Ευρυβιάδης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ευρυβιάδης ήταν στην αρχαιότητα ναύαρχος των Σπαρτιατών, γιος του Ευρυκλείδους. Έζησε τον 5ο αιώνα π.Χ. Παρόλο που δεν ήταν μήτε βασιλιάς μήτε από βασιλικό γένος, η Σπάρτη του ανέθεσε, όταν εισέβαλε ο Ξέρξης (480 π.Χ.), την αρχηγία του σπαρτιατικού στόλου. Μολονότι ο σπαρτιατικός στόλος είχε μόνο 10 τριήρεις στο Αρτεμίσιο και 16 στη Σαλαμίνα, ο Ευρυβιάδης είχε το αξίωμα του αρχιναυάρχου όλων των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων.

Είχε ασθενή χαρακτήρα και περιορισμένη αντίληψη και τον παρέσυραν άλλοτε ο Θεμιστοκλής και άλλοτε ο Αδείμαντος, ναύαρχος των Κορινθίων. Για να μείνει και να ναυμαχήσει στο Αρτεμίσιο, ο Θεμιστοκλής τον δωροδόκησε αντί 5 ταλάντων (και ο Αδείμαντος αντί 3 άλλων), από τα 30 τάλαντα που πρόσφεραν οι Ευβοείς στον Αθηναίο ναύαρχο. Στο πολεμικό συμβούλιο που έγινε πριν από την ναυμαχία της Σαλαμίνας, ύψωσε το ραβδί του για να χτυπήσει τον Θεμιστοκλή, επειδή ο τελευταίος επέμενε να μείνει ο ελληνικός στόλος εκεί και να πολεμήσει τον περσικό. Τότε ο Θεμιστοκλής του απάντησε με το παροιμιώδες: "Πάταξον μεν, άκουσον δε!".

Μετά το τέλος του αγώνα, στον Ευρυβιάδη απονεμήθηκε, με επιμονή των Λακεδαιμονίων και άλλων Πελοποννησίων, το αριστείο της ανδρείας, ενώ στον Θεμιστοκλή μόνο το βραβείο σοφίας και δεξιότητας.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]