Δημοτικισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο Δημοτικισμός είναι πνευματικό κίνημα που μεσουράνησε στο γλωσσικό στερέωμα τον 20ό αιώνα. Κυριάρχησε ως υπέρτατη γλωσσική ανάγκη να «καθαριστεί» η ελληνική γλώσσα από την καθαρεύουσα και τον αρχαϊσμό. Ο δημοτικισμός αποτέλεσε αντικείμενο διεκδίκησης σε κοινωνικό εθνικό επίπεδο.

Ιστορικό υπόβαθρο - απαρχές του δημοτικισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Δημοτικισμός ως εκπαιδευτικό κίνημα ξεκίνησε το 1888 όταν ο Ψυχάρης κυκλοφόρησε το βιβλίο «το ταξίδι μου» το οποίο αποτελεί το μανιφέστο του Δημοτικισμού.

Συστατικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Δημοτικισμός θεωρεί τη γλώσσα και το έθνος ζωντανούς οργανισμούς. Η γλώσσα και η κουλτούρα του ελληνικού πληθυσμού αποτελούν τη φυσική συνέχεια της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και κουλτούρας. Η μελέτη της νεοελληνικής γλώσσας, των δημοτικών τραγουδιών και των λαϊκών παραμυθιών παίζει καθοριστικό ρόλο στην εκπαίδευση.

Φάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο δημοτικισμός πέρασε από τις εξής φάσεις:

Από τα Ευαγγελικά στα Αθεϊκά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1880 η δημοτική γλώσσα επικράτησε ως η γλώσσα της ποίησης, με αναφορά το έργο του Παλαμά,Τα τραγούδια της Πατρίδας μου (1886). Αργότερα έγινε προσπάθεια να επεκταθεί η δημοτική γλώσσα και σε άλλα είδη του λόγου. Έγινε προσπάθεια για μετάφραση της Καινής Διαθήκης στη δημοτική γλώσσα που επιχείρησε ο Αλεξ. Πάλλης. Το πρώτο βιβλίο που συνδέεται με την έναρξη του εκπαιδευτικού δημοτικισμού είναι το βιβλίο του Φ. Φωτιάδη «το γλωσσικό ζήτημα και η εκπαιδευτική μας Αναγέννηση» το 1902.

Τα Αθεϊκά του Βόλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αλέξανδρος Δελμούζος, σημαντική προσωπικότητα του δημοτικισμού, ίδρυσε το Παρθεναγωγείο του Βόλου (1908-1911). Στο Παρθεναγωγείο προωθήθηκαν ζητήματα όπως η χρήση της δημοτικής γλώσσας, η εγκατάλειψη του κλασσικισμού και η μαθητοκεντρική διδασκαλία. Το 1911 σταμάτησε η λειτουργία του Παρθεναγωγείου («Αθεϊκά»). Δημιουργήθηκαν δύο αντίπαλα στρατόπεδα:

  • Δελμούζος - φιλελεύθερος αστισμός στον χώρο της εκπαίδευσης με πολιτικό υποστηρικτή τον Ελευθέριο Βενιζέλο
  • Επίσκοπος Δημητριάδος - συντηρητισμός - με πολιτικό υποστηρικτή τον Βασιλιά Κωνσταντίνο

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση (1917-1920)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη τριετία 1917-20 γράφτηκαν 13 αναγνωστικά προσαρμοσμένα στους σκοπούς της μεταρρύθμισης. Το αναγνωστικό «Τα Ψηλά Βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου αποτέλεσε την τελειότερη έκφραση του Εκπαιδευτικού Δημοτικισμού: δημοτική γλώσσα με συντακτική και γραμματική συνέπεια, προώθηση της Νεοελληνικής Αγωγής και αστική ιδεολογία με έμφαση στον ορθό λόγο. Τα αναγνωστικά αποσύρθηκαν από τα σχολεία όταν ακολούθησε η ήττα των Βενιζελικών (Νοεμ.1920), με ακύρωση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας.

Τα Μαρασλειακά (1924-1926)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή οι πρωτεργάτες του Εκπαιδευτικού Ομίλου (Γληνός, Δελμούζος, Τριανταφυλλίδης) ανέλαβαν σημαντικές θέσεις στο υπουργείο Παιδείας. Δημιουργήθηκαν 3 σημαντικά ιδρύματα:

  1. Το Μαράσλειο Διδασκαλείο που εκπαίδευε δασκάλους
  2. Η Παιδαγωγική Ακαδημία που εκπαίδευε καθηγητές για το διδασκαλείο
  3. Το Πρότυπο Δημοτικό ως πεδίο εφαρμογής νέων προγραμμάτων και μεθόδων.

Η προσπάθεια σταμάτησε το 1926 με τα λεγόμενα «Μαρασλειακά», διαμάχη που ξέσπασε εξαιτίας του τρόπου που δίδασκε την Ιστορία η καθηγήτρια του Διδασκαλείου Ρόζα Ιμβριώτη.

Οι δάσκαλοι της αντίδρασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία ομάδα δασκάλων συγκεντρώθηκε γύρω από το εκπαιδευτικό περιοδικό «Ερμής» ενώ ο εκδότης του Α. Καραγιάννης, αντιβενιζελικός με ακραίες συντηρητικές αντιλήψεις, μιλούσε υποτιμητικά για τη δημοτική γλώσσα θεωρώντας τον δημοτικισμό, όργανο του κομμουνισμού. Άλλοι σημαντικοί διανοούμενοι που ανήκαν στην παράταξη που έδρασε την οκταετία (1923-1930) ήταν ο Νικόλαος Εξαρχόπουλος, ο Γ. Χατζηδάκης, ο Τρύφων Παπαθανασίου και ο Ι. Τουρνάς. Οι επιτυχίες τους συνοψίστηκαν ως διάσπαση της διδασκαλικής ομοσπονδίας (1927) που ταυτίζεται χρονικά με τη διάσπαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου (8/5/1927). Η αντίφαση καθαρεύουσας - δημοτικισμού αποτέλεσε χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της περιόδου. Η καθαρεύουσα και γενικότερα ο κλασικισμός επιβίωσαν στη Μέση Εκπαίδευση. Η καθαρεύουσα έγινε αποδεκτή από τα μεσοαστικά στρώματα και αποτέλεσε προϋπόθεση για την επαγγελματική τους άνοδο, την κοινωνική τους καταξίωση και την ταξική τους ταυτότητα. Τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά στο δημοτικό σχολείο όπου ο πληθυσμός στη πλειονότητα του ήταν αγροτικός, δεν δέχτηκε την καθαρεύουσα και δυσκολεύτηκε σημαντικά να απορροφήσει τους ξενόφωνους των «νέων χωρών» (1913) καθώς και τους πρόσφυγες από Μ.Ασία και Πόντο (1922).

Η δεύτερη γενιά των δημοτικιστών δασκάλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παράλληλα με τους ηγέτες του δημοτικιστικού κινήματος Γληνό, Δελμούζο και Τριανταφυλλίδη εμφανίστηκε μία δεύτερη γενιά διανοουμένων με υψηλό βαθμό παιδαγωγικής κατάρτισης και αριστερή πολιτική ταυτότητα. Σημαντικός εκπρόσωπος αυτής της γενιάς υπήρξε ο δάσκαλος Γ. Δανός. Ενώ οι περισσότεροι διανοούμενοι του εκπαιδευτικού δημοτικισμού είχαν αναπτύξει πολλαπλές σχέσεις με τον βενιζελισμό της περιόδου η δεύτερη γενιά υπήρξε άτυχη εφόσον εμφανίστηκε όταν η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είχε σταματήσει να κυριαρχεί δυναμικά (1933 και εξής ).

Ο εκπαιδευτικός δημοτικισμός και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μεταξάς υπήρξε υποστηρικτής της δημοτικής και επιπλέον θεωρούσε τον δημοτικισμό εθνικό κίνημα. Στο διάστημα 36-38 η δημοτική γλώσσα που με τη μεταρρύθμιση του '29 είχε απλωθεί στις έξι τάξεις του δημοτικού και στις δύο πρώτες του Γυμνασίου περιορίστηκε στις τέσσερις πρώτες τάξεις του δημοτικού και από το 1937 μόνο στις τρεις. Σύμφωνα με τη «Ρηγοπούλου» η δημοτική γλώσσα έγινε αποδεκτή γιατί συνδέθηκε με την ανάπτυξη της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης καθώς και τον πρακτικό χαρακτήρα των σπουδών. Με την εγκαθίδρυση της δικτατορίας απαγορεύτηκε η κυκλοφορία παιδαγωγικών εντύπων εκτός από δύο που αποτέλεσαν τα φρούρια του εκπαιδευτικού δημοτικισμού. «Η Σχολική Εφημερίς» που ήταν αφιερωμένη σε ζητήματα εφαρμοσμένης παιδαγωγικής και η «Παιδεία» που συγκέντρωσε τους πιο υψηλούς διανοούμενους του εκπαιδευτικού δημοτικισμού.

Ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας από τους πρωτεργάτες του δημοτικισμού ήταν ο Δημήτρης Γληνός. Η πρώτη γνωριμία με τον δημοτικισμό έγινε μέσω του περιοδικού Νουμάς που εξέδιδε ο πρωτοπόρος δημοτικιστής Ταγκόπουλος. Την περίοδο αυτή μεγάλοι λογοτέχνες όπως ο Χατζόπουλος, ο Καμπύσης, ο Καρκαβίτσας, ο Νιρβάνας, ο Ξενόπουλος, ο Γρυπάρης, ο Μαλακάσης, ο Βάρναλης και ο Σουρής, επηρεασμένοι από το κίνημα του Ψυχάρη άρχισαν να γράφουν στη δημοτική. Πολλά περιοδικά όπως η Τέχνη του Χατζόπουλου, τα Προπύλαια του Βλαχογιάννη ο Νουμάς του Ταγκόπουλου εκδόθηκαν στη δημοτική. Το 1904,ο Γληνός έγινε μέλος του συλλόγου των δημοτικιστών η εθνική μας γλώσσα.

Ο Γληνός ακολούθησε την ιδεολογία της προοδευτικής αστικής τάξης. Πίστευε ότι η εκπαίδευση μπορεί να βελτιωθεί με την εισαγωγή της δημοτικής και την αναπροσαρμογή των των αναλυτικών προγραμμάτων των σχολείων. Επιπλέον υποστήριξε ότι η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δε μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς κοινωνική και πολιτική αλλαγή. Το 1910 ίδρυσε τον Εκπαιδευτικό Όμιλο ο οποίος μετά την αντίδραση Δελμούζου-Γληνού διασπάστηκε το Μάρτιο του 1927.

Απόψεις των ιδρυτών του Εκπαιδευτικού Ομίλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι απόψεις του Δελμούζου-Γληνού όσον αφορά την ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου παραμένουν διαφορετικές:[1]

Προτάσεις του Αλέξανδρου Δελμούζου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όμιλος είναι ένα εκπαιδευτικό σωματείο και όχι πολιτικό, δεν ενδιαφέρεται για ορισμένο κόμμα,πολιτική παράταξη, κοινωνική τάξη αλλά φροντίζει για την εκπαίδευση του συνόλου.

Προτάσεις του Δημητρίου Γληνού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο Εκπαιδευτικός όμιλος δεν είναι προσκολλημένος σε κανένα πολιτικό κόμμα.Είναι σωματείο που μελετά τα εκπαιδευτικά προβλήματα και ασκεί συγκεκριμένη εκπαιδευτική πολιτική.
  • Κάθε κοινωνική αλλαγή πραγματοποιείται μέσα από την πάλη των κοινωνικών τάξεων. Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση αφορά τις κοινωνικές τάξεις που αγωνίζονται για την πραγματοποίηση των των κοινωνικών αλλαγών
  • Ο κύριος εργάτης, ηθικός αυτουργός της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης είναι ο δάσκαλος. Ο δάσκαλος όχι μόνο έχει το δικαίωμα της ελεύθερης σκέψης αλλά βοηθά με τον δικό του τρόπο στην αναμόρφωση της παιδείας.
  • Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος θεωρεί ως σημαντικό κομμάτι της δημόσιας αγωγής τη διδασκαλία των θρησκευτικών μαθημάτων στα σχολεία ως ζήτημα ελευθερίας της συνείδησης.
  • Ως εθνική αγωγή αναφέρονται τα ζωντανά στοιχεία του πολιτισμού που αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Ελληνικού λαού. Επιπλέον δεν πρέπει να ταυτίζεται η έννοια του έθνους με τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης.

Εδραίωση στην εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δημοτική ως όργανο επικοινωνίας χρησιμοποιήθηκε από ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού που καθόριζε τη φυσιογνωμία της Ελλάδος, κυριάρχησε στην Παιδεία, την κοινωνία, την επιστήμη και τη διοίκηση. Ο εικοστός αιώνας είναι ο αιώνας που για πρώτη φορά διδάχθηκε στην ελληνική σχολική εκπαίδευση η κοινή νέα ελληνική γλώσσα, η δημοτική. Ταυτόχρονα οι Έλληνες διχάστηκαν σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα.

  1. οι υποστηριχτές της λόγιας γλωσσικής παράδοσης (καθαρεύουσα) και
  2. οι οπαδοί της προφορικής γλωσσικής παράδοσης (δημοτική).

Οι καθαρευουσιάνοι κατηγόρησαν τους δημοτικιστές αποκαλώντας τους προδότες, ανθέλληνες, μη πατριώτες και πουλημένους στους εχθρούς της πατρίδας. Κάθε απόκλιση από την καθαρεύουσα ισοδυναμούσε με αποδοκιμασία - άρνηση της εθνικής ταυτότητας. Ο πολιτικός διχασμός της περιόδου 1915-17, οδήγησε σε ρήξη την αντιβενιζελική παράταξη, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας ήταν η καθαρεύουσα, με τη βενιζελική που χαρακτηριζόταν από την κυριαρχία της δημοτικής. Αυτό όμως που άλλαξε την πορεία της ελληνικής εκπαίδευσης ήταν η εισαγωγή της διδασκαλίας της Νεοελληνικής (δημοτικής) στα δημοτικά σχολεία με πρωτοβουλία του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1917.[2]

Η διδασκαλία της δημοτικής στην εκπαίδευση γενικεύτηκε πενήντα χρόνια αργότερα με την Κυβέρνηση Κ. Καραμανλή και υπουργό παιδείας τον Γ. Ράλλη. Με αυτό τον τρόπο η δημοτική καθιερώθηκε ως η επίσημη γλώσσα της Εκπαίδευσης και της Διοίκησης. Η αυξανόμενη χρήση της δημοτικής το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα οδήγησε στην απλούστευση της γραμματικοσυντακτικής δομής της. Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι με την εισαγωγή της δημοτικής έχουμε μία ανεξέλεγκτη χρήση ξένων λέξεων και μεταφραστικών δανείων, η νεοελληνική δημοτική γλώσσα ήταν πιο άμεση στην έκφραση νοημάτων και είχε καλύτερο επικοινωνιακό αποτέλεσμα σε σχέση με την καθαρεύουσα.

Αλλαγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κυριότερες αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στην εκπαίδευση μέσω της εισαγωγής της δημοτικής γλώσσας ήταν:[3][4]

  • Γραμματικό σύστημα: Κάποιοι παλιοί τριτόκλιτοι τύποι εξαφανίστηκαν όπως (πόλις, κυβέρνησις, ελπίς), ενώ εξαφανίστηκαν και πολλοί τύποι γενικής σε -εως ( κατάστασης αντί καταστάσεως ).
  • τα θηλυκά επαγγελματικά ονόματα δεν διαφοροποιούνταν μόνο με το άρθρο/ επίθετο ( η δικηγόρος, η βουλευτής) αλλά και με τις παραγωγικές καταλήξεις (δικηγορίνα,βουλευτίνα).
  • Τα ρήματα σε άω με τύπους σε -α χρησιμοποιούνταν όλο και περισσότερο (μιλάω-μιλάει-μιλάμε-μιλάνε,τραγουδάω-τραγουδάει-τραγουδάμε-τραγουδάνε). Άρχισαν να γράφονται τύποι σε σε -νε: χαιρετάνε, γράφουνε, βλέπουνε. Χρησιμοπούνται τύποι -αγα αντί σε -ούσα: μίλαγα, τραγούδαγα, αγάπαγα.
  • Χρησιμοποιόταν όλο και πιο συχνά ο αυξημένος τύπος της προστακτικής αντί του αναύξητου στα σύνθετα ρήματα; υπέγραψε (αντί υπόγραψε),απέδειξε μου (αντί απόδειξε).
  • Χρησιμοποιήθηκε το εμπρόθετο συμπλήρωμα (αντικείμενο) των ρημάτων αντί της απλής γενικής: έδωσα στην εφορία την απόδειξη (όχι: έδωσα της εφορίας...).
  • χρησιμοποίηση των λαϊκών τύπων των ονομάτων των μηνών Μάρτης αντί Μάρτιος, Σεπτέμβρης αντί Σεπτέμβριος.
  • Αντικατάσταση της κατάληξης -ως των λόγιων επιρρημάτων από την κοινή επιρρηματική κατάληξη (ακόλουθα αντί ακολούθως).[5]
  • Με την επικράτηση της δημοτικής σχετίζεται η χρήση του μονοτονικού συστήματος. Όπως αναφέρει ο Γ. Χατζηδάκης σε σχετική μελέτη του καταχωρημένη στην Επιστημονική Επετηρίδα του Πανεπιστημίου, η θέση του τόνου να δηλώνεται απλώς «δι ενός σημείου, οίον σταυρού, αστερίσκων ή άλλου διακριτικού, άνωθεν της τονούμενης συλλαβής». Έτσι θα απαλλάσσονταν οι μαθητές του δημοτικού σχολείου. Όπως ανέφερε ο Χατζηδάκης «των πλείστων κανόνων περί ψηλής και δασείας, περί οξείας, βαρείας και περισπωμένης, περί μακρών και βραχέων φωνηέντων κ.λ.π.». και η διδασκαλία θα απέβαινε «κατά πολλά ευκολοτέρα και ωφελιμοτέρα» (Τριανταφυλλίδης ,1913: 150,157).[6]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αθανασιάδης
  2. Μπασλής, σελ. 70
  3. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2 Ιαν. 2000). «Από τον λογιωτατισμό στη δημοτική». TO BHMA. Ανακτήθηκε στις 5 Αυγούστου 2016. 
  4. Αλέξης Δημαράς, Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε Αθήνα, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη,1974, σελ 151-153
  5. Μπασλής, σελ. 74
  6. Σκούρα σελ. 8

Βιβλιογραφικές πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]