Ιστορία της ελληνικής γλώσσας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αυτό το άρθρο είναι μια επισκόπηση της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας.

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρωτο-ελληνική περιοχή, σύμφωνα με γλωσσολόγος Βλαντιμίρ Ι. Γκεοργκίεφ

Υπάρχουν διάφορες θεωρίες για την προέλευση της ελληνικής γλώσσας. Μια θεωρία προτείνει ότι η προέλευσή προέρχεται από πρωτοέλληνες μετανάτσες στη ελληνική χερσόνησο, οι οποίοι άρχισαν να καταφθάνουν στο 3000 με 1700 π.Χ. Μια άλλη θεωρία υποστηρίζει ότι η μετανάστευση στην Ελλάδα εμφανίστηκε σε προ-πρωτοελληνικό στάδιο και οι χαρακτηριστικές φωνητικές αλλαγές συνέβησαν αργότερα.

Μυκηναϊκή Ελληνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο γνωστό ελληνικό αλφάβητο ήταν το συλλαβάριο Γραμμική Β, που χρησιμοποιήθηκε για την αρχαϊκή Μυκηναϊκή διάλεκτο. Η γραμμική Β δεν είχε αποκρυπτογραφηθεί μέχρι το 1953. Μετά την πτώση του Μυκηναϊκού πολιτισμού κατά τη διάρκεια της κατάρρευσης της εποχής του Χαλκού, υπήρχε μια περίοδος περίπου πεντακόσια χρόνια όπου δεν χρησιμοποιούταν η γραφή ή δεν έχει διασωθεί κάτι μέχρι σήμερα. Από την πρώιμη κλασική εποχή, η ελληνική έχει γραφτεί στο ελληνικό αλφάβητο.

Αρχαίες ελληνικές διαλέκτους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατανομή των ελληνικών διαλέκτων κατά την κλασική περίοδο

Κατά την αρχαϊκή και κλασική περίοδο, υπήρχαν τρεις κύριες διάλεκτοι της ελληνικής γλώσσας: η Αιολική, Ιωνική και Δωρική, που αντιστοιχούν στις τρεις κύριες φυλές των Ελλήνων, οι Αιολείς (ζουν κυρίως στα νησιά του Αιγαίου και τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, βόρεια της Σμύρνης), οι Ίωνες (ως επί το πλείστον εγκαταστάθηκαν στη δυτική ακτή της Μικράς Ασίας, συμπεριλαμβανομένης της Σμύρνης και της περιοχής νότια της), και οι Δωριείς (ζούσαν κυρίως στην Πελοπόννησο, για παράδειγμα, τη Σπάρτη, τη Κρήτη και τα νοτιότερα μέρη της δυτικής ακτής της Μικράς Ασίας). Η Ιλιάδα και Οδύσσεια του Ομήρου γράφτηκαν σε ένα είδος λογοτεχνικών ιωνικών με κάποια δάνεια από τις άλλες διαλέκτους. Τα ιωνικά έγιναν η κύρια λογοτεχνική γλώσσα από την αρχαία Ελλάδα μέχρι την κυριαρχία των Αθηναίων στα τέλη του 5ου αιώνα. Η δωρική ήταν πρότυπο για την ελληνική λυρική ποίηση, όπως ο Πίνδαρος και οι χορωδιακές ωδές των ελλήνων τραγουδοποιών της αρχαιότητας.

Αττική Ελληνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αττική διάλεκτος, υποδιάλεκτος της ιωνικής, ήταν για αιώνες η γλώσσα της Αθήνας. Τα περισσότερα σωζόμενα έργα της κλασικής ελληνικής λογοτεχνίας γράφτηκαν στα αττικά, όπως τα σωζόμενα κείμενα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, τα οποία είχαν σε στην γραπτή μορφή από τους κλασικούς χρόνους.

Κοινή Ελληνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την κοινή ελληνική γλώσσα της περιοχής:
  Areas where Greek speakers were probably the majority.
  Intensely hellenised areas with a significant Greek-speaking minority.

Για αιώνες, η ελληνική γλώσσα ομιλούταν σε πολλές διαλέκτους. Καθώς ο ελληνικός πολιτισμός υπό τον Μέγα Αλέξανδρο (356-323 π.Χ.) και οι διάδοχοι του τον εξάπλωσαν από τη Μικρασία και την Αίγυπτο έως τις παραμεθόριες περιοχές της Ινδίας, η αττική διάλεκτος έγινε η βάση της Κοινής γλώσσας. Οι κάτοικοι των νέων περιοχών έμαθαν τη γλώσσα και έτσι η ελληνική έγινε παγκόσμια γλώσσα. Η ελληνική γλώσσα εξακολούθησε να ευδοκιμεί μετά τον Αλέξανδρο, κατά τη διάρκεια της Ελληνιστικής περιόδου (323 - 31 π.Χ.). Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η μετάφραση των Εβδομήκοντα, μια ελληνική μετάφραση της εβραϊκής Βίβλου, εμφανίστηκε.

Για πολλούς αιώνες η ελληνική ήταν η λίνγκουα φράνκα στο ανατολικό μισό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στη ρωμαϊκή εποχή πρωτογράφτηκε η Καινή Διαθήκη και εμφανίστηκαν τα "Ελληνικά της Καινής Διαθήκης" από το πιο διάσημο έργο της λογοτεχνίας εκείνης της εποχής.

Μεσαιωνική Ελληνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατανομή των ελληνικών διαλέκτων της Μικράς Ασίας μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Δημοτική με κίτρινο χρώμα. Του πόντου σε πορτοκαλί. Καππαδοκική ελληνική και πράσινο[1].

Η Μεσαιωνική ελληνική, επίσης γνωστή ως Βυζαντινή ελληνική,[2] είναι το στάδιο της ελληνικής γλώσσας που χρονολογείται στις αρχές του Μεσαίωνα, γύρω στο 600 και ολοκληρώνεται με την Οθωμανική κατάκτηση της πόλης της Κωνσταντινούπολης το 1453. Είναι η τελευταία ημερομηνία που σηματοδότησε το τέλος του Μεσαίωνα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Από τον 7ο αιώνα και μετά, η ελληνική έγινε η μόνη επίσημη γλώσσα στη κυβέρνηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αυτό το στάδιο της γλώσσας ονομάστηκε και Βυζαντινή ελληνική γλώσσα. Η μελέτη της Μεσαιωνικής ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας είναι κλάδος των Βυζαντινών Σπουδών (γνωστή και ως βυζαντινολογία), η οποία είναι η μελέτη της ιστορίας και του πολιτισμού της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Η αρχή της Μεσαιωνικής χρονολογείται περιστασιακά ήδη από τον 4ο αιώνα, είτε το 330, όταν το πολιτικό κέντρο της μοναρχίας μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ή στο 395 όταν έγινε η διαίρεση της Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση είναι μάλλον αυθαίρετη, καθώς είναι πιο πολύ πολιτική σε αντίθεση με την πολιτιστική και γλωσσική εξέλιξη. Ο βυζαντινός πολιτισμός υποβλήθηκε σε μια τέτοια τεράστια αλλαγή στον 7ο αιώνα και μπορεί να θεωρηθεί ως σημείο καμπής στην ανάπτυξη της γλώσσας. Η μεσαιωνική ελληνική είναι η σχέση μεταξύ των αρχαίων και σύγχρονων μορφών της γλώσσας, γιατί, αφενός, η λογοτεχνία εξακολουθεί να είναι έντονα επηρεασμένη από την Αρχαία ελληνική, ενώ από την άλλη πλευρά, πολλά γλωσσικά χαρακτηριστικά της νεοελληνικής υπήρχαν ήδη στην ομιλούμενη γλώσσα.

Σύγχρονη Ελληνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατανομή των μεγάλων σύγχρονη ελληνική διάλεκτο περιοχές

Η αρχή της "σύγχρονης" περιόδου της γλώσσας τοποθετείται συμβολικά μετά τη πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1453, αν και αυτή η ημερομηνία δεν σηματοδοτεί σαφή γλωσσική αλλαγή και πολλά χαρακτηριστικά της γλώσσας είχαν ήδη εμφανιστεί από τον 4ο έως τον 15ο αιώνα. Κατά τη διάρκεια της περιόδου, η γλώσσα βρισκόταν σε μια κατάσταση διγλωσσίας, με τις περιφερειακές ομιλούμενες διαλέκτους να ομιλούνται μαζί με τις αρχαϊκές διδασκόμενες μορφές.

Μετά την καθιέρωση της Ελλάδας ως ανεξάρτητο κράτος το 1829, η Καθαρεύουσα, μια καθαρμένη μορφή της γλώσσας—καθιερώθηκε ως επίσημη γλώσσα του κράτους και η μόνη αποδεκτή μορφή της ελληνικής στην Ελλάδα. Η όλη προσπάθεια οδήγησε στο γλωσσικό ζήτημα, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας φραξιών: των Δημοτικιστών, που στήριξαν την κοινή (Δημοτική) διάλεκτο, και τους Λόγιους ή Καθαρευουσιάνους που υποστήριξαν την "καθαρμένη διάλεκτο". Μέχρι εκείνο το σημείο, η χρήση της Δημοτικής αποθαρρυνόταν. Η χρήση της δημοτικής για κρατικούς σκοπούς απαγορευόταν.

Η πτώση της Χούντας το 1974 και το τέλος της εποχής της Μεταπολίτευσης το 1974–1976 έφερε την αποδοχή της Δημοτικής ως επίσημη μορφή για χρήση από την ελληνική κυβέρνηση, αν και η Καθαρεύουσα έχει αφήσει μερικά στοιχεία στην σημερινή δημοτική.

Σήμερα, η δημοτική νεοελληνική είναι επίσημη στη Ελλάδα και Κύπρο. Έχει περίπου 12 με 15 εκατομμύρια ομιλητές, κυρίως στην Ελλάδα και την Κύπρο. Επίσης ομιλείται από μειονότητες και κοινότητες μεταναστών και σε πολλές άλλες χώρες.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Dawkins, R.M. 1916. Modern Greek in Asia Minor. A study of dialect of Silly, Cappadocia and Pharasa. Cambridge: Cambridge University Press. https://archive.org/details/moderngreekinas00hallgoog
  2. «There is a pending petition for an ISO639-3 code of Medieval Greek: gkm». Sil.org. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Geoffrey Horrocks, Greek: A History of the Language and Its Speakers (Longman Linguistics Library). Addison Wesley Publishing Company, 1997. (ISBN 0-582-30709-0)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]