Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1806–1812)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (1806-1812)
Μέρος των Ρωσοτουρκικών πολέμων και των Ναπολεόντειων πολέμων
Athosbattle.jpg
Ο Ρωσικός στόλος μετά τη Ναυμαχία του Άθω, του Αλεξέι Μπογολιούμποβ (Aleksey Bogolyubov) (1824-96).
Ημερομηνία 1806-1812
Τόπος Μολδαβία, Βλαχία, Αρμενία και τα Δαρδανέλια
Έκβαση Νίκη της Ρωσίας
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
Άγνωστες
Άγνωστες
Απώλειες
Άγνωστες
Άγνωστες

Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1806-1812 ήταν μία από τις πολλές πολεμικές αναμετρήσεις μεταξύ της Αυτοκρατορικής Ρωσίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πόλεμος ξέσπασε μεταξύ του 18051806, στη σκιά των Ναπολεόντειων Πολέμων. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενθαρρυμένη από την ήττα της Ρωσίας στη μάχη του Οστερλίτζ (Austerlitz), καθαίρεσε τους Ρωσόφιλους οσποδάρους των υποτελών σε αυτή κρατών της Μολδαβίας (Αλέξανδρος Μουρούζης) και Βλαχίας (Κωνσταντίνος Υψηλάντης). Ταυτόχρονα, οι Γάλλοι σύμμαχοί των Τούρκων κατέλαβαν τη Δαλματία και απειλούσαν να διεισδύσουν στα Παραδουνάβια πριγκιπάτα ανά πάσα στιγμή. Προκειμένου να διασφαλίσει τα Ρωσικά σύνορα ενάντια σε μία πιθανή Γαλλική επίθεση, ένα Ρωσικό στρατιωτικό απόσπασμα 40.000 στρατιωτών προωθήθηκε στη Μολδαβία και τη Βλαχία. Ο Σουλτάνος αντέδρασε αποκλείοντας τα Δαρδανέλια για τα Ρωσικά πλοία και κηρύττοντας τον πόλεμο στη Ρωσία.

Πρώτες εχθροπραξίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά ο τσάρος ήταν διστακτικός να συγκεντρώσει μεγάλες δυνάμεις ενάντια στην Τουρκία ενώ παράλληλα οι σχέσεις με την Γαλλία ήταν αβέβαιες και ο κύριος όγκος του στρατού του ήταν απασχολημένος πολεμώντας τον Ναπολέοντα στην Πρωσία. Μία Οθωμανική επίθεση με στόχο το Βουκουρέστι ανεστάλη εγκαίρως στο Ομπιλέστι (Obilesti) από μία δύναμη 4.500 στρατιωτών διοικούμενες από τον Μιχαήλ Μιλοράντοβιτς (Mikhail Miloradovich) στις 2 Ιουνίου 1807. Στην Αρμενία, το απόσπασμα, δύναμης 7.000 ανδρών, του Κόμη Ιβάν Γούδοβίτς (Count Ivan Gudovich) κατέστρεψε μία μεγάλη τουρκική δύναμη 20.000 ανδρών στη μάχη του Αρπαχάι (18 Ιουνίου). Στο μεταξύ, το Ρωσικό ναυτικό υπό τη διοίκηση του Ντιμίτρι Σενιάβιν απέκλεισε τα Δαρδανέλια και κατέστρεψε τον Οθωμανικό στόλο στη Ναυμαχία των Δαρδανελίων και τη Ναυμαχία του Άθω, εδραιώνοντας τη Ρωσική κυριαρχία στη θάλασσα

Εκστρατείες 1808-1810[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αυτό το σημείο ο πόλεμος αν δεν υπογράφονταν οι συνθήκες του Τιλσίτ (Peace of Tilsit). Ο Αλέξανδρος Α΄ της Ρωσίας, μετά από προτροπή του Ναπολέοντα να υπογράψει ανακωχή με τους Τούρκους, χρησιμοποίησε την παύση των πολεμικών επιχειρήσεων για να μεταφέρει περισσότερους Ρώσους στρατιώτες από την Πρωσία στη Μπεσαράβια. Όταν ο στρατός του Νότου έφτασε τις 80.000 άνδρες και οι εχθροπραξίες ξανάρχισαν, ο εβδομηνταεξάχρονος επικεφαλής διοικητής Προζορόβσκι (Prozorovsky) σημείωσε μικρή πρόοδο για περισσότερο από ένα χρόνο. Τον Αύγουστο του 1809 αντικαταστάθηκε από τον Πρίγκηπα Μπαγρατιόν (Pyotr Bagration) ο οποίος άμεσα πέρασε το Δούναβη και κατέλαβε την επαρχία Δοβρουτσά (Dobruja). Ο Μπαγρατιόν κινήθηκε για να πολιορκήσει την πόλη Σιλίστρια (Silistria), όμως, μαθαίνοντας ότι ο τουρκικός στρατός, δύναμης 50.000 ανδρών, πλησιάζει την πόλη, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Δοβρούτσα και να υποχωρήσει στη Μπεσαράβια.

Το 1810 οι εχθροπραξίες άρχισαν εκ νέου από τα αδέρφια Καμένσκι (Kamensky), τα οποία νίκησαν τις Οθωμανικές ενισχύσεις που κατευθύνονταν προς τη Σιλίστρια και εκδίωξαν τους Τούρκους από το Παζαρντζίκ (Pazardzhik) στις 22 Μαΐου. Η ήττα αυτή των Τούρκων έφερε τη Σιλίστρια σε δεινή θέση και η φρουρά της πόλης παραδόθηκε στις 30 Μαΐου. Δέκα μέρες αργότερα, ο Καμένσκι άρχισε την πολιορκία ενός άλλους ισχυρού οχυρού, αυτού της πόλης Σούμλα (Shumla). Η έφοδος του προς το φρούριο αποκρούστηκε με μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές (Ανάμεσα στούς νεκρούς ήταν ο Εμμανουήλ Παπαδόπουλος Ρώσος Υποστράτηγος, Ελληνικής καταγωγής), ενώ περισσότερη αιματοχυσία επήλθε κατά τη δολοφονική έφοδο στην πόλη Ρους (Rousse), στις 22 Ιουλίου. Το οχυρό της Ρους αντιστάθηκε στις επιθέσεις των Ρώσων μέχρι τις 9 Σεπτεμβρίου, και μετά από τον αιφνιδιασμό ενός μεγάλου Τουρκικού αποσπάσματος και την εκδίωξή του στο Μπατίν (Batyn) από τον στρατό του Καμένσκι στις 26 Αυγούστου. Λίγο αργότερο ο Καμένσκι πέθανε και ο νέος διοικητής, Μιχαήλ Κουτουζόβ (Mikhail Kutuzov), εγκατέλειψε τη Σιλίστρια και άρχισε σταδιακά να υποχωρεί προς το Βορρά.

Αποτελέσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υποχώρηση του Κουτουζόβ προκάλεσε τον Τούρκο διοικητή, Αχμέτ Πασά (Ahmet Pasha), να οδηγήσει τους 60.000 άνδρες του ενάντια του Ρωσικού στρατού. Η μάχη έλαβε χώρα στις 22 Ιουνίου 1811 κοντά στη Ρους. Παρόλο που η επίθεση αποκρούσθηκε ο Κουτουζόβ διέταξε τις δυνάμεις του να διαβούν τον Δούναβη πίσω στη Μπεσαράβια. Αρκετούς μήνες αργότερα, ένα ξεχωριστό απόσπασμα επέστρεψε μυστικά, αιφνιδιάζοντας τον Αχμέτ Πασά τη νύχτα, στις 2 Οκτωβρίου. Περισσότεροι από 9.000 Οθωμανοί σφαγιάστηκαν εκείνη τη νύχτα, υποχρεώνοντας τον Αχμέτ Πασά να παραδοθεί στον Κουτουζόβ στις 23 Νοεμβρίου.

Σύμφωνα με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου, που υπεγράφη από τον Κουτουζόβ στις 28 Μαΐου, οι Τούρκοι εκχώρησαν τη Μπεσαράβια στη Ρωσία (παρόλο που τα εδάφη αυτά άνηκαν στην υποτελή τους Μολδαβία την οποία είχαν υποχρέωση να προστατεύσουν). Η συνθήκη εγκρίθηκε από τον Αλέξανδρος Α΄ της Ρωσίας στις 11 Ιουνίου, μόλις δεκατρείς μέρες πριν από την έναρξη της εισβολής του Ναπολέοντα στη Ρωσία.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Петров А.Н. The War between Russia and Turkey, 1806—1812, vol. 1-3. SPb, 1885—87.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Russo-Turkish War (1806–1812) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).