Γλωσσικό ζήτημα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Με τον όρο γλωσσικό ζήτημα εννοείται ο γλωσσικός διχασμός, σε γραπτό λόγο και καθομιλούμενη γλώσσα, ο οποίος ως αποτέλεσμα της διασποράς των δυτικών ιδεολογιών στην ελληνική κοινωνία, την σημάδευσε επί σειρά ετών.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Αττικισμός

Διγλωσσία στην Ελλάδα υπήρχε από τα αρχαία χρόνια[1] [2], κάτι το οποίο υποστήριξαν και όλοι οι Έλληνες λόγιοι αμφοτέρων των παρατάξεων, ακόμη και οι δημοτικιστές εκτός των Ε. Ρόιδη (στο έργο του «Τὰ Εἴδωλα 1833 ἐκδόσεις Ἑστίας)» και Δ. Βερναρδάκη. Τον πρώτο ο καθηγητής Γεώργιος Χατζιδάκις κατηγορεί διότι αμελεί τα όσα τεκμήρια παρέχει στο «Φιλολογικό περιοδικό Ἀθηνᾶ» (τόμος Ε΄ σελ. 181 κ.ε.) καθώς υποστηρίζει ότι μόνον στην σημερινή Ελλάδα υπάρχει διγλωσσία, πράγμα απαίσιο κατά τον Ρόιδη.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο μετριοπαθής δημοτικιστής Διονύσιος Σολωμός, ο οποίος στο έργο του «Διάλογος πρὸς Σοφολογιώτατον» παραδέχεται λογομαχών με ένα λόγιο «Μακαρονιστή» ότι υπήρξε διγλωσσία και κατά τα αρχαία χρόνια, παραδεχόμενος ότι ο Πλάτων δεν έγραφε όπως μιλούσαν οι τότε Έλληνες. Έργο το οποίο αργότερα απετέλεσε και Ευαγγέλιο για τους δημοτικιστές. Ο κ. Βερναρδάκης παραδέχεται ότι εκείνη την περίοδο ήταν αδύνατη η χρήση της δημοτικής χωρίς στοιχεία της καθαρεύουσας «Ἡ ἀρίστη θεραπεία (του γλωσσικού νοσήματος) θὰ ἦτο βέβαια νὰ διαζεύξωμεν ἐντελῶς καὶ ἀπελευθερώσωμεν τὴν δημοτικὴν ἀπὸ τῆς ἀρχαίας ἑλλ/ῆς καὶ ν’ ἀσπασθῶμεν τὴν δημώδη ὅλως ἀμιγῆ καὶ ἄκρατον, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι πλέον ἀδύνατον» και αλλού «σήμερον δὲν ἐπαρκεῖ ἡμῖν (=σε εμάς) (η δημοτική) καὶ τὴν πτώχειαν ταύτην ἀπέδειξα καὶ ἡρμήνευσα διὰ μακρῶν»[3]. Η άποψη του καθηγητού ήταν ότι θα έπρεπε να χωρίσουμε την δημοτική από την καθαρεύουσα, επειδή όμως τούτο είναι αδύνατον θα έπρεπε να παραλάβουμε για την δημοτική όσους τύπους και συντάξεις λείπουν από την καθαρεύουσα ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από όλους («δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ μεταχειριζώμεθα κρᾶμά τι ἐξ ἀμφοτέρων»).

Όπως είναι φυσικό δέχτηκε τα βέλη του Γ. Χατζιδάκι ο οποίος έγραψε ότι πρέπει να πάσχει από κάποιου εγκεφαλικού νοσήματος για να υποστηρίζει ότι πρέπει να δημιουργήσουμε ένα κράμα, αφού πρώτα το χωρίσουμε για να το ξαναφτιάξουμε[4][5].

Χαρακτηριστικό είναι ότι όσο ο Βερναρδάκης τόσο και ο Εμμ. Ρόιδης άν και ήταν υπέρμαχοι της δημοτικής επέλεγαν να γράφουν σε αυστηρά καθαρεύουσα, σχεδόν υπερκαθαρεύουσα λόγω των κενών τής έως τότε άπλαστης δημοτικής. Βέβαια ο Βερναρδάκης παραδέχθηκε ότι «ὁ ἀγὼν δὲν ἦτο περὶ ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν ἀλλὰ ὑπὲρ προσώπων καὶ κατὰ προσώπων»[6]

Στις διάφορες μελέτες των λογίων φαίνεται ότι υπήρχε σαφεστάτη διαφορά μεταξύ του γραπτού και του προφορικού λόγου, όπως για παράδειγμα η γλώσσα των ποιητών οι οποίοι ανεμίγνυαν στοιχεία πεπαλαιωμένα (βλέπε τον χορό στην Δωρική διάλεκτο των τραγικών, η οποία ήταν η καθαρεύουσα όπως θα λέγαμε σήμερα). Έγραφαν διαλέγοντες ένα κράμα από Δωρικά Αιολικά/Ιωνικά και επικά στοιχεία.

Ο Θουκυδίδης λ.χ. επέλεγε να γράφει σε γλώσσα πιο αυστηρά (βλέπε τα τρίτα πρόσωμα των προσωπικών αντωνυμιών σφεῖς, σφῶν κτλ αντί των τότε εν χρήσει αττικών αὐτοί αὐτῶν, οὗτοι τούτων ή ἐκείνοι ἐκείνων), τις παλαιές μεταβολές του διπλού σσ σε σρ, διότι τα πρό αυτού χρόνια το ρρ το έλεγαν ττ. Οι εκλιπόντες τύποι δοτικής σε -οισι από του Ε΄ αιώνος π.Χ σε -οις (ἀνθρώποισι – ἀνθρώποις) κτλ. Όμως ο «δημοτικιστής» της εποχής Ἀριστοφάνης στους Βατράχους γράφει ακόμη «τοῖς μὲν γὰρ παιδαρίοισίν ἐστι» και άλλα πάμπολλα παραδείγματα. Μάλιστα εκεί κατηγορούν τον Αἰσχύλο ότι γράφει τις παραστάσεις του σε γλώσσα ακατανόητη στον απλό λαό (Βάτραχοι, στίχος 926). Χαρακτηριστική είναι και η διαφορά στο ύφος σχεδόν συγχρόνων συγγραφέων όπως του Πλάτωνος και του πολύ πιο απλοικού Ἐπικούρου όπως φαίνεται από τις σωζόμενες επιστολές του.

Οι υπέρμαχοι της απλής καθαρευούσης, και όχι τα άκρα όπως οι μακαρονιστές (οι οποίοι ανεμίγνυαν αυστηρά καθαρεύουσα με την καθαρή αττική δημιουργούντες «τέρατα») και οι Αττικιστές (οι οποίοι ήθελαν την άμεση επιστροφή στην Χρυσή γλώσσα του Πλάτωνος και του Δημοσθένους μετά από περίοδο προσαρμογής 2-3 γενεών όπως ο Π. Σούτσος) ή οι μαλλιαροί (έχοντες ως πρότυπο γλώσσας αυτή των πλέον αγραμμάτων και αποβολή κάθε άλλης) υπεστήριζαν ότι έχουμε την τύχη να έχουμε δύο ενδύματα, το ένα καθημερινό και το άλλο επίσημο και εορταστικό[7].

Η άποψη των της καθαρευούσης ήταν η απλοποίηση αυτής και ιδίως στις πρώτες τάξεις των σχολείων, αλλά όμως με την διατήρηση και των δύο αυτών διαλέκτων. Άλλοι την βαθμιαία χρήση «λέξεων ἢ τύπων ἀχρήστων ἐν τῷ κοινοτέρῳ προφορικῷ λόγῳ, αἵτινες ὅμως βαθμηδὸν δύνανται ἐκ τοῦ γραπτοῦ νὰ ἐπικρατήσωσι καὶ ἐν τῷ συνήθει προφορικῷ λόγῳ.» (Α. Ν. Σκιᾶς) ενώ υποστηρίζει και αυτός ότι ούτε η καθαρεύουσα ούτε η δημοτική είναι κατάλληλες για κάθε χρήση αλλά πρέπει να εναλλάσσονται[8].

Ο γλωσσικός διχασμός μεγάλωσε, στο μέγεθος σχεδόν προβλήματος, κατά τον 1ο αιώνα π.X. όταν οι αττικιστές χρησιμοποιούσαν γλώσσα καθαρή και περίπλοκη στον απλουστευμένο ελληνικό κόσμο, καθώς επέβαλαν μια απομίμηση της κλασικής αττικής, η οποία αντιπαρατέθηκε με την ήδη κυρίαρχη δημώδη προφορική (απλουστευμένη Αττική διάλεκτο). Mετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, το κράτος των Μακεδόνων βασιλέων του υιοθετεί την αττική διάλεκτο για τις διοικητικές, εμπορικές και διπλωματικές του ανάγκες. Η αττική διάλεκτος διαμορφώνεται σταδιακά σε νέα μορφή ελληνικής γλώσσας, την Ελληνιστική ή Κοινή, η οποία θα καθορίσει αργότερα τη Βυζαντινή και νέα Ελληνική γλώσσα. Οι πολιτικές, θεσμικές και κοινωνικές αλλαγές, η επικράτηση της νέας θρησκείας, είναι οι κύριες αιτίες θεμελίωσης και επικράτησης της Κοινής, που έχει υποστεί αλλοιώσεις τόσο στη φωνητική όσο και στη μορφολογία, τη σύνταξη και το λεξιλόγιο. Οι Αλεξανδρινοί γραμματικοί επινοούν τους τόνους και, πιστεύοντας ότι με τη χρήση της αττικής θα συνεχιζόταν η παράδοση στη συγγραφή έργων, διδάσκουν τον αττικισμό, με αποτέλεσμα τη στροφή των λογίων σε ένα τεχνητό γραπτό ιδίωμα, και την αρχή ενός πολέμου των ακραίων αρχαιστών και των ακραίων δημοτικιστών, ή όπως τους ονόμαζαν οι πρώτοι χυδαίων.

Για τη γραπτή και προφορική μετάδοση της διδασκαλίας του Χριστιανισμού χρησιμοποιείται αρχικά η Κοινή. Η Παλαιά Διαθήκη μεταφράζεται σε αυτήν και η Καινή Διαθήκη γράφεται σχεδόν εξ ολοκλήρου αρχικά σε αυτή τη γλώσσα, αλλά αργότερα οι Τρεις Ιεράρχες χρησιμοποιούν τον αττικισμό στον επίσημο εκκλησιαστικό λόγο για λόγους συμφιλίωσης και εξοικείωσης με την ελληνική παιδεία. Στη συνέχεια, κατά του βυζαντινούς χρόνους, η διγλωσσία, μεταξύ γραπτής-ομιλούμενης, αττικής –κοινής συνετέλεσε στη χωριστή τους εξέλιξη. Ο γραπτός λόγος οδηγείται σε μια προοδευτική συντακτική στρυφνότητα, ενώ ο προφορικός απλοποιείται φωνητικά και μορφοσυντακτικά λαμβάνων τεράστιο αριθμό λατινικών αρχικά λέξεων και στη συνέχεια σλαβικών και τουρκικών. Συγχρόνως εισάγονται νέες λέξεις δάνειες, τόσο αρχαίες όσο και από άλλους λαούς, εξαιτίας του εκχριστιανισμού τους.

Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας εξαιτίας της απόσχισης περιοχών του πρώην βυζαντινού κράτους, των διαφόρων κατακτητών σε περιοχές του και της απομόνωσης περιοχών του, παρατηρείται διαμόρφωση των νέων ελληνικών καθώς και δημιουργία διαλέκτων και ιδιωμάτων, που εξασθενίζουν με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Χαρακτηριστική είναι η τάση των Ελλήνων να συνδεθούν ψυχικά με την αρχαιότητα καθώς δίνουν αρχαία ονόματα στα παιδιά τους και στα καράβια τους.[9] Η αρχαιολατρεία αυτή είναι συνέπεια της αναγεννητικής ορμής του έθνους που αφυπνίζεται και ζητά να στηριχτεί στην κλασσική κληρονομιά του. Η ομάδα του Ιώσηπου Μοισιόδακα και του Δημητρίου Καταρτζή προτείνει ότι, για να απελευθερωθεί η Ελλάδα από την Οθωμανική κυριαρχία, πρέπει ο λαός να μορφωθεί, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του, που είναι ικανή να εκφράσει όλες τις ανθρώπινες γνώσεις και όλα τα αισθήματα. Στις προσπάθειες αυτές των προοδευτικών η απάντηση είναι αντίδραση και διώξεις από τους συντηρητικούς του Πατριαρχείου, που υποστηρίζουν την αρχαΐζουσα.

Ανεξάρτητο ελληνικό κράτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, στη νεότερη ιστορία του διαμορφώνει ένα εκπαιδευτικό σύστημα οργανωμένο από την Αντιβασιλεία και μεταφυτευμένο από τη Γερμανία, δημιουργημένο στις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του γερμανικού κράτους, που δεν είχαν καμία σχέση με αυτές του, ρημαγμένου απ' τον πόλεμο, νέου ελληνικού κράτους. Το ποια γλώσσα πρέπει να χρησιμοποιείται στη λογοτεχνία αλλά και στην εκπαίδευση και στις επίσημες εκδηλώσεις, αποτελεί ένα σημαντικό πρόβλημα. Η λαϊκή γλώσσα είναι ακαλλιέργητη, παραφθαρμένη και δεν μπορεί να εκφράσει πολυσύνθετες ιδέες.

Ο Αδαμάντιος Κοραής.

Ο Αδαμάντιος Κοραής, κύριος εκφραστής του εκδυτικισμού στην Ελλάδα, στο ζήτημα της διένεξης για το ποια θα είναι η εθνική γλώσσα του κράτους, ξεκινά μια τάση καθαρισμού της γλώσσας από ξένα στοιχεία και επινοεί και προτείνει την καθαρεύουσα, η οποία καθιερώνεται ως επίσημη γλώσσα του κράτους (1834). Η αρχική σύλληψή του για την κάθαρση μιας δημώδους γλώσσας αλλά και τη διατήρηση όλου του δυναμισμού της δε πραγματώνεται. Το 1818 ο Παναγιώτης Κοδρικάς, άν και υπέρμαχος της καθαρευούσης, εκδίδει τη Μελέτη τῆς Κοινῆς Ἑλληνικῆς Διαλέκτου, με σκοπό μια πολεμική εναντίον του Κοραή. Ενισχυόμενος ο Κοδρικάς από τους Φαναριώτες με συντηρητικές απόψεις προσβλέπει στην καθιέρωση μιας καθαρεύουσας «Εκκλησιαστικής», αντίστοιχης της γλώσσας των Βερσαλιών στη Γαλλία.[10]. Άν και διαφωνούσε θεωρητικά με τον Κοραή επιδιώκων ένα ύφος ομοιάζον με το υψηλό της «Μεγάλης εκκλησίας» [11]. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα παρέχει ο Browning [12]. όπου ο Κοραής διορθώνει το «ψάρι» σε «ὀψάριον» ενώ ο Κορδικάς σε «ἰχθύς». Φυσικά η διαμάχη αυτών των δυο παρείχε σε πολλούς λογίους και δημοτικιστές τον γέλωτα καθώς συνέκλιναν σε ενενηνταοκτώ πράγματα και πολεμούσαν σφοδρά για τα δύο. Κάτι το οποίο φαίνεται και από τον τρόπο καθ’ όν έγραφαν καθώς εν πολλοίς ήταν σχεδόν αδύνατο να διαχωρίσεις ποιος έγραψε τί βάσει του ύφους. Ο απώτερος και άμεσος σκοπός του Κοραή ήταν ο περιορισμός των άκρων, π.χ. χαρακτηριστικά ψέγει μία μετάφραση του Θουκυδίδου όπου ο (μακαρονιστής) μεταφραστής φοβούμενος μη δεν γίνει αντιληπτή η λέξη «ὀργίζομαι» την μετέφρασε «χαλεπαίνω»! Το ίδιο ψέγει και τους μαλλιαριστές που αντί να χρησιμοποιούν τις λέξεις λ.χ. "σημαία" και "κήρυκας" (κῆρυξ τότε) χρησιμοποιούσαν τις λέξεις "παρντιέρα" καί "κράχτης". Οι βασικές σκέψεις του Κοραή επί του παρόντος ζητήματος συνοψίζονται από τον Beaton και περιέχονται στα εξής τρία στοιχεία. 1ον. Ο Εθνικός αυτοπροσδιορισμός βασίζεται στην επανεκτίμηση της αρχαίας Ελληνικής. 2ον. Η νέα γραπτή γλώσσα πρέπει να συμβαδίζει με την γραμματική της σύγχρονης ομιλουμένης των μορφωμένων τάξεων των πόλεων ως αναπόσπαστα στοιχεία του λαού. 3ον. Οι δυο προτάσεις συνδυάζονται με ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα, το οποίο θα διορθώνει τα κακώς έχοντα της προφορικής εκείνης γλώσσας και την καθιστούν όλως απέναντι της κλασσικής Ελληνικής (π.χ. τουρκικό και γενικά αλλοδαπό λεξιλόγιο το οποίο εχρησιμοποιείτο αυτολεξεί στην ομιλουμένη όπως δεπαρταμένα αντί dipartemento, ἀπελατζιόνε αντί appelazione, κεχαγιάς, τζέργα κ.ο.κ.) [13]. Εκτός των ανωτέρω ο Κοραής θεωρούσε αναγκαία την εισαγωγή λεξιλογίου από την αρχαία προς κάλυψιν βασικών αναγκών της γλώσσας όπως φάνηκε από τα προηγούμενα. Θεωρούσε επίσης και δήλωνε ότι η άποψη των ακραίων λογίων περί βαθμιαίας επιστροφής στην κλασσική ως σύμβολο εθνικής υπερηφανείας και όχι δουλείας δεν είχε καμμία σχέση με την πραγματικότητα και μάλιστα ετάσσετο κατά της συγγραφής βιβλίων στην κλασσική «Τίς εἶναι τόσον μωρὸς ἢ εἰς τίνα περισσεύει τόσος καιρὸς, ὥστε ν’ ἀφήσῃ τοὺς Ὁμήρους, τοὺς Πλάτωνας... διὰ νὰ ἀναγινώσκῃ τὸν νέον τοῦτον Ἑλληνιστήν;»[14] Το δε γεγονός ότι προσπαθούσε να ταυτίσει έμπρακτα την γλώσσα με το έθνος σε όλες του τις βαθμίδες και τάξεις βρήκε ευήκοα ώτα σε μερίδα λογίων και δημοτικιστών. Ένα παράδειγμα της γραπτής του γλώσσας είναι το κάτωθι:

«Ἡ μήτηρ μου ἔλαβεν ἐλευθερωτέραν ἀνατροφήν, διότι εὐτύχησε νὰ ἔχῃ πατέρα Ἀδαμάντινον τὸν Ῥύσιον, τὸν σοφώτατον ἐκείνου τοῦ καιροῦ εἰς τὴν ἑλληνικὴν φιλολογίαν ἄνδρα, ὅστις ἀπέθανεν ἓν ἔτος (1747) πρὸ τῆς γεννήσεώς μου. Αὐτὸς ἐχρημάτισε ἔτι νέος ὤν, διδάσκαλος τῆς ἑλληνικῆς φιλολογίας εἰς Χίον· Μετὰ ταῦτα ἦλθεν εἰς Σμύρνην, ὅπου ἐνυμφεύθη χήραν τινὰ Ἀγκυριανήν...» [15]. Όπως φαίνεται αποφεύγει τη χρήση της δοτικής όπου σύμφωνα με την σύνταξη θα έπρεπε να βρίσκεται σε μερικά σημεία, την απλή αντικατάσταση μεμονωμένων λέξεων με πιο λόγιες χωρίς όμως να αλλάζει την σύνταξη αποβλέπων στην κλασσική. Όπως υποστήριζε «ἐὰν τὸ βιβλίον εἶναι γραμμένον μὲ προσοχὴν καί... εἰς γλῶσσαν μετρίως καλλωπισμένην μανθάνουν καὶ αὐτοὶ (οι αγράμματοι) κατὰ μικρὸν νὰ καλλωπίσωσι τὴν ὁμιλίαν των...» [16].

Το γεγονός ότι είχε φίλους εκατέρων των παρατάξεων δεν σημαίνει ότι δεν είχε και εχθρούς. Πράγματι λοιπόν πολεμήθηκε και από τους δύο για τελείως διαφορετικούς λόγους. Οι μεν δημοτικίζοντες τον εγκαλούσαν ότι προσπαθεί να δώσει μια μορφή της γλώσσας η οποία δεν εξελίχτηκε με φυσιολογικό τρόπο όπως η τότε δημοτική ή η καθαρεύουσα των λογίων.

Πόλεμος φυσικά ξέσπασε και με τον Π. Σοῦτσο, και όπως συνηθίζετο εκείνη την περίοδο ο Σοῦτσος εξέδωσε ένα βιβλίο με το οποίο όχι απλώς επεσήμαινε αλλά και έψεγε τους σολοικισμούς άλλων συγγραφέων. Τον χαρακτήριζε η παραδοχή του ότι η λανθασμένη χρήση της γλώσσας θα λυνόταν με την στενότερη επαφή αυτής με την αρχαία. Μεγάλο μέρος αυτών των λαθών κατ’ αυτόν υπήρχε λόγω της αθέμιτης προσμίξεως της κλασσικής με την καθαρεύουσα του Κοραή, την οποία χαρακτήριζε ως «ἀνεπαρκῆ συμβιβασμόν». Το ίδιο συνεχίστηκε καθώς πολλοί διόρθωναν τα έργα του Κοραή με πρότυπο την κλασσική και άλλοι με πρότυπο την δημοτικίστικη. Οι πρώτοι κατηγορούσαν τον Κοραή όχι τόσο για την έλλειψη των γνώσεών του (αυτό σε σπάνιες περιπτώσεις σημείωνε ο Γ. Χατζιδάκις) όσο για την πορεία του στην «μέσην ὁδόν» απέχων εξ ίσου από τους πλέον αγραμμάτους και τους λογίους (σοφούς) του έθνους. Η μέση αυτή οδός βασιζόταν στην ερώτηση «Μόνον οι σπουδαίοι πρέπει να κατεβαίνουν στην γλώσσα των αμαθών και όχι οι αμαθείς να ανεβαίνουν στην γλώσσα των σπουδαίων;» για να κλείσει με το «μήτε τύῤῥανοι τῶν χυδαίων μήτε πάλιν δοῦλοι τῆς χυδαιότητος αὐτῶν».

Η αναζήτηση της εθνικής ταυτότητας, κοινό χαρακτηριστικό όλων σχεδόν των ευρωπαϊκών λαών το 19ο αιώνα, θα βοηθήσει στην εμφάνιση και στην άνθηση της λαογραφίας, με αποτέλεσμα, στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, να πολλαπλασιαστούν η συλλογή και οι δημοσιεύσεις δημοτικών τραγουδιών. Την παράδοση που δημιουργεί ο Διονύσιος Σολωμός στην έντεχνη Επτανησιακή Σχολή, θα συνεχίσουν οι Ιάκωβος Πολυλάς, Αλέξανδρος Βαλαωρίτης, κ.ά, οι οποίοι, επηρεασμένοι από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά κινήματα, καταπιάνονται με θέματα ιστορικά, κυρίως, όμως, με κοινωνικά, στα οποία βρίσκουμε ρίζες του κινήματος του δημοτικισμού και επομένως της πόλωσης που σύντομα θα στιγματίσει το γλωσσικό ζήτημα. Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι στα Επτάνησα, που για αιώνες ήταν υπό Ενετική και Αγγλική κατοχή, δεν υποστηριζόταν ο αρχαϊσμός και πολύ πριν τον Σολωμό ήταν καλλιεργημένη η λαϊκή παράδοση στην ποίηση.[17]

Πυροδοτείται, λοιπόν, για μια ακόμη φορά η αντίδραση προς τον Κοραή, που κατηγορείται από τους οπαδούς της δημώδους για τεχνητή παρέμβαση στη γλώσσα και από τους υποστηρικτές της αρχαΐζουσας ότι αρνείται τη γλωσσική παράδοση. Οι αγώνες που θα δοθούν για την επικράτηση της μιας ή της άλλης μορφής γλώσσας είναι πολλοί και συνδέονται με πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα του ελληνισμού. Στο χώρο της λογοτεχνίας, πάντως, η δημοσίευση το 1888 του έργου του Γιάννη Ψυχάρη «Το ταξίδι μου» δίνει ώθηση στη χρήση της δημοτικής μεταγενέστερα. Η γλώσσα του Ψυχάρη όπως επισημαίνουν πολλοί (συμπεριλαμβανομένου και του απρόσμενου συμμάχου του Ἐ. Ροΐδη ο οποίος έγραψε «ἂν ἐγράφομεν κατὰ τὴν γλῶσσαν τοῦ Ταξειδίου, δὲν θὰ ἐγράφομεν ἀκριβῶς ὡς ὁμιλοῦμεν» Ἑστίας αριθμ. 660 σελ. 670) ήταν μια ομαλοποιημένη δημοτική την οποίαν όμως επινόησε ο ίδιος [18], όθεν και οι λόγιοι την ονόμαζαν «ψευτοδημοτική» [19]. Ο Ψυχάρης ξαφνικά έγινε το κεντρικό πρόσωπο καθώς άρχισε να βάλλεται πανταχόθεν από τους περισσοτέρους και να θεοποιείται γλωσσικώς από λίγους. Ο λόγος ήταν ότι όχι μόνον έπλαττε με ευκολία λέξεις άγνωστες και ανύπαρκτες (ἡ Χιό τῆς Χιός, τὰ δάσητα, τὰ φώσια, πνὲς ή ἀναπνές κτλ.) αλλά ότι αντικατέστησε τις πομπώδεις λόγιες λέξεις με τουρκικά δάνεια. Παράδειγμα η αντικατάσταση της λέξης «ἀδιέξοδον» με τη λέξη «τυφλοσόκακο» Εν συνεχεία μη αρκούμενος σε αυτά και πιστεύοντας ότι η δική του δημοτική ήταν ο ζών πρόγονος της κλασσικής γλώσσας τον οδήγησαν στον πειραματισμό με τις υπάρχουσες εκάστοτε γλωσσικές δομές. Δηλαδή όπου οι αρχαϊστές και λόγιοι εξαρχαΐζαν την ελληνική ο Ψυχάρης εκσυγχρόνιζε την αρχαία, καθιστώντας αυθαιρέτους τύπους, ομοίους με αυτούς των ασπόνδων του αντιπάλων. Αυτά τα δάνεια (ακόμη και από την καθαρεύουσα!) τα συμβίβαζε με τους δικούς του μορφολογικούς κανόνες, όθεν και ενισχύονται οι κατηγορίες εις βάρος του για επιτήδευση [20], τη στιγμή που είχε αποδειχθεί ότι εν πολλοίς η νέα λαϊκή γλώσσα είχε αφομοιώσει πολλά λόγια στοιχεία. Μερικά παραδείγματα είναι οι λέξεις συθήκες, σκετικός, ἀρφάβητο, πομονή, έχταση κ.ά. Συνεπώς η γραπτή του γλώσσα περιελάμβανε μη χρησιμοποιημένους από κανέναν τύπους ως γνήσιους λαϊκούς. Αυτό απετέλεσε και την αρχή των «μαλλιαρῶν» και «χυδαίων» τραβώντας το σχοινί στο άλλο άκρο [21]. Μάλιστα ο Δροσίνης παραδέχτηκε ότι η εφημερίδα της εποχής, Ἑστία, κατεστράφη και έχασε μεγάλο μέρος των συνδρομητών της από την στιγμή που άρχισε να αναπαράγει άρθρα στη γλώσσα Ψυχάρη [22].

20ός αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης, υπερασπιστής της δημοτικής γλώσσας.

Ο δε κατά πολλούς μέγας φιλόλογος Γεώργιος Χατζιδάκις υπεστήριζε υπερήφανα την χρήση της «καθαρευούσης» μέσα πάντα σε λογικά πλαίσια τα οποία δεν πρέπει να παραβιάζονται από καμμία πλευρά. Ειδικότερα κατηγορούσε διαφόρους διαπρεπείς φιλολόγους -ακραίους τότε νεο-αττικιστές- ότι «παρὰ φύσιν» προσπαθούν να αλλάξουν την φυσική συνέχεια της νέας Ελληνικής γλώσσης (κατ' αυτόν την καθαρεύουσα). Εξαίρεση αυτών ήταν ο Κωνσταντίνος Κόντος κατά τον Χατζ. ο οποίος εδίδασκε ότι «πολλῷ κάλλιον εἶναι νὰ στέργῃ τις τὰ κοινολεκτούμενα ἢ σπουδάζων περὶ τὰ χαριέστερα νὰ σολοικίζῃ δεινότατα». Επίσης κάποιες λέξεις στο έργο του «Γλωσσικαὶ παρατηρήσεις» (πρὸς διόρθωσιν τῆς νέας ἡμῶν γλώσσης) προέρχονταν από μεσαιωνικές-μεταγενέστερες και όχι αρχαίες λέξεις. Πίστευε ακράδαντα ότι μέγα κατόρθωμα ήταν το ότι οι γνωρίζοντες την νέα αυτή γλώσσα με την -σε αρκετό βαθμό- νέα γραμματική και σύνταξη μπορούσαν να εννοούν αρκετά εύκολα και την κλασσική Ελληνική του 5ου αι. π.Χ. Ειδικότερα αναφέρει ο ίδιος στο βιβλίο του «Σύντομος ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης» (Κεφ. ΙΔ «Περὶ τοῦ νέου ἡμῶν γραπτοῦ λόγου» εκδοθέν το 1915[23]: «...Καὶ ταῦτα δῆλον ὅτι ἡμεῖς δὲν μεταχειριζόμεθα οὔτε τὴν Ἀττικὴν διάλεκτον, ὅπως ἀναλήθως ἐπὶ διαβολῇ ἐλέχθη, ...οὔτε καθόλου τὴν ἀρχαίαν ἢ τὴν Κοινὴν τοῦ Εὐαγγελίου ἀμετάβλητον καὶ ἑπομένως ἀπηρχαιωμένην καὶ ἄχρηστον ἡμῖν νῦν (οὐκ ἀληθὲς ἄρα ὅτι «ἡ γραφομένη εἶναι ἐκτὸς ἄλλων ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου»). Ἐπίσης εἶναι δῆλον ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐπλάσαμεν, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πλάσωμεν κατ' ἀλήθειαν νέαν γλῶσσαν, ἀλλ' ἁπλῶς μετερρυθμήσαμεν προσηκόντως καὶ προσηρμόσαμεν κατὰ τὸ δυνατὸν πρὸς τὰς νεωτέρας ἀνάγκας ἡμῶν τὴν γλῶσσαν (δηλαδή την καθαρεύουσα), ἣν ἀπὸ αἰώνων ἠκούομεν... Πάντα ἄρα τὰ λεγόμενα περὶ ἐπιβολῆς εἰς τὸ ἔθνος ἡμῶν γλώσσης νέας ἢ ξένης, ἀρχαίας, ἀγνώστου αὐτῷ εἶναι αὐτὸ τοῦτο ἀναλήθη.» Όπως είναι γνωστό ο Γ. Χατζιδάκις ακολούθησε πιστά τους καθαρευουσιάνους και όχι τους δημοτικιστές.


Αυτό που άναψε πάλι το γλωσσικό ζήτημα ήταν η εφημερίδα «Ἀκρόπολις», με εκδότη τον Βλάση Γαβριηλίδη, υποστηρίζοντας τη γλωσσική μεταρρύθμιση του πιό ακραίου μέχι τότε Ψυχάρη. Υποστηρικτές τους οι Εμμανουήλ Ροΐδης, Ιάκωβος Πολυλάς, κ.ά., χτυπούν τον αττικισμό και υπερασπίζονται με πάθος τη δημοτική ως όργανο της ελληνικής λογοτεχνίας. Έτσι, στο τέλος του 19ου αιώνα και στην αρχή του 20ου, το γλωσσικό ζήτημα διαμορφώνεται ως προς την πολιτιστική του διάσταση και παίρνει εκτός από κοινωνικές διαστάσεις και πολιτικές και οδηγεί σε αιματηρές συγκρούσεις. Η δημοσίευση μετάφρασης της Αγίας Γραφής (1901) σε ακραία δημοτική στην εφημερίδα Ακρόπολη από τον Αλέξανδρο Πάλλη, επιφέρει βίαιες διαμαρτυρίες από καθηγητές και φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών με αιματηρά αποτελέσματα (τα επεισόδια που έγιναν γνωστά σαν "Ευαγγελικά"). Επίσης, η παράσταση της Ορέστειας του Αισχύλου στη δημοτική, από το Εθνικό θέατρο (1903), γίνεται η αιτία νέων αιματηρών συγκρούσεων μεταξύ δημοτικιστών και καθαρευουσιάνων (τα λεγόμενα "Ορεστειακά"). Οι πολέμιοι των δημοτικιστών τούς αποκαλούν χλευαστικά "μαλλιαρούς" και τους κατηγορούν ως προδότες και ότι ενεργούν κατόπιν σλαβικού σχεδίου, που αποσκοπεί να προκαλέσει διχόνοιες στον Ελληνισμό, θρησκευτικές έριδες, που θα βοηθήσουν τον προσεταιρισμό των Ελλήνων της Μακεδονίας από τη βουλγαρική Εξαρχία. Ο γλωσσικός και πολιτικός φανατισμός συσκοτίζει την πραγματικότητα, που ως ζητούμενο όλων είναι η απελευθέρωση της Μακεδονίας, καθώς ανέκαθεν ο δημοτικισμός ταύτιζε το έθνος με τη γλώσσα. Την ίδια εποχή, σημαντικό γεγονός ήταν η έκδοση της λογοτεχνικής-πολιτικής εφημερίδας 'Ο Νουμάς' από τον Δημήτριο Ταγκόπουλο, που αποτέλεσε άτυπο εκφραστικό όργανο του Ψυχάρη και των δημοτικιστών, έστω κι αν αργότερα Ταγκόπουλος και Ψυχάρης ήρθαν σε σύγκρουση για πολιτικούς λόγους.


Σημαντικός σταθμός αυτής της προσπάθειας ήταν η ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου το 1910, όπου συμμετείχαν ο Δημήτρης Γληνός, ο Αλέξανδρος Δελμούζος, ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης και άλλοι, που λειτουργούσε ως όργανο φιλελευθέρου Δημοτικισμού καθαρά αποστασιοποιημένος από τις γλωσσικές απόψεις του Ψυχάρη [24] καθώς ακολουθούσε μια μορφή πιο φιλική προς την καθαρεύουσα με σημαντικές επιδράσεις από αυτήν, και η ίδρυση του πειραματικού Ανώτερου Παρθεναγωγείου Βόλου συνιστούν προσπάθειες για περαιτέρω ανάπτυξη της δημοτικής, όπως και της ενίσχυσης φυσιογνωστικών μαθημάτων, τεχνικών, πρακτικών κ.ά., που όμως προκαλούν αντιδράσεις. Ο Δελμούζος, ιδρυτής και διευθυντής του παρθεναγωγείου, κατηγορείται για διαφθορά ηθών και διδασκαλία του κομμουνισμού και της αθεΐας, αλλά τελικά αθωώνεται. Το έθνος χωρίζεται στα δύο και το θέμα της γλώσσας αποκτά μείζονα σημασία, που υπερέχει ακόμη και της ίδιας της ιδέας της ελευθερίας του έθνους. Οι συνεχείς εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις αυτής της περιόδου, που όλες είτε δεν ψηφίστηκαν είτε έμειναν στα χαρτιά, αποσκοπούν στην προσαρμογή του εκπαιδευτικού συστήματος στις κοινωνικές–οικονομικές ανάγκες της χώρας, με αποτέλεσμα σε διάστημα συνολικά 50 ετών, από την αρχή δηλαδή του 20ου αιώνα, να υπάρξουν λίγο-πολύ 9 αλληλοδιαδοχές επίσημης εθνικής γλώσσας, πότε της καθαρεύουσας και πότε της δημοτικής.

Ειδικότερα το 1911, μετά από τέσσερις ημέρες συνεδρίασης στη βουλή η κυβέρνηση του Ἐ. Βενιζέλου υποστήριξε την απλή καθαρεύουσα καθώς έλεγε ότι η γραπτή γλώσσα έπρεπε να ταυτίζεται με την προφορική [25] και μέσω του συντάγματος έδωσε τις βασικές γραμμές εντός των οποίων πρέπει να κινείται η γλώσσα ορίζοντάς την να είναι ίδια με αυτήν του Συντάγματος («Ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν συντάσσεται τὸ πολίτευμα καὶ εἰς τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας τα κείμενα· πᾶσα πρὸς παραφθορὰν ταύτης ἔμβασις ἀπαγορεύεται» [26]. Για ακόμη μια φορά από κάποιους ο χρήστης της δημοτικής και πάλι θεωρείται ότι υποτιμά τις αξίες της παράδοσης, της θρησκείας και πολεμά την καθιερωμένη κοινωνική τάξη πραγμάτων.

Η γλώσσα γίνεται όπλο για την άσκηση βίας και εξουσίας. Ειδικότερα κατά τη δικτατορία, οι καθαρευουσιανισμοί στόχευαν στην κοινωνική διάκριση και επομένως στη μετάδοση του μηνύματος ότι είναι ανώτεροι και πολιτικά. Η ασάφεια, κυρίως, που χαρακτήριζε το λόγο των πολιτικών τους, νομιμοποιούσε την κατοχή του βήματος και του λόγου. Στην αντίθετη πλευρά, πάλι, οι δημοτικιστές, όπως γράφει ο Χρηστίδης στη μετάφραση του Αστικού Κώδικα και τονίζει η Άννα Φραγκουδάκη,[27] έφτανε να γράψουν της αποβλάκωσης αντί της αποβλακώσεως για να χαρακτηριστούν αμφίβολης εθνικοφροσύνης, πράκτορες του κομμουνισμού ή και ακόμη να χάσουν κάθε ελπίδα σταδιοδρομίας σε επίσημους επιστημονικούς κύκλους.

Μετά την αποτυχία να ψηφιστούν τα Νομοσχέδια Τσιριμώκου το 1913, η πρώτη επιτυχής επίσημη κίνηση για την καθιέρωση της δημοτικής στην εκπαίδευση έγινε το 1917, με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της προσωρινής κυβέρνησης του Βενιζέλου, που όριζε τη δημοτική σαν τη γλώσσα που θα χρησιμοποιούνταν πλέον στις πρώτες τάξεις των σχολείων. Με την πτώση όμως των Φιλελεύθερων το 1920 ο νόμος ακυρώθηκε και η καινούργια κυβέρνηση διέταξε τα αναγνωστικά του Δημοτικού που ήταν γραμμένα στη δημοτική ("Τα Ψηλά Βουνά") "νὰ καῶσιν ὡς ἔργα ψεύδους". Οι δε εμπνευστές της μεταρρύθμισης απολύθηκαν από τις θέσεις τους και κατέληξαν στην εξορία. Η αντίληψη περί απειλής κατά της εθνικής κυριαρχίας από τη χρήση της δημοτικής κορυφώνεται με την πειθαρχική δίωξη του καθ. Ιωάννη Κακριδή κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, επειδή τόλμησε να δημοσιεύσει στη δημοτική και σε μονοτονικό σύστημα την πανεπιστημιακή του παράδοση.[28]

Η κατάσταση παρέμεινε ουσιαστικά η ίδια περίπου μέχρι τη δεκαετία του '70, με σημαντικότερη ίσως εξέλιξη τη σύνταξη -από το Μανόλη Τριανταφυλλίδη- και έκδοση το 1941 της Νεοελληνικής Γραμματικής (της δημοτικής). Το 1964 η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου, με τον Ευάγγελο Παπανούτσο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας, έδωσε την ελευθερία στους εκπαιδευτικούς να χρησιμοποιούν όποια από τις δυο γλώσσες ήθελαν, ενώ γινόταν η διδασκαλία και των δύο.

Η «Νεοελληνική», όπως ονομάζεται τελικά, που επισημοποιείται από την κυβέρνηση Καραμανλή, είναι πολύ διαφορετική από την ακραία δημοτική του Ψυχάρη, καθώς δεν περιέχει ιδιωματισμούς και ακρότητες, αλλά συγχωνεύει στοιχεία της καθαρεύουσας. Η νομιμοποίηση δε του ΚΚΕ αφαιρεί την πολιτική διάσταση του γλωσσικού ζητήματος και παύει η κυρίαρχη σύνδεση της χρήσης της δημοτικής με τον κομμουνισμό, την αναρχία και το χάος. Πλην όμως, η καθαρεύουσα δεν είναι πλέον αποτελεσματική ως γλώσσα ούτε χρήσιμη σε καμιά εξουσία. Η κατάχρηση των μαγικών ιδιοτήτων της καθαρεύουσας από τη στρατιωτική δικτατορία του 1967 αποτελεί το κύκνειο άσμα της.[29]

Το Γλωσσικό Ζήτημα έλαβε τέλος τη δεκαετία του '70, μετά από σχεδόν ενάμιση αιώνα διαμάχης. Το 1974 η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή παρέλειψε τη γλωσσική διάταξη στο Σύνταγμα της μεταπολίτευσης. Το 1976 ο υπουργός Παιδείας Γεώργιος Ράλλης εισηγείται, και η κυβέρνηση Καραμανλή αποφασίζει τη χρήση της δημοτικής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, σε όλες τις λειτουργίες και τα έγγραφα του κράτους.[30] Το γλωσσικό ζήτημα λύνεται τυπικά με την καθιέρωση της δημοτικής στην εκπαίδευση και στη διοίκηση και παύει πλέον να υπάρχει το φαινόμενο της διγλωσσίας που διήρκεσε 20 περίπου αιώνες και ταλαιπώρησε την ελληνική παιδεία και κοινωνία για 143 χρόνια.

Η Νέα Ελληνική που χρησιμοποιείται σήμερα, αποτελείται από συνένωση στοιχείων της δημοτικής και της καθαρεύουσας και βρίσκεται κοντά στην Ελληνιστική Κοινή των χρόνων του Χριστού.[31]

Η σημερινή ΠΝΕ και η διαμόρφωσή της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα δεν είναι ορθό να λέγεται ότι στην ΠΝΕ (Πρότυπη Νέα Ελληνική) έχει επικρατήσει η Δημοτική. Οι λόγοι είναι πολλοί εκ των οποίων οι δύο κυριότεροι είναι οι εξής. Η ΠΝΕ έχει επηρεασθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, κυρίως λεξιλογικώς, από την καθαρεύουσα [32] με την προσθήκη αγνώστων λέξεων την εποχή του 17ο αιώνα, οι οποίες σήμερα ηχούν φυσιολογικά. Τέτοιες είναι οι λέξεις βρέφος, ευλάβεια, συμβουλεύω, οδύνη κ.ά. Μάλιστα τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία προσπάθεια ακόμη μεγαλυτέρου εμπλουτισμού τού υπάρχοντος αποδεκτού λεξιλογίου με υπερβολικά λόγιες και αρχαίες λέξεις όπως μεμψιμοιρία κ.ά. υπό γνωστών καθηγητών όπως ο Μπαμπινιώτης [33] . Ο δεύτερος λόγος είναι ότι εάν ανατρέξει κάποιος στα λαϊκά ποιήματα (στα οποία κυρίως στηρίζεται κατά βάσιν η δημοτική γλώσσα του μη μορφωμένου λαού παρωχημένων εποχών) γίνεται πρόδηλο ότι δεν υπάρχει σαφές πλαίσιο. Όχι μόνον διότι κάθε περιοχή είχε τα δικά της -σε μεγάλο βαθμό- ιδιώματα (χαρακτηριστικά βλέπε στην Κρήτη την προσθήκη του [-γ/j-] μεταξύ του ρηματικού χαρακτήρος [a/ev] και της ρηματικής καταλήξεως, π.χ. μισεύγω, την απώλεια του [j] μετά των [s] ή [r], π.χ. άξος αντί άξιος, την αύξηση -η αντί -ε, π.χ. ήφερα, την απώλεια του -ν- εν μέσω λέξεων μπροστά από τριβόμενο, π.χ. άθρωπος αντί άνθρωπος, η χρήση του τσί και τσή ως γενική ενικού/πληθυντικού της κλιτικής αντωνυμίας, ο τύπος (ε)ίντα <τί εἶναι τα αντί του τί κ.ά.) αλλά και λόγω του ότι οι εκάστοτε «Δημοτικιστές» είχαν μεγάλη διαφορά απόψεων σχετικά με την «Πρώτυπη δημοτική» (βλ. Ψυχάρης). Τέλος οι υπέρμαχοι της δημοτικής κατά τον 20ο αιώνα στηριζόντουσαν στα έργα του Πολίτη, ο οποίος αφού μελέτησε το λαϊκό αυτό ύφος πολλών ποιημάτων και τραγουδιών τυποποίησε την βασική ορθογραφία και το λεξιλόγιό τους. Φυσικά υπήρξαν πολλές αντιδράσεις καθώς είναι φανερό ότι σε πολλά λαϊκά έργα εν είδει ποιητικής αδείας εχρησιμοποιούντο λέξεις άγνωστοι και συντάξεις [34]. Ένας από τους λόγους ήταν ότι επρόκετο για χειρόγραφα τα οποία είχαν αντιγραφεί πολλές φορές, είτε από λογίους είτε από αγγραμάτους, με αποτέλεσμα να υπάρχουν σημαντικές διαφορές στο ύφος τους (βλ. «Τραγούδι του Αρμούρη»). Αυτό σημαίνει ότι κάποια από τα τραγούδια αποτελούν προφορικές εξελίξεις τραγουδιών και ποιημάτων γραμμένα στη λόγια γλώσσα. Η στενοτέρα όμως σχέση μεταξύ της Δημοτικής και της Μεταβυζαντινής περιόδου (15ος-18ος αι.) ευρίσκεται στο τραγούδι «Ὁ Χάρος καὶ ὁ τσοπάνης», το οποίο όμως πρωτοδημοσιεύθη το 1860 [35].

Η χρήση του δημοτικίζοντος ύφους άρχισε να πραγματοποιείται περιορισμένως στον γραπτό λόγο μόλις τον 18ο αιώνα καθώς οι συγγραφείς ήθελαν να απευθύνονται σε μεγαλύτερο κομμάτι του λαού. Συνήθως τα βιβλία αυτά ήσαν ποιητικές ανθολογίες, ιστορίες της εποχής ή θρησκευτικά κείμενα. Σχετικά με τα δεύτερα αξίζει να αναφερθεί η «κακήν κακώς» απόσυρση μιας μεταφράσεως της Καινής Διαθήκης μόλις το 1638 ύστερα από την έντονη αντίδραση της εκκλησίας, κάτι το οποίο στάθηκε ως παράδειγμα πρακτικής προς αποφυγήν για τους μετέπειτα (έως ότου να αποτύχει εκ νέου με την μετάφραση του Ἀλ. Πάλλη το 1901). Εν τούτοις πρέπει να επισημανθεί ότι η δημοτική εκείνης της εποχής ομοίαζε αρκετά έως πολύ με την καθαρεύουσα των τελευταίων χρόνων της Δικτατορίας. Αυτό γίνεται καταφανές εάν ανατρέξει κάποιος στα κείμενα των λογίων όπως του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου όπου η επίσημη γλώσσα του ομοίαζε περισσότερο με την Κοινή της Αγίας Γραφής παρά με την καθαρεύουσα. Επίσης διαφαίνεται καθαρά και από το έργο τού Μοισιόδακος «[36]» όπου και δικαιολογεί τον «απλοϊκό» τρόπο της γραφής του γράφων τα εξής:

«Ἐγὼ διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἐπιφέρω, ἔκρινα νὰ ἐξυφάνω τὴν παροῦσαν συγγραφὴν ἐν τῷ ἁπλῷ ὕφει, σώζων ὅμως ἀεὶ τοὺς ὡρισμένους ὅρους τῶν πραγμάτων, οἵτινες ἦσαν ἐν χρήσει παρὰ τοῖς ἀρχαίοις, καὶ μεθαρμόζων ἀεὶ τὸ ὕφος ἐπὶ τὸ σεμνότερον, ἢ ἐλάχιστον ἐπὶ τὸ πρεπωδέστερον τῇ ἀνὰ χεῖρας πραγματευομένῃ ὕλῃ»[37].

Η λαϊκότερη αυτή διάλεκτος εξαπλώθηκε έτι περαιτέρω στα μέσα του ιδίου αιώνος λόγω του διαφωτισμού και έργα με θέμα την ιστορία, τη γεωγραφία, την πολιτική και τις φυσικές επιστήμες εξαπλώθησαν. Το ανυπέρβλητο για την εποχή και την άπλαστη λαϊκή εκείνη γλώσσα εμπόδιο ήταν οι σημαντικώτατες λεξιλογικές ελλείψεις οι οποίες είτε καλύφθησαν εκ μέρους των λογίων απευθείας από την αρχαία είτε εκ μέρους των μη ειδικών με αντιδάνεια τα οποία χρησιμοποιούνταν στις Ευρωπαϊκές γλώσσες. Μάλιστα πολλοί παρομοίαζαν την αποτυχία συντάξεως ενός γράμματος στην δημοτική με την προσπάθεια ενός αετού να πετάξει με κομμένα φτερά νομίζοντας ότι όπως παλιά έτσι και τώρα μπορεί να πετάξει [38]. Φυσικά αυτό γέννησε ένα ακόμη σημείο πολέμου καθώς λόγιοι όπως ο Νεόφυτος Δούκας πίστευσαν ότι μετά το λεξιλόγιο και την χρήση τους από τις εφημερίδες κατά ορθό τρόπο ανοίγει ο δρόμος για περαιτέρω αλλαγές όπως η κλασσική σύνταξη του ἀπό με γενική αντί αιτιατικής, ο μονολεκτικός μέλλοντας, το απαρέμφατο κ.ά. («Εἰς δὲ τὴν σύνταξιν αὖθις εἰσαχθέντος τοῦ ἀπαρεμφάτου καὶ μέλλοντος, καί τινων μορίων μεταλλαγέντων, ἐν τίσιν ἔσται διαφορά;»)[39] Αντιδράσεις ακόμη υπήρχαν με τον Γ. Χατζιδάκι να επιχειρηματολογεί κατά τής συστάσεως δημοτικής βασισμένης στην κατά τόπους λαϊκή ομιλουμένη λόγω των πολλών διαλεκτικών διαφορών και ιδιωμάτων. Καθώς λοιπόν λόγια στοιχεία είχαν αφομοιωθεί πλήρως από τον λαό πίστευε ότι η λαϊκή δυναμική υπέρ τής τότε δημοτικής ακολουθούσε λάθος πορεία και ξεκινούσαν εκ νέου τον γλωσσικό πόλεμο [40]. Δυστυχώς μέσα σε όλη αυτή την μεταβατική περίοδο άρχισε να εμπλέκεται η πολιτική με την οποία άρχισαν να βάζουν ταμπέλες ο ένας στον άλλον ως φασίστας και προδότης συναρτήσει μόνον των απόψεών τους. Όπως προαναφέρθηκε λόγω μεταφράσεων στην δημοτική (βλ. Αλ. Πάλλη στην εφημερίδα Ἀκρόπολις) οι δυο μεριές συνασπίστηκαν, με τους φοιτητές να τάσσονται υπέρ της καθαρεύουσας και να επικρατούν. Το κλίμα αυτό σημαδεύτηκε εν συνεχεία και από βίαια περιστατικά (βλ. Εὐαγγελικά). Οι μαλλιαροί (δημοτικιστές) κατηγορήθηκαν ως κομμουνιστές και υποστηρικτές της τότε σλαβικής συνωμοσίας. Έτσι ξαφνικά αυτές οι κατηγορίες άρχισαν να εδραιώνονται και ο δημοτικισμός άρχισε να συνδέεται με την ριζοσπαστική κομμουνιστική αριστερά. Μέσα σε όλο αυτό το τεταμένο κλίμα όλο και περισσότεροι δημοτικιστές άρχισαν να αποστασιοποιούνται από την γλώσσα του Ψυχάρη βάσει όχι μόνον γλωσσικών κριτηρίων αλλά και πολιτικών. Φυσικά αυτό ήταν το τέλος του συγκεκριμένου εγχειρήματος..

Μερικά χρόνια αργότερα άν και οι Τριανταφυλλίδης και Δελμοῦζος προσπάθησαν να δείξουν ότι η δημοτική δεν συνδέεται με τον κομμουνισμό, ούτε θεωρητικά ούτε πρακτικά, οι προσπάθειές τους έπεσαν στο κενό διότι ο Γληνός προσχώρησε στον Μαρξισμό μέσω του ΚΚΕ το 1927 καθώς και αυτό άρχισε να χρησιμοποιεί την δημοτική γλώσσα, κάτι που απέφευγε από το 1918. Μόλις το 1963 ο φιλελεύθερος Γ. Παπανδρέου διακήρυξε δημοσία ότι εφαρμόζει «πολιτικὴ ἴσων δικαιωμάτων» απέναντι στο ακανθώδες αυτό ζήτημα ενώ ακόμη χρησιμοποιούσε την καθαρεύουσα ως επίσημη γραπτή γλώσσα του Ελληνικού κράτους. Αποτέλεσμα αυτής της νέας πολιτικής ήταν η εισαγωγή, για πρώτη φορά, της γραμματικής του Τριανταφυλλίδη στα σχολεία. Η γραμματική αυτή βέβαια γρήγορα κατεκρίθη καθώς δεν ανέφερε σχεδόν τίποτα περί των αφομοιωθέντων λογίων στοιχείων της δημοτικής εκείνης της περιόδου. Ο πόλεμος φαίνεται πως εν μέρει κρίθηκε το 1974 όπου ο Κ. Καραμανλής άρχισε να χρησιμοποιεί την δημοτική από την πρώτη στιγμή ως επίσημη γλώσσα του κράτους και νομιμοποίησε το ΚΚΕ. Φυσικά η καθαρεύουσα σημάδεψε για πάντα την δημοτική όπως φαίνεται και από το μυθιστόρημα του Κ. Ταχτσή «Το τρίτο στεφάνι» όπου η ομιλία δυο λαϊκών γυναικών εμπλουτίζεται με πολλά λόγια στοιχεία [41].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Χατζιδάκις, Γεώργιος (1905). Γ. Χατζιδάκη Ἀπάντησις πρὸς τὸν Krumbacher, 1905 Βιβλ. Μαρσαλῆ. Ἐκ τῶν τυπογραφείων τῆς ἐφημερίδος "Τὸ Κράτος". 
  2. Geoffrey Horrocks Ελληνικά, Ιστορία της γλώσσας και των ομιλητών της, εκδ. ΕΣΤΙΑ 2014, σελ. 40,42,62,63,86,87,89,91,94,96,99,100 κ.ε.
  3. Βερναρδάκης, Δημήτριος (1884). Ψευδαττικισμοῦ ἔλεγχος. ἐν Τεργιέστῃ τύποις Αὐστροουγγρικοῦ Λόϋδ. 
  4. Χατζιδάκις, Γεώργιος (1886). Γλωσσικῶν ἀτοπημάτων ἀναίρεσις. Τυπογραφεῖον Παπαλεξανδρῆ καὶ Παπαγεωργίου. 
  5. Χατζιδάκις, Γεώργιος (1884). Μελέτη ἐπὶ τῆς νέας Ἑλληνικῆς ἢ Βάσανος του ἐλέγχου τοῦ ψευδοαττικισμοῦ. ἐκ τοῦ τυπογραφείου τοῦ Κορομηλᾶ. 
  6. Μέγας, Αναστάσιος (1997). Ἱστορία τοῦ γλωσσικού ζητήματος Α.Ε. Μέγα, Τόμος Β΄. Δωδώνη, σελ. 338. ISBN 960-248-882-4. 
  7. Μέγας, Ἀναστάσιος (1997). Ἱστορία τοῦ γλωσσικού ζητήματος Α.Ε. Μέγα, Τόμος Β΄. Δωδώνη, σελ. 381. 
  8. Σκιᾶς, Ἀνδρέας (1921). Γνῶμαι περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον. 
  9. Βακαλόπουλος 1973, Τ.Δ', 662
  10. Δημαράς 1983, 206.
  11. Κοραῆς καὶ Κορδικᾶς: Ἡ μεγάλη φιλολογικὴ διαμάχη τῶν Ἑλλήνων, 1966 σελ. 503
  12. Η μεσαιωνική και η νέα Ελληνική γλώσσα, μτφρ. Μ. Κονομή/Δ. Σωτηρόπουλος, 2002, σ. 102
  13. Εισαγωγή στη νεότερη Ελληνική λογοτεχνία, Αθήνα 1996 σελ. 301 κ.ε.
  14. Ἱστορία τοῦ Γλωσσικοῦ ζητήματος Ἀναστασίου Μέγα Τόμος 2 σελ. 196 εκδ. Δωδώνη 1997
  15. Ἅπαντα τὰ πρωτότυπα ἔργα, 4 τόμοι, 1964, ἐπιμ. Γ. Βαλέτας
  16. Ἱστορία τοῦ Γλωσσικοῦ ζητήματος Ἀναστασίου Μέγα Τόμος 2 σελ. 200 εκδ. Δωδώνη 1997
  17. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους 1977, Τ.ΙΔ, 635.
  18. Geoffrey Horrocks Ελληνικά, Ιστορία της γλώσσας και των ομιλητών της, εκδ. ΕΣΤΙΑ 2014, σελ. 627
  19. Ἱστορία τοῦ Γλωσσικοῦ ζητήματος Ἀναστασίου Μέγα Τόμος 2 σελ. 455 κ.ε. εκδ. Δωδώνη 1997
  20. Ἱστορία τοῦ Γλωσσικοῦ ζητήματος Ἀναστασίου Μέγα Τόμος 2σελ. 134 υποσημ., 149 γ´ εκδ. Δωδώνη 1997 κ.ο.κ.
  21. Geoffrey Horrocks Ελληνικά, Ιστορία της γλώσσας και των ομιλητών της, εκδ. ΕΣΤΙΑ 2014, σελ. 669,631
  22. Ἱστορία τοῦ Γλωσσικοῦ ζητήματος Ἀναστασίου Μέγα Τόμος 2, σελ. 579 εκδ. Δωδώνη 1997
  23. Σύλλογος πρὸς διάδοσιν ὠφελίμων βιβλίων σ. 122 έως 127
  24. Geoffrey Horrocks Ελληνικά, Ιστορία της γλώσσας και των ομιλητών της, εκδ. ΕΣΤΙΑ 2014, σελ. 639
  25. Ἱστορία τοῦ Γλωσσικοῦ ζητήματος Ἀναστασίου Μέγα Τόμος 2 σελ. 609 εκδ. Δωδώνη 1997
  26. Ἄρθρο 107, Δημαράς Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε 1974 Τόμος Β´ σελ. 307
  27. Φραγκουδάκη 2001, 78
  28. Παναγιώτης Μαντζούφας, Η δίκη των τόνων, [1]
  29. Φραγκουδάκη 1987, 205.
  30. ΦΕΚ 100/Α΄/30-4-1976, Νόμος 309, Άρθρο 2: «Γλώσσα διδασκαλίας .... της Γενικής Εκπαιδεύσεως είναι από του σχολικού έτους 1976 - 1977 η Νεοελληνική. Ως Νεοελληνική γλώσσα νοείται η διαμορφωθείσα ως πανελλήνιον εκφραστικόν όργανον υπό του Ελληνικού λαού και των δοκίμων συγγραφέων του Έθνους Δημοτική, συντεταγμένη άνευ ιδιωματισμών και ακροτήτων.»
  31. Τσολάκης 1999, 134
  32. Geoffrey Horrocks Ελληνικά, Ιστορία της γλώσσας και των ομιλητών της, εκδ. ΕΣΤΙΑ 2014, σελ. 564,581
  33. Εμπλούτισε το λεξιλόγιό σου- Λεξικό των πιο απαιτητικών λέξεων της νέας Ελληνικής, εκδ. Κέντρο λεξικότητας 2015
  34. Geoffrey Horrocks Ελληνικά, Ιστορία της γλώσσας και των ομιλητών της, εκδ. ΕΣΤΙΑ 2014, σελ. 564
  35. A. Passow «Popularia carmina Graeciae recentioris», Λειψία 1860 αρ. 426
  36. Θεωρία τῆς γεωγραφίας (1781)
  37. Νεοελληνικῆς φιλολογίας παράρτημα, Ἀθῆναι 1872-94 σ.150
  38. Ἱστορία τοῦ Γλωσσικοῦ ζητήματος Ἀναστασίου Μέγα Τόμος 2 σελ. 57 υποσημ. εκδ. Δωδώνη 1997
  39. Ἱστορία τοῦ Γλωσσικοῦ ζητήματος Ἀναστασίου Μέγα Τόμος 2 σελ. 185 εκδ. Δωδώνη 1997
  40. Γλωσσολογικαί μελέται Α´ 1901 σελ. 296
  41. R.Beaton, Εισαγωγή στη νεότερη Ελληνική λογοτεχνία, Αθήνα 1996 σελ. 346-347

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βακαλόπουλος Απ.Ε., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού τόμ. Δ', Ηρόδοτος, Αθήνα 1973.
  • Δημαράς Κ.Θ., Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα 1983.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΔ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977.
  • Κορδάτος, Γιάνης, Ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος, Μπουκουμάνης, Αθήνα 1973 [11943].
  • Τσολάκης Χρ., Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική, Νησίδες, Σκόπελος 1999.
  • Φραγκουδάκη, Άννα, Γλώσσα και Ιδεολογία, Οδυσσέας, Αθήνα, 1987.
  • Φραγκουδάκη, Άννα, Η γλώσσα και το έθνος, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2001.

Πρόσθετη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Λίνα Βεντούρα, «Η νομοθεσία περί διδακτικών βιβλίων. Μία εστία συγκρούσεων εκπαιδευτικού δημοτικισμού και αντιμεταρρυθμιστών (1907-1937)», Μνήμων 14 (1992): σελ. 91-114.
  • Νούτσος Παναγιώτης, «Εκπαιδευτικός δημοτικισμός και κοινωνική μεταρρύθμιση: από τον Σκληρό στην ιδρυτική γενιά του ΣΕΚΕ», Τα Ιστορικά 10 (1989): σελ. 186-198.
  • Σταματόπουλος Δημήτρης, «Τα όρια της μέσης οδού: Οικουμενικό Πατριαρχείο και γλωσσικό ζήτημα στις αρχές του 20ού αιώνα, στο: Ο Ελληνικός κόσμος ανάμεσα στην εποχή του Διαφωτισμού και στον εικοστό αιώνα, τόμ Β', Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2007, σελ. 287-300.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]