Ακροκόρινθος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 37°53′21″N 22°52′11″E / 37.88917°N 22.86972°E / 37.88917; 22.86972

Γενική άποψη του Ακροκορίνθου.

Ο Ακροκόρινθος είναι απότομος βράχος (ορόπαγος) ύψους 575 μέτρων που δεσπόζει εγγύς της πεδιάδας της Κορίνθου. Στους βόρειους πρόποδές του ήταν χτισμένη η Αρχαία Κόρινθος. Λόγω της μορφολογίας του, χρησιμοποιήθηκε από τα αρχαία χρόνια ως σκοπιά που αναδείχθηκε σε κάστρο-φρούριο (Ακρόπολη), από το οποίο και εποπτευόταν κάθε τυχόν επιδρομή από την Στερεά Ελλάδα ή από τη θάλασσα. Στη γλώσσα των αγωνιστών του 1821 καλούταν Ακρόκορθος και η Κόρινθος Κόρθος.

Μυθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός του Απόλλωνα στην Αρχαία Κόρινθο με τον Ακροκόρινθο στο βάθος.

Σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία πρώτος ιδιοκτήτης της περιοχής ήταν ο μυθικός βασιλιάς της Κορίνθου ο Βελλεροφόντης ο οποίος και αφιέρωσε το χώρο στον θεό Ήλιο. Τα κτήματα κάτω από τον Ακροκόρινθο (όπου αργότερα κτίστηκε η Κόρινθος) τα παραχώρησε εκείνος στον γιο του Αιήτη, αλλά τον Ακροκόρινθο που ήταν το προνομιούχο σημείο της περιοχής, 240 στρέμματα τον πρόσφερε στην θεά Αφροδίτη. Η Αφροδίτη δεν συγκινήθηκε καθόλου από αυτό το δώρο, αφού ήταν σαφώς καλύτερα στον Όλυμπο.

Προς τιμήν της θεάς, έχτισε η Μήδεια ένα ναό στη κορυφή του Ακροκορίνθου. Ήταν ένα ταπεινό και λιτό κτίσμα αλλά η κατάσταση άλλαξε δραματικά όταν έφτασε εκεί το νερό. Αυτό ήταν κατόρθωμα του Σίσυφου, του παμπόνηρου βασιλιά της Κορίνθου, όταν μια φορά είδε τον Δία να απαγάγει την κόρη του Ασωπού. Είπε στον Ασωπό πού κρύβονταν, με αντάλλαγμα να λύσει το πρόβλημα λειψυδρίας στον λόφο. Έτσι ο Βράχος απέκτησε την πρώτη του κρήνη την περίφημη Πειρήνη.

Ιστορία του Ακροκορίνθου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πύλη του κάστρου όπως διαμορφώθηκε την Βυζαντινή περίοδο.
Οι περιτοιχισμένες πύλες της Ακροκόρινθου, όπως ξαναχτίστηκαν από τους Βενετούς.

Ο Ακροκόρινθος οχυρώθηκε για πρώτη φορά από τον Κύψελο και τον γιο του τύραννο Περίανδρο τον 7ο-6ο αιώνα π.Χ. και σιγά-σιγά εξελίχθηκε σε Ακρόπολη. Οι Μακεδόνες τον 4ο αιώνα π.Χ. επισκεύασαν και ενίσχυσαν τα τείχη. Το 146 π.Χ. ο Ρωμαίος στρατηγός Λεύκιος Μόμμιος Αχαϊκός κατέστρεψε την Κόρινθο και την Ακρόπολή της, καταλαμβάνοντας επίσημα την Ελλάδα. Ο Ιούλιος Καίσαρας επισκευάζει το κάστρο το 44 π.Χ.. Μία ακόμα επισκευή γίνεται τον 6ο αιώνα από τον Ιουστινιανό και κάποιες προσθήκες παρατηρούνται μέχρι και τον 12ο αιώνα. Το 1210 το κάστρο καταλαμβάνεται από τους Φράγκους και ο υπερασπιστής του Λέων Σγουρός αυτοκτονεί πηδώντας έφιππος από τα τείχη. Οι Φράγκοι πραγματοποιούν πολλές επισκευές.

Στη συνέχεια ο Ακροκόρινθος άλλαξε κυριότητα. Παραχωρήθηκε διαδοχικά στους λατίνους άρχοντες Ιωάννη της Γραβίνας και Νικολό Ατσαγιόλι. Το 1395 ήλθε στην κατοχή του Θεόδωρου Παλαιολόγου, ο οποίος όμως το πούλησε -για οικονομικούς λόγους- στους Ιωαννίτες Ιππότες, που το κράτησαν μέχρι το 1404, οπότε και επανήλθε στα χέρια του Θεόδωρου. Το 1458 ο Μωάμεθ Β' ο Πορθητής κατέλαβε το κάστρο που το υπερασπιζόταν ο Βυζαντινός Ματθαίος Ασάν.[1]

Το 1687 το κάστρο περνά στα χέρια των Ενετών οι οποίοι το επισκευάζουν και του δίνουν τη σημερινή του μορφή. Λίγα χρόνια μετά, το 1715, οι Τούρκοι πολιορκούν τον Ακροκόρινθο και τον καταλαμβάνουν. Το κάστρο παρέμεινε σε αυτούς μέχρι το 1821 όταν πέρασε στους Έλληνες αγωνιστές μέχρι τον Ιούλιο του 1822 όταν το ανακατέλαβε ο Δράμαλης, αμαχητί, έχοντάς το προηγουμένως εγκαταλείψει οι υπερασπιστές του. Μετά όμως τη καταστροφή που έπαθε στη Μάχη των Δερβενακίων, επέστρεψε στον Ακροκόρινθο όπου πέθανε λίγους μήνες αργότερα από μαρασμό.

Στις αρχές του 1823 ξεκινάει για Τρίτη φόρα πολιορκία του Ακροκορίνθου απ τις Ελληνικές επαναστατικές δυνάμεις. Η Εθνική Συνέλευση του Άστρους διορίζει αρχηγό της πολιορκίας τον Κορίνθιο Ιωάννη Σωτ. Νοταρά. Τον Ιούνιο έρχεται συμπολεμιστής και πορθητής του Παλαμηδιού, Στάικος Σταϊκόπουλος, ενώ τον Οκτώβρη, για να πιεστούν ακόμα περισσότερο τα πράγματα, διορίζεται από το Εκτελεστικό και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης.

Όταν πια κάθε ελπίδα διαφυγής ή σωτηρίας απ' έξω για τους έγκλειστους είχε αποκλειστεί, ένας Τούρκος αξιωματούχος του Ακροκορίνθου, ο Χαλήλ-Αγάς, υπέβαλε προτάσεις για την παράδοση του Κάστρου. Ο κυριότερος λόγος ήταν να παραδοθούν στο Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, γιατί μόνο αυτόν θεωρούσαν «μπεσαλή», ικανό να κρατήσει το λόγο του και να μη σφαχτούν οι αιχμάλωτοι.

Μετά από επίμονες διαπραγματεύσεις ο φρούραρχος Αβδουλάχ Μπέης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης  κατέληξαν σε συμφωνία.

Η συνθήκη παράδοσης υπογράφτηκε στις 19 Οκτωβρίου 1823, αλλά οι Τουρκαλβανοί  άφησαν το Κάστρο στις 26 Οκτωβρίου, γιατί στο μεταξύ έγινε απογραφή των πραγμάτων που θα περιέρχονταν στους Έλληνες.

Το μεσημέρι της 26ης Οκτωβρίου 1823, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, 300 Τουρκαλβανοί και 60 γυναίκες εγκατέλειπαν τον Ακροκόρινθο στα χέρια των Ελλήνων.

Περιγραφή κάστρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης του κάστρου με τα μνημεία.
Άποψη του κάστρου, με λήψη προς τα βόρεια και τον Κορινθιακό κόλπο.

Η είσοδος στο κάστρο Ακροκορίνθου είναι από τη μεσημβρινή (δυτική) πλευρά, αθέατη από την πόλη, στην οποία οδηγεί ένας και μοναδικός ανηφορικός δρομίσκος, σε μερικά σημεία του οποίου είναι λιθόστρωτος και σε κάποια λαξευμένος στο βράχο. Η περιτείχιση και οι πύλες του κάστρου φέρονται σε τρία επίπεδα το κατώτερο, το μεσαίο και το ανώτερο όπου και το κυρίως κάστρο. Η πρώτη θολωτή πύλη και περισσότερο επιβλητική βρίσκεται στο κατώτερο επίπεδο εκατέρωθεν της οποίας συνεχίζει μικρή περιτείχιση. Προ της πύλης αυτής κατά το μεσαίωνα υπήρχε μεγάλη αμυντική τάφρος πάνω από την οποία φερόταν κινητή γέφυρα. Σχεδόν τα πάντα γύρω από αυτή την πύλη έχουν καταπέσει. Μετά από περίπου 100 μέτρα ΒΑ και ανηφορικά βρίσκεται η δεύτερη θολωτή πύλη επίσης με περιτείχιση μεγαλύτερη της πρώτης. Από αυτή συνεχίζει ο ανωφερής δρόμος σε μία μεγάλη έλικα όπου και καταλήγει στο ανώτερο επίπεδο την θολωτή πύλη του κυρίως κάστρου που φέρει και πλήρη περιτείχιση με ενδιάμεσους πύργους καλύπτοντας όλο το οροπέδιο, διακρινόμενο σε δυτικό και ανατολικό τμήμα. Η Βόρεια περιτείχιση φέρει και άλλες επιμέρους μικρές θολωτές πύλες περισσότερο σε χρήση σκοπιάς ή διαφυγής, παρά διέλευσης.

Εντός αυτού του χώρου υπάρχουν σήμερα μόνο ερείπια παλαιότερων πύργων και διαφόρων κτισμάτων, (όπως του ναΐσκου του Προφήτη Ηλία), υπόγειων διόδων, φρεάτων, αποθηκών και δεξαμενών για την κατασκευή και τη συμπλήρωση ή ανασκευή κ.λπ. των οποίων εργάστηκαν πολλές γενιές ανθρώπων. Από τη τελευταία ενετική κατοχή επί Φραγκίσκου Μοροζίνη φέρονται κάποια κανόνια ένα εκ των οποίων με έτος κατασκευής 1670. Το πλέον αξιόλογο του χώρου αυτού είναι η λεγόμενη σήμερα "Δραγονέρα" δεξαμενή νερού, που πρόκειται για την αρχαία Πειρήνη, κατά περιγραφή του Παυσανία. Η θέα από το επίπεδο αυτό είναι εξαιρετικά μαγευτική καλύπτοντας τον Πατραϊκό και Κορινθιακό Κόλπο, τις νότιες ακτές της Στερεάς Ελλάδας, όλο το δυτικό τμήμα του Σαρωνικού, τη Σαλαμίνα και την Αίγινα.

Χρονολόγιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άποψη του Ακροκόρινθου.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Κωνσταντίνα Σκαρμούτσου. «Κάστρο Ακροκορίνθου». Οδυσσεύς. Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. http://odysseus.culture.gr/h/3/gh352.jsp?obj_id=15661. Ανακτήθηκε στις 25.05.2015. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]