Εκστρατεία του Δράμαλη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Εκστρατεία του Δράμαλη (Ιούνιος - Ιούλιος 1822) ήταν μεγάλης κλίμακας προσπάθεια των Τούρκων να καταστείλουν την Ελληνική Επανάσταση στην κυριώτερη εστία της, την Πελοπόννησο. Κατέληξε σε ολοκληρωτική αποτυχία και εξολόθρευση μεγάλου μέρους του οθωμανικού στρατού, στις μάχες των Δερβενακίων και του Αγιονορίου.

Η κάθοδος του Δράμαλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εκστρατεία του Δράμαλη

Μετά από την τελική ήττα και τον θάνατο του Αλή Πασά, οι οθωμανικές δυνάμεις υπό τον Χουρσίτ πασά, οι οποίες είχαν σταθμεύσει στη Λάρισα (μεγάλο οθωμανικό στρατιωτικό κέντρο της εποχής), κινήθηκαν νότια, για να αντιμετωπίσουν την ελληνική επανάσταση με ισχυρότατο εκστρατευτικό σώμα. Επικεφαλής της στρατιάς αυτής, αποτελούμενη από περίπου 30.000 μάχιμους, τα τρία τέταρτα των οποίων ήταν έφιπποι, αρκετά πυροβόλα και πλήθος από φορτηγά ζώα[1][2][3], ήταν ο Μαχμούτ πασάς της Λάρισας ή αλλιώς Δράμαλης. Κύριος στόχος του Δράμαλη ήταν η ανάκτηση των οχυρών της Κορίνθου, του Ναυπλίου και της Τριπολιτσάς με επακόλουθο να συντρίψει την ελληνική εξέγερση, του Χαϊνί Ζορμπαλίκ όπως την αποκαλούσαν οι Οθωμανοί. Με τον Δράμαλη είχαν συστρατευθεί επίσης ως υπαρχηγοί και σωματάρχες τμημάτων ο Ζίχναλή Χασάν Πασάς, o πρώην Μέγας Βεζίρης Τοπάλ ή Σεΐντ Αλή Πασάς, ο πρώην υπουργός Εσωτερικών Ερήπ Αχμέτ Πασάς, ο περίφημος Χασάν Κασάμπασης, ο Τσαρκατζή Αλή Πασάς, ο Μόραλη Αλή Πασάς, ο διαβόητος Δελή ή Ντελή Αχμέτ, ο σπουδαίος Δελήμπασης και διάφοροι ντερεμπέηδες (= αυτόνομοι μπέηδες) της Μακεδονίας, Θράκης και Μαγνησίας, καθώς και τιμαριώτες όπως ο Εμίναγας Κιοπρουλή, ο Καστοριά Μεχμέτμπεης, ο Γιακούμπ Αγάς Καραοσμάνογλους κ.ά.

Ο Δράμαλης σταθμεύοντας για λίγο στο Ζητούνι περί τα τέλη Ιουνίου, συνέχισε την κάθοδό του προς τα νότια μέσω της Βοιωτίας, καταστρέφοντας τη Θήβα (1 Ιουλίου) [4] και παρακάμπτοντας την Αθήνα, την Ακρόπολη της οποίας κρατούσαν 500 άνδρες. Στο πέρασμα της στρατιάς του Δράμαλη, κανένα από τα ελληνικά σώματα ατάκτων της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας δεν κατάφερε να προβάλλει αντίσταση. Οι κάτοικοι των τόπων που διερχόταν κατέφευγαν στα βουνά και σε σπηλιές, οι δε κάτοικοι της δυτικής Αττικής και της Μεγαρίδας καθώς και πολλοί Αρεοπαγίτες κατέφευγαν στη Σαλαμίνα, ενώ κάποιες μικρές δυνάμεις Ελλήνων που προσπάθησαν να υπερασπίσουν τα Μεγάλα Δερβένια του Κιθαιρώνα και στα Γεράνεια όρη υπό τους Ρήγα Παλαμήδη και Θανάση Δεληγιάννη καθώς και εκείνες στο φρούριο του Ακροκόρινθου υπό τον Αχιλλέα Θεοδωρίδη, δείλιασαν και διαλύθηκαν, υποχωρώντας στην Πελοπόννησο και σκορπώντας τον πανικό.

Τελικά ο Δράμαλης έφθασε με τον στρατό του στην Κόρινθο στις 5 Ιουλίου όπου και στρατοπέδευσε και στις 7 Ιουλίου κατέλαβε τον Ακροκόρινθο αμαχητί, έχοντας εγκαταλείψει προηγουμένως οι υπερασπιστές του τον χώρο. Οι θησαυροί του Κιαμήλμπεη, περιήλθαν στην κατοχή του, όπως και η χήρα του την οποία και νυμφεύθηκε. Γιορτάζοντας στη συνέχεια την μέχρι τότε επιτυχή του εκστρατεία και το γάμο του και εκδικούμενος τον θάνατο του Κιαμήλμπεη, έχτισε ζωντανούς κάποιους αιχμαλώτους από τη Ρούμελη νκρέμασε ανάποδα δύο υπερήλικες χριστιανούς ιερωμένους. Μετά συγκάλεσε συμβούλιο για να αποφασίσει την πορεία της εκστρατείας του. Οι σύμβουλοί του με προεξέχοντα τον Σέρεζλη Γιουσούφ Πασά φρούραρχο της Πάτρας, που είχε ξεθαρρέψει από τη λύση της πολιορκίας των Πατρών, αλλά και ο Μόραλη Αλή πασάς που γνώριζε την περιοχή του, πρότειναν να κάνει βάση του την Κόρινθο, σύμφωνα και με το παλαιότερο σχέδιο του Χουρσίτ Πασά, και να συγκεντρώσει ισχυρό στόλο στο λιμάνι της. Ο Δράμαλης όμως, μετά και από τις πληροφορίες που του έδωσαν οι κατάσκοποί του ότι ο δρόμος είναι ελεύθερος από επαναστάτες, και με δεδομένο ότι ο οθωμανικός στόλος παρέμενε στην Πάτρα αναμένοντας τον νέο καπουδάν πασά, αποφάσισε να συνεχίσει την επέλασή του με κατεύθυνση την Αργολίδα και από εκεί το Ανάπλι. Έτσι πέρασε από το στενό των Δερβενακίων και έφτασε στο Άργος στις 12 Ιουλίου στα περίχωρα του οποίου και στρατοπέδευσε. Παράλληλα έστειλε στ΄ Ανάπλι ένα μικρό απόσπασμα του ιππικού της εμπροσθοφυλακής από 50 ιππείς υπό τον Μόραλη Αλή πασά ορίζοντάς τον φρούραρχο Ναυπλίου προκειμένου να λύσει την υπό των Ελλήνων πολιορκία της φρουράς που ήταν ήδη έτοιμη να παραδοθεί και να ετοιμάσει την πόλη για μεγαλοπρεπή υποδοχή. Πράγματι ο Πελοποννήσιος αυτός αξιωματούχος έγινε πανηγυρικά δεκτός στο Ναύπλιο όπου και ανέλαβε τα νέα του καθήκοντα.

Η κατάσταση της ελληνικής πλευράς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επικρατούσα την περίοδο εκείνη κατάσταση στο στρατόπεδο των Ελλήνων αγωνιστών δεν ήταν και η καλλίτερη, καθώς τότε άρχισε να εμφανίζεται η πρώτη δυσπιστία μεταξύ των πολιτικών και προκρίτων με τους οπλαρχηγούς. Τον Ιανουάριο του 1822 η τότε ελληνική κυβέρνηση (Εκτελεστικό) απέστειλε στον Θ. Κολοκοτρώνη δίπλωμα στρατηγού και τον διόρισε αρχηγό της πολιορκίας της Πάτρας, ώστε οι οθωμανικές δυνάμεις που είχαν συγκεντρωθεί εκεί να μη ξεχυθούν στην Πελοπόννησο. Πράγματι ο Θ. Κολοκοτρώνης από τις 1 Μαρτίου ξεκινά την πολιορκία της Πάτρας με 6.500 ατάκτους Πελοποννησίους και μερικούς Ζακυνθινούς. Παράλληλα όμως οι πρόκριτοι κυρίως της ΒΔ. Πελοποννήσου ήθελαν ο αγώνας κατά των Οθωμανών να μετατοπιστεί στη Στερεά Ελλάδα, χωρίς βέβαια να λείψουν και οι ραδιουργίες και οι παρασκηνιακές αντενέργειες ιδίως των Δεληγιανναίων σε βάρος του Κολοκοτρώνη. Η μόνη δε αξιόλογη μάχη που έγινε τότε έξω από την Πάτρα ήταν στις 9 Μαρτίου με νίκη των Ελλήνων. Τότε άρχισαν να διαδίδονται διάφορες φήμες από προκρίτους ότι ο Δημήτριος Υψηλάντης στην Κόρινθο μαζί με κάποιους οπλαρχηγούς ετοιμάζονται να ανατρέψουν τον "εκλαμπρότατον"[5] πρόεδρο του Εκτελεστικού (πρωθυπουργό) Α. Μαυροκορδάτο. Τα αποτελέσματα αυτών των φημών υπήρξαν ολέθρια κυρίως στη στρατολόγηση αλλά και στη γενικότερη οργάνωση των Ελλήνων (πολιτική και στρατιωτική).

Τότε το Εκτελεστικό έστειλε διαταγές στους προκρίτους για υποχρεωτική στρατολόγηση ανδρών των περιοχών τους προκειμένου να οργανωθεί τακτικός στρατός και να εκστρατεύσουν στην Ανατολική και Δυτική Στερεά. Η στρατολόγηση αυτή που γινόταν υπό απειλή δήμευσης περιουσιών στους μη προσερχόμενους, είχε αποφασιστεί σε γενική συνέλευση και των δύο πολιτικών σωμάτων με δεδομένο ότι ο εχθρός εκινείτο στη Στερεά. Παρότι όμως το βουλευτικό εξαιρούσε της στρατολόγησης τους άνδρες που βρίσκονταν περί την Πάτρα, οι πρόκριτοι φθονώντας τον Κολοκοτρώνη εφάρμοσαν το μέτρο και στην Πάτρα με συνέπεια να απογυμνώνεται σιγά σιγά ο στρατηγός από το στράτευμα που είχε δημιουργήσει. Το γεγονός αυτό εξόργισε τον Θ. Κολοκοτρώνη ο οποίος και αποφάσισε τη λύση της πολιορκίας της Πάτρας. Ο ίδιος μετακινήθηκε στο Άργος όπου και προσκάλεσε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τον Νικήτα Σταματελόπουλο και άλλους φίλους του σε συνάντηση. Η κίνησή του αυτή σε συνέχεια των φημών δημιούργησε έντονες αγωνίες για την εξέλιξη της κατάστασης τόσο στους χωρικούς όσο κυρίως στους προκρίτους. Την αγωνία εκείνη ήρθε και ενίσχυσε η είδηση της καταστροφής που σημειώθηκε στη μάχη του Πέτα (4 Ιουλίου), όπου ο φόβος εμφυλίου άρχισε να γίνεται ορατός. Σαν να μην έφθαναν αυτά, άρχισαν και οι φιλονικίες μεταξύ των οπλαρχηγών για την κατοχή κάποιων αρματολικιών όπως π.χ. των Αγράφων μεταξύ Καραϊσκάκη και Ράγκου, του Βλοχού μεταξύ Στάικου και Βλαχόπουλου, των Κραβάρων μεταξύ Πηλάλα και Καναβού, ενώ πολλοί ακόμα οπλαρχηγοί άρχιζαν να συνάπτουν ψεύτικα "καπάκια" με τους Τούρκους, δηλαδή να ψευτοπροσκυνούν προσωρινά τον εχθρό όπως π.χ. ο Γώγος Μπακόλας, ο Ιωάννης Σιαφάκας, ο Στορνάρης κ.ά.

Στις κρίσιμες εκείνες στιγμές της Ελληνικής Επανάστασης, την έκρηξη εμφυλίου απέτρεψε κυριολεκτικά η συνταρακτική είδηση της εισβολής του Δράμαλη στην Πελοπόννησο και η κατάληψη του Ακροκόρινθου, η απώλεια του οποίου υπήρξε πλήγμα για τους Έλληνες[6]. Έτσι ο φόβος του εμφυλίου μετατράπηκε σε πανικό από την κυβέρνηση μέχρι τους χωρικούς. Η δε ταχύτατη κάθοδος του Δράμαλη είχε ευνοηθεί ακριβώς από την γενικότερη ακαταστασία των τότε ελληνικών πραγμάτων, τόσο στη Στερεά όσο και στην Πελοπόννησο. Σημειώνεται ότι η τότε ελληνική διοίκηση δεν είχε καμία πληροφορία για την κάθοδο του Δράμαλη και των σκοπών του, παρότι από τις 24 Ιουνίου ο μόλις αμνηστευθείς Οδυσσέας Ανδρούτσος είχε στείλει στον αντιπρόεδρο του εκτελεστικού Αθανάσιο Κανακάρη την περίφημη λακωνική επιστολή που ανέφερε:

Σας στέλω 30.000 Τούρκους για να μονοιάσετε. Κάμετέ τους ότι θέλετε. Εγώ υπόσχομαι να μην αφήσω άλλους να περάσουν και αναλαμβάνω τον Σερασκέρ Χουρσίτ πασά."

Κανείς όμως δεν έδωσε στοιχειώδη σημασία επειδή ακριβώς αποστολέας ήταν ο Δυσέας (όπως ονομαζόταν ο Ανδρούτσος στη γλώσσα των αγωνιστών).

Πανικός στην Αργολίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η είδηση της εισβολής του Δράμαλη στην Πελοπόννησο καθώς και η αναφορά στην τεράστια στρατιά του σκόρπισε τον πανικό. Απελπισμένοι οι χωρικοί εγκατέλειψαν τα χωριά τους αναζητώντας καταφύγιο στα βουνά. Μεγαλύτερη όμως ταραχή και πανικός σημειώθηκε στο Άργος που την εποχή εκείνη είχαν μεταφερθεί εκεί οι πρόσφυγες των Κυδωνιών και της Χίου. Τα γυναικόπαιδα αυτών στην ιδέα ότι μπορεί να ξαναζήσουν τις τουρκικές αγριότητες που είχαν υποστεί πριν λίγους μήνες, με αλαλαγμούς και θρήνους άρπαζαν ότι πολύτιμο είχαν και σαν τρελοί έπαιρναν το δρόμο για τους Μύλους. Η δε κυβέρνηση που έδρευε τότε στο Άργος αντί με το παράδειγμά της να δώσει θάρρος στον κόσμο λιποψύχησε και τα περισσότερα μέλη του Εκτελεστικού, της Βουλευτικής επιτροπής και μινίστροι (υπουργοί), ξεπερνώντας σε ταχύτητα την άτακτη φυγή των κατοίκων, έσπευσαν πανικόβλητα στους Μύλους όπου και επιβιβάστηκαν σε δύο πλοία - ημιολίες - που βρίσκονταν εκεί, μία των Κουντουριωτών και μία του Σπετσιώτη Κολομπόταση, με τις οποίες στη συνέχεια ανοίχτηκαν στον Αργολικό Κόλπο[7].

Παράλληλα στο Άργος είχαν καταφύγει και ο Δ. Υψηλάντης με λίγους ατάκτους του, αλλά και οι πρόκριτοι της Κορίνθου που έντρομοι ανακηρύττουν τον Θ. Κολοκοτρώνη αρχιστράτηγο με απόλυτη ελευθερία δράσης. Μέσα σ΄ εκείνη την ατμόσφαιρα του τρόμου, της σύγχυσης και της αναρχίας ένεκα πανικού δύο ιστορικές μορφές ξεχωρίζουν και επιβάλλονται, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Υψηλάντης λαμβάνοντας τη θαρραλέα απόφαση της άμεσης σύγκρουσης με τις δυνάμεις του Δράμαλη.

Πολεμικό σχέδιο Ελλήνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον ίδιο χρόνο που συσκεπτόταν ο Δράμαλης στην Κόρινθο, ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Δ. Υψηλάντης κατέστρωναν το σχέδιο αντιμετώπισής του στο Άργος. Κύριο πρόβλημα ήταν ο τεράστιος οθωμανικός στρατός σε αντίθεση με τις σχεδόν ανύπαρκτες ελληνικές δυνάμεις ατάκτων, έπειτα μάλιστα από τις άστοχες[εκκρεμεί παραπομπή]εκείνες κυβερνητικές διαταγές στρατολόγησης για δημιουργία τακτικού στρατού υπό των προκρίτων, που το μόνο που είχαν επιφέρει ήταν η σύγχυση και η έλλειψη εμπιστοσύνης εκ μέρους των στρατολογημένων και τελικά η διάλυσή τους αφού καμία επιχείρηση δεν ανέλαβαν (οι πρόκριτοι). Έτσι αναζητήθηκαν τρόποι ή συνθήκες που θα μπορούσαν να μειώσουν την επιχειρησιακή ικανότητα του εχθρού αλλά και πίστωση χρόνου για ανασυγκρότηση ελληνικών μονάδων ατάκτων. Λύση στην πρώτη περίπτωση έδινε η ίδια η μορφολογία του ελληνικού εδάφους που δεν ήταν τίποτε άλλο από την εκμετάλλευση των ορεινών περασμάτων, για δε τη δεύτερη επιλέχθηκε ο αντιπερισπασμός με συνεχείς οχλήσεις προκειμένου να επέλθει διάσπαση της εχθρικής δύναμης, ή χρονική καθήλωση με ταυτόχρονη εφαρμογή παθητικής άμυνας μέχρι να ολοκληρωθεί η ανασυγκρότηση των ατάκτων. Πρώτη ενέργεια παθητικής άμυνας ήταν η άμεση διαταγή της πυρπόλησης όλων των γεννημάτων και καρπών του αργολικού κάμπου και η απομάκρυνση όλων των κοπαδιών αιγοπροβάτων και των βοοειδών από την περιοχή.

Άγαλμα του Νικηταρά (έργο του Γρηγορίου Ζευγώλη - 1937) στο Πεδίον το Άρεως.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης, αν και πρόεδρος τότε της Βουλευτικής επιτροπής δεν μιμήθηκε την ιταμή φυγή σε πλοία αλλά έσπευσε στους Μύλους όπου και συγκρότησε ομάδα 700 ανδρών αναλαμβάνοντας την εκτέλεση των αντιπερισπασμών. ενισχύοντας αρχικά την Ακρόπολη του Άργους, το καλούμενο φρούριο Λάρισα. που στο μεταξύ είχε προκαταλάβει ο Μανιάτης οπλαρχηγός Καραγιάννης, ή Καρίγιαννης με τους συντρόφους του. Ο δε Θ. Κολοκοτρώνης αναλαμβάνοντας την ανασυγκρότηση ατάκτων δυνάμεων περιέτρεχε έφιππος την ύπαιθρο της Αρκαδίας καλώντας τους Έλληνες στα όπλα. Το παράδειγμά του ακολούθησαν ο Νικηταράς και ο Παπαφλέσσας που είχαν προστρέξει εξ αρχής.

Η δυνατή φωνή του Κολοκοτρώνη αντήχησε σ΄ όλη την Πελοπόννησο και χιλιάδες μαχητές άρχισαν να τον ακολουθούν. Ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν τελείως αγράμματος πλην όμως, παράλληλα με τις ηγετικές του ικανότητες είχε το χάρισμα να μεταδίδει αυτό που πίστευε διεγείροντας πάντα υπέρ αυτού τα αισθήματα των Ελλήνων. Εν προκειμένω στους εγερτήριους λόγους του δεν περιοριζόταν μόνο στις έννοιες πατρίδα, θρησκεία και δόξα αλλά ήξερε να διεγείρει τις ισχυρότερες λαϊκές προλήψεις, βεβαιώνοντας ότι πλήθος οιωνών όπως αρνιά, περιστέρια και κοράκια προαναγγέλλουν την ασφαλή καταστροφή του Δράμαλη. Με τέτοιους πειστικούς λόγους είχαν φθάσει οι Μωραΐτισσες να φωνάζουν στους άνδρες τους "τρέξτε γιατί αν δεν πάτε θα πάμε εμείς !". Κάτω από αυτές τις συνθήκες και η Γερουσία "εξ ανάγκης"[8] συνέπραξε καλώντας όλους τους οπλαρχηγούς να συνταχθούν με τον επίσημα πλέον αρχιστράτηγο Κολοκοτρώνη.

Την ημέρα που ο Δράμαλης στρατοπέδευσε στο Άργος ο Κολοκοτρώνης ξεκινούσε από την Τρίπολη έχοντας συγκεντρώσει πολυάριθμους ατάκτους που συνεχώς αυξάνονταν, όπως ο ποταμός που δέχεται τα ρυάκια από τις εκατέρωθεν πλαγιές των βουνών. Στο δρόμο της επιστροφής στον Αχλαδόκαμπο ο Κολοκοτρώνης συναντώντας μία ομάδα Μανιατών με μουλάρια που ερχόταν από το Άργος με λάφυρα τους φώναξε "για πού τραβάτε, ορέ;" και εκείνοι απάντησαν "παμε να ξεφορτώσουμε τους αρρώστους και τα πράγματά μας και μετά επιστρέφουμε στη μάχη", "Άε στου διαόλου τη μάνα, κακαβούλια!"[9] τους αποκρίθηκε εκείνος και συνέχισε την κάθοδο προς τους Μύλους. Οι Μανιάτες αυτοί, προκειμένου ν΄ αποφύγουν τη χλεύη των ατάκτων που ακολουθούσαν άλλαξαν δρόμο. Την ντροπή τους ξέπλυνε ο οπλαρχηγός Καραγιάννης, ή Καρίγιαννης στο κάστρο του Άργους.

Οι αντίπαλοι στρατοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Δράμαλης, ήταν πρίγκιπας (Μπεηζάνης) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έχοντας διακριθεί παλαιότερα ως στρατιωτικός (Σερντάρης), στην Αίγυπτο αλλά και στον ελλαδικό χώρο από τον Μάιο του 1821, και ήδη Βαλής της Λάρισας. Μετά το θάνατο του Αλή Πασά και τη διάλυση του Πασαλικιού των Ιωαννίνων διορίσθηκε από τον Σουλτάνο Μόρα-Βαλεσί, λαμβάνοντας ταυτόχρονα εντολή να καταπνίξει την ελληνική επανάσταση. Για το σκοπό αυτό κατάφερε και συγκρότησε μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη, πρωτοφανή για την περιοχή από την αρχή της τουρκοκρατίας, από περίπου 30.000 μαχητές, εκ των οποίων το 1/5 αποτελούσαν ιππείς, επικουρούμενοι από έξι κανόνια φερόμενα σε άμαξες. Σημειώνεται όμως ότι απ΄ όλη αυτή τη δύναμη μόνο το 1/3 αποτελούσε τακτικό οσμανικό στρατό, τα υπόλοιπα 2/3 συγκροτούνταν από ατάκτους ντελήδες (ριψοκίνδυνους), τουρκαλβανούς (μουσουλμάνους Αλβανούς), παλαίμαχους προηγουμένων εκστρατειών, συνεπώς έμπειρους αλλά και οπλισμένους με καινούργια όπλα. Η διοικητική μέριμνα όμως μιας τέτοιας σε μέγεθος στρατιάς ήταν δυσανάλογα ανεπαρκής.

Η κίνηση της στρατιάς αυτής ακολουθούσε το οσμανικό τυπικό της συνεχούς φάλαγγας όπου προηγούνταν οι δερβίσηδες και οι ιερωμένοι, αγέρωχοι και υπό ενθουσιασμό αλαλάζοντας. Αυτούς ακολουθούσαν τύμπανα και άλλα βροντώδη όργανα σε ρυθμικούς ήχους, των οποίων έπονταν ο έφιππος αρχιστράτηγος με το επιτελείο, τις σημαίες, και τη φρουρά του και ακολούθως ο τακτικός στρατός που έψελνε στίχους του Κορανίου. Τούτων ακολουθούσαν τα άτακτα στίφη, που άλλοι τραγουδούσαν, ή αλάλαζαν, ή πυροβολούσαν στον αέρα. Τελευταίοι ακολουθούσε ένα πλήθος από υποζύγια, κάρα, φορτωμένα με τρόφιμα και πολεμοφόδια, υπηρέτες, υπαλλήλους και τεχνίτες. Ακολουθούσαν και Εβραίοι που είχαν καθήκοντα τροφοδοτών.[10] Εκατέρωθεν της φάλαγγας περιέτρεχαν καλπάζοντας οι ιππείς προκαλώντας τεράστια σύννεφα κονιορτού σε όλο το μήκος της. Οι δε ήχοι τυμπάνων, οι αλαλαγμοί, οι κρότοι των όπλων και τα χλιμιντρίσματα των αλόγων ενισχύονταν από την αντήχηση μέσα σε χαράδρες. Ο Πουκεβίλ περιγράφοντας τη στρατιά παρομοιάζει το θόρυβο της με μυκηθμούς παμμέγιστης αγέλης ταύρων σε εξόρμηση.

Από την άλλη πλευρά, οι Έλληνες αποτελούσαν περιστασιακά σώματα ατάκτων Πελοποννησίων, κυρίως γεωργών και κτηνοτρόφων που είχαν εγκαταλείψει τις εργασίες τους και είχαν πρόχειρα στρατολογηθεί από τους καπεταναίους και τους οπλαρχηγούς. Αυτοί ήταν μερικώς οπλισμένοι με παλιά τουφέκια και σπαθιά ενώ πολλοί από αυτούς ως οπλισμό έφεραν αγροτικά εργαλεία όπως τσουγκράνες, δρεπάνια και μαχαίρια. Αν και ασύντακτοι και απειθάρχητοι ήταν ικανότατοι σε γιουρούσια (καταδρομικές επιχειρήσεις) κλεφτοπολέμου και ιδιαίτερα εκπληκτικοί σε όλους τους τύπους ακροβολισμών και προκαλύψεων καθώς και σε ταχύτατες διαβάσεις ορεινών όγκων. Βέβαια στερούνταν σε ιππικό σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα, γεγονός που τους στερούσε τη δυνατότητα καταδίωξης του εχθρού μετά από μάχες. Έτσι σε νικηφόρες εκβάσεις περιορίζονταν στη συνέχεια στη λαφυραγωγία για αποκατάσταση των ελλείψεών τους όπως π.χ. πιστόλες, τουφέκια, βόλια, σπάθες (γιαταγάνια), κανόνια και μπάλες καθώς και διάφορα υποζύγια (άλογα, καμήλες, μουλάρια κ.λπ), ή είδη εκστρατείας π.χ. καζάνια, σκηνές κ.λπ.. Η διανομή όλων αυτών γινόταν πάντα υπό την επιμέλεια των οπλαρχηγών και καπεταναίων.

Υπό τον αρχιστράτηγο Θ. Κολοκοτρώνη στρατολογήθηκαν τουλάχιστον 6.000 πεζοί, ενώ άλλοι 2.000 υπό τους αρχηγούς Υψηλάντη, Νικηταρά και Παπαφλέσσα. Μεταξύ δε αυτών των δυνάμεων υπήρχαν και 100 Μακεδόνες υπό τον καπετάν Γάτσο.

Αποκλεισμός στην Αργολίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Δράμαλης φθάνοντας με το ασκέρι του στο Άργος στις 12 Ιουλίου αντελήφθη την ερήμωση του κάμπου πλην όμως αποφάσισε να στρατοπεδεύσει προκειμένου να καταλάβει το κάστρο Λάρισα μη θέλοντας στη πορεία του για Τρίπολη ν΄ αφήσει πίσω του εχθρικές εστίες. Στην απόφαση αυτή συνέβαλε και το γεγονός ότι το κάστρο Λάρισα ήταν και το πρώτο κατά τη κάθοδό του στην Πελοπόννησο που πρόβαλε αντίσταση, κάνοντάς τον να πιστέψει ότι σ΄ αυτό οι Αργείοι έχουν αποθηκεύσει τις περιουσίες τους καθώς και πολλά τρόφιμα. Έτσι ξεκίνησε από την επομένη η πολιορκία του κάστρου.

Μέρα με τη μέρα όμως ο οθωμανικός στρατός άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά επισιτιστικά προβλήματα (ο καπετάν ψωμάς ή καπετάν πείνας, κατά την ιδιωματική γλώσσα των αγωνιστών του 1821). Κατά σύμπτωση, το καλοκαίρι του 1822 ήταν ιδιαίτερα θερμό, την άνοιξη υπήρξαν λίγες βροχοπτώσεις και τα περισσότερα πηγάδια και ρέματα γύρω από το Άργος είχαν στερέψει. Τα δε σταφύλια κάποιων μικρών αμπελώνων ήταν ακόμα άγουρα που προκαλούσαν πυρετούς και δυσεντερίες σε όσους τα έτρωγαν. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο Δράμαλης άρχισε να σκέπτεται σοβαρά τη διακοπή της εισβολής και την επάνοδο στην Κόρινθο.

Στις 20 Ιουλίου οι Μύλοι Αργολίδας αποτελούν το στρατηγείο των Ελλήνων αγωνιστών πέριξ των οποίων έχουν συρρεύσει τα ελληνικά σώματα ατάκτων. Στο συμβούλιο που ακολουθεί αποφασίζεται, με προτοπή του Κολοκοτρώνη, ο εγκλωβισμός του εχθρού στην αργολικό κάμπο, με αποκλεισμό των στενών των Δερβενακίων και ισχυρή άμυνα του Αχλαδόκαμπου και των Μύλων. Παράλληλα αποφασίστηκε ο απεγκλωβισμός των πολιορκημένων του Κάστρου Λάρισα οι οποίοι είχαν αρχίσει να υποφέρουν από ελλείψεις σε τρόφιμα και νερό. Άλλωστε ο αντικειμενικός σκοπός για τον οποίο και είχαν εγκλειστεί, η καθήλωση του Δράμαλη στο Άργος, είχε επιτευχθεί και έδωσε τον απαιτούμενο χρόνο στρατολόγησης και συγκέντρωσης των ελληνικών στρατευμάτων. Έτσι το βράδυ στις 23 Ιουλίου διατάχθηκαν κάποια τμήματα να προσβάλουν απ΄ όλες τις πλευρές τον χώρο. Μέσα στη νυκτερινή εκείνη ταραχή ειδοποιημένοι κατάλληλα οι πολιορκημένοι εξήλθαν ασφαλώς και ενώθηκαν με τα ελληνικά τμήματα.

Η καταστροφή του τούρκικου στρατού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 26 Ιουλίου ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει προσωρινά στην Κόρινθο και κινήθηκε προς τα Δερβενάκια, ένα στενό που ενώνει την αργολική με την κορινθιακή πεδιάδα. Η προσπάθειά του αυτή απέτυχε στη μάχη των Δερβενακίων και του Αγίου Σώστη, στις 26 Ιουλίου. Η δεύτερη μάχη διεξάχθηκε στο Αγιονόρι, στις 28 Ιουλίου καθώς ο Δράμαλης, ξεκινώντας πάλι από την Τίρυνθα, δοκίμασε την τύχη του στην τρίτη διάβαση προς την Κόρινθο. Σε αυτές τις καθοριστικές μάχες, η στρατιά του Δράμαλη υπέστη βαριές απώλειες, αλλά ο κύριος όγκος της διατηρήθηκε, αν και με καταρρακωμένο το ηθικό. Ο στρατός αυτός πολιορκήθηκε στην ευρύτερη περιοχή της Κορίνθου, αφού οι επαναστάτες απέκλεισαν τα Δερβένια της Μεγαρίδας και τις διόδους προς την υπόλοιπη Πελοπόννησο. Τον Σεπτέμβριο του 1822 ο τουρκικός στόλος επιχείρησε να εισέλθει στον Αργολικό κόλπο για να εφοδιάσει το πολιορκούμενο Παλαμήδι του Ναυπλίου αλλά και το στρατό του Δράμαλη, αλλά αποκρούστηκε με επιτυχία από τον ελληνικό στόλο. Ομοίως εμποδίστηκαν να προσεγγίσουν ξένα πλοία, κυρίως υπό γαλλική σημαία, που επιχείρησαν να πωλήσουν εφόδια στους Τούρκους. Ο μόνος αξιόλογος ανεφοδιασμός της στρατιάς του Δράμαλη γινόταν από την Πάτρα (την οποία διατηρούσαν οι Τούρκοι) με πλοία, αλλά αυτός δεν επαρκούσε. Οι Γιουσούφ και Χοσρέφ πασάδες των Πατρών, αποφάσισαν να κάνουν κερδοσκοπία με τα εφόδια. Αντί να εφοδιάσουν τον Δράμαλη, του γνωστοποίησαν ότι δεν έχουν εφόδια και τον συμβούλευσαν να αγοράσει από εμπόρους. Οι Γιουσούφ και Χοσρέφ πωλούσαν τα τρόφιμα σε μεσάζοντες Εβραίους εμπόρους οι οποίοι τα μεταπωλούσαν στον Δράμαλη και σε άλλα τουρκικά φρούρια σε υψηλές τιμές. Αναφέρεται ότι μία οκά παξιμάδι επωλείτο προς 5 χρυσές δραχμές. Επίσης οι πασάδες έναντι αμοιβής επέτρεπαν στους Εβραίους εμπόρους να αγοράζουν τρόφιμα από Έλληνες παραγωγούς της Ακράτας και του Ξυλοκάστρου. Όταν ο Δράμαλης κατάλαβε τί συνέβαινε, οι Γιουσούφ και Χοσρέφ εξαγόρασαν τη σιωπή του και τον έκαναν συμμέτοχο αυτού του εμπορίου. Έτσι Εβραίοι έμποροι συνέχισαν να μπαίνουν στο στρατόπεδο του Δράμαλη και να πωλούν τρόφιμα απ' ευθείας στους στρατιώτες. Όταν ο μισθός των στρατιωτών δεν αρκούσε, αυτοί πλήρωναν με όπλα και είδη εκστρατείας, τα οποία οι Εβραίοι έδιναν στους Έλληνες έναντι τροφίμων. Αυτό εξακολούθησε έως ότου οι Έλληνες παραγωγοί δεν είχαν πλέον τρόφιμα να δώσουν. Έτσι οι τρείς πασάδες οδήγησαν σε πλήρη εξάντληση το στρατό. Ο Δράμαλης πέθανε στην Κόρινθο στις 26 Οκτωβρίου και την αρχηγία ανέλαβε ο έως τότε υπαρχηγός Μαχμούτ πασάς. Μαζί έλαβε ως σύζυγο και τη χήρα του Δράμαλη, η οποία προ του Δράμαλη ήταν σύζυγος του Κιαμήλ μπέη. Ο Μαχμούτ κατάφερε προσωρινά να εφοδιάσει το στρατό του από το Ναύπλιο, αλλά πέθανε τον Νοέμβριο μετά την κατάληψη του Ναυπλίου από τους Έλληνες. Η κατάσταση χειροτέρευσε το Δεκέμβριο και στρατιά υπέφερε από την πείνα, την ελονοσία και άλλες ασθένειες. Προ αυτής της κατάστασης, ο νέος αρχηγός της στρατιάς, ο Ντελή Αχμέτ πασάς, αποφάσισε να διαφύγει προς την Πάτρα. Ένα μέρος της δύναμής του μεταφέρθηκε στο Ρίο με τουρκικά πλοία. Άλλο τμήμα που κινήθηκε δια ξηράς δέχτηκε απρόσμενη επίθεση από σώματα του Χαραλάμπη και των Πετμεζαίων (που τότε βρίσκονταν σε τοπικές έριδες), αλλά και των Ζαΐμη, Λόντου και άλλων. Μετά από πολλές απώλειες λόγω της πείνας και των μαχών, κατόρθωσε μέρος και αυτού του στρατεύματος να φτάσει στην Πάτρα με πλοία την 9η Νοεμβρίου. Αυτό ήταν και το τέλος της στρατιάς του Δράμαλη. Από την αρχική του δύναμη είχε απομείνει μόνο το ένα δέκατο, το οποίο ενσωματώθηκε στη φρουρά του κάστρου των Πατρών.[11]

Η συμβολή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άγαλμα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στα Δερβενάκια

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν ο εμπνευστής, σχεδιαστής και πρωτεργάτης της νίκης. Όταν οι Έλληνες βρίσκονταν σε πανικό και έψαχναν δρόμο διαφυγής, με την επιμονή του και τη δραστηριότητά του κατόρθωσε να συντάξει και να οργανώσει στρατό και με το στρατηγικό του σχέδιο έφθειρε το στρατό του Δράμαλη στον κάμπο του Άργους. Αυτός επέμεινε να ερημώσουν τον τόπο από τα σιτηρά και τα τρόφιμα, ώστε να μη βρίσκει ο Δράμαλης ζωοτροφές. Αυτός επέμεινε να πιάσουν έγκαιρα τα στενά για να τους χτυπήσουν εκεί πιστεύοντας πως ο Δράμαλης δεν θα προχωρούσε βαθύτερα στην Πελοπόννησο, αλλά θα επέστρεφε στην Κόρινθο. Παρόλο που οι άλλες γνώμες στο πολεμικό συμβούλιο ήταν αντίθετες, πήρε επάνω του όλη την ευθύνη, οδηγώντας τους Έλληνες επαναστάτες στην τελική νίκη.

Έτσι, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στάθηκε ο οργανωτής και κύριος αυτουργός αυτής της νίκης που έσωσε την επανάσταση και εξασφάλισε την ελευθερία στη νεότερη Ελλάδα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ.249.
  2. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος, τ.21ος, σ.317
  3. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος τ.20ος, σ.98
  4. παρότι τελούσε υπό την προστασία της Βαλιντέ Σουλτάνας, που σημαίνει ότι είχε λάβει σχετική εντολή
  5. κατά ειρωνικό χαρακτηρισμό του στρατηγού Μακρυγιάννη, επειδή όποιοι οπλαρχηγοί και προεστοί από το σινάφι του τον αποκαλούσαν εκλαμπρότατο τους ανταπαντούσε γενναιότατοι!
  6. Στο κάστρο αυτό είχαν αποθηκευτεί πολλά τρόφιμα καθώς και οπλισμός
  7. Κ. Παπαρηγόπουλος σ.91
  8. "εκούσα άκουσα" όπως σημειώνει ο Κ Παπαρρηγόπουλος, σ.91
  9. κακαβούλια =μεταλλικά δοχεία, ως υποτιμητική έκφραση "παλιοτενεκέδες"
  10. Κόκκινος Διονύσιος, "Η Ελληνική Επανάστασις", εκδ. "Μέλισσα", τομ. Β', σ. 556.
  11. Κόκκινος Διον., τόμ. 3, σ. 259-263.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια τομ.Θ΄, σ.49
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larous Britannica τ.2οος, σ.98 (Δερβενάκια)
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larous Britannica τ.21ος, σ.316-317 (Δράμαλης)
  • Κ. Παπαρηγόπουλος "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" τ.7ος, σ.91-95
  • Α. Βακαλόπουλος "Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821" Αθήναι 1971, σ. 206-212
  • "Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη" εκδ. Χ. Κοσμαδάκη Αθήναι

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Dakin, Douglas. The Greek Struggle for Independence, 1821-1833. Berkeley: University of California Press, 1973.
  • Δ. Κόκκινος: Η Ελληνική Επανάστασις. Αθήνα, Εκδόσεις Μέλισσα, 1957.
  • Νικ. Κασομούλης "Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επανάστασης των Ελλήνων 1821-1822", Εκδότης Απ. Α. Χαρίσης
  • "Παλαιών Πατρών Γερμανού Απομνημονεύματα", Εκδόσεις Βεργίνα
  • Φωτάκος (Χρυσανθόπουλος Φώτιος) "Απομνημονεύματα για την Επανάσταση του 1821", Εκδόσεις Βεργίνα
  • Ανάργ. Γ. Κουτσιλιέρης "Ιστορία της Μάνης", Εκδόσεις Δ. Ν. Παπαδήμα
  • Πάνος Ι. Καλλιδώνης "Η Θρυλική Μάνη"
  • Κυριάκος Δ. Κάσσης "Ιστορία της Μάνης"