Ρωμανιώτικη διάλεκτος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ιστορία της
Ελληνικής γλώσσας

(βλ. επίσης Ελληνικό αλφάβητο)
Πρωτοελληνική (περ. 3000 π.Χ.)
Μυκηναϊκή (περ. 1600–1200 π.Χ.)
Αρχαία ελληνική
(περ. 800–300 π.Χ.)
Διάλεκτοι:
Αιολική, Αρκαδοκυπριακή, Αττική-Ιωνική,
Δωρική, Παμφυλιακή; Ομηρική.
πιθανή διάλεκτος: Μακεδονική.

Ελληνιστική Κοινή
(από περ. 300 π.Χ. ώς 300 μ.Χ. ή 600 μ.Χ.)
Μεσαιωνική ελληνική
(περ. 700-1700)
Νέα ελληνική γλώσσα
(από το 1700)
Δημοτική, Καθαρεύουσα
Διάλεκτοι:
Καππαδοκική, Κυπριακή,
Κατωιταλική , Κρητική
Ποντιακή, Τσακωνική, Ρωμανιώτικη

Τα ρωμανιώτικα, επίσης γνωστά ως γεβανικά (από την εβραϊκή λέξη יון Yāvān που σημαίνει «Ελλάδα» ή «Ιωνία»), ήταν η διάλεκτος της ελληνικής γλώσσας που μιλούσαν οι Ρωμανιώτες. Τα ρωμανιώτικα προέρχονταν από την ελληνιστική κοινή με εβραϊκές επιδράσεις. Δεν διέφεραν τόσο από τα ελληνικά των χριστιανών ώστε η αμοιβαία κατανόηση να ήταν αδύνατη. Οι Ρωμανιώτες χρησιμοποιούσαν την εβραϊκή αλφάβητο για να γράψουν ρωμανιώτικα.

Δεν υπάρχουν πλέον ομιλητές των ρωμανιώτικων για τους ακόλουθους λόγους:

  • Η αφομοίωση των Ρωμανιωτών από τους ισπανόφωνους Σεφαρδίτες.
  • Οι προσπάθειες αφομοίωσής τους από τις ελληνικές, τουρκικές και βουλγαρικές αρχές.
  • Η μετανάστευση πολλών Ρωμανιωτών.
  • Η ιδεολογία του Σιωνισμού, η οποία προτιμούσε τα εβραϊκά ως μόνη γλώσσα των Εβραίων.
  • Ο θάνατος πολλών Ρωμανιωτών κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος.

Σχετικά άρθρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί δεσμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]