Αυτό είναι ένα προβεβλημένο λήμμα. Πατήστε το αστέρι για περισσότερες πληροφορίες.

Δημώδης βυζαντινή λογοτεχνία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σελίδα από το «Έπος του Διγενή Ακρίτα», χειρόγραφο Αθηνών-Άνδρου.

Ο όρος δημώδης βυζαντινή λογοτεχνία χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή των βυζαντινών χρόνων που είναι γραμμένη σε μη λόγια γλώσσα. Οι απαρχές της χρήσης στη λογοτεχνία μιας γλώσσας που πλησιάζει την κοινή εντοπίζονται στον 12ο αι., σε κείμενα όπως ο Διγενής Ακρίτης και τα Πτωχοπροδρομικά ποιήματα. Ο όρος «βυζαντινή» στα σχετικά εγχειρίδια χρησιμοποιείται συνήθως με μια σημασία κάπως ευρύτερη από τα αυστηρά χωρικά και χρονικά όρια της βυζαντινής αυτοκρατορίας και συμπεριλαμβάνει και έργα που γράφτηκαν σε περιοχές που είχαν περιέλθει σε δυτική κυριότητα (όπως το Χρονικό του Μορέως και την πρώιμη κρητική λογοτεχνία).[1] Το μεγαλύτερο τμήμα των λογοτεχνικών κειμένων που σώζονται είναι έμμετρα, σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο. Τα δημοφιλέστερα είδη, με ποσοτικά κριτήρια, ήταν έμμετρες μυθοπλαστικές αφηγήσεις, ερωτικού ή αλληγορικού περιεχομένου.

Γενικά χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτοι λογοτεχνικοί «πειραματισμοί» με την χρήση της δημώδους γλώσσας εμφανίζονται κατά τον 12ο αιώνα, όμως εντείνονται κατά τον 14ο, απ' όπου και προέρχονται τα περισσότερα σωζόμενα έργα. Ο όρος δημώδης γλώσσα στην συγκεκριμένη περίπτωση χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα γλωσσικό επίπεδο χαμηλότερο από το λόγιο, που δεν ταυτίζεται όμως με την ομιλουμένη γλώσσα, αλλά έχει υποστεί την επίδραση της λόγιας παράδοσης σε λεξιλογικό, μορφολογικό και συντακτικό επίπεδο. Η γλώσσα αυτή δεν εμφανίζει διαλεκτικά στοιχεία. Η εισαγωγή της δημώδους γλώσσας δεν επέφερε ριζική τομή στη λογοτεχνική παραγωγή, δηλαδή δεν αντικατέστησε τη λόγια γλώσσα, αλλά αναπτύχθηκε παράλληλα με αυτήν. Παρόλο που βάση της γλώσσας της δημώδους λογοτεχνίας ήταν η λαϊκή ομιλουμένη γλώσσα, οι λογοτεχνικοί πειραματισμοί δεν είχαν λαϊκή προέλευση, αντιθέτως ξεκίνησαν από τους κύκλους των λογίων και αποδέκτες της φαίνεται πως ήταν αρχικά τα ανώτερα στρώματα.[2] Βέβαια, στο σύνολο των κειμένων που ανήκουν στην δημώδη παραγωγή εμφανίζονται υφολογικές διαφοροποιήσεις προς λογιότερες ή λαϊκότερες τάσεις ανάλογα με τον χρόνο ή τον τόπο συγγραφής, την παιδεία του συγγραφέα και το κοινό στο οποίο απευθύνεται.

Εὐθὺς ἐκαβαλίκευσαν, ΄ς τὸν κάμπον κατεβαίνουν·
ὡς δράκοντες ἐσύριζαν καὶ ὡς λέοντες ἐβρυχοῦντα
καὶ ὡς ἀετοὶ ἐπέτουντα καὶ ἐσμίξασιν οἱ δύο
Καὶ τότε νὰ ἰδῆς πόλεμον καλῶν παλληκαρίων
καὶ ἀπὸ τῆς μάχης τῆς πολλῆς κροῦσιν διασυντόμως
καὶ ἀπὸ τὸν κτύπον τὸν πολὺν καὶ ἀπὸ τὸ δὸς καὶ λάβε
τὰ δένδρη ἐξεριζώνοντα καὶ ὁ ἥλιος ἐσκοτίσθη·
τὸ αἷμαν ἐκατέρεεν εἰς τὰ σκαλόλουρά των
καὶ ὁ ἵδρος τους ἐξέβαινεν ἀπάνω ἀπ'τὰ λουρίκια

Διγενής Ἀκρίτης (διασκευή Ε) στ. 32-41

Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, τα δημώδη κείμενα είναι έμμετρα, σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο, που τότε ονομαζόταν «πολιτικός». Ο δεκαπεντασύλλαβος, που εμφανίστηκε πρώτα στην λόγια ποίηση του 10ου αι., είχε ήδη διαμορφώσει τα σημερινά χαρακτηριστικά του, δηλαδή υποχρεωτικό τονισμό στην 14η και στην 6η ή την 8η και ελευθερία στην θέση των άλλων τόνων, και υποχρεωτική τομή μετά την 8η συλλαβή.

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της δημώδους βυζαντινής λογοτεχνίας είναι η ανωνυμία των συγγραφέων, με ελάχιστες περιπτώσεις έργων, για τα οποία υπάρχουν μαρτυρίες, συχνά αμφισβητούμενες, για την ταυτότητα του συγγραφέα τους. Δεν σώζονται αυτόγραφα, παρά μόνο μεταγενέστερα (έως 1-2 αιώνες) αντίγραφα σε χειρόγραφους κώδικες. Η ανωνυμία καθιστά δύσκολη και την χρονολόγηση των έργων, η οποία επιτυγχάνεται μόνο κατά προσέγγιση στην περίπτωση που το ίδιο το έργο παρέχει τεκμήρια για τον χρόνο συγγραφής του, όπως για παράδειγμα αφιερώσεις σε γνωστές προσωπικότητες.

Συνέπεια της ανωνυμίας ήταν και μια ιδιαιτερότητα της διακίνησης των κειμένων μέσω των χειρογράφων: οι αντιγραφείς δεν αισθάνονταν υποχρεωμένοι να παραμείνουν πιστοί στο κείμενο που αντέγραφαν. Συχνά έκαναν προσωπικές παρεμβάσεις, οι οποίες κυμαίνονται από την αντικατάσταση μιας λέξης έως και την απαλοιφή ή προσθήκη χωρίων. Συχνά οι αλλαγές ήταν τόσο μεγάλης κλίμακας, που ένα έργο να σώζεται σε διαφορετικά χειρόγραφα με ποικίλες μορφές που ουσιαστικά αποτελούν χωριστές διασκευές και όχι απλώς παραλλαγές, σε επίπεδο είτε γλωσσικό-υφολογικό, είτε αφηγηματικό (προσθήκη, αφαίρεση ή αλλαγή της σειράς των επεισοδίων). Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων διαφορετικών διασκευών είναι ο Διγενής Ακρίτης. Τέτοιες αλλαγές μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να οφείλονται και στην ενδεχόμενη προφορική διάδοση ενός έργου (μέσω απαγγελίας) και την από μνήμης καταγραφή του.[3] Τέλος, η αποκλειστικά χειρόγραφη διακίνηση των κειμένων έχει αποτέλεσμα την προβληματική κάποιες φορές διάσωσή τους, αφού τα υπάρχοντα χειρόγραφα μπορεί να περιέχουν κακές αντιγραφές, στις οποίες είναι διαταραγμένο το μέτρο ή έχουν παραλειφθεί χωρία από απροσεξία. Ακόμη, μπορεί οι σελίδες των χειρογράφων να έχουν δεθεί με λάθος σειρά ή να έχουν υποστεί φυσικές φθορές, από την πάροδο του χρόνου ή από την απώλεια φύλλων.

Ηρωικές και ερωτικές αφηγήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο έμμετρος αφηγηματικός λόγος κατέχει σημαντική θέση στο σύνολο της δημώδους λογοτεχνικής παραγωγής. Ένα από τα πρώτα έργα σε δημώδη γλώσσα είναι η αφήγηση της ζωής και των κατορθωμάτων του Διγενή Ακρίτη, σε ένα σύνολο που συνδυάζει επικά-ηρωικά στοιχεία με συμβάσεις της ερωτικής μυθιστορίας. Οι δύο αρχαιότερες διασκευές του κειμένου, της Grottaferrata και του Escorial, είναι δύσκολο να χρονολογηθούν με ακρίβεια και να προσδιοριστούν οι μεταξύ τους σχέσεις, όμως είναι βέβαιο ότι τον 12ο αιώνα κυκλοφορούσε κάποια παραλλαγή συγγενής με αυτές.[4]

Πότε τὸ κάστρον νὰ διαβῶ καὶ νὰ ἀναβῶ τὸν πύργον;
Πότε τῆς κόρης μήνυμα δέξωμαι πρόσχαρόν της;
Πότε κρατήσω εἰς τὰ χέρια μου πιττάκιν ἐδικόν της;
Πότε νὰ ἰδῶ κοιτώναν της, λόγον της πότε ἀκούσω;
Πότε λαλήσῃ "Λίβιστρε" τὸ στόμαν τῆς ὡραίας;
Πότε πατήσω ἐνήδονα τῆς κόρης τὸν κοιτώνα;
Πότε κρατήσω χέριν της καὶ χείλη της φιλήσω;
καὶ γεμισθῆ γλυκύτηταν τὸ στόμα μου ἀπ' ἐκείνην;
Πότε τὸν κρυσταλλόσαρκον τράχηλον τῆς ὡραίας
περιπλακῶ ὡς ἐπιθυμῶ, μυριοκαταφιλήσω;

Λίβιστρος και Ροδάμνη, στ. 1654-1663

Τους επόμενους αιώνες (14ο-15ο) ανθεί η παραγωγή μυθιστοριών ερωτικού περιεχομένου, που συνεχίζουν την παράδοση του ελληνιστικού μυθιστορήματος εμπλουτίζοντας το με νέα στοιχεία, ενδεχομένως και υπό την επίδραση δυτικών ή ανατολικών έργων. Την τυπική μυθιστορηματική δομή, δηλ. κεραυνοβόλος έρωτας-χωρισμός-περιπέτειες-τελική επανένωση, ακολουθούν οι μυθιστορίες Καλλίμαχος και Χρυσορρόη, Βέλθανδρος και Χρυσάντζα, Λίβιστρος και Ροδάμνη, καθώς και οι διασκευές δημοφιλών γαλλικών μυθιστοριών Φλώριος και Πλατζιαφλώρα (Fleur et Blanchefleur) και Ιμπέριος και Μαργαρώνα (Pierre de Provence et la belle Maguelonne). Χαρακτηριστικό αυτής της ομάδας είναι το μαγικό-υπερφυσικό στοιχείο και ο λυρισμός (ερωτική αλληλογραφία, τραγούδια, μονόλογοι) και σε κάποιες περιπτώσεις η τολμηρή ερωτική ατμόσφαιρα. Οι επιδράσεις της ρητορικής είναι εμφανείς, ειδικά στις «εκφράσεις», δηλαδή τις εκτενείς και λεπτομερείς περιγραφές ατόμων, κτηρίων ή έργων τέχνης. Ένα ιδιαίτερο υφολογικό χαρακτηριστικό τους είναι η χρήση σύνθετων λέξεων. Αυτά τα έργα συνήθως αποκαλούνται «βυζαντινά ιπποτικά μυθιστορήματα», όμως στην πραγματικότητα δεν απηχούν την δυτική ιπποτική ιδεολογία ούτε την έννοια του αυλικού έρωτα.[5] Δύο άλλες μυθιστορίες, η Διήγησις του ΑχιλλέωςΑχιλληίδα) και η Διήγησις γεναμένη εν Τροία (γνωστή και ως Βυζαντινή Ιλιάδα), εμπνέονται από την ομηρική παράδοση, διασκευάζοντάς την όμως ελεύθερα: ο Αχιλλέας της Αχιλληίδας είναι γενναίος βασιλιάς που προσπαθεί να κατακτήσει την κόρη ενός εχθρού και η Βυζαντινή Ιλιάδα παρουσιάζει την απαγωγή της Ελένης από την Πάρη σαν ερωτικό μυθιστόρημα. Η Αχιλληίδα συγγενεύει πολύ με την τριάδα Καλλίμαχος, Βέλθανδρος και Λίβιστρος σε ζητήματα μοτίβων και ύφους (εκφράσεις, ερωτική αλληλογραφία), αλλά διαφέρει ως προς τη δομή που είναι βιογραφική και εστιασμένη στον Αχιλλέα και ως προς την τραγική κατάληξη, σε αντίθεση με το τυπικό happy end των άλλων μυθιστορημάτων. Κάποιες άλλες μυθιστορίες που είναι διασκευές δυτικών προτύπων έχουν διαφορετική δομή: ο Πόλεμος της Τρωάδος είναι προσαρμογή του φημισμένου Roman de Troie του Benoit de Saint-Maure και εξιστορεί πολλές ερωτικές ιστορίες με φόντο τον Τρωικό Πόλεμο. Ο Απολλώνιος βασίζεται σε κάποια ιταλική διασκευή δημοφιλούς λατινικού μυθιστορήματος και η Θησηίδα είναι μετάφραση από αφήγηση του Βοκκάκιου με ήρωα τον Θησέα. Οι μυθιστορίες που προήλθαν από δυτικά πρότυπα δεν είναι πιστές μεταφράσεις, αλλά ελεύθερες διασκευές που υφολογικά ακολουθούν την παράδοση των πρωτότυπων μυθιστοριών:[6] για παράδειγμα ο συγγραφέας του Φλώριος και Πλατζιαφλώρα ενέταξε σε ένα σημείο του κειμένου απόσπασμα από το δημώδες ηθικοδιδακτικό ποίημα Σπανέας του 12ου αι.[7]

Και η μορφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου αποτέλεσε αγαπητό θέμα. Το ελληνιστικό κείμενο του Ψευδοκαλλισθένη, δημοφιλές ανάγνωσμα όλων των επόμενων αιώνων με πολλές παραλλαγές, διασκευάστηκε το 1388 σε 6.000 ομοιοκατάληκτους στίχους. Το κείμενο αυτό έχει αρκετά αρχαΐζοντα στοιχεία αν και σε λίγα σημεία πλησιάζει τη δημώδη. Δύο άλλες διασκευές του, που είναι δύσκολο να χρονολογηθούν, έχουν περισσότερο λαϊκή γλώσσα. Πρόκειται για την ομοιοκατάληκτη, γνωστή ως «Ριμάδα», που μάλλον συντέχθηκε στη Ζάκυνθο γύρω στο 1500, και την πεζή, που μάλλον συντάχθηκε κοντά στο μέσον του 15ου αι.[8]

Ηθικοδιδακτική και αλληγορική ποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τον 12ο αιώνα σώζεται ένα παραινετικό ποίημα με την ονομασία Σπανέας, που περιέχει ηθικοδιδακτικές συμβουλές ορθής συμπεριφοράς για διάφορα θέματα (θρησκευτική συμπεριφορά, σεβασμός προς τον αυτοκράτορα, εργασία, οικογένεια, καθημερινή ζωή). Το έργο συγγενεύει με τον παραινετικό λόγο προς Δημόνικον του Ψευδοϊσοκράτη. Για την εξυπηρέτηση ηθικοδιδακτικών σκοπών χρησιμοποιήθηκαν συμβάσεις των μυθιστοριών σε αλληγορικές αφηγήσεις. Ο Λόγος παρηγορητικός περί δυστυχίας και ευτυχίας αφηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου που ταξιδεύει αναζητώντας τις αιτίες της κακής του τύχης και στην πορεία συναντά προσωποποιημένη την Ευτυχία και την Δυστυχία. Η χρονολόγησή του είναι δύσκολη, φαίνεται πάντως πως είναι σύγχρονο με τα ερωτικά μυθιστορήματα, από τα οποία εξάλλου χρησιμοποιεί πολλά μοτίβα (το ταξίδι με σκοπό την αναζήτηση, η έκφραση του κάστρου κ.ά.).[9]

Ἀφοῦ δὲ γέγονα κἀγὼ γραμματικὸς τεχνίτης
ἐπιθυμῶ καὶ τὸ ψωμὶν καὶ τοῦ ψωμιοῦ τὴν μάνναν,
καὶ διὰ τὴν πείναν τὴν πολλὴν καὶ τὴν στενοχωρίαν
ὑβρίζω τὰ γραμματικά, λέγω μετὰ δακρύων:
Ἀνάθεμα τὰ γράμματα, Χριστέ, καὶ ὁποῦ τὰ θέλει,
ἀνάθεμαν καὶ τὸν καιρὸν καὶ ἐκείνην τὴν ἡμέραν,
καθ’ ἧν μὲ παρεδώκασιν εἰς τὸ διδασκαλεῖον,
πρὸς τὸ νὰ μάθω γράμματα, τάχα νὰ ζῶ ἀπ’ ἐκεῖνα.

Πτωχοπρόδρομος, ποίημα ΙΙΙ, στ. 81-88

Ο Πτωχολέων βασίζεται σε ιστορία ανατολικής προέλευσης και αφηγείται μεταστροφή της τύχης ενός γέροντα που έχασε όλη την περιουσία του σε μια επιδρομή Αράβων και αιχμαλωτίστηκε, αλλά χάρη στη σοφία του ξενακέρδισε την ελευθερία του. Το ποίημα είναι γραμμένο σε τροχαϊκό οκτασύλλαβο στίχο. Αλληγορία που προειδοποιεί για τις συνέπειες του φθόνου είναι και η Ιστορία του Βελισαρίου, που βασίζεται σε λαϊκές πηγές για τον Βελισάριο, στρατηγό του Ιουστινιανού, που παρουσιάζεται ως θύμα ζηλοφθονίας για τις επιτυχίες του και την εύνοια του αυτοκράτορα και γι’ αυτό συκοφαντείται από εχθρούς, πέφτει σε δυσμένεια, τυφλώνεται και φυλακίζεται.

Επαιτική ποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τον 12ο αι. σώζονται κάποια επαιτικά ποιήματα, δηλαδή ποιήματα που απευθύνονται προς τον αυτοκράτορα εκφράζοντας παρακλήσεις για την ικανοποίηση κάποιου αιτήματος. Το πρώτο ποίημα είναι του λογίου ποιητή Μιχαήλ Γλυκά και έχει αυτοβιογραφικό χαρακτήρα. Ονομάζεται Στίχοι ους έγραψεν καθ’ ον κατεσχέθη καιρόν και χρονολογείται στα 1159. Ο ποιητής φυλακίστηκε εξαιτίας κάποιας συκοφαντίας και ζητάει από τον αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό να τον απελευθερώσει, παραπονούμενος για τις άσχημες συνθήκες της άδικης κράτησής του. Η γλώσσα του δεν είναι αμιγώς δημώδης: σε πολλά σημεία ταυτίζεται με τη λόγια γλώσσα των άλλων έργων του, αλλά σε σημεία που μεταφέρει άμεσο λόγο έχει πολλά λαϊκά στοιχεία. Το έργο είναι χρήσιμο και για τη διάσωση πολλών παροιμιών.

Η άλλη ομάδα ποιημάτων περιέχει τέσσερις συνθέσεις που είναι γνωστές ως Πτωχοπροδρομικά ποιήματα. Πρόκειται για τέσσερα παρακλητικά ποιήματα που απευθύνονται στον αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό και σε κάποια χειρόγραφα αποδίδονται στον λόγιο ποιητή Θεόδωρο Πρόδρομο, αν και η απόδοσή τους σε αυτόν δεν μπορεί να αποδειχτεί και δεν έχει γίνει δεκτή από όλους.[10] Στα τρία ποιήματα πρωταγωνιστεί ένας φτωχός λόγιος που ζητά οικονομική ενίσχυση από τον αυτοκράτορα, διαμαρτυρόμενος για την αδυναμία του να επιβιώσει, τις προσβολές της ιδιόρρυθμης γυναίκας του και την πολύ ανετότερη ζωή που περνούν οι τεχνίτες σε σχέση με τους λογίους. Στο τέταρτο ποίημα πρωταγωνιστεί ένας νεαρός μοναχός που καυτηριάζει την υποκρισία και την πολυτέλεια κάποιων μοναχών και την κακομεταχείρισή του. Και αυτά τα ποιήματα έχουν μικτή γλώσσα: τα σημεία που απευθύνονται στον αυτοκράτορα είναι συντεθειμένα σε λόγια γλώσσα και επίσημο ύφος, ενώ τα αφηγηματικά τμήματα είναι γραμμένα σε λαϊκή γλώσσα. Περιέχουν πολλά σατιρικά και χιουμοριστικά στοιχεία.

Σάτιρα και παρωδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο φυτικός και ζωικός κόσμος αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για αρκετά ποιήματα με πρωταγωνιστές ζώα και φυτά που σατιρίζουν τις ιδιότητες των ανθρώπων. Ο Πουλολόγος διαδραματίζεται στον εορτασμό για το γάμο του γιου του αετού, βασιλιά των πουλιών, όπου είναι προσκεκλημένα όλα τα πτηνά. Η διήγησις των τετράποδων ζώων αφηγείται μια συνέλευση ζώων υπό την προεδρία του λιονταριού και του ελέφαντα, που υποτίθεται ότι διαδραματίζεται το 1365. Τα δύο αυτά κείμενα αποτελούν πολύ ενδιαφέρουσες πηγές πληροφοριών για συνήθειες καθημερινής ζωής. Ο Πωρικολόγος και ο Οψαρολόγος, που είναι πεζά, αναπαριστούν δίκες και παρωδούν τη βυζαντινή αυλική εθιμοτυπία. Σε όλα τα έργα η υπόθεση καταλήγει σε διαμάχες μεταξύ των πρωταγωνιστών που με τις ανθρωπόμορφες ιδιότητές τους σατιρίζουν τελικά τη ζωή των ανθρώπων, συχνά με τολμηρό χιούμορ.

Λοιπὸν ὁ λύκος ἤρξατο τοῦ ἐξομολογεῖσθαι,
λέγει· «ἐγὼ καὶ πρόβατα, βόδια καὶ μοσχάρια,
ἐλάφους καὶ γουρούνια καὶ πάντα ὅσα εὕρω
σκοτώνω τα καὶ τρώγω τα καὶ τ' ἄλλα πάλε κρύβω
εἰς τὸ βουνίν, εἰς τὸ κλαδίν, αὔριον πάλε νά 'χω.
Πλὴν ἀνεβαίνω εἰς τὸ βουνὶν ὅποῦ 'ναι τὸ τσημάδι,
καὶ κυλιοῦμαι παρευθὺς καὶ ἐξομολογοῦμαι,
καὶ γίνομαι καλόγερος, τὴν ράχην μου μαυρίζω,
γίνομαι μεγαλόσχημος, ἡγούμενον ὁμοιάζω.
Καὶ μεταγνώθω τὸ κακόν, τὸ πολεμῶ εἰς τὸν κόσμον,
ἄλλον οὐδὲν ἐπίσταμαι ἁμάρτημα νὰ ποίσω.»
Ἀκούσας δὲ ἡ ἀλουποὺ τὴν ἀρετὴν τοσαύτην
ἐθαύμασεν, ἐπαίνεσεν, καὶ ἐσυγχώρησέ τον
καὶ ἐδικαίωσεν αὐτὸν πρὸς τὴν ἐπίγνωσίν του.

Συναξάριον τοῦ τιμημένου γαϊδάρου, στ. 125-138

Σάτιρα κατά του κλήρου και των λογίων που καταπιέζουν τα κατώτερα στρώματα είναι το Συναξάριον του τιμημένου γαϊδάρου, με πρωταγωνιστές μια αλεπού και έναν λύκο που προσπαθούν ανεπιτυχώς να ξεγελάσουν έναν γάϊδαρο για να τον φάνε, αναγκάζοντάς τον να εξομολογηθεί τις «αμαρτίες» του για να του επιβάλλουν την ανάλογη τιμωρία. Ο γάϊδαρος όμως καταφέρνει να τους ξεγελάσει εκείνος, λέγοντας ότι το πόδι του έχει μαγικές ιδιότητες που θέλει να τους μεταδώσει: έτσι τους πείθει να γονατίσουν για να πάρουν την ευλογία και τους κλωτσάει.

Δύο άλλα σατιρικά κείμενα που είναι δύσκολο να χρονολογηθούν είναι το στιχούργημα Φυσιολογική διήγησις του υπερτίμου Κρασοπατέρα και η Ακολουθία του ανοσίου τραγογένη Σπανού. Το πρώτο, γνωστό και ως «Φιλοσοφία του Κρασοπατέρα», είναι σύντομο ποίημα 100 στίχων που εγκωμιάζει με χιουμοριστικό τόνο το κρασί. Το δεύτερο είναι καυστική σάτιρα εναντίον των «σπανών», δηλαδή των αγένειων, που αποτελούσαν αντικείμενο εμπαιγμού στο Βυζάντιο. Είναι συντεθειμένο με τη μορφή παρωδίας εκκλησιαστικών κειμένων, λογοτεχνικό είδος που δεν ήταν άγνωστο στο Βυζάντιο.

Διάδοση και επιδράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σελίδα από σωζόμενο αντίγραφο της Φυλλάδας του Μεγαλέξανδρου

Η λογοτεχνία που αναπτύχθηκε στα εδάφη της ύστερης βυζαντινής αυτοκρατορίας δεν περιορίστηκε σε αυτές τις περιοχές, αλλά οι τρόποι έκφρασης και κάποια μοτίβα διαδόθηκαν στις φραγκοκρατούμενες περιοχές και επηρέασαν τη συγγραφή άλλων έργων. Κάποια μυθιστορήματα πρέπει να ήταν γνωστά στον Εμμανουήλ Γεωργιλλά (ή Λιμενίτη), συγγραφέα από τη Ρόδο (1500 περίπου), που έγραψε το Θανατικόν της Ρόδου και μια διασκευή της Βελισσαριάδας. Επιδράσεις από τα ερωτικά μυθιστορήματα διακρίνονται και σε μια συλλογή αυτόνομων ερωτικών ποιημάτων που πιθανολογείται ότι προέρχεται από τη Ρόδο, γνωστή ως «Καταλόγια».[11] Και ο Μαρίνος Φαλιέρος είναι πιθανό να γνώριζε κάποια ερωτικά μυθιστορήματα (ενδεχομένως το Λίβιστρος και Ροδάμνη), απ' όπου χρησιμοποίησε με χιουμοριστικό τρόπο μοτίβα στα ερωτικά ποιήματά του.[12] Τέλος, και ο Βιτσέντζος Κορνάρος ενδέχεται να γνώριζε κάποια βυζαντινά μυθιστορήματα (πιθανότατα τον ομοιοκατάληκτο Ιμπέριο και τη Θησηίδα, που είχαν τυπωθεί) που να τον επηρέασαν στη συγγραφή του Ερωτόκριτου.

Κάποια από τα έργα της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας τους αιώνες μετά την πτώση της αυτοκρατορίας συνέχισαν όχι μόνο να αντιγράφονται, αλλά και να διασκευάζονται ώστε να προσαρμοστούν σε διαφορετικές αισθητικές απαιτήσεις. Οι παραλλαγές Κ και Ε του Διγενή Ακρίτη διασκευάστηκαν τον 15ο αιώνα εμπλουτιζόμενες με μυθιστορηματικά στοιχεία, στα πρότυπα των ερωτικών μυθιστορημάτων. Αυτή η διασκευή Ζ τον 16ο αιώνα διασκευάστηκε σε πεζή και σε ομοιοκατάληκτη μορφή. Σε ομοιοκατάληκτες εκδοχές διασκευάστηκαν επίσης το μυθιστόρημα Ιμπέριος και Μαργαρώνα, η Βελισαριάδα και το Συναξάριο του τιμημένου γαϊδάρου. Άλλα έργα γνώρισαν ευρύτερη διάδοση μέσω της τυπογραφίας, όπως η Ακολουθία του Σπανού, οι ομοιοκατάληκτες εκδοχές του Ιμπέριος και Μαργαρώνα και του Απολλώνιου, η Φυλλάδα του γαϊδάρου, η Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου και η Ριμάδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Προβλήματα ορολογίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ἄξιόν ἐστι, τοῦ ὑβρίζειν σὲ τὸν τραγογένη, τὸν ἐν τοῖς γαϊδάροις πρωτεύοντα, καὶ τὸν ἐν τοῖς τράγοις τερατουργόν.

Αἱ χεῖρες σου ἐποίησαν πονηρὰ καὶ ἔπραξαν κακά, ἐγὼ δὲ μαθήσομαι τὰς πονηρίας σου.

Ἄξιόν ἐστι, τοῦ κλωτσίζειν σὲ ὀμπρὸς κι ὀπίσω, καὶ ξυλίζειν πάντα τὴν ράχιν σου, μετὰ ράβδων καὶ ματσούκων, μιαρέ.

Οἱ φοβούμενοί σε ὄψονταί σε καὶ καταγελάσουσιν, ὅτι ἐπὶ ταῖς κακίαις σου ἤλπισας.

Ἄξιόν ἐστι, μαγαρίζειν ἐν τῷ σῷ γενείῳ, καὶ τὰ ζαρωμένα τὰ μάγουλα, ὦ παγκάκιστε, τριγένη, ταπεινέ.

Ακολουθία του Σπανού

Ένα βασικό πρόβλημα που ανακύπτει για την οριοθέτηση της δημώδους λογοτεχνίας είναι το κριτήριο που χρησιμοποιείται. Στην Ιστορία της βυζαντινής λογοτεχνίας του Καρλ Κρουμπάχερ, που καθόρισε τον τρόπο διαίρεσης και εξέτασης της βυζαντινής λογοτεχνίας, ως «δημώδη» είχαν χαρακτηριστεί κείμενα όχι μόνο ως προς τη δημώδη γλώσσα, αλλά και ως προς την υποτιθέμενη «λαϊκότητά» τους. Όμως κριτήριο της λαϊκότητας, με την έννοια ότι το έργο προερχόταν από λαϊκά στρώματα και απευθυνόταν σε αυτά, είναι προβληματικό, αφού υπάρχουν μαρτυρίες ότι τα πρώτα έργα στη δημώδη προορίζονταν για τους αυλικούς κύκλους (όπως η Αυτοβιογραφία του Γλυκά και τα επαιτικά ποιήματα του Πτωχοπρόδρομου),[13] ενώ αρκετοί συγγραφείς έγραψαν έργα τόσο σε λόγια, όσο και σε δημώδη γλώσσα.[14] Ακόμη, δεν πρέπει κανείς να παραγνωρίσει το γεγονός ότι, παρά το διαφορετικό υφολογικό επίπεδο, τα έργα της λόγιας και της δημώδους λογοτεχνίας προέρχονται από το ίδιο πολιτιστικό περιβάλλον και συχνά μοιράζονται θέματα ή μοτίβα, πρόκειται δηλαδή για ένα ενιαίο πολιτιστικά σύνολο και ο διαχωρισμός σε λόγια και δημώδη μπορεί να θεωρηθεί τεχνητός.[15] Ακόμη, τίθεται ένα ζήτημα χρονολογικό και γεωγραφικό: υπάρχουν έργα που δεν μπορούν να χρονολογηθούν με ακρίβεια και ενδέχεται να γράφτηκαν είτε πριν, είτε μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης.[16] Για άλλα έργα δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια εάν προέρχονται από τις περιοχές υπό φραγκική κατοχή ή τα εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Επιπλέον, κάποια έργα που γράφτηκαν σε λατινοκρατούμενα εδάφη, είναι άμεσα επηρεασμένα από τη βυζαντινή νοοτροπία και λογοτεχνία.[17] Η κατάσταση περιπλέκεται και από το γεγονός ότι η ίδια περίοδος έχει καθιερωθεί να θεωρείται ως απαρχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας, όχι μόνο εξαιτίας της γλωσσικής μορφής, αλλά και επειδή υπήρχε η τάση να τοποθετούνται οι πρώτες εκδηλώσεις της νεοελληνικής συνείδησης στα υστεροβυζαντινά χρόνια.[18] Και αυτό το κριτήριο θεωρείται σήμερα προβληματικό [19] και έχουν διατυπωθεί ποικίλες απόψεις που αποσυνδέουν τις απαρχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας από τα βυζαντινά χρόνια.

Σημειώσεις και Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Βλ. για παράδειγμα την Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας του H.-G. Beck, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1988 (ειδικότερα σελ. 11-12)
  2. G. Horrocks, Ελληνικά: Ιστορία της γλώσσας και των ομιλητών της, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2006, σελ. 328.
  3. T. Lendari, "The beginnings of Greek vernacular literature", στον τόμο Greece. Books and Writers, Athens 2001, σελ. 18
  4. R. Beaton, Η ερωτική μυθιστορία του ελληνικού μεσαίωνα, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996, σελ. 56.
  5. T. Lendari, "Romances", στον τόμο Greece. Books and Writers, σελ. 25.
  6. T. Lendari, "Romances", σελ.22
  7. Beaton, Ερωτική μυθιστορία, σελ. 183.
  8. Beck, Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας, σελ. 214-216.
  9. Beck, Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας, σελ.237
  10. Beck, Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας, σελ. 174-176.
  11. Beaton, 'Ερωτική μυθιστορία, σελ. 333, σημ. 82.
  12. Beaton, 'Μυθιστορία, σελ. 255-9
  13. Beck, Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας, σελ. 36
  14. Beck, Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας, σελ. 9-10.
  15. Beck, Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας, σελ. 10.
  16. Beck, Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας, σελ. 12.
  17. Beck, Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας, σελ. 11-12.
  18. Ενδεικτικά Λ. Πολίτης, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1978, σελ. 2-3
  19. Lendari, "The beginnings of Greek vernacular literature", σελ. 18

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βυζαντινές μυθιστορίες και επύλλια

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]