Ιστορία της Σπάρτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αρχαίοι πολεμιστές σε αττικό μελανόμορφο αγγείο, 530 π.Χ. περίπου, Staatliche Antikensammlungen, Μόναχο, Γερμανία

Η Σπάρτη (Σπάρτα στη δωρική διάλεκτο, Σπάρτη στην αττική διάλεκτο) ήταν πόλη-κράτος στην Αρχαία Ελλάδα, χτισμένη στις όχθες του ποταμού Ευρώτα, στη Λακωνία, στο νοτιοανατολικό άκρο της Πελοποννήσου. Κατά τη διάρκεια της κλασικής Αρχαιότητας η Σπάρτη ήταν μία από τις δύο κυρίαρχες πόλεις-κράτη της Ελλάδας, μαζί με την Αθήνα. Η Σπάρτη άρχισε να αναδύεται ως πολιτικο-στρατιωτική δύναμη κατά την αρχή της Αρχαϊκής εποχής, μετά το τέλος των σκοτεινών χρόνων της Γεωμετρικής εποχής, και έφτασε στην απόλυτη ακμή της μετά τη νίκη της στον Πελοποννησιακό Πόλεμο επί της Αθήνας και των συμμάχων της, όταν και πέτυχε να επιβάλει την ηγεμονία και την επιρροή της στο μεγαλύτερο μέρος του αρχαιοελληνικού κόσμου. Η ηγεμονία της δεν κράτησε πολύ, και μετά την ήττα της από τους Θηβαίους έχασε την παλαιά της δύναμη, και, ταυτόχρονα με την άνοδο του βασιλείου της Μακεδονίας, άρχισε να παίζει δευτερεύοντα ρόλο στα ελληνικά πράγματα. Κάποιες αναλαμπές κατά τον 3ο αιώνα π.Χ. δεν εμπόδισαν την παρακμή της, ακολουθώντας τη μοίρα του υπόλοιπου ελληνικού κόσμου που κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους. Κατά το Μεσαίωνα είχε χάσει την παλαιά της λάμψη, με τον Μυστρά να έχει πλέον γίνει το στρατιωτικό και πολιτικό κέντρο της περιοχής. Από την εποχή του βασιλιά Όθωνα κι έπειτα άρχισε να χτίζεται η σύγχρονη πόλη που σήμερα αποτελεί την πρωτεύουσα του νομού Λακωνίας.

Προϊστορική εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αρχαιότερα ευρήματα που μπορούν να χρονολογηθούν με αξιόπιστο τρόπο ανάγονται στα μέσα της 6ης χιλιετίας π.Χ.[1] Οι πρώτες περιοχές που κατοικήθηκαν ήταν ο γήλοφος του Κουφόβουνου λίγα χιλιόμετρα από τη Σπάρτη, το σπήλαιο της Αλεπότρυπας, στην ανατολική ακτή του Μεσσηνιακού κόλπου και μια περιοχή στα περίχωρα της σύγχρονης Απιδιάς στο δυτικό Πάρνωνα.[1] Εξακολούθησαν να κατοικούνται και κατά τη νεολιθική εποχή, και ίσως θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και μία τέταρτη περιοχή στο Γεράκι.[2] Προς το τέλος της νεολιθικής εποχής κάνουν την εμφάνισή τους πολλοί οικισμοί. Εκτός από κεραμικά έχουν βρεθεί και αρκετά ασημένια κοσμήματα στην Αλεπότρυπα, κάτι που καταδεικνύει κάποιο βαθμό ευμάρειας.[2]

Αρχαιολογικά ευρήματα στη Σπάρτη με φόντο τη σύγχρονη πόλη και τον Ταΰγετο.

Στο σύνολό τους οι πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας για τη Λακωνία της περιόδου αυτής είναι λίγες και αποσπασματικές. Η γεωγραφική κατανομή των πρώτων οικισμών επιτρέπει την υπόθεση πως οι πρώτοι κάτοικοι έφτασαν μέσω θαλάσσης και επέλεξαν να παραμείνουν κοντά στις ακτές, με την εξαίρεση του Κουφόβουνου.[2] Τα κύρια γεωργικά προϊόντα πρέπει να ήταν το κριθάρι κι ένα είδος σίτου: στην Αλεπότρυπα έχουν βρεθεί φούρνοι ψωμιού από ψημένο πηλό, καθώς και οστά προβάτων, κατσικιών και οστρακόδερμα.[3] Άλλα ευρήματα μαρτυρούν την ύπαρξη στην περιοχή εμπορικών και πολιτιστικών ανταλλαγών. Σε όλους τους νεολιθικούς οικισμούς της περιοχής συναντούμε ένα κοινό είδος διακοσμημένης κεραμικής, κατασκευασμένη με το χέρι. Στην Αλεπότρυπα και το Κουφόβουνο έχουν βρεθεί τεχνουργήματα από οψιδιανό, μια ηφαιστειακή πέτρα που προέρχεται από το νησί της Μήλου.[3]

Το 2700 π.Χ. εμφανίζονται στην Αλεπότρυπα χάλκινα εργαλεία, μαρτυρώντας μια γρήγορη μετάβαση από την Εποχή του Λίθου προς εκείνη του Χαλκού, την οποία παραδοσιακά αποκαλούμε Ελλαδική.[3] Έχουν βρεθεί από τριάντα έως σαράντα οικισμοί που χρονολογούνται την περίοδο αυτή, κυρίως στην εύφορη κοιλάδα του Ευρώτα, όπως οι Αμύκλες,[4] καθώς και στο Ακρωτήριο Μαλέας.[5] Η αφθονία κεραμικών μαρτυρά ευμάρεια. Τα χρυσά κοσμήματα των οποίων η προέλευση υποθετικά είναι η Θυρεάτιδα ίσως καταδεικνύουν σχέσεις με την περιοχή της Τρωάδας.[4] Ακόμη κι έτσι τα αρχαιολογικά ευρήματα δεν επιτρέπουν μεγάλο βαθμό ακρίβειας στη σκιαγράφηση της περιόδου. Συγκεκριμένα κανένα βέβαιο ίχνος δεν βρέθηκε στη Λακωνία που να μαρτυρά κάποια από τις τρεις σημαντικές μεταβάσεις της αρχαίας ελλαδικής ιστορίας: κάποια εξαναγκαστική κοινωνική αλλαγή, η εμφάνιση της «μεσογειακής τριάδας» (σιτάρι, οίνος, ελαιόλαδο) και καταστροφές που να αποδίδονται σε εισβολές ινδοευρωπαϊκών φύλων.[6]

Ο αριθμός των οικισμών μειώνεται ελαφρώς κατά τη Μέση Ελλαδική περίοδο, ωστόσο είναι εξαπλωμένοι σε μεγαλύτερη ακτίνα.[4] Ορισμένοι μπορούν να περιγραφούν ως πραγματικά χωριά. Ένα μέρος αυτών συγκεντρώνεται σε μία ακρόπολη. Ένας από αυτούς, ο Άγιος Στέφανος, μας παρέχει ζωγραφισμένα αγγεία που καταδεικνύουν ισχυρή μινωική επίδραση.[7] Το 15ο αιώνα π.Χ. εμφανίζονται στη Λακωνία θολωτοί τάφοι, επιβλητικά ταφικά μνημεία που μαρτυρούν κοινωνική διαφοροποίηση και μια κάποια ευημερία. Αυτός στο Βαφειό περιέχει ταφικά αντικείμενα πλούσια και ποικίλα, τα περισσότερα κρητικής προελεύσεως.

Η αρχαιολογική σκαπάνη δεν έχει φέρει στο φως σημαντικές μαρτυρίες που να χρονολογούνται στη μυκηναϊκή εποχή, τουλάχιστον όχι στο βαθμό που αυτό έγινε στις Μυκήνες, την Τίρυνθα ή την Πύλο. Παρόλα αυτά έχουν βρεθεί 21 οικισμοί της Λακωνίας της περιόδου αυτής, όπως οι Αμύκλες και το Μεναλάιον,[8] που πέρασαν στην κλασική εποχή ως κατάλοιπα της ομηρικής περιόδου.[9] Η τοποθεσία τους αφήνει να εννοηθεί πυκνότητα πληθυσμού, κυρίως στην κοιλάδα του Ευρώτα, εύφορη και με ευκολία στην άρδευση. Το 12ο αιώνα π.Χ. ο αριθμός των οικισμών πέφτει κατακόρυφα και τον επόμενο αιώνα η Λακωνία είναι σχεδόν ακατοίκητη. Καμία εξήγηση δεν έχει επισήμως γίνει αποδεκτή από την επιστημονική κοινότητα.[10]

Αρχαϊκή εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το 950 π.Χ. η Λακωνία δέχεται ένα νέο κύμα μεταναστών, καθώς οι Δωριείς εισέρχονται στον ελλαδικό χώρο από την Ήπειρο και την Ιλλυρία. Μέρος τους περνά στην Αιτωλία, περνά τον κορινθιακό κόλπο, πατά στην Πελοπόννησο και κατευθύνεται στην κοιλάδα του Ευρώτα. Εκεί ιδρύεται η Σπάρτη.[11] Η περιοχή ήταν ιδανική καθώς εξαιτίας του ποταμού ήταν εύφορη, αρδευόταν εύκολα και διέθετε περιοχές κατάλληλες για βοσκή. Επιπλέον επικοινωνούσε εύκολα με βορρά και νότο.[12] Η μυθική επιστροφή των Ηρακλειδών ίσως ερμηνεύεται από την δωρική εισβολή. Ίσως μάλιστα στην πραγματικότητα να μην επρόκειτο για βίαιη κατάκτηση αλλά για μακρά αφομοίωση των νέων αφίξεων στην περιοχή.[9]

Η δωρική Σπάρτη δεν έγινε γρήγορα η μεγάλη δύναμη που γνωρίζουμε. Ανάμεσα στον 8ο και 7ο αιώνα π.Χ. οι Σπαρτιάτες γνώρισαν μια περίοδο αναρχίας και εσωτερικών συγκρούσεων, για την οποία παραθέτουν μαρτυρίες τόσο ο Ηρόδοτος, όσο και ο Θουκυδίδης.[13] Ως αποτέλεσμα προχώρησαν σε μια σειρά πολιτικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων τις οποίες αργότερα απέδωσαν σε έναν ημιμυθικό νομοθέτη, τον Λυκούργο. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις σηματοδοτούν την ανατολή της κλασικής Σπάρτης.[13]

Οι αιματηροί Μεσσηνιακοί Πόλεμοι που έλαβαν χώρα κατά την αρχαϊκή περίοδο οδήγησαν στην κατάκτηση της γειτονικής και εύφορης Μεσσηνίας, και πρόσφεραν στη Σπάρτη πληθώρα εργατικών χεριών, καθώς οι κάτοικοι της Μεσσηνίας μετατράπηκαν σε είλωτες. Ο πρώτος έλαβε χώρα την περίοδο 743724 π.Χ. περίπου με κέντρο το οχυρό φρούριο της Ιθώμης. Ο δεύτερος, ο οποίος ανέδειξε τον «Μεσσήνιο Αχιλλέα», τον Αριστομένη, διήρκεσε από το 685 έως το 668 π.Χ. και κατέληξε στην πλήρη υποταγή της χώρας και τη μετανάστευση ή υποδούλωση των κατοίκων της. Πλέον η Σπάρτη είχε αναδειχθεί σε υπολογίσιμη δύναμη στο χώρο της νότιας Πελοποννήσου, βρισκόταν στο απόγειο της δύναμής της σε έμψυχο δυναμικό και γρήγορα άρχισε να δείχνει επεκτατικές διαθέσεις προς το βορρά. (Ένας τρίτος πόλεμος με τη Μεσσηνία έλαβε χώρα πολύ αργότερα το 464454 π.Χ., όταν οι είλωτες επαναστάτησαν μετά από έναν καταστροφικό σεισμό.) [14]

6ος αιώνας π.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χίλων ο Λακεδαιμόνιος, ένας από τους Επτά Σοφούς της αρχαίας Ελλάδας (6ος αιώνας π.Χ.).

Κατά τις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. οι Σπαρτιάτες βασιλείς Λέων και Αγασικλής πραγματοποίησαν σφοδρή επίθεση κατά της Τεγέας, της ισχυρότερης από τις αρκαδικές πόλεις. Για κάποιο χρονικό διάστημα η επίθεση δεν στέφθηκε με επιτυχία, αντίθετα οι Λακεδαιμόνιοι γνώρισαν ταπεινωτική ήττα κατά τη Μάχη των Πεδών το 550 π.Χ. Το όνομα της τελευταίας αντικατοπτρίζει τη φιλοδοξία των Σπαρτιατών να μετατρέψουν τους Τεγεάτες σε είλωτες.[15] Εντούτοις, όταν τελικά η Τεγέα έπεσε, η Σπάρτη είχε μετριάσει τις απαιτήσεις της, ζητώντας απλά από την πόλη να αναγνωρίσει την κυριαρχία της.[15] Για τον Φόρρεστ, αυτό σηματοδότησε μια αλλαγή στη σπαρτιατική πολιτική, η οποία δεν επεδίωκε πλέον την υποδούλωση των γειτόνων της, αλλά τη δημιουργία πολιτικών δεσμών με αυτούς, κάτι που οδήγησε στην εμφάνιση της Πελοποννησιακής Συμμαχίας. Ο Φόρρεστ με κάποιο δισταγμό αποδίδει τη μεταστροφή αυτή στον έφορο Χίλωνα.[16] Χτίζοντας τη συμμαχία, η Σπάρτη πέτυχε δύο επιτεύγματα: την εξασφάλιση της κυριαρχίας της στη νεοκατακτηθείσα Μεσσηνία, αλλά και την ελευθερία να ανοίξει πόλεμο με το Άργος.[17] Η τελική νίκη των Σπαρτιατών το 546 π.Χ. στη Μάχη της Θυρέας, γνωστή και ως «Μάχη των εξακοσίων επίλεκτων», τους κατέστησε κυρίους της Κυνουρίας, δηλαδή του συνόρου ανάμεσα στη Λακωνία και την Αργολίδα.[17]

Το τελειωτικό χτύπημα πέτυχε ο βασιλιάς Κλεομένης Α΄, ο οποίος αποδυνάμωσε για πάρα πολλά χρόνια την πόλη του Άργους και άφησε τη Σπάρτη χωρίς αντίπαλο στην Πελοπόννησο. Στην πραγματικότητα, από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. και με αύξοντα ρυθμό μέχρι την περίοδο των Περσικών Πολέμων, η Σπάρτη αναγνωρίστηκε κατά κάποιο τρόπο ως ηγέτιδα των άλλων ελληνικών πόλεων-κρατών και ως υπερασπιστής του ελληνισμού. Ο Κροίσος, βασιλιάς της Λυδίας, σύναψε συμμαχία μαζί της. Σκύθες απεσταλμένοι ζήτησαν τη βοήθειά της για την απόκρουση της εισβολής του Δαρείου Α΄, ενώ παρόμοια ήταν και η παράκληση των ιωνικών πόλεων που ζήτησαν τη βοήθειά της κατά την Ιωνική Επανάσταση. Οι Πλαταιές ζήτησαν την προστασία της, τα Μέγαρα αναγνώρισαν την πρωτοκαθεδρία της και κατά την περίοδο της περσικής εισβολής υπό τον Ξέρξη κανένα κράτος δεν αμφισβήτησε την αρχηγία της επί των ελληνικών δυνάμεων σε ξηρά και θάλασσα.[18]

Σύμφωνα με την Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα του 1911, σύντομα η Σπάρτη απέδειξε πως δεν ήταν αντάξια του ρόλου. Η άποψη αυτή δικαιολογείται ως έχει: ο προσανατολισμός της περιοριζόταν στην Πελοπόννησο. Δεν διέθετε αποικίες, με εξαίρεση τον Τάραντα στη Μεγάλη Ελλάδα και τη Λύττο στην Κρήτη, οι οποίες υποστήριζαν πως επρόκειτο για τη μητρόπολή τους. Επιπλέον, παρόλο που διέθετε τη φήμη ότι μισούσε τους τυράννους και τους εκθρόνιζε όποτε ήταν δυνατό, τελικά τους αντικαθιστούσε με ολιγαρχικά πολιτεύματα και όχι με δημοκρατικά.[18]

Στο τέλος του αιώνα η Σπάρτη πραγματοποίησε την πρώτη της ανάμειξη στα πολιτικά πράγματα βόρεια του Ισθμού, βοηθώντας την απομάκρυνση του τυράννου Ιππία από την αθηναϊκή πολιτική ζωή το 510 π.Χ.[19] Ακολούθησε η διχόνοια ανάμεσα στους Αθηναίους υποστηρικτές του Κλεισθένη με εκείνους του συντηρητικότερου Ισαγόρα. Ο Κλεομένης εμφανίστηκε στην Αττική με μικρό στρατιωτικό σώμα προκειμένου να βοηθήσει τον δεύτερο. Σε πρώτο στάδιο πέτυχε την εξορία του Κλεισθένη, ωστόσο λίγο αργότερα οι Αθηναίοι τον ανάγκασαν να φύγει από την πόλη. Ωστόσο αυτό δεν έβαλε τέλος στα σχέδια που πραγματοποιούνταν σχετικά με πιθανή εκστρατεία του συνασπισμού των Πελοποννησίων, της οποίας θα ηγούνταν ο Κλεομένης κι ο συμβασιλιάς του Δημάρατος. Ωστόσο τα πραγματικά κίνητρα της εκστρατείας κρατήθηκαν κρυφά, κάτι που έσπειρε την υποψία και τη διχόνοια. Πρώτη η Κόρινθος αποχώρησε, και κατόπιν ο ίδιος ο Δημάρατος αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα.[20] Αποτέλεσμα αυτού του φιάσκου ήταν η απόφαση των Σπαρτιατών να μην στείλουν ποτέ ξανά και τους δύο βασιλείς τους ταυτόχρονα σε εκστρατεία. Επίσης φαίνεται πως άλλαξε η ίδια η φύση της Πελοποννησιακής Συμμαχίας, γιατί πάρθηκαν σημαντικές αποφάσεις. Η κυριαρχία της Σπάρτης συνέχισε να υφίσταται όπως πρώτα, ωστόσο πλέον στις εκστρατείες της έπρεπε να σύρει μαζί της τους συμμάχους της κάθε φορά που επιθυμούσε κάποιο αποτέλεσμα.[21]

5ος αιώνας π.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μηδικοί Πόλεμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μονομαχία ανάμεσα σε Έλληνα οπλίτη και Πέρση στρατιώτη, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα (5ος αιώνας π.Χ.).

Ο ρόλος της Σπάρτης στους ελληνοπερσικούς πολέμους υπήρξε καθοριστικός, αλλά ανομοιογενής. Μετά την ακρόαση του αγγελιοφόρου Φειδιππίδη, με τον οποίο η Αθήνα ζήτησε τη βοήθεια των Λακεδαιμονίων πριν από τη Μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ., οι τελευταίοι αποφάσισαν να ολοκληρώσουν πρώτα τις θρησκευτικές τελετές που συνέπιπταν την εποχή εκείνη, με αποτέλεσμα να φτάσουν στο Μαραθώνα όταν πλέον οι Αθηναίοι είχαν συντρίψει τον εχθρό.

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης εκστρατείας των Περσών, υπό την καθοδήγηση του βασιλιά Ξέρξη Α΄, η Σπάρτη αντιμετώπισε το ίδιο δίλημμα. Οι Πέρσες ατυχώς επέλεξαν να εκστρατεύσουν την περίοδο που ίσχυε η ολυμπιακή εκεχειρία, η οποία έπρεπε να τηρηθεί. Άλλες ελληνικές πόλεις με λιγότερους ενδοιασμούς καταπιάστηκαν με τη δημιουργία ισχυρού στόλου. Τελικά αποφασίστηκε να παρέχουν οι Σπαρτιάτες μια μικρή δύναμη υπό τις διαταγές του βασιλιά Λεωνίδα, προκειμένου να προστατευτεί το τότε στενό πέρασμα των Θερμοπυλών. Ωστόσο ακούγεται πάντα η άποψη σύμφωνα με την οποία οι Σπαρτιάτες έφεραν στο προσκήνιο τα θρησκευτικά τους έθιμα αναζητώντας πρόσχημα. Όσοι ασπάζονται την άποψη αυτή θεωρούν πως οι Λακεδαιμόνιοι πίστευαν ότι δεν θα είχαν καμία τύχη στην υπεράσπιση των Θερμοπυλών, προτιμώντας να αφιερώσουν όλη τους την ενέργεια στην προάσπιση του Ισθμού. Φοβήθηκαν ωστόσο το ενδεχόμενο πως, αν δεν κινούνταν και η Αθήνα έπεφτε, ίσως μάλιστα ένωνε τις δυνάμεις της με αυτές του Ξέρξη. Η δε απώλεια του αθηναϊκού στόλου θα ήταν καταστροφική για την ελληνική αντίσταση, κάτι που δεν επιδεχόταν διακινδύνευση.[22] Η άλλη άποψη, που βασίζεται εμφανώς στο αληθινό αποτέλεσμα της μάχης, θέλει τους Σπαρτιάτες πεπεισμένους πως πράγματι μπορούσαν να αμυνθούν επιτυχώς στις Θερμοπύλες, και πως η δύναμη που έστειλαν για το σκοπό αυτό ήταν επαρκής.[23] Η συγκεκριμένη μάχη, παρόλο που δεν υπήρξαν επιζώντες από ελληνικής πλευράς, δημιούργησε έναν από τους πιο μεγαλειώδεις θρύλους της παγκόσμιας ιστορίας.

Από εκεί κι έπειτα η Σπάρτη επέδειξε πιο ενεργό ρόλο στον πόλεμο και ανέλαβε την αρχηγία των συνδυασμένων δυνάμεων των ελληνικών πόλεων σε στεριά και θάλασσα. Η αποφασιστική νίκη στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας δεν άλλαξε το δίλημμα της Σπάρτης. Ιδανικά επιθυμούσε να πραγματοποιηθεί η καθοριστική μάχη στον Ισθμό, όπου το στράτευμά της θα απέφευγε τον κίνδυνο να αντιμετωπίσουν οι οπλίτες της σε ανοιχτό πεδίο το περσικό ιππικό. Ωστόσο, όταν το 479 π.Χ. οι τελευταίες δυνάμεις του Μαρδόνιου λεηλάτησαν την Αττική, η πίεση των Αθηναίων τους ανάγκασε να αναλάβουν δράση.[24] Το αποτέλεσμα ήταν ισόπαλο, καθώς και οι δύο πλευρές κατέβαλλαν προσπάθειες ώστε να πολεμήσουν σε πρόσφορο έδαφος. Το ζήτημα λύθηκε όταν οι Πέρσες επιτέθηκαν κατά της διάρκειας μιας άτεχνης ελληνικής οπισθοχώρησης. Στη Μάχη των Πλαταιών οι Έλληνες, υπό την καθοδήγηση του Σπαρτιάτη στρατηγού Παυσανία, νίκησαν το ελαφρά οπλισμένο περσικό πεζικό, θανατώνοντας και το Μαρδόνιο.[25]

Τον ίδιο χρόνο ένας στόλος ελληνικών πλοίων υπό την αρχηγία του Λακεδαιμόνιου βασιλιά Λεωτυχίδα πέτυχε μια αξιοσημείωτη νίκη στη Ναυμαχία της Μυκάλης. Εντούτοις, όταν το γεγονός αυτό προέτρεψε τους Ίωνες να επαναστατήσουν, ήταν η Σπάρτη εκείνη που απέρριψε το αίτημά τους για ένταξη στην ελληνική συμμαχία. Αντίθετα, πρότεινε να εγκαταλείψουν τις εστίες τους στη Μικρά Ασία και να εγκατασταθούν σε περιοχές που είχαν υποστηρίξει τους Πέρσες.[26] Ήταν η Αθήνα τελικά εκείνη που προσφέροντας τη φιλία της στις πόλεις αυτές έθεσε τις βάσεις για τη μετέπειτα υπερπόντια ηγεμονία της.[27] Το 478 π.Χ. ο ελληνικός στόλος του οποίου ηγήθηκε ο Παυσανίας, ο νικητής των Πλαταιών, κατάφερε χτυπήματα στον εχθρό στην Κύπρο και το Βυζάντιο. Ωστόσο η αλαζονική συμπεριφορά του ανάγκασε τους συμπολίτες του να τον ανακαλέσουν στην πατρίδα. Είχε τόσο αποξενώσει τους Ίωνες, που δεν δέχτηκαν ποτέ τον αντικαταστάτη του, το Δόρκι. Αντίθετα, οι πόλεις που μόλις είχαν κερδίσει την ανεξαρτησία τους στράφηκαν στην Αθήνα. Οι αρχαίες πηγές αποτυγχάνουν να συμφωνήσουν αναφορικά με τον τρόπο αντίδρασης της Σπάρτης στην αυξανόμενη επιρροή του αθηναϊκού κράτους, ίσως γιατί οι αντιδράσεις ανάμεσα στους Λακεδαιμόνιους υπήρξαν μεικτές.[28] Αν ασπαστεί κανείς αυτή την άποψη, στη Σπάρτη δημιουργήθηκαν δύο φατρίες: η μία ήταν ικανοποιημένη με το να αφήσει τους Αθηναίους να αναλάβουν τον κίνδυνο συνέχισης του πολέμου κατά των Περσών, ενώ η άλλη ανησυχούσε βαθύτατα για την ευκαιρία που δινόταν στους Αθηναίους να κυριαρχήσουν στον ελλαδικό χώρο.[29]

Την περίοδο αυτοί οι Λακεδαιμόνιοι γνώρισαν προβλήματα σε γειτονικές τους περιοχές, για παράδειγμα την επανάσταση της Τεγέας (περ. 473-471 π.Χ.), στην οποία αργότερα αναμείχθηκε και το Άργος.[30] Μα το μεγαλύτερο από αυτά αποδείχτηκε η κρίση που ακολούθησε έναν καταστροφικό σεισμό που έλαβε χώρα το 464 π.Χ. και που κόστισε πολλές ανθρώπινες ζωές. Οι είλωτες άρπαξαν αμέσως την ευκαιρία να επαναστατήσουν και να οχυρωθούν στην Ιθώμη.[31] Τους Σπαρτιάτες που πολιόρκησαν το φρούριο αυτό, ήρθε να βοηθήσει ένα αθηναϊκό στράτευμα, κάτι που τελικά τους ζημίωσε περισσότερο. Οι Αθηναίοι οπλίτες που συνιστούσαν το σώμα αυτό κατάγονταν από εύπορες οικογένειες, ωστόσο σοκαρίστηκαν όταν ανακάλυψαν πως οι εν λόγω δούλοι ήταν Έλληνες όπως και οι ίδιοι. Η Σπάρτη τελικά ανησύχησε πως οι Αθηναίοι θα συνασπιστούν με τους επαναστάτες.[32] Κατ’ επέκταση έστειλαν τους Αθηναίους πίσω, παρουσιάζοντας επισήμως τη δικαιολογία ότι εφόσον η αρχική επίθεση στο οχυρό απέτυχε, αυτό που ήταν πλέον απαραίτητο ήταν πολιορκία, κάτι για το οποίο οι ξένοι στρατιώτες δεν τους ήταν απαραίτητοι. Η αγένεια αυτή είχε ως αποτέλεσμα τη ρήξη των σχέσεων των δύο πόλεων και λίγο αργότερα οι Αθηναίοι συμμάχησαν με το Άργος.[33] Το χάσμα μεγάλωσε ακόμη περισσότερο την εποχή που η αθηναϊκή δημοκρατία έφτασε στο απόγειό της με τον Εφιάλτη και τον Περικλή.[34]

Πελοποννησιακός Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συμμαχίες πόλεων-κρατών κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο:
  Αθηναϊκή Ηγεμονία
  Πελοποννησιακή Συμμαχία
  Ουδέτερα κράτη
  Βαρβαρικά φύλα
  Περσική Αυτοκρατορία

Όταν ξέσπασε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, η Σπάρτη ήταν ακόμη απασχολημένη με την καταστολή της επανάστασης των ειλώτων,[35] συνεπώς η συμμετοχή της ήταν σποραδική και ανοργάνωτη.[36] Επρόκειτο κυρίως για μεμονωμένες εκστρατείες, η πιο αξιοσημείωτη από τις οποίες ήταν η συμβολή της σε μια ήττα των Αθηναίων στη Μάχη της Τανάγρας το 457 π.Χ. στη Βοιωτία. Ωστόσο ακολούθως επέστρεψαν στην πατρίδα δίνοντας στους Αθηναίους τη δυνατότητα να νικήσουν τους Βοιωτούς στη Μάχη των Οινοφύτων.[36] Όταν η επανάσταση των ειλώτων έλαβε οριστικό τέλος, η Σπάρτη χρειαζόταν μια περίοδο ανάπαυλας, κι έτσι ζήτησε και πέτυχε πενταετή ανακωχή με την Αθήνα. Αντίθετα, σύναψε με το Άργος εκεχειρία τριάντα ετών, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η απερίσπαστη συμμετοχή της στον πόλεμο κατά των Αθηνών. Έτσι η Σπάρτη μπόρεσε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση όταν τα Μέγαρα, η Βοιωτία και η Εύβοια επαναστάτησαν, στέλνοντας στρατό στην Αττική. Ο πόλεμος τελείωσε με την Αθήνα να έχει απωλέσει όλες τις κτίσεις της στην ηπειρωτική Ελλάδα με εξαίρεση την Εύβοια την οποία κατέλαβε εκ νέου. Αμφότεροι οι βασιλείς της Σπάρτης εξορίστηκαν επειδή το επέτρεψαν στους Αθηναίους. Κατόπιν συμφωνήθηκε εκεχειρία τριάντα ετών.[37]

Μέσα σε έξι χρόνια, ωστόσο, η Σπάρτη ήδη παρότρυνε τους συμμάχους της να ξεκινήσουν πόλεμο με την Αθήνα έτσι ώστε να υποστηρίξουν την αποστασία της Σάμου. Σε αυτή την περίσταση η Κόρινθος εναντιώθηκε της Σπάρτη της οποίας η πρόταση καταψηφίστηκε.[38] Στις αρχές του Πελοποννησιακού Πολέμου τα κύρια παράπονα των ελληνικών πόλεων απέναντι στην Αθήνα ήταν η συμμαχία που σύναψε με την εχθρική προς την Κόρινθο Κέρκυρα, καθώς και η συμπεριφορά της απέναντι στην Ποτίδαια. Εντούτοις, σύμφωνα με το Θουκυδίδη, η πραγματική αιτία του πολέμου ήταν ο φόβος των Λακεδαιμονίων μπροστά στην αυξανόμενη δύναμη της Αθήνας.[39]

Η Σπάρτη εισήλθε στον πόλεμο με πρόφαση την «απελευθέρωση των Ελλήνων» - ένας στόχος που απαιτούσε την ολοκληρωτική ήττα των Αθηναίων. Η μέθοδός της ήταν να εξαπολύει επιθέσεις στην περιοχή της Αττικής προκειμένου να δελεάσει τους τελευταίους σε μάχη. Ωστόσο η Αθήνα δεν απάντησε στις προκλήσεις.[40] Το 425 π.Χ. ένα σπαρτιατικό σώμα παραδόθηκε στους Αθηναίους στην Πύλο, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την ικανότητά τους να κερδίσουν τον πόλεμο.[41] Τις εντυπώσεις βελτίωσε η εκστρατεία του Βρασίδα στη Θράκη, τη μοναδική αθηναϊκή κτήση που ήταν προσβάσιμη από την ξηρά, από κοινού με την αποτυχημένη προσπάθεια της Αθήνας να καταλάβει τα χαμένα της εδάφη.[42] Τα παραπάνω γεγονότα οδήγησαν στην υπογραφή της Νικίειου Ειρήνης. Η επιτυχία της Σπάρτης και η τελική κατάληψη της Αθήνας το 405 π.Χ. κατέστη δυνατή με την προδοσία του Αλκιβιάδη, ο οποίος παρέσυρε την πόλη να στείλει το Γύλιππο προς οργάνωση της άμυνας των Συρακουσών, να οχυρώσει τη Δεκέλεια στη βόρεια Αττική, και να υιοθετήσει αυστηρά μέτρα κατά των πόλεων που αποστατούσαν από την αθηναϊκή ηγεμονία. Η έλλειψη πόρων, η οποία θα μπορούσε να αποβεί μοιραία για τις προσπάθειες των Λακεδαιμονίων στη θάλασσα, αντισταθμίστηκε από την Περσία, η οποία παρείχε μεγάλες ποσότητες προμηθειών.

Εντούτοις οι Σπαρτιάτες στρατηγοί αποδείχτηκαν όχι μόνο άπειροι στις ναυτικές εκστρατείες αλλά και σύμφωνα με την αξιολόγηση του Φόρεστ συχνά ήταν ανίκανοι ή βάναυσοι ή και τα δύο.[43] Ο διοικητής που ξεχώριζε ήταν ο Λύσανδρος, ο οποίος αν και μέτριος στη στρατηγική, αποδείχτηκε εξαίρετος διπλωμάτης και οργανωτής.[44] Επιπροσθέτως είχε στο πλευρό του την επιρροή του Κύρου του Νεότερου. Όταν ο Κύρος ζήτησε να σταλεί ξανά ο Λύσανδρος για δεύτερη θητεία, κάτι που παραβίαζε τα πολιτικά ήθη και το σύνταγμα της Σπάρτης, βρέθηκε μια δικλείδα καθώς ήταν ακόμη νωπή η ήττα της στη Ναυμαχία των Αργινουσών.[45] Ο Λύσανδρος απολάμβανε σε τέτοιο βαθμό την εμπιστοσύνη του Κύρου ώστε ο τελευταίος να του παρέχει όλα τα μέσα που χρειαζόταν για την ανακατασκευή του στόλου της Σπάρτης. Το 404 π.Χ. ο Λύσανδρος κατέστρεψε τον αθηναϊκό στόλο στη Ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς. Κατόπιν ταξίδεψε από πόλη σε πόλη εγκαθιστώντας ολιγαρχικά πολιτεύματα. Αυτό είχε ως συνέπεια το θάνατο πολλών ανθρώπων που ασπάζονταν τη δημοκρατία.

Όταν η Αθήνα τελικά παραδόθηκε στο λιμό και κατέθεσε τα όπλα, ίσως και να περίμενε τον ολικό αφανισμό της, κάτι που ζητούσαν με θέρμη η Κόρινθος και η Θήβα. Η Σπάρτη αρνήθηκε, ωστόσο, τιμώντας τη συνεισφορά της ένδοξης πόλης στους πολέμους κατά των Περσών. Ορισμένοι σύγχρονοι μελετητές προτείνουν μια λιγότερη αλτρουιστική οπτική: την ανάγκη για ένα αντίβαρο στην εξάπλωση της Θήβας,[46] αν και θα ήταν κάπως απίθανο οι Λακεδαιμόνιοι να προέβλεψαν τόσο μακρυά. Μια εκδοχή που είναι πιθανότερη είναι η Σπάρτη να ήταν πιο διαιρεμένη από ό,τι άφηνε να αντιληφθούν οι άλλες πόλεις. Είναι πιθανόν ο Λύσανδρος να επιθυμούσε τον αφανισμό της Αθήνας, ενώ οι πολιτικοί του αντίπαλοι να φοβήθηκαν την αίγλη ενός στρατηγού που πλούτισε λαφυραγωγώντας την Αττική. Κατ’ επέκταση δεν αμύνθηκαν υπέρ των Αθηνών από ευγνωμοσύνη, αλλά από φόβο για το Λύσανδρο.

Σε κάθε περίπτωση, οι όροι που προσέφεραν οι Λακεδαιμόνιοι δεν υπήρξαν ιδιαίτερα γενναιόδωροι και περιελάμβαναν την καταστροφή των Μακρών Τειχών και εκείνων του Πειραιά. Ο Λύσανδρος σύντομα και συγκεκριμένα την άνοιξη του 404 π.Χ. βρήκε την ευκαιρία να παραχωρήσει τη διακυβέρνηση της Αθήνας σε μία ομάδα 30 πολιτικών ολιγαρχικών φρονημάτων, που έμειναν γνωστοί με τον όρο οι «Τριάκοντα Τύραννοι».[47]

4ος αιώνας π.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σπαρτιατική Ηγεμονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πτώση της Αθήνας άφησε τη Σπάρτη και πάλι μόνη κυρίαρχη δύναμη στον ελληνικό χώρο. Αν και οι λεπτομέρειες αναφορικά με τον τρόπο που οι Λακεδαιμόνιοι κυβέρνησαν τους πρώην υποτελείς των Αθηνών είναι άγνωστος, σίγουρα υπήρξε όσο αυταρχικός ήταν και εκείνος των Αθηνών. Σε γενικές γραμμές η σπαρτιατική ηγεμονία ασκήθηκε εγωιστικά, με ελάχιστη μέριμνα για τις ευαισθησίες των συμμάχων ή των νέων υποτακτικών της.[48] Ο αναβρασμός των ελληνικών πόλεων διακρίνεται πίσω από την επανάσταση των Βοιωτών, της Ηλείας και της Κορίνθου, που προσέφεραν καταφύγιο σε εκείνους που δέχτηκαν διώξεις κατά τη διάρκεια της τυραννίας των Τριάκοντα στην Αθήνα.[49] Όταν οι πολιτικοί φυγάδες ανέτρεψαν επιτυχώς το πολίτευμα αυτό, η απάντηση της Σπάρτης ήταν να στείλει το Λύσανδρο με μια ομάδα μισθοφόρων που σκόπευαν να αποκαταστήσουν την τάξη.[50] Πολύ σύντομα, εντούτοις, η Σπάρτη έστειλε το βασιλιά Παυσανία Β'. Τελικά οι Λακεδαιμόνιοι επέτρεψαν την επάνοδο της δημοκρατίας, ωστόσο διαχώρισαν την Ελευσίνα όπου είχαν καταφύγει οι ολιγαρχικοί από την πόλη των Αθηνών.[51] Αν και αυτός ο διακανονισμός υπηρετούσε τα συμφέροντα της Σπάρτης βάζοντας τέρμα στη συμμαχία των Βοιωτών και Κορινθίων με την Αθήνα (σύντομα η Βοιωτία απέσπασε τον Ωρωπό από τους Αθηναίους), ο Παυσανίας δικάστηκε για την μετριοπάθειά του και γλύτωσε μετά βίας την καταδίκη.[52]

Μαρμάρινο άγαλμα οπλίτη με κράνος (5ος αιώνας π.Χ.), ίσως του Λεωνίδα, Σπάρτη, Αρχαιολογικό Μουσείο της Σπάρτης, Ελλάδα.

Η φιλία της Σπάρτης προς το πρόσωπο του Κύρου συνεχιζόταν με αποτέλεσμα να του παρέχει στήριξη όταν εκείνος προσπάθησε να πάρει την εξουσία. Μετά το θάνατο του Κύρου στη Μάχη στα Κούναξα, η Σπάρτη σύντομα προσπάθησε να έρθει σε κάποια συνεννόηση με το βασιλιά Αρταξέρξη Β΄. Στα τέλη του 401 π.Χ., ωστόσο, η Σπάρτη αποφάσισε να ανταποκριθεί στο κάλεσμα μιας μερίδας ιωνικών πόλεων και έστειλε εκστρατευτικό σώμα στη Μικρά Ασία.[53] Αν και ο πόλεμος είχε ως πρόσχημα την αλληλεγγύη απέναντι στη δοκιμασία των ομοεθνών τους, η ήττα της Σπάρτης στη Ναυμαχία της Κνίδου το 394 π.Χ. έγινε δεκτή με ανακούφιση από τις πόλεις της περιοχής. Αν και η περσική κυριαρχία απέναντι στις ελληνικές πόλεις σήμαινε την καταβολή φόρων, θεωρήθηκε μικρό κακό μπροστά στο σπαρτιατικό ζυγό.[53]

Προς το τέλος του 396 π.Χ., η Περσία έστειλε έναν Ροδίτη διπλωμάτη με δώρα στους πολιτικούς αντιπάλους των Λακεδαιμονίων στην ηπειρωτική Ελλάδα. Εντούτοις, αυτή η προσέγγιση απλώς ήταν ενθαρρυντική για τις πόλεις που ήδη ένιωθαν αγανάκτηση απέναντι στη Σπάρτη. Πρώτοι οι Λακεδαιμόνιοι κινήθηκαν επιθετικά εναντίον της Βοιωτίας, επειδή υποστήριξε τη συμμαχική της Λοκρίδα ενάντια στη φιλική προς τους Σπαρτιάτες Φωκίδα. Τότε εξαπολύθηκε στρατός ενάντια στον Παυσανία και το Λύσανδρο. Καθώς ο Παυσανίας ήταν κάπως απρόθυμος να διεξάγει την όλη επιχείρηση, ο Λύσανδρος προχώρησε. Έχοντας αποσπάσει τον Ορχομενό από το Κοινό των Βοιωτών, βρήκε το θάνατο κατά τη διάρκεια της Μάχης της Αλιάρτου. Όταν ο Παυσανίας έφτασε στο πεδίο της μάχης, αντί να εκδικηθεί για την ήττα, ζήτησε ανακωχή για να κηδέψει τους νεκρούς. Για αυτό ο Παυσανίας δικάστηκε και πάλι κι αυτή τη φορά εξορίστηκε.[54]

Αν και στη Μάχη της Κορώνειας, ο νέος βασιλιάς της Σπάρτης, ο Αγησίλαος Α', κατάφερε να πάρει μια δύσκολη νίκη απέναντι στους Βοιωτούς και τους Κορινθίους, οι Σπαρτιάτες κατάλαβαν την ανάγκη να απαλλαχτούν από την εχθρότητα των Περσών κι αν ήταν δυνατό να τους χρησιμοποιήσουν στα δικά τους σχέδια. Έτσι συμφώνησαν με τον Αρταξέρξη Β' να υπογράψουν την ταπεινωτική Ανταλκίδειο Ειρήνη (387 π.Χ.), με την οποία παραχώρησαν στο Μεγάλο Βασιλιά τις ελληνικές πόλεις των μικρασιατικών ακτών και της Κύπρου, με αντάλλαγμα την αυτονομία των έτερων πόλεων της Ελλάδας. Πλέον Σπάρτη και Περσία ήταν έτοιμες να ανοίξουν πόλεμο ενάντια σε όλους εκείνους που θα αντιστέκονταν στο διακανονισμό αυτό.[55] Επρόκειτο για μια μάλλον ατομιστική ερμηνεία της αυτονομίας από την πλευρά των Λακεδαιμονίων, καθώς καμία πόλη δεν είχε το δικαίωμα να επιλέξει το δημοκρατικό πολίτευμα αντί για την ευνοούμενη των Σπαρτιατών ολιγαρχία.[55] Το 383 π.Χ. μια έκκληση δύο πόλεων της Χαλκιδικής, καθώς και του ηγεμόνα της Μακεδονίας, έδωσαν στη Σπάρτη το πρόσχημα ώστε να διασπάσει το Κοινό των Χαλκιδέων, του οποίου ψυχή ήταν η Όλυνθος. Μετά από πολλά χρόνια διενέξεων, η πόλη αυτή ηττήθηκε, με αποτέλεσμα την προσχώρηση των πόλεων της Χαλκιδικής στην Πελοποννησιακή Συμμαχία. Εκείνη που πραγματικά επωφελήθηκε από την κατάσταση ήταν η Μακεδονία, αν και είναι κάπως επιπόλαιο να αποδώσει κανείς στους Σπαρτιάτες την άνοδο του Φιλίππου Β'.[56]

Το 382 π.Χ. ο Φοιβίδας, επικεφαλής μιας σπαρτιατικής δύναμης που προέλαυνε βόρεια εναντίον της Ολύνθου, πραγματοποίησε μια παράκαμψη καταλαμβάνοντας την Καδμεία, την ακρόπολη των Θηβών. Ο αρχηγός της αντισπαρτιατικής παράταξης της πόλης εκτελέστηκε μετά από στημένη δίκη και μια μικρή κλίκα φιλοσπαρτιατών ανέλαβε την ηγεμονία των Θηβών και άλλων πόλεων της περιοχής. Το περιστατικό αυτό ήταν κατάφωρη παραβίαση της Ανταλκίδειου Ειρήνης. Ακολούθησε επανάσταση των Θηβαίων και ξέσπασμα νέου πολέμου. Η πρωτοβουλία ανήκει στη Σπάρτη, ωστόσο απέτυχε τελικά να πετύχει τους σκοπούς της. Μια ανοργάνωτη επίθεση στο λιμάνι του Πειραιά από το Σπαρτιάτη διοικητή Σφοδρία υπονόμευσε τη σπαρτιατική υπεροχή, καθώς εξανάγκασε την Αθήνα να στραφεί στη Θήβα. Ακολούθησαν ήττες των Λακεδαιμονίων στη θάλασσα κατά τη Ναυμαχία της Νάξου και στην ξηρά στη Μάχη της Τεγύρας. Κατ’ επέκταση δεν κατάφεραν να εμποδίσουν την επανίδρυση ούτε του Κοινού των Βοιωτών ούτε της Αθηναϊκής Ηγεμονίας.

Θηβαϊκή Ηγεμονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 371 π.Χ., οι Σπαρτιάτες συγκάλεσαν στην πόλη τους νέα συνάντηση για διαπραγματεύσεις. Η Θήβα υπερασπίστηκε την ισχυρή της θέση στη Βοιωτία, κάτι που οδήγησε σε νέα επίθεση των Λακεδαιμονίων υπό τον Κλεόμβροτο A΄. Η απόφαση των Θηβαίων να δώσουν τη Μάχη στα Λεύκτρα δεν συνοδευόταν από αυτοπεποίθηση, αλλά επρόκειτο για λύση ανάγκης. Ωστόσο κέρδισαν μια λαμπρή νίκη, συντρίβοντας την υπεροψία των σπαρτιατικών όπλων και καταφέροντας μεγάλο πλήγμα στο έμψυχο δυναμικό της πόλης. Με τον τρόπο αυτό η κυριαρχία της Ελλάδος πέρασε στα χέρια των Θηβαίων.

Το χειμώνα του 370 π.Χ. ο βασιλιάς των Σπαρτιατών Αγησίλαος Β' ξεκίνησε εκστρατεία όχι κατά των Θηβαίων, αλλά σε μια προσπάθεια να διατηρήσει κάτι από την επιρροή της Σπάρτης στην Αρκαδία. Η πρωτοβουλία αυτή τελικά στράφηκε εναντίον του, εφόσον οι Αρκάδες στράφηκαν για βοήθεια στη Βοιωτία. Η τελευταία αντέδρασε στέλνοντας έναν ισχυρό στρατό υπό τις διαταγές του Επαμεινώνδα, ο οποίος αρχικά προέλασε κατά της Σπάρτης και κατόπιν μετέβη στη Μεσσηνία όπου οι είλωτες είχαν ήδη αποστατήσει. Ο Επαμεινώνδας διασφάλισε την ανεξαρτησία των Μεσσηνίων - οι οποίοι βρίσκονταν επί τέσσερις αιώνες υπό Σπαρτιατική κατοχή - επανιδρύοντας την πρωτεύουσά τους, Μεσσήνη.[57]

Η τελευταία καθοριστική μάχη δόθηκε το 362 π.Χ. Την περίοδο αυτή διάφορες από τις συμμαχικές προς τη Θήβα πόλεις είχαν συμμαχήσει με τη Σπάρτη, όπως παραδόξως και η Αθήνα. Η Μάχη της Μαντίνειας ανέδειξε νικητές τους Θηβαίους με ένα όμως βαρύ τίμημα: τη στιγμή της δόξας του βρήκε το θάνατο ο Επαμεινώνδας.[58] Όταν κόπασε η μάχη τόσο οι σύμμαχοι όσο και οι εχθροί της Σπάρτης σύναψαν ειρήνη. Μόνο οι Λακεδαιμόνιοι αρνήθηκαν πεισματικά, καθώς δεν μπορούσαν να χωνέψουν την ανεξαρτησία της Μεσσηνίας.[59]

Ωστόσο η Σπάρτη δεν διέθετε πλέον ούτε το στρατό ούτε τα οικονομικά μέσα για να ανακτήσει το χαμένο της έδαφος και η παρουσία των ανεξάρτητων Αρκάδων και Μεσσηνίων στα σύνορά της, έθετε την ασφάλειά της σε μεγάλο κίνδυνο. Εντούτοις, ένωσε τις δυνάμεις της με την Αθήνα και την Αχαΐα το 353 π.Χ. ώστε να εμποδίσει το βασιλιά της Μακεδονίας, Φίλιππο Β', να περάσει τις Θερμοπύλες και να εισβάλλει στη Φωκίδα. Πέραν τούτου δεν ξαναπήρε μέρος στην προσπάθεια των έτερων πόλεων της ηπειρωτικής Ελλάδας ενάντια στο νέο πανίσχυρο εχθρό από το βορρά. Όταν ο Φίλιππος νικούσε ολοκληρωτικά τους Αθηναίους και τους Θηβαίους στη Μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ., η Σπάρτη παρέμεινε αδρανής εξαιτίας των φιλομακεδονικών αισθημάτων της γειτονικής Μεσσηνίας και τους Άργους.

Εντούτοις, μετά τη μάχη η Σπάρτη αρνήθηκε πεισματικά να υποταχθεί με τη θέλησή της στο Φίλιππο. Αναγκάστηκε να το κάνει μετά τη λεηλασία της Λακωνίας και τη μεταφορά ορισμένων περιοχών στα σύνορά της στα χέρια των γειτονικών της κρατών. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του Αλεξάνδρου του Μέγα στην Ανατολή, ο βασιλιάς Άγις Γ΄ επιτέθηκε κατά της Μακεδονίας με τη βοήθεια κάποιων πόλεων που αποφάσισαν να εξεγερθούν. Ωστόσο η επανάσταση καταπνίγηκε από τον αντιβασιλιά της Μακεδονίας, Αντίπατρο, με τη Μάχη της Μεγαλόπολης, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Άγις σκοτώθηκε. Η ανάμνηση της ήττας αυτής ήταν φρέσκια στα μυαλά των Λακεδαιμονίων όταν ξέσπασε μια γενική επανάσταση των ελληνικών πόλεων ενάντια στην κυριαρχία των Μακεδόνων, που έμεινε γνωστή ως Λαμιακός Πόλεμος. Κατά τη διάρκειά του η Σπάρτη τήρησε ουδετερότητα.[60]

3ος αιώνας π.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σπαρτιάτης οπλίτης, σύγχρονη αναπαράσταση. Συλλογή στρατιωτικών ενδυμασιών Vinkhuijzen.

Κατά τη διάρκεια εκστρατείας που πραγματοποίησε ο Δημήτριος ο Πολιορκητής το 294 π.Χ. με στόχο την κατάκτηση της Πελοποννήσου, οι Λακεδαιμόνιοι υπό την ηγεμονία του Αρχίδαμου Δ΄ προσπάθησαν να αντισταθούν, αλλά γνώρισαν την ήττα σε δύο μάχες. Αν η προσοχή του Δημητρίου δεν στρεφόταν απότομα προς τη Μακεδονία η πόλη ίσως έπεφτε.[61] Το 293 π.Χ. μια σπαρτιατική δύναμη υπό τον Κλεώνυμο, ενέπνευσε θάρρος στους Βοιωτούς ώστε να αψηφήσουν το Δημήτριο. Η υποχώρηση ωστόσο των Σπαρτιατών άφησε τη Θήβα εκτεθειμένη. Το 280 π.Χ. ο βασιλιάς Αρεύς Α' και οι άνδρες του εξεστράτευσαν βόρεια με τη πρόφαση της υπεράσπισης κάποιας ιερής περιοχής γύρω από τους Δελφούς από την Αιτωλική Συμπολιτεία. Τελικά σκόρπισαν κάνοντας λεηλασίες, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την ήττα τους από τους Αιτωλούς που τους αιφνιδίασαν.[62]

Το 272 π.Χ., με την παρότρυνση του Κλεώνυμου, ο βασιλιάς της Ηπείρου, Πύρρος, αφού είχε επιστρέψει από την περίφημη εκστρατεία του στην ιταλική χερσόνησο, εισέβαλε στην Πελοπόννησο.[63] Ο Αιακίδης βασιλιάς είχε την πεποίθηση πως η Σπάρτη θα έπεφτε εύκολα εφόσον ο βασιλιάς Αρεύς Α' και οι άνδρες του απουσίαζαν στην Κρήτη. Ωστόσο η επίθεση του αποδείχτηκε άκαρπη, καθώς ο νεαρός γιος του Αρέως, ο Ακρότατος, με τους λιγοστούς υπερασπιστές της πόλης – κυρίως γυναίκες και μεγαλύτερους σε ηλικία άνδρες – έδωσαν λυσσαλέα μάχη μέχρι να επιστρέψει ο βασιλιάς. Τελικά ο Πύρρος έστρεψε την προσοχή του στο Άργος και στο μεγάλο του αντίπαλο, Αντίγονο Β' το Γονατά, και αναχώρησε.

Το 264 π.Χ. οι Λακεδαιμόνιοι συμμάχησαν με την Αθήνα και την Πτολεμαϊκή Αίγυπτο (καθώς και μερικές μικρότερες ελληνικές πόλεις) σε μια προσπάθεια να ανεξαρτητοποιηθούν από τους Μακεδόνες. Κατά τη διάρκεια του Χρεμωνίδειου Πολέμου, ο Αρεύς τέθηκε επικεφαλής δύο εκστρατειών στον Ισθμό, βρίσκοντας το θάνατο στη δεύτερη. Όταν η Αχαϊκή Συμπολιτεία περίμενε επίθεση από τους Αιτωλούς, η Σπάρτη έστειλε στρατό με τον Άγι Δ΄ για να βοηθήσει στην άμυνα του Ισθμού. Οι Λακεδαιμόνιοι, όμως, επέστρεψαν στο σπίτι όταν φάνηκε πως η επίθεση δεν θα λάμβανε ποτέ χώρα.[64] Λίγο καιρό μετά, κάπου το 244 π.Χ., ένας στρατός Αιτωλών λεηλάτησε τη Λακωνία, παίρνοντας μαζί όπως λέχθηκε κάπου 50.000 αιχμαλώτους, αν και ίσως πρόκειται για υπερβολή.[65] Ο Γκρέιντζερ θεωρεί πως η επίθεση αυτή ήταν τμήμα κάποιας εκστρατείας των Αιτωλών με στόχο την ενοποίηση των πελοποννησιακών πόλεων. Αν και η Αιτωλία κατά κύριο λόγο επιζητούσε τον περιορισμό της Αχαΐας, επειδή οι πόλεις που ενδιαφέρονταν είχαν αντισπαρτιατικά αισθήματα, ένιωσε επιτακτική ανάγκη να δώσει την εντύπωση αντισπαρτιατικής δύναμης.[66]

Στα μέσα του αιώνα εκδηλώθηκε μια κοινωνική κρίση, η οποία είχε ήδη δείξει τα σημάδια της από καιρό. Ο πλούτος είχε συγκεντρωθεί στα χέρια εκατό περίπου οικογενειών.[67] Αντιθέτως, ο αριθμός των Ομοίων, που πάντοτε αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά του σπαρτιατικού στρατού είχε πέσει στους 700, κάτι λιγότερους από το ένα πέμπτο των 9.000 ανδρών του απόγειου της δύναμής της τον 7ο αιώνα π.Χ.[67] Ο Άγις Δ' ήταν ο πρώτος που αποπειράθηκε να προβεί σε μεταρρυθμίσεις. Το πρόγραμμά του περιελάμβανε διαγραφή των χρεών και αναδασμό της γης. Η αντίσταση που προέβαλε ο έτερος βασιλιάς, Λεωνίδας Β΄, δεν είχε αποτέλεσμα καθώς ο τελευταίος έχασε την εξουσία του υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Ωστόσο οι πολιτικοί αντίπαλοι του Άγι εκμεταλλεύτηκαν κάποια περίοδο που εκείνος απουσίαζε για να τον υπονομεύσουν, με αποτέλεσμα να περάσει από δίκη-παρωδία μόλις επέστρεψε και να εκτελεστεί.[68]

Η επόμενη προσπάθεια για μεταρρυθμίσεις προήλθε από το γιο του Λεωνίδα εχθρού του Άγι, τον Κλεομένη Γ΄. Το 229 π.Χ. ο Κλεομένης ηγήθηκε μιας επίθεσης στη Μεγαλόπολη, ξεκινώντας πόλεμο με την Αχαΐα. Ο στρατηγός της, Άρατος, αν και διέθετε πολλαπλάσιους στρατιώτες τον αντιμετώπισε με επιφύλαξη. Μολαταύτα ο Κλεομένης κατόρθωσε να αναδειχτεί νικητής. Έχοντας μια τέτοια νίκη στο ενεργητικό του άφησε στο πεδίο της μάχης τους ομοίους – στρατιώτες του και οδήγησε το μισθοφορικό τμήμα του στρατού του κατά της Σπάρτης. Κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος τέσσερις από τους πέντε εφόρους έχασαν τη ζωή τους και ο θεσμός καταλύθηκε.[69] Η γη ξαναμοιράστηκε επιτρέποντας σε περισσότερους ανθρώπους να αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα.[69] Τα χρέη χαρίστηκαν. Ο Κλεομένης ανέθεσε δε στο Σφαίρο, το στωικό του σύμβουλο, να αναβιώσει τα παλαιά έθιμα της αυστηρής εκπαίδευσης και του λιτού τρόπου ζωής. Για τον Γκριν, το γεγονός ότι το καθήκον ανατέθηκε σε έναν μη-Σπαρτιάτη, είναι ενδεικτικό του πόσο είχε απομακρυνθεί η Σπάρτη από το Λυκούργειο παρελθόν της.[69] Αυτοί οι διακανονισμοί επέφεραν την εχθρότητα των εύπορων Πελοποννησίων οι οποίοι φοβούνταν το ενδεχόμενο μιας κοινωνικής επανάστασης. Σε άλλους, και κυρίως στους φτωχούς, ο Κλεομένης χάρισε ελπίδα, η οποία όμως έσβησε γρήγορα όταν ο Κλεομένης ξεκίνησε να καταλαμβάνει γειτονικές πόλεις, καθιστώντας καταφανές πως οι προθέσεις του για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις εκτός Σπάρτης ήταν το τελευταίο πράγμα που είχε στο μυαλό του.[70]

Προχωρώντας σε μεταρρυθμίσεις ο Κλεομένης είχε στο μυαλό του την αναβίωση της σπαρτιατικής δύναμης. Αρχικά σημείωσε επιτυχίες, καταλαμβάνοντας πόλεις που μέχρι τότε άνηκαν στην Αχαϊκή Συμπολιτεία και κερδίζοντας τη χρηματοδότηση της Πτολεμαϊκής Αιγύπτου.[71] Ο Άρατος, όμως, αποφάσισε να συμμαχήσει με την ως τότε εχθρό των Αχαιών, τη Μακεδονία. Με την Αίγυπτο να αποσύρει τη στήριξή της, ο Κλεομένης αποφάσισε να διακινδυνεύσει τα πάντα σε μία μάχη.[72] Στη Μάχη της Σελλασίας που έλαβε χώρα το 222 π.Χ., ο συνασπισμός Αχαϊκής Συμπολιτείας και Μακεδονίας νίκησε τον Κλεομένη. Ο Μακεδόνας βασιλιάς, Αντίγονος Γ΄ Δώσων εισήλθε πανηγυρικά στην πόλη της Σπάρτης, κάτι που οι πολίτες της δεν είχαν υποφέρει ποτέ στο παρελθόν. Οι έφοροι επέστρεψαν στην εξουσία ενώ η βασιλεία καταργήθηκε.[73] Τελικά η Σπάρτη έπεσε στα χέρια σκληρών και άπληστων τυράννων όπως ο Λυκούργος και ο Μαχανίδας, με τον τελευταίο να θανατώνεται από τον Φιλοποίμενα.

2ος αιώνας π.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πηγές που αναφέρονται στο Νάβι, ο οποίος ανέλαβε την εξουσία το 207 π.Χ., συμφωνούν σε αξιοσημείωτο βαθμό ως προς την εχθρική διάθεση απέναντί του, και είναι αδύνατον να μαντέψει κανείς την αλήθεια πίσω από τις κατηγορίες που του επιρρίπτουν. Οι μεταρρυθμίσεις του σίγουρα προχώρησαν πολύ βαθύτερα από εκείνες του Κλεομένη ο οποίος είχε απελευθερώσει 6.000 είλωτες ως λύση απελπισίας.[74] Αν εμπιστευτούμε τις μαρτυρίες του Πολύβιου και του Λίβιου, θα τον απορρίπταμε σαν λίγο καλύτερο από έναν λωποδύτη φύλαρχο, κρατώντας τη Σπάρτη με μέτρα μεγάλης σκληρότητας και καταναγκασμού και χρησιμοποιώντας μισθοφόρους σε μεγάλο βαθμό στους πολέμους του.[18] Ο Φόρεστ παίρνει στα σοβαρά τις κατηγορίες αυτές, ακόμη και πως στην εποχή του το κράτος υποστήριξε την πειρατεία και τη ληστεία, αλλά δε δέχεται πως ήταν τόσο ατομιστής όσο τον θέλουν οι αρχαίες πηγές. Τον βλέπει ως μια σκοτεινότερη εκδοχή του Κλεομένη, ο οποίος ειλικρινά προσπάθησε να αναβιώσει το μεγαλείο της Σπάρτης και να λύσει την κοινωνική της κρίση.[75] Επιπλέον ξεκίνησε την κατασκευή των πρώτων τειχών της πόλης, με έκταση κάπου 9,66 χλμ.[76]

Την περίοδο αυτή η Αχαΐα έπαψε να πρόσκειται στη Μακεδονία, συμμαχώντας με μια νέα ανερχόμενη δύναμη: τη Ρώμη. Καθώς η Συμπολιτεία αυτή αποτελούσε το μεγαλύτερο αντίπαλο της Σπάρτης, ο Νάβις προσέγγισε τους Μακεδόνες. Είχε γίνει πλέον εξαιρετικά δύσκολο για τη Μακεδονία να ελέγχει το Άργος κι έτσι ο Φίλιππος Ε' αποφάσισε να το παραχωρήσει στη Σπάρτη για να δημιουργηθούν περαιτέρω τριβές με την Αχαΐα. Ωστόσο ήταν αρκετά προσεκτικός ώστε να μην καταστρέψει τις διπλωματικές του σχέσεις με τη Ρώμη.[75] Παρά το γεγονός αυτό, μετά από την ολοκλήρωση τριών πολέμων κατά της Μακεδονίας, η Ρώμη ξεκίνησε πόλεμο κατά του Νάβι στέλνοντας στρατό στη Λακωνία υπό τον Φλαμινίνο. Ο Νάβις αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει εγκαταλείποντας όλες του τις κτίσεις εκτός Λακωνίας, παραδίδοντας τα λιμάνια και το στόλο του, και πληρώνοντας αποζημίωση 500 ταλάντων.[77] Μετά την αποχώρηση των Ρωμαίων κατάφερε να ανακτήσει το Γύθειο, παρά την προσπάθεια που έκανε να το καταλάβει πρώτος ο Φιλοποίμην, επικεφαλής της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Τελικά οι δύο στρατοί ήρθαν αντιμέτωποι με τους Λακεδαιμονίους να γνωρίζουν συντριπτική ήττα, ενώ ο Φιλοποίμην λεηλάτησε για τριάντα ημέρες τη Λακωνία χωρίς αντίσταση.[18]

Ο Νάβις δολοφονήθηκε το 192 π.Χ. και ο Φιλοποίμην ανάγκασε τη Σπάρτη να γίνει μέλος της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Αυτό προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις. Ωστόσο η ένοπλη παρέμβαση των Αχαιών υποχρέωσε τους Λακεδαιμονίους να καταστρέψουν τα τείχη τους, να διαλύσουν το μισθοφορικό στρατό τους, να ανακαλέσουν όλους τους εξόριστους, να εγκαταλείψουν τους θεσμούς που εγκαθίδρυσε ο Λυκούργος και τέλος να αποδεχτούν τον αχαϊκό νόμο και τους θεσμούς που εκείνος όριζε (188 π.Χ.) Ξανά και ξανά οι διπλωματικές σχέσεις Σπαρτιατών και Αχαιών αποτέλεσαν το θέμα συζητήσεων στη Ρωμαϊκή Σύγκλητο ή το αίτιο αποστολής διπλωματών στην Ελλάδα, μα καμία καθοριστική παρέμβαση των Ρωμαίων δεν έλαβε χώρα μέχρι τη στιγμή που πάρθηκε η απόφαση να αποκοπούν από τη Συμπολιτεία η Σπάρτη, η Κόρινθος, το Άργος, ο Ορχομενός στην Αρκαδία και η Ηράκλεια στο όρος Οίτη. Με τον τρόπο αυτό οι Αχαιοί ήρθαν σε πλήρη ρήξη με τη Ρώμη και τελικά, το 146 π.Χ., μετά την άγρια λεηλασία της Κορίνθου, η Συμπολιτεία διαλύθηκε και η ηπειρωτική Ελλάδα ενσωματώθηκε στη ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας.[18]

Ρωμαϊκή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ποταμός Ευρώτας στην κοιλάδα του οποίου ιδρύθηκε η Σπάρτη.

Για τη Σπάρτη μια μακρά εποχή πολέμου και εσωτερικών διενέξεων έλαβε τέλος δίνοντας τη θέση της σε μία νέα ειρήνης και ευμάρειας. Πολλές επιγραφές έχουν σωθεί από την περίοδο αυτή. Ως συμμαχική πόλη απαλλάχθηκε από την άμεση φορολογία, αν και κατά καιρούς υποχρεώθηκε να καταβάλλει «με τη θέλησή της» δώρα στους Ρωμαίους στρατηγούς. Η πολιτική φιλοδοξία των πολιτών της Σπάρτης περιορίστηκε στην ανάληψη κάποιου τοπικού αξιώματος, τα σημαντικότερα από τα οποία ήταν ο νομοφύλαξ, ο έφορος και ο πατρονόμος. Ο Αύγουστος έδειξε αξιοσημείωτη εύνοια στην πόλη, ενώ ο Αδριανός την επισκέφτηκε δύο φορές στα μακρά του ταξίδια και δέχτηκε τον τίτλο του επώνυμου πατρονόμου.

Το πατροπαράδοτο πολεμικό ήθος έβρισκε διέξοδο σε ειρηνικούς διαγωνισμούς που λάμβαναν χώρα στο γυμνάσιο και στο στάδιο μπροστά στο ναό της Ορθίας Αρτέμιδος. Καμία φορά και σε πραγματική μάχη: οι Σπαρτιάτες για παράδειγμα στρατολογήθηκαν σε εκστρατείες εναντίον των Πάρθων από τους Αυτοκράτορες Λεύκιο Βέρο, Σεπτίμιο Σεβήρο και Καρακάλλα.

Μεσαιωνική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 396 ο Γότθος Αλάριχος Α΄ κατέστρεψε την πόλη, και σε μεταγενέστερη εποχή (7ος αι. μ.Χ.) εισέβαλαν και εγκαταστάθηκαν στη Λακωνία σλαβικά φύλα,[18] που με τη σειρά τους έδωσαν τη θέση τους στους Βυζαντινούς διατηρώντας ωστόσο σχετική αυτονομία σε ορεινές περιοχές. Υπάρχει μια θεωρία βάσει της οποίας η τσακωνική διάλεκτος προέρχεται από τη δωρική, εφόσον οι ομιλητές της είναι απόγονοι των Σπαρτιατών που έζησαν απομονωμένοι στα βουνά εξαιτίας των βαρβαρικών εισβολών.

Κατά την άφιξή τους στο Μορέα, οι Φράγκοι βρήκαν μια οχυρωμένη πόλη με το όνομα Λακεδαιμονία, η οποία καταλάμβανε τμήμα της αρχαίας πόλης, η οποία συνέχισε να υφίσταται [18], αν και με ελάχιστο πληθυσμό, ακόμη και μετά την κατασκευή των κάστρων του Μυστρά από τον Γουιλιέλμο Β΄ Βιλλεαρδουίνο στον Ταΰγετο βορειοδυτικά της Σπάρτης.

Για σύντομο χρονικό διάστημα τα μέρη αυτά πέρασαν στα χέρια των Βυζαντινών, οι οποίοι και τα διατήρησαν μέχρι που οι Οθωμανοί υπό την ηγεμονία του Μωάμεθ Β΄ τα κατέλαβαν το 1460. Το 1687 έφτασαν στην περιοχή οι Βενετοί, για να ξαναπεράσουν σε τουρκικά χέρια το 1715. Έτσι για έξι περίπου αιώνες ήταν ο Μυστράς και όχι η Σπάρτη το μεγάλο οικιστικό κέντρο της Λακωνίας.[18] Η περιοχή της Μάνης διατήρησε σχετική αυτονομία κατά την Τουρκοκρατία και έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1834, κατά τη βασιλεία του Όθωνα, η Σπάρτη ξαναχτίστηκε ως σύγχρονη πόλη εκεί όπου κάποτε έστεκε η αρχαία, ενώ ο Μυστράς παρήκμασε και ερημώθηκε.[18] Σήμερα η Σπάρτη αποτελεί την πρωτεύουσα του νομού Λακωνίας με 14.800 περίπου κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2001.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Cartledge (2001), σελ. 28.
  2. 2,0 2,1 2,2 Cartledge (2001), σελ. 29.
  3. 3,0 3,1 3,2 Cartledge (2001), σελ. 30.
  4. 4,0 4,1 4,2 Cartledge (2001), σελ. 33.
  5. Cartledge (2001), σελ. 31.
  6. Cartledge (2001), σελ. 32.
  7. Cartledge (2001), σελ. 35.
  8. Cartledge (2001), σελ. 58.
  9. 9,0 9,1 Lévy (2008)
  10. Cartledge (2001), σελ. 60-61.
  11. Cartledge (2001), σελ. 80.
  12. Cartledge (2001), σελ. 81.
  13. 13,0 13,1 Ehrenberg (2004), σελ. 36
  14. Παυσανίας, «Ελλάδος περιήγησις»
  15. 15,0 15,1 Bucklet (1996), σελ. 60-61
  16. Forrest (1969), σελ.76-77.
  17. 17,0 17,1 Forrest (1969), σελ.79.
  18. 18,0 18,1 18,2 18,3 18,4 18,5 18,6 18,7 18,8 Encyclopædia Britannica Eleventh Edition, Sparta
  19. Forrest (1969), σελ.86.
  20. Forrest (1969), σελ.87.
  21. Forrest (1969), σελ.89.
  22. Buckley (1996), σελ. 171-173.
  23. Buckley (1996), σελ. 173.
  24. Buckley (1996), σελ. 181-184.
  25. Buckley (1996), σελ. 184.
  26. Bengtson, Bloedow, σελ. 104
  27. Bengtson, Bloedow, σελ. 105
  28. Buckley (1996), σελ. 228-229.
  29. Buckley (1996), σελ. 230-231.
  30. Buckley (1996), σελ. 232-235.
  31. Buckley (1996), σελ. 236.
  32. Cartledge (2004), σελ. 140-141.
  33. Buckley (1996), σελ. 236-237.
  34. Buckley (1996), σελ. 237.
  35. Buckley (1996), σελ. 237
  36. 36,0 36,1 Forrest (1969), σελ.106-107
  37. Buckley (1996), σελ. 239-240.
  38. Buckley (1996), σελ. 309
  39. Buckley (1996), σελ. 307-311
  40. Buckley (1996), σελ. 354-355.
  41. Forrest (1969), σελ.112
  42. Forrest (1969), σελ.111-112
  43. Forrest (1969), σελ.119.
  44. Forrest (1969), σελ.120
  45. Kagan (2004), σελ. 469.
  46. Forrest (1969), σελ.121
  47. Cartledge (2000), σελ.280-281.
  48. Cartledge (2000), σελ. 349
  49. Cartledge (2000), σελ. 349-350
  50. Cartledge (2000), σελ. 350
  51. Cartledge (2000), σελ. 383-384
  52. Cartledge (2000), σελ. 351
  53. 53,0 53,1 Cartledge (2000), σελ. 191
  54. Cartledge (2000), σελ. 358-359
  55. 55,0 55,1 Cartledge (2000), σελ. 370
  56. Cartledge (2000), σελ. 373-374
  57. Cartledge (2000), σελ. 384-385.
  58. Cartledge (2000), σελ. 391.
  59. Cartledge (2000), σελ. 392.
  60. Green (1994), σελ.10
  61. Green (1994), σελ. 125.
  62. Grainger (1999), σελ. 96.
  63. Green (1994), σελ. 144.
  64. Grainger (1999), σελ. 152.
  65. Grainger (1999), σελ. 162.
  66. Grainger (1999), σελ. 162-164.
  67. 67,0 67,1 Green (1994), σελ. 250.
  68. Green (1994), σελ. 253.
  69. 69,0 69,1 69,2 Green (1994), σελ. 257.
  70. Green (1994), σελ. 259-260.
  71. Green (2008), σελ. 87.
  72. Green (2008), σελ. 88.
  73. Green (2008), σελ. 89.
  74. Cartledge (2004), σελ. 235
  75. 75,0 75,1 Forrest (1969), σελ. 149.
  76. Cartledge (2004), σελ. 236
  77. Τίτος Λίβιος xxxiv. 33–43

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρωτογενείς πηγές

Δευτερογενείς πηγές

  • (Ελληνικά) Καργάκος, Σαράντος Ι. (2006). «Ιστορία της αρχαίας Σπάρτης». Αθηνα: Gutenberg. ISBN 978-9600110746. 
  • (Ελληνικά) Παπαρρηγόπουλος, Κωνσταντίνος Δ. (2005). «Ιστορία του ελληνικού έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ' ημάς». Αθήνα: Ερμείας. ISBN 978-9602161357. 
  • (Αγγλικά) Bengtson, Hermann. Bloedow, Edmund F. (μετάφραση) (1997). «History of Greece: From the Beginnings to the Byzantine Era». University of Ottawa. ISBN 978-0776601113. 
  • (Αγγλικά) Buckley, Terry (1996). «Aspects Of Greek History 750-323 BC: A Source-Based Approach». Routledge. ISBN 978-0415099585. 
  • (Ελληνικά) Schuller, Wolfgang. Καμάρα, Αφροδίτη, Κοκκινιά, Χριστίνα, Μπουραζέλης, Κώστας (1999). «Ιστορία της αρχαίας Ελλάδας: Από την κρητομυκηναϊκή εποχή ως το τέλος των κλασικών χρόνων». Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. ISBN 978-9602503256. 
  • (Αγγλικά) Cartledge, Paul (1989). «Hellenistic and Roman Sparta: A Tale of Two Cities (Societies & Cities of Ancient Greece)». Routledge. ISBN 978-0415032902. 
  • (Αγγλικά) Cartledge, Paul (2000). «Agesilaos and the Crisis of Sparta». Gerald Duckworth & Co Ltd.. ISBN 978-0715630327. 
  • (Αγγλικά) Cartledge, Paul (2001). «Sparta and Lakonia: A Regional History 1300-362 BC». Routledge. ISBN 978-0415262767. 
  • (Αγγλικά) Cartledge, Paul (2004). «The Spartans: The World of the Warrior-Heroes of Ancient Greece». Vintage. ISBN 978-1400078851. 
  • (Αγγλικά) Ehrenberg, Victor (2004). From Solon to Socrates: Greek History and Civilisation between the 6th and 5th centuries BC. Λονδίνο: Routledge. ISBN 978-0415040242. 
  • (Αγγλικά) Forrest, W.G. (1969). «A History of Sparta, 950-192 B.C.». W.W. Norton & Company. ISBN 978-0393004816. 
  • (Αγγλικά) Grainger, John D. (1999). «The League of Aitolians (Mnemosyne, Supplements)». Brill. ISBN 978-9004109117. 
  • (Αγγλικά) Green, Peter (1994). «Alexander to Actium: The Hellenistic Age». Thames & Hudson. ISBN 978-0500277287. 
  • (Αγγλικά) Green, Peter (2008). «Alexander the Great and the Hellenistic Age». George Weidenfeld & Nicholson. ISBN 978-0297852940. 
  • (Αγγλικά) Kagan, Donald (2004). «The Peloponnesian War». Penguin Books. ISBN 978-0142004371. 
  • (Αγγλικά) Kagan, Donald (2005). «The Peloponnesian War: Athens and Sparta in Savage Conflict 431-404 BC». HarperPerennial. ISBN 978-0007115068. 
  • (Ελληνικά) Lévy, Edmond. Στεφάνης, Αθανάσιος Δ. (μετάφραση) (2008). «Σπάρτη: Κοινωνική και πολιτική ιστορία έως τη ρωμαϊκή κατάκτηση». Αθήνα: Πατάκη. ISBN 978-9601616940. 
  • (Ελληνικά) Mossé, Claude. Στεφάνου, Λύντια (μετάφραση) (2008). «Επίτομη ιστορία της αρχαίας Ελλάδας 2000 - 31 π.Χ.». Αθήνα: Παπαδήμας. ISBN 978-9602063637.