλοι (Ασδίγγες και Σιλίγγες, κλάδοι των Βανδάλων) και οι Σουηβοί του Δούναβη (πιθανώς καταγόμενοι από τους Μαρκομάνους και Κουάδους). Η πλειονότητα των λαών αυτών του Δούναβη κινήθηκε μέσω της Γαλατίας και τελικώς εγκαταστάθηκαν σε βασίλεια της ρωμαϊκής Ισπανίας. Μια ομάδα Αλανών εγκαταστάθηκε τότε από τους Ρωμαίους στη βόρεια Γαλατία.

Κάποιοι Βουργουνδοί μετανάστευσαν επίσης δυτικά και εγκαταστάθηκαν ως φοιδεράτοι στη ρωμαϊκή επαρχία της Κάτω Γερμανίας κατά μήκος του μέσου ρου του Ρήνου. Άλλοι Βουργουνδοί παρόλα αυτά παρέμειναν εκτός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και προφανώς σχημάτισαν ενιαίο τμήμα με τον ουννικό στρατό του Αττίλα το 451 μ.Χ.

Βασίλειο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 411, ο Βουργουνδός βασιλιάς Γονδοχάρης (Gundohar) εγκατέστησε το 411 στη Μαγεντία έναν Ρωμαίο αυτοκράτορα-μαριονέτα, τον Ιοβίνο, σε συνεργασία με τον Γοάρη (Goar), βασιλιά των Αλανών. Με την εξουσία και νομιμοποίηση του Ιοβίνου τον οποίο ήλεγχε, ο Γονδοχάρης με το λαό του εγκαταστάθηκε στη δυτική (ρωμαϊκή) όχθη του Ρήνου, ανάμεσα στους παραπόταμους του Ρήνου, Λόιτερ και Νάε, καταλαμβάνοντας τη Βορμς, τη Σπάιερ και το Στρασβούργο. Προφανώς ως τμήμα μια ανακωχής, ο αυτοκράτορας της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Ονώριος, τους παραχώρησε επίσημα αργότερα γη, με πρωτεύουσά τους τον παλαιό κελτορωμαϊκό οικισμό της Βορβητομάγου (σημερινή Βορμς).

Παρά το νέο καθεστώς τους ως φοιδεράτων, οι βουργουνδικές επιδρομές στη ρωμαϊκή Άνω Βελγική Γαλατία κατέστησαν ανυπόφορες και τερματίστηκαν ανελέητα το 436, όταν ο Ρωμαίος στρατηγός Αέτιος κάλεσε Ούννους μισθοφόρους, οι οποίοι συνέτριψαν το βουργουνδικό βασίλειο στη Ρηνανία το 437. Ο Γονδοχάρης σκοτώθηκε στη μάχη, μαζί με την πλειοψηφία των Βουργουνδών, όπως αναφέρεται.

Η καταστροφή της Βορμς και του βουργουνδικού βασιλείου από τους Ούννους αποτέλεσε το θέμα των ηρωικών μύθων που ενσωματώθηκαν αργότερα στο έπος Το τραγούδι των Νιμπελούνγκεν (στο οποίο ο συνθέτης Ρίχαρντ Βάγκνερ βάσισε την τετραλογία του Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν), όπου ο βασιλιάς Γκύντερ (Gundohar, Günther, Γονδοχάρης) και η βασίλισσά του Μπρουνχίλντα έχουν τη βασιλική αυλή τους στη Βορμς, και ο ήρωας του έργου Ζίγκφριντ έρχεται να φλερτάρει την Κριμχίλντα. Στην πραγματικότητα, ο Έτσελ (γερμ. Etzel) στο έργο Το τραγούδι των Νιμπελούνγκεν βασίζεται στον βασιλιά των Ούννων, Αττίλα.

Το Β΄ Βουργουνδικό Βασίλειο την περίοδο 443-476 μ.Χ.

Εγκατάσταση στη Σαβοΐα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για λόγους που δεν αναφέρονται στις πηγές, χορηγήθηκε στους Βουργουνδούς για δεύτερη φορά καθεστώς φοιδεράτων, και το 443 εγκαταστάθηκαν από τον Αέτιο στην περιοχή της Σαπαυδίας. Παρόλο που η ακριβής γεωγραφία της είναι αβέβαιη, η Σαπαυδία αντιστοιχεί περίπου στη σημερινή Σαβοΐα, και οι Βουργουνδοί πιθανώς ζούσαν κοντά στο Λούγδουνο, τη σημερινή Λυών. Ένας νέος βασιλιάς, ο Γινδέριχος (Γκυντέρικ), θεωρούμενος γιος του Γονδοχάρη, εμφανίζεται να έχει ασκήσει εξουσία μετά το θάνατο του πατέρα του. Ο ιστορικός Πλίνιος αναφέρει ότι ο Γινδέριχος κυβέρνησε τις περιοχές Σον, Ντωφινέ, Σαβουά (Σαβοΐα), καθώς και τμήμα της Προβάνς (Προβηγκία). Όρισε δε πρωτεύουσα του Βασιλείου της Βουργουνδίας την πόλη Βιεν στον ποταμό Ροδανό. Συνολικά, οκτώ Βουργουνδοί βασιλείς του οίκου του Γονδοχάρη κυβέρνησαν μέχρι την κατάλυση του βασιλείου από τους Φράγκους το 534.

Ως σύμμαχοι της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τις τελευταίες δεκαετίες της ύπαρξής της, οι Βουργουνδοί πολέμησαν μαζί με τον Αέτιο και μια συμμαχία Βησιγότθων και άλλων λαών στη μάχη ενάντια στον Αττίλα στα Καταλαυνικά Πεδία το 451. Η συμμαχία μεταξύ Βουργουνδών και Βησιγότθων φαίνεται να υπήρξε ισχυρή, καθώς ο Γινδέριχος και ο αδελφός του Χιλπέριχος Α΄ συνόδευσαν το 455 τον Θεοδώριχο Β΄ των Βησιγότθων στην Ισπανία για να πολεμήσει τους Σουηβούς.

Φιλοδοξίες και επιρροή στη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 455, μια αμφιλεγόμενη αναφορά εμπλέκει έναν μη ονοματιζόμενο προδότη Βουργουνδό ηγέτη ως συμμετέχοντα στη δολοφονία του αυτοκράτορα της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Πετρώνιου Μάξιμου, εν μέσω του χάους που υπήρχε λίγο πριν την άλωση της Ρώμης από τους Βανδάλους. Ο Ρωμαίος πατρίκιος Ρικίμερος (γερμανικής καταγωγής) κατηγορήθηκε επίσης· το γεγονός αυτό αποτελεί την πρώτη ένδειξη ενός υπάρχοντος δεσμού μεταξύ Βουργουνδών και Ρικίμερου, ο οποίος πιθανώς ήταν κουνιάδος του Γινδέριχου και θείος του Γονδοβάδη, γιου του Γινδέριχου.

Το 456, οι Βουργουνδοί, προφανώς έμπλεοι αυτοπεποίθησης από την αυξανόμενη ισχύ τους, διαπραγματεύθηκαν μια εδαφική επέκταση και διαμοιρασμό της δύναμής τους με τους τοπικούς Ρωμαίους συγκλητικούς.

Το 457, ο Ρικίμερος ανέτρεψε άλλον έναν Δυτικό Ρωμαίο αυτοκράτορα, τον Άβιτο, ανεβάζοντας στο θρόνο τον Μαγιοριανό. Ο νέος όμως αυτοκράτορας αποδείχθηκε άχρηστος στον Ρικίμερο και τους Βουργουνδούς. Τη χρονιά μετά την ανάρρησή του στο θρόνο, ο Μαγιοριανός αφαίρεσε από τους Βουργουνδούς τα εδάφη που είχαν αποκτήσει δύο έτη νωρίτερα. Δείχνοντας δε επιπλέον ίχνη ανεξαρτησίας, δολοφονήθηκε από τον Ρικίμερο το 461.

Δέκα περίπου έτη αργότερα, το 472, ο Ρικίμερος, γαμπρός πλέον του Δυτικού Ρωμαίου αυτοκράτορα Ανθέμιου, συνωμοτούσε με τον Γονδοβάδη να δολοφονήσει τον πεθερό του. Ως αποτέλεσμα, ο Γονδοβάδης αποκεφάλισε τον αυτοκράτορα, πιθανώς προσωπικά. Ο Ρικίμερος όρισε τότε αυτοκράτορα τον Ολύβριο. Όμως, ο Ρικίμερος και ο Ολύβριος απεβίωσαν αιφνιδίως από φυσικά αίτια μέσα σε λίγους μήνες. Ο Γονδοβάδης φαίνεται ότι αποφάσισε τότε να διαδεχθεί τον θείο του ως πατρίκιος και άνθρωπος επιρροής, ανεβάζοντας στο θρόνο τον Γλυκέριο.

Το 474, η βουργουνδική επιρροή στη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία φαίνεται να τερματίστηκε. Ο Γλυκέριος ανατράπηκε προς χάριν του Ιουλίου Νέπωτα, και ο Γονδοβάδης επέστρεψε στη Βουργουνδία, πιθανώς κατά το θάνατο του πατέρα του, Γινδέριχου. Εκείνη τη στιγμή ή λίγο μετά, το Βουργουνδικό Βασίλειο μοιράστηκε ανάμεσα στον Γονδοβάδη και τα αδέλφια του, Γοδεγίσελο, Χιλπέριχο Β΄, και Γονδομάρη Α΄.

Παγίωση του βασιλείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βασίλειο των Βουργουνδών γύρω στα 500 μ.Χ.

Σύμφωνα με τον Γρηγόριο της Τουρ, τα χρόνια μετά την επιστροφή του Γονδοβάδη στη Βουργουνδία, ακολούθησε αιματηρή παγίωση της εξουσίας του. Ο Γρηγόριος αναφέρει ότι ο Γονδοβάδης δολοφόνησε τον αδελφό του Χιλπέριχο, και έπνιξε τη γυναίκα του αδελφού του και εξόρισε τις κόρες του (μία από τις οποίες αργότερα έγινε γυναίκα του Φράγκου βασιλιά, Χλωδοβίκου Α΄, και θεωρούταν υπεύθυνη για τη μεταστροφή του στον Καθολικισμό). Τα όσα αναφέρει ο Γρηγόριος αμφισβητούνται από κάποιους ειδικούς, που επισημαίνουν προβλήματα στη χρονολογική σειρά των γεγονότων που παραθέτει.

Περίπου το 500, όταν ο Γονδοβάδης και ο Χλωδοβίκος βρίσκονταν σε πόλεμο μεταξύ τους, ο πρώτος εμφανίζεται να έχει προδοθεί από τον αδελφό του Γοδεγίσελο (Godegisel), που συντάχθηκε με τους Φράγκους. Οι δυνάμεις του Γοδεγίσελου και του Χλωδοβίκου συνέτριψαν το στρατό του Γονδοβάδη. Ο τελευταίος προσωρινά κατέφυγε στην Αβινιόν, αλλά κατόρθωσε να συγκεντρώσει ξανά στρατό και να καταλάβει και λεηλατήσει τη βουργουνδική πρωτεύουσα Βιεν, οπότε ο Γοδεγίσελος και πολλοί από τους ακολούθους του θανατώθηκαν. Από εκείνη τη στιγμή, ο Γονδοβάδης εμφανίζεται να είναι ο μόνος βασιλιάς της Βουργουνδίας. Το γεγονός αυτό ίσως υποδηλώνει ότι ο έτερος αδελφός του, Γονδομάρης, ήταν ήδη νεκρός, παρότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένες αναφορές του γεγονότος στις πηγές.

Από τις πηγές προκύπτει επίσης ότι είτε ο Γονδοβάδης με τον Χλωδοβίκο συμβίβασαν τις διαφορές τους, είτε ο πρώτος εξαναγκάστηκε σε ένα είδος υποτέλειας από την προηγούμενη νίκη του Χλωδοβίκου, καθώς ο Βουργουνδός βασιλιάς εμφανίζεται να έχει συνδράμει τους Φράγκους το 507 στη νίκη τους κατά των Βησιγότθων του Αλάριχου Β΄.

Κατά τη διάρκεια των αναταραχών, σε κάποια στιγμή της περιόδου 483-501, ο Γονδοβάδης άρχισε την κωδικοποίηση της νομοθεσίας του βασιλείου του, τον Lex Gundobada (Κώδικα του Γονδοβάδη), εισάγοντας περίπου το πρώτο μισό αυτού, με πηγή τον Lex Visigothorum (Κώδικα των Βησιγότθων). Μετά την παγίωση της εξουσίας του, ανάμεσα στα 501 και το θάνατό του το 516, ο Γονδοβάδης εισήγαγε το δεύτερο μισό της νομοθεσίας του, που ήταν περισσότερο βουργουνδικής προέλευσης.

Πτώση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βουργουνδία ως τμήμα της Φραγκικής Αυτοκρατορίας ανάμεσα στα 534 και 843

Οι Βουργουνδοί επεξέτειναν την εξουσία τους επί της νοτιοανατολικής Γαλατίας (σημερινής βόρειας Ιταλίας, δυτικής Ελβετίας, και νοτιοανατολικής Γαλλίας). Το 493, ο Χλωδοβίκος Α΄, βασιλιάς των Φράγκων, παντρεύτηκε τη Βουργουνδή πριγκίπισσα Κλοτίλδη, κόρη του Χιλπέριχου Α΄, η οποία τον μετέστρεψε στην Καθολική πίστη.

Αρχικώς σύμμαχοι με τους Φράγκους του Χλωδοβίκου Α΄ εναντίον των Βησιγότθων στις αρχές του 6ου αιώνα, οι Βουργουνδοί αργότερα συγκρούστηκαν μαζί τους. Τελικώς ηττήθηκαν στη μάχη του Ωτάν από τους Φράγκους το 532, μετά από μια πρώτη ανεπιτυχή απόπειρα των δεύτερων στη μάχη του Βεζερόνς το 524. Το Βουργουνδικό Βασίλειο αποτέλεσε εφεξής τμήμα των βασιλείων των Μεροβιγγείων, με τους ίδιους τους Βουργουνδούς να αφομοιώνονται με τον καιρό σε αυτά.

Φυσική εμφάνιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κελτορωμαίος ποιητής και γαιοκτήμονας του 5ου αιώνα Σιδώνιος, που κάποτε είχε ζήσει με τους Βουργουνδούς, τους περιέγραψε ως λαό μακρυμάλληδων, πελώριου φυσικού αναστήματος, γράφοντας σχετικά: "Γιατί ... εσύ (ένας άσημος συγκλητικός με το όνομα Κατουλλίνος) με πληρώνεις να συνθέσω ένα τραγούδι αφιερωμένο στην Αφροδίτη ... ευρισκόμενος καθώς είμαι ανάμεσα σε ορδές μακρυμάλληδων, έχοντας να υποστώ τη γερμανική λαλιά, επαινώντας συχνά με ειρωνική στο πρόσωπο έκφραση το τραγούδι του λαίμαργου Βουργουνδού που απλώνει ταγκό βούτυρο στα μαλλιά του; ... Δεν έχεις μια δυσωδία σκόρδου και ρυπαρών κρεμμυδιών να εκβάλλονται πάνω σου νωρίς το πρωί από δεκάδες προγεύματα, και δεν έχεις υποστεί εισβολή πριν το χάραμα ... από ένα πλήθος γιγάντων."

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βουργουνδική ανήκε στην ομάδα των ανατολικών γερμανικών γλωσσών. Φαίνεται να εξαφανίστηκε κατά τα τέλη του 6ου αιώνα μ.Χ. Λίγα είναι γνωστά για τη γλώσσα αυτή. Κάποια κύρια ονόματα Βουργουνδών έχουν καταγραφεί, και κάποιες λέξεις που χρησιμοποιούνται στη βουργουνδική περιοχή στις μέρες μας πιστεύεται ότι προέρχονται από την αρχαία Βουργουνδική γλώσσα, αλλά συχνά είναι δύσκολο να τις ξεχωρίσεις από γερμανικές λέξεις έτερης προέλευσης, και σε κάθε περίπτωση η σημερινή μορφή των λέξεων αυτών σπανίως είναι κατάλληλη να οδηγήσει σε τεκμηριωμένα συμπεράσματα για τη μορφή της παλαιάς γλώσσας.

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάπου στην ανατολή οι Βουργουνδοί είχαν μεταστραφεί στον Αρειανισμό, από θιασώτες του γερμανικού Παγανισμού που ήταν πριν. Ο Αρειανισμός τους αποδείχθηκε πηγή καχυποψίας και δυσπιστίας στις σχέσεις τους με την Καθολική Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Οι διαμάχες και διαιρέσεις παρόλα αυτά, προφανώς είχαν τερματιστεί περίπου το 500 μ.Χ., καθώς ο Γονδοβάδης (Gundobad), ένας από τους τελευταίους Βουργουνδούς βασιλείς, διατήρησε μια στενή προσωπική φιλία με τον Άβιτο, επίσκοπο της Βιέννης. Επιπλέον, ο γιος του Γονδοβάδη και διάδοχός του, Σιγισμούνδος (Sigismund), ήταν ο ίδιος χριστιανός Καθολικός, και υπάρχουν αποδείξεις ότι πολλοί από τους Βουργουνδούς είχαν μεταστραφεί μέχρι τότε επίσης στον Καθολικισμό, μεταξύ αυτών και αρκετά θηλυκά μέλη της βασιλικής οικογένειας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Burgundy[νεκρός σύνδεσμος] Encyclopaedia Britannica

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ.Ζ΄, σελ.711.
  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.15ος, σελ.233

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]