Διγλωσσία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση


Υπάρχουν διάφοροι ορισμοί σχετικά με τον όρο διγλωσσία. Ο Weinreich για παράδειγμα θεωρεί τη διγλωσσία «πρακτική της εναλλάξ χρήσης δύο γλωσσών». Βέβαια τη δεκαετία του 1960, ο Mackey διατύπωσε τη γνώμη ότι η διγλωσσία τελικά είναι ο κανόνας της γλώσσας, ενώ η μονογλωσσία η εξαίρεση αυτού[1]. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, με την επικράτηση της αγγλικής ως παγκόσμιας γλώσσας συνεννόησης, η άποψη του Mackey φαίνεται να είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα.

Στη γλωσσολογία, διγλωσσία είναι μια κατάσταση όπου, σε μια δεδομένη κοινωνία, υπάρχουν δύο (συχνά) στενά συνδεδεμένες γλώσσες, μια υψηλού γοήτρου, που χρησιμοποιείται γενικά από την κυβέρνηση, τους επίσημους εκπροσώπους καθώς και διάφορα μέσα, και μια χαμηλού γοήτρου, η οποία είναι -μερικές φορές προφορική- ιδιωματική γλώσσα. Η γλώσσα υψηλού γοήτρου τείνει να είναι τυποποιημένη, ενώ η χαμηλού γοήτρου απλή και πιο ασαφής όσον αφορά τη δομή και το συντακτικό καθώς και πιο ανοικτή στο λεξιλόγιο.

Στην Ελλάδα για μεγάλο χρονικό διάστημα επικρατούσε διγλωσσία που είναι γνωστή ως γλωσσικό ζήτημα.

Με τη στενή έννοια του όρου, η διγλωσσία έχει τρία θεμελιώδη χαρακτηριστικά:

1.Υπάρχουν δύο ποικιλίες της δεδομένης γλώσσας όπως προαναφέρθηκε, μια που θεωρείται υψηλού γοήτρου (high variety) και μια που θεωρείται χαμηλού γοήτρου (low variety)

2.Καθένα από τα παραπάνω είδη, χρησιμοποιείται για διαφορετικές λειτουργίες, όμως τα δύο αυτά είδη αλληλοσυμπληρώνονται μεταξύ τους.

3.Η γλώσσα υψηλού γοήτρου δεν χρησιμοποιείται συνήθως στην καθημερινότητά μας.


Η διγλωσσία ως χαρακτηριστικό, αναφέρεται περισσότερο σε κοινωνίες και κοινότητες, παρά στους ίδιους τους ανθρώπους. Ένας άνθρωπος μπορεί βεβαίως να χαρακτηριστεί ως δίγλωσσος, όμως διγλωσσικές είναι κατά κύριο λόγο οι κοινωνίες και οι κοινότητες. Στην Ελλάδα η πιο γνωστή διγλωσσική κοινότητα είναι αυτή των Μουσουλμάνων της Θράκης, όπου οι Έλληνες πολίτες μουσουλμανικού θρησκεύματος χρησιμοποιούν στην πλειονότητά τους και την Ελληνική και την Τουρκική γλώσσα.

Παράγοντες που επηρεάζουν το επίπεδο διγλωσσίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διάφοροι είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν το επίπεδο στο οποίο θα κατακτήσει ο δίγλωσσος τη δεύτερη του γλώσσα. Αυτοί είναι[2] :

  • Η ηλικία του ατόμου
  • Η γλωσσική επάρκεια
  • Η νοητική οργάνωση ( πως εκφράζεται το άτομο)
  • Το γλωσσικό περιβάλλουν ( εκτός του οικογενειακού κύκλου)
  • Το κοινωνικοπολιτισμικό περιβάλλον
  • Η στάση και οι συναισθηματικές σχέσεις ανάμεσα στον δίγλωσσο και την επικρατούσα γλωσσική ομάδα
  • Η πολιτιστική ταυτότητα ( τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά της ξένης γλώσσας και της κουλτούρας της)

Ένα γλωσσικό- κοινωνικό περιβάλλον, το οποίο απομονώνει τους "ξενόγλωσσους" και αποθαρρύνει τη χρήση μιας άλλης γλώσσας πέρα της επικρατούσας, μπορεί να προκαλέσει στον δίγλωσσο ομιλητή ντροπή για την δεύτερη του γλώσσα ( και τα στοιχεία που τον συνδέουν με τον πολιτισμό της), και να τον οδηγήσει στην σταδιακή παύση της χρήσης της. Επίσης ένα γλωσσικό κοινωνικό περιβάλλον, το οποίο ενσωματώνει τους "ξενόγλωσσους" ομιλητές στους κόλπους της και ενθαρρύνει τη χρήση μιας άλλης γλώσσας πέρα της επικρατούσας, προσφέροντας θέσεις εργασίας, με την στάση των ανθρώπων να παραμένει φιλική απέναντι στους δίγλωσσους, μπορεί να κάνει τον δίγλωσσο ομιλητή να νιώσει περήφανος για τη γλώσσα του και να βοηθήσει στην ανάπτυξη της.

Βέβαια, σημαντικοί για την ανάπτυξη της διγλωσσίας είναι και άλλοι παράγοντες, όπως η ύπαρξη σχολείων που διδάσκουν τη δεύτερη γλώσσα, οι σχέσεις του κράτους που διαμένουν οι δίγλωσσοι και του κράτους στο οποίο ανήκει η γλώσσα που μιλάνε, η πολιτική ελευθερία, η δυνατότητα σε πρόσβαση υλικού της ξένης γλώσσας κτλ.

Τα διάφορα είδη διγλωσσίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τα διάφορα είδη διγλωσσίας ξεχωρίζουν τα εξής τρία[3] :

  1. Η προσληπτική διγλωσσία. Σε αυτό το είδος της διγλωσσίας τα άτομα έχουν την δυνατότητα να κατανοήσουν την δεύτερη γλώσσα, χωρίς όμως να μπορούν να παράγουν γραπτό ή προφορικό λόγο.
  2. Η παθητική διγλωσσία. Αυτή η διγλωσσία δεν διαφέρει ιδιαίτερα από το πρώτο είδος. Η κύρια διαφορά τους είναι πως η δεύτερη δεν αναγνωρίζει την σημασία της αποκωδικοποίησης της γλώσσας, ενώ η πρώτη την αναγνωρίζει.
  3. Η ενεργός ή παραγωγική διγλωσσία. Σε αυτό το είδος διγλωσσίας τα άτομα έχουν τη δυνατότητα να παράγουν και να κατανοήσουν τον γραπτό και τον προφορικό λόγο της δεύτερης γλώσσας. Δηλαδή μπορούν να διαβάζουν, να γράφουν, να ακούν και να μιλάν στη δεύτερη τους γλώσσα. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει πως μπορούν να υπάρχουν και οι τέσσερις αυτές ενέργειες ταυτοχρόνως. Ένα άτομο μπορεί να ανήκει στην κατηγορία της παραγωγικής διγλωσσίας χωρίς να μπορεί να γράψει στη δεύτερη γλώσσα, αλλά μπορώντας να μιλήσει και να καταλάβει αυτά τα οποία ακούει.

Ακόμα, υπάρχει η διαφορά μεταξύ χρηστικής και λειτουργικής διγλωσσίας. Δηλαδή κατά πόσο ένα άτομο χρησιμοποιεί μια γλώσσα ανάλογα με τις συνθήκες. Οι δίγλωσσοι δύναται να δέχονται κοινωνικές πιέσεις από τον περίγυρο και την επικρατούσα γλωσσική ομάδα, με αποτέλεσμα να επιλέγουν τη χρήση της επικρατούσας γλώσσας στους δημόσιους χώρους, ενώ στο περιβάλλον του σπιτιού τους να επιλέγουν την πρώτη τους γλώσσα, τη γλώσσα δηλαδή που είναι διαφορετική της επικρατούσας.[4]


Η Ελλάδα είναι μια χώρα στην οποία η συντριπτική πλειοψηφία (99%) είναι σε θέση να μιλήσει την Ελληνική, πράγμα που την κατατάσσει σε υψηλές θέσεις στη λίστα των Ευρωπαϊκών χωρών[5].

Η λέξη διγλωσσία έχει και ένα ακόμα νόημα: την πρακτική του να παρουσιάζει κάποιος μία θέση την μία φορά και διαφορετική την άλλη. Μιλάμε, για παράδειγμα, για "Διγλωσσία στην Κυβέρνηση" υπονοώντας είτε την έλλειψη συντονισμού (ακούσια διγλωσσία) είτε την σκόπιμη προσπάθεια παραπλάνησης.

  1. Σκούρτου, Ε. (1997). Θέµατα διγλωσσίας και εκπαίδευσης. Αθήνα: Εκδόσεις Νήσος. σελ. 13-15. 
  2. Μάζη-Σελλά, Ελένη (2016). Διγλωσσία, εθνική ταυτότητα και μειονοτικές γλώσσες. Αθήνα: Εκδόσεις Λειμών. σελ. 46-50. 
  3. Μάζη-Σελλά, Ελένη (2016). ∆ιγλωσσία, εθνική ταυτότητα και µειονοτικές γλώσσες. Αθήνα: Εκδόσεις Λειμών. σελ. 59. 
  4. Μάζη-Σελλά, Ελένη (2001). ∆ιγλωσσία και Κοινωνία. Η ελληνική πραγματικότητα. Αθήνα: Εκδόσεις Προσκήνιο. σελ. 46. 
  5. Special, Eurobarometer 386 (Ιανουάριος 2012). Europeans and their Languages. Europe: European Commission. σελ. 11.