Ελληνόρρυθμη Καθολική Εκκλησία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Τμήμα της Καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα αποτελεί η Ελληνική Καθολική Εξαρχία, δηλαδή η κοινότητα των καθολικών του βυζαντινού λειτουργικού τύπου (Ritus Graecus), γνωστών ως Ελληνόρρυθμων Καθολικών ή Ουνιτών. Το τελευταίο όνομα προέρχεται από τη λατινική λέξη unitus, δηλαδή «ενωμένος», και εννοεί τους ανατολικούς χριστιανούς που ενώθηκαν με τη Δυτική Εκκλησία κατ' εφαρμογή των αποφάσεων της Συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας (1439). Οι ελληνόρρυθμοι έχουν πλήρη κοινωνία με την Εκκλησία της Ρώμης, αλλά διατηρούν τις λειτουργικές παραδόσεις και το εορτολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αναγνωρίζουν όλα τα δόγματα και τη θεολογία της Καθολικής Εκκλησίας, ενώ τιμούν όλους τους ορθοδόξους αγίους, εκτός όσων αναγνωρίστηκαν από τους ορθοδόξους μετά τη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας (1439).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περίοδος της οθωμανικής και βενετικής κυριαρχίας ως τον 19ο αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα οι ελληνόρρυθμοι καθολικοί ισχυρίζονται ότι αποτελούν τη φυσική συνέχεια της ομάδας των ενωτικών, που κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο (13ος-15ος αιώνας) υποστήριζαν την ένωση της Ανατολικής με τη Δυτική Εκκλησία. Θεολογικά η θέση αυτή μπορεί να γίνει δεκτή, από την άποψη ότι οι Ελληνόρρυθμες Καθολικές (Ουνιτικές) Εκκλησίες αποτελούν την πρακτική εφαρμογή των αποφάσεων της ενωτικής Συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας (1439). Ιστορικά όμως κοινότητες ελληνορρύθμων με δικό τους κλήρο δεν εντοπίζονται στις πρώην βυζαντινές περιοχές πριν τον 19ο αιώνα. Άλλωστε πουθενά οι ουνιτικές κοινότητες δεν σχηματίστηκαν ως φυσική συνέχεια κοινοτήτων και κλήρου ενωτικών ορθοδόξων της μεσαιωνικής περιόδου. Επιπλέον οι ενωτικοί παρ' ότι υπήρξαν ως κίνηση μέσα στη Βυζαντινή Εκκλησία, δεν σχημάτισαν ιδιαίτερες κοινότητες.

Οι ορθόδοξες κοινότητες των βενετικών κτήσεων στο Αιγαίο και στο Ιόνιο λειτουργούσαν υπό ένα ιδιόρρυθμο καθεστώς αναγκαστικού ουνιτισμού, καθώς οι κληρικοί τους βρίσκονταν υπό τη δικαιοδοσία των κατά τόπους Φράγκων (καθολικών) επισκόπων, οι οποίοι ενέκριναν τους διορισμούς των Ρωμιών (ορθοδόξων) παπάδων. Ωστόσο οι ορθόδοξοι κληρικοί δε χειροτονούνταν από καθολικούς, αλλά μετέβαιναν στις οθωμανικές περιοχές, για να χειροτονηθούν από ορθοδόξους ιεράρχες, αφού δεν επιτρεπόταν η παρουσία ορθοδόξων επισκόπων στις βενετικές περιοχές. Επιπλέον η διοικητική αυτή ένωση δε φαίνεται να εννοείτο και ως πλήρης εκκλησιαστική κοινωνία, αφού ο διαχωρισμός μεταξύ ορθοδόξου (ρωμέικου) και καθολικού (φράγκικου) εκκλησιάσματος –τουλάχιστον στα μάτια της ιεραρχίας– ήταν αυστηρός και σαφής. Υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία για λειτουργική κοινωνία μεταξύ των δύο εκκλησιαστικών κοινοτήτων και αυτά αφορούν μάλλον εξαιρέσεις: Κατά κανόνα ένας Φράγκος δεν μπορούσε να μεταλάβει σε ρωμέικη (ορθόδοξη) εκκλησία, ούτε το αντίθετο. Ο καθολικός κλήρος δεν ενδιαφερόταν για την προώθηση της ένωσης των Εκκλησιών ή τη δημιουργία Ελληνόρρυθμης Καθολικής Εκκλησίας, αλλά επιδίωκε την προσέλκυση των πιστών στο λατινικό τυπικό. Από την άλλη πλευρά οι ορθόδοξοι παρά τη διοικητική υπαγωγή τους στους καθολικούς επισκόπους δεν θεώρησαν ποτέ εαυτούς ως ενωμένους με τη Δυτική Εκκλησία, γι' αυτό και με την προσάρτηση μιας περιοχής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η ορθόδοξη κοινότητα αυτόματα εντασσόταν στις διοικητικές δομές του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ενώ η όποια δικαιοδοσία του καθολικού επισκόπου επί της ορθόδοξης κοινότητας διακοπτόταν.

Η ίδρυση και οργάνωση Ελληνόρρυθμων Καθολικών Εκκλησιών άρχισε μετά τη Σύνοδο της Βρέστης (1596), η οποία αποφάσισε την επιβολή των αποφάσεων της Συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας στις ορθόδοξες κοινότητες του βασιλείου της Πολωνίας. Έκτοτε άρχισαν να υφίστανται στην κεντρική Ευρώπη κοινότητες πλήρως ενταγμένες στον Καθολικισμό, αλλά με τα λατρευτικά έθιμα της Ορθοδοξίας. Το πρότυπο αυτό εφαρμόστηκε στις ορθόδοξες επαρχίες που περνούσαν υπό την κυριαρχία καθολικών ηγεμόνων, είτε της Πολωνίας είτε της Αυστρίας, με αποτέλεσμα την ίδρυση ισχυρών Ελληνόρρυθμων Εκκλησιών που υφίστανται ως τις μέρες μας στη δυτική Ουκρανία, στην Πολωνία, στην Τρανσυλβανία (Ρουμανία), στην Τσεχία, στη Σλοβακία, στην Ουγγαρία, στην Κροατία και στις βαλτικές χώρες (Λιθουανία, Λετονία, Εσθονία). Το έργο της ιεραποστολής και προώθησης της υπόθεσης του Ουνιτισμού ανέλαβαν κυρίως οι κληρικοί του Τάγματος των Ιησουϊτών.

19ος-20ός αιώνας: η Ελληνική Καθολική Εξαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ελληνόρρυθμες Εκκλησίες θεωρήθηκαν από την Αγία Έδρα ως ο ενδεδειγμένος τρόπος για την προώθηση της ένωσης με την Ανατολική Εκκλησία. Το ενδιαφέρον της Ρώμης για τις Ελληνόρρυθμες Εκκλησίες εντάθηκε κατά τον 19ο και πρώιμο 20ό αιώνα, οπότε η ιεραποστολική δραστηριότητα με σκοπό τη δημιουργία ουνιτικών κοινοτήτων επεκτάθηκε εκτός των συνόρων των καθολικών χωρών, στη Ρωσία και μεταξύ των χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κίνηση αυτή συμπίπτει ιστορικά με την περίοδο των εθνικών κινημάτων στις βαλκανικές επαρχίες και με το θέμα της ίδρυσης αυτοκέφαλης ορθόδοξης εκκλησίας από τους Βουλγάρους. Το αίτημα αυτό, το οποίο προωθούνταν ως πρώτο βήμα για την απόκτηση πολιτικής αυτονομίας και ανεξαρτησίας από το βουλγαρικό έθνος, προσέκρουε στην άρνηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Για το λόγο αυτό μία βουλγαρική αντιπροσωπεία επισκέφθηκε τη Ρώμη το 1859-1861 προτείνοντας στον Πάπα Πίο Θ’ την ίδρυση Ελληνόρρυθμης (ουνιτικής) Βουλγαρικής Εκκλησίας. Το 1861 ο Πάπας χειροτόνησε επίσκοπο τον αρχιμανδρίτη Ιωσήφ Σοκόλσκι και τον όρισε αρχιεπίσκοπο των Βουλγάρων Ελληνορρύθμων. Ο αρχιεπίσκοπος Ιωσήφ έλαβε την αναγνώριση της οθωμανικής κυβέρνησης και η νέα εκκλησία προσείλκυσε περίπου 60.000 πιστούς. Ωστόσο μετά τη μονομερή ανακήρυξη της αυτοκεφαλίας της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (Εξαρχίας) το 1870, οι περισσότεροι προσήλυτοι της Βουλγαρικής Ουνιτικής Εκκλησίας προσχώρησαν στη (σχισματική τότε) Βουλγαρική Εξαρχία.

Σημαντικά κέντρα του βουλγαρικού ουνιτισμού στη Μακεδονία ήταν η Θεσσαλονίκη και τα Γιαννιτσά. Το 1861 ιδρύθηκε η ελληνόρρυθμη καθολική εκκλησία των Αγίων Πέτρου και Παύλου των Γιαννιτσών, η οποία λειτουργεί ως τις μέρες μας. Στη Θεσσαλονίκη η βουλγαρική ουνιτική κοινότητα θεμελίωσε και άρχισε την οικοδόμηση μεγάλου ναού στα δυτικά της πόλης (στη θέση του σημερινού ξενοδοχείου Καψής, στην οδό Μοναστηρίου). Ωστόσο μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και την ενσωμάτωση της νότιας Μακεδονίας στην Ελλάδα, το μεγαλύτερο τμήμα του βουλγαρικού και λοιπού σλαβόφωνου πληθυσμού της περιοχής μετακινήθηκε στις περιοχές της Βουλγαρίας και της τότε Γιουγκοσλαβίας. Έτσι διακόπτεται η παρουσία της βουλγαρικής Ουνιτικής Εκκλησίας στις περιοχές της σημερινής Βόρειας Ελλάδας. Ο ουνιτικός ναός της Θεσσαλονίκης δεν χτίστηκε ποτέ, ενώ η ενορία των Γιαννιτσών αναβίωσε μετά το 1922, όταν Έλληνες ουνίτες από τα Μάλγαρα της Ανατολικής Θράκης ήρθαν ως πρόσφυγες και εγκαταστάθηκαν στην πόλη.

Η ιστορία των Ελλήνων ελληνορρύθμων της Θράκης και της Κωνσταντινούπολης συνδέεται με τον αρχιμανδρίτη Ησαΐα Παπαδόπουλο, ιδρυτή της ουνιτικής εκκλησίας των Μαλγάρων. Το 1907 ο Ησαΐας ορίστηκε γενικός βικάριος των ελληνορρύθμων εντός της Παπικής Αντιπροσωπείας της Κωνσταντινούπολης και τέσσερα χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε επίσκοπος και τέθηκε επικεφαλής της ελληνικής ουνιτικής κοινότητας, που λίγο αργότερα έλαβε τον τίτλο Εξαρχία. Το 1920 ο έξαρχος Ησαΐας ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη το μοναστικό τάγμα των αδελφών της Παναγίας Παμμακαρίστου (ουσιαστικά το πρώτο ελληνικό «τάγμα» καθολικών μοναχών), μια κοινότητα καλογραιών που ακολουθούν το βυζαντινό (ορθόδοξο) τυπικό και υπηρετούν σε φιλανθρωπικές και πνευματικές δραστηριότητες.

Μετά το 1922 ο έξαρχος και οι αδελφές της Παμμακαρίστου εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα ακολουθώντας την πλειοψηφία των πιστών τους, που εγκατέλειψαν την Τουρκία ως πρόσφυγες. Οι ελληνόρρυθμοι των Μαλγάρων εγκαταστάθηκαν, όπως είδαμε, στα Γιαννιτσά, ενώ αυτοί της Κωνσταντινούπολης στην Αθήνα. Το 1932 αποφασίστηκε η ίδρυση ξεχωριστής Εξαρχίας στην Κωνσταντινούπολη για τους Ελληνορρύθμους της Τουρκίας, ενώ η δικαιοδοσία του εξάρχου της Αθήνας περιορίστηκε επί της ουνιτικής κοινότητας της Ελλάδας, η οποία έλαβε τον τίτλο Ελληνική Καθολική Εξαρχία. Η Εξαρχία της Τουρκίας ουσιαστικά εξέλιπε, καθώς το 1997 πέθανε ο τελευταίος της κληρικός, χωρίς να αντικατασταθεί, ενώ ο ουνιτικός ναός της Αγίας Τριάδος στην Κωνσταντινούπολη λειτουργείται πλέον από Χαλδαίους Καθολικούς (Καθολική Εκκλησία του αρχαίου ανατολικού τυπικού με έδρα το Ιράκ).

Το 1958 οικοδομήθηκε στην Αθήνα ο ελληνόρρυθμος ναός της Αγίας Τριάδος στην οδό Αχαρνών, ενώ οι αδελφές της Παμμακαρίστου ίδρυσαν τρεις μονές στην Αθήνα και φιλανθρωπικά ιδρύματα, όπως το Νοσοκομείο «Η Παμμακάριστος» (οδός Ιακωβάτων), το ίδρυμα για το παιδί «Η Παμμακάριστος» (Νέα Μάκρη) και η Εστία Θεία Πρόνοια (Νέος Κόσμος). Η Ελληνική Καθολική Εξαρχία ανέπτυξε έντονη εκδοτική δραστηριότητα: μεταξύ άλλων εκδίδει την εφημερίδα «Καθολική» και διευθύνει τις «Εκδόσεις του Καλού Τύπου». Με την οικονομική μετανάστευση από τη δεκαετία του '90 και έπειτα, ένας μεγάλος αριθμός πιστών προερχόμενων κυρίως από την Ουκρανία προστέθηκε στο ποίμνιο της Ελληνικής Καθολικής Εξαρχίας.


Επικεφαλής της Ελληνικής Καθολικής Εξαρχίας από το 2008 είναι ο επίσκοπος Δημήτριος Σαλάχας. Η Ελληνική Καθολική Εξαρχία είναι μία από τις εκκλησιαστικές περιφέρειες της Καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα, που δεν αναγνωρίζονται από την ελληνική πολιτεία. Το γεγονός αυτό ουσιαστικά δεν της επιτρέπει να προβαίνει σε αστικές πράξεις ως νομικό πρόσωπο και μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση το ιδιοκτησιακό καθεστώς των κτημάτων της.

Η λατρεία των ελληνορρύθμων καθολικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ελληνόρρυθμοι τηρούν στις τελετές τους το βυζαντινό τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τη γενική αισθητική της λατρείας της. Οι κληρικοί φέρουν άμφια του βυζαντινού τύπου, ενώ οι ναοί είναι επιπλωμένοι και διακοσμημένοι όπως και οι λοιπές ορθόδοξες εκκλησίες. Η λατρευτική μουσική είναι συνήθως το βυζαντινό εκκλησιαστικό μέλος, αν και ενίοτε ψάλλονται ύμνοι σε μέλος δυτικό και χρησιμοποιείται μουσικό όργανο. Μία αξιοσημείωτη διαφοροποίηση των ελληνορρύθμων από τους ορθοδόξους είναι ότι στο πνεύμα των λειτουργικών μεταρρυθμίσεων της Β’ Βατικανής Συνόδου (1965) ορισμένες δεήσεις εκφωνούνται στα νεοελληνικά. Η μετάληψη γίνεται με ένζυμο άρτο και οίνο, αλλά οι ελληνόρρυθμοι, κατά πιστή εφαρμογή μιας διάταξης της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, δεν χρησιμοποιούν λαβίδα (κουτάλι) για τη μετάδοση της Θείας Κοινωνίας. Ο κληρικός παίρνει από το δίσκο με το χέρι μικρές μερίδες άρτου, τις εμβαπτίζει στο ποτήριο του οίνου και μεταδίδει το μυστήριο στους πιστούς.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]