Γεράκι Λακωνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 36°59′0″N 22°42′0″E / 36.98333°N 22.70000°E / 36.98333; 22.70000

Γεράκι

Το κάστρο του Γερακιού
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Δήμος Ευρώτα
Γεωγραφία και στατιστική
Υψόμετρο 330
Πληθυσμός 1.341 (2001)
http://www.geraki.info

To Γεράκι είναι χωριό του Νομού Λακωνίας και βρίσκεται 39 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Σπάρτης, σε υψόμετρο 300 μέτρων. Διοικητικά ανήκει στον Δήμο Ευρώτα της Περιφέρειας Πελοποννήσου (πρόγραμμα Καλλικράτης).

Από το 1999 έως το 2010 σύμφωνα με την τότε διοικητική διαίρεση της Ελλάδας ήταν έδρα του Δήμου Γερονθρών του νομού Λακωνίας.

Κατά την απογραφή του 2001, το δημοτικό διαμέρισμα Γερακίου είχε 1.372 κατοίκους, από τους οποίους 1.341 κατοικούσαν στο Γεράκι και 31 στα Βελωτά. Στο παρελθόν είχε 2.500 περίπου κατοίκους, πληθυσμός που έχει πλέον ελαττωθεί. Το χωριό έχει συνεχή ιστορικό βίο από την προϊστορική εποχή. Κύρια προϊόντα της περιοχής είναι σιτάρι, κριθάρι, λάδι, κρασί και λίγα σύκα και μέλι. Οι γυναίκες ασχολούνται με την υφαντουργία, τα δε κιλίμια του Γερακίου, που φημίζονται σε όλη τη Λακωνία, έχουν βραβευθεί στις εκθέσεις της Βιέννης το 1873 και του Ζαππείου το 1890.

Η κυριότερη ενασχόληση των κατοίκων του Δήμου είναι η καλλιέργεια της ελιάς με ετήσια παραγωγή βρώσιμης ελιάς και ελαιολάδου τους 1.100 και 1.500 τόνους αντίστοιχα. Ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Γερακίου, εκτός από το εργοστάσιο παραγωγής ελαιολάδου, διαθέτει και μονάδα τυποποίησης της βρώσιμης ελιάς τύπου Καλαμών. Με την κτηνοτροφία, που αριθμεί περίπου 25.000 αιγοπρόβατα ασχολούνται πολλές οικογένειες, ιδιαίτερα των μικρών χωριών του Δήμου.

Εκκλησιαστιικά το Γεράκι υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Μονεμβασίας και Σπάρτης και ειδικότερα στην Αρχιερατική Περιφέρεια Σπάρτης. Ο δε καθεδρικός ναός του Γερακίου είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο χωριό μπορεί κανείς να επισκεφθεί την ακρόπολη, να ανηφορίσει στο μεσαιωνικό κάστρο, να μελετήσει την αρχιτεκτονική των 30 βυζαντινών ναών του (12ου-15ου αιώνα) και τις σπάνιες τοιχογραφίες.

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προϊστορική εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τόπος όπου βρίσκεται το σημερινό Γεράκι κατοικήθηκε από την προϊστορική εποχή. Κατά τις ανασκαφές οι οποίες έγιναν το 1905 από τη Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών στην αρχαία ακρόπολη του χωριού, την τοποθεσία την οποία οι σημερινοί κάτοικοι ονομάζουν "Δοντάκια", ανακαλύφθηκαν αντικείμενα τα οποία ανήκουν στη Νεολιθική εποχή, η οποία σύμφωνα με τους αρχαιολόγους ανάγεται στην τετάρτη προ Χριστού χιλιετία. Τα ευρήματα αυτά αποδεικνύουν ότι ο τόπος αυτός είχε συνοικισθεί και κατοικηθεί από ανθρώπους σχεδόν πριν από 6.000 χρόνια.

Στις ίδιες ανασκαφές βρέθηκαν επίσης αντικείμενα από την Εποχή του Χαλκού, η οποία διαδέχθηκε τη Νεολιθική και κατά τους αρχαιολόγους παραπέμπει στα μέσα της τρίτης χιλιετίας, δηλαδή περί το 2500 π.Χ. Επειδή τα ευρήματα και των δύο αυτών εποχών βρέθηκαν μαζί στο ίδιο μέρος, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι ο νεολιθικός πολιτισμός του συνοικισμού δεν καταστράφηκε απότομα, αλλά αντικαταστάθηκε σταδιακά από τον πολιτισμό της εποχής του χαλκού, ο οποίος διείσδυσε στην Πελοπόννησο από άλλα μέρη της Ελλάδας.

Μυκηναϊκή εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την εποχή αυτή, η οποία αρχίζει από το 1800 π.Χ. περίπου και διαρκεί μέχρι την κάθοδο των Δωριέων, δημιουργήθηκε στην τοποθεσία αυτή αστικός συνοικισμός, δηλαδή πόλη, η οποία πιθανώς έκτοτε να ονομάζετο Γερόνθραι. Στις ανασκαφές που έγιναν βρέθηκαν πολλά αντικείμενα που ανήκουν σ’ αυτήν την εποχή, στην πλειονότητά τους μυκηναϊκά αγγεία. Εκείνα τα χρόνια είχε οχυρωθεί η ακρόπολη των Γερονθρών με κυκλώπειο τείχος, από το οποίο σώζονται σήμερα πολλά λείψανα. Η οχύρωσή της φαίνεται ότι ήταν αρκετά αποτελεσματική, καθώς μπόρεσε να αντισταθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα στις επιθέσεις των Δωριέων, οι οποίοι κατά την παράδοση, το 1024 π.Χ., επί βασιλιά Τισαμενού κατέλαβαν την επαρχία Λακεδαίμονος και ίδρυσαν τη δωρική Σπάρτη.

Για 300 συνεχή έτη οι Αχαιοί κάτοικοι των Γερονθρών και δύο άλλων επιφανών πόλεων της Λακεδαίμονος, των Αμυκλών και της Φάριδος (τοποθετείται στην περιοχή του Ξηροκαμπίου), αντιστάθηκαν στην κατάκτηση των Δωριέων. Όμως κατά το έτος 700 π.Χ., κατά την παράδοση, και επί βασιλιά της Σπάρτης Τηλέκλου, οι Δωριείς μετά από πόλεμο κυρίευσαν και τις τρεις αυτές πόλεις, τα τελευταία προπύργια των Αχαιών στη Λακεδαίμονα. Οι κάτοικοι των Γερονθρών και της Φάριδος εκδιώχθηκαν από τον τόπο τους σε άλλα μέρη της Λακωνίας, όπου κατοικούσαν Αχαιοί και οι Δωριείς έστειλαν εποίκους από τη δική τους φυλή. Οι κάτοικοι των Αμυκλών έγιναν είλωτες των Δωριέων.

Δωρικοί και κλασσικοί χρόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την εποίκηση των Δωριέων και ακόμη περισσότερο κατά τους μεταγενέστερους κλασικούς χρόνους, η πόλη άκμασε και εξελίχθηκε σε σπουδαίο πολιτικό και εμπορικό κέντρο. Τούτο συμπεραίνεται από τις επιγραφές της περιόδου αυτής, τα προξενικά ψηφίσματα, τα γλυπτά που βρέθηκαν, τα αρχιτεκτονικά μέλη και άλλα αρχαία, καθώς και από το πυκνό δίκτυο δρόμων προς όλες τις κατευθύνσεις. Από τα γλυπτά το ωραιότερο είναι αυτό που απεικονίζει το θλιμμένο έφηβο. Τα κινητά αυτά αρχαία αντικείμενα βρήκε ή συγκέντρωσε ο φιλάρχαιος κάτοικος Γερακίου Γεώργιος Α. Παπανικολάου, ο οποίος διετέλεσε επί πολλά έτη δήμαρχος Γερονθρών. Προς το τέλος της δεκαετίας του 1990, η Αρχαιολογική Σχολή του Άμστερνταμ της Ολλανδίας πραγματοποίησε σειρά ανασκαφών στην αρχαία Ακρόπολη και έφερε στο φως πολλές αρχαιότητες, καθώς και ένα μεγάλο αριθμό νομισμάτων, τα οποία ανήκουν στην κλασική περίοδο.

Στις αρχαίες Γερόνθρες υπήρχαν, όπως αναφέρει ο περιηγητής Παυσανίας, δύο ναοί, ο μεν ένας αφιερωμένος στον θεό του φωτός και της μουσικής Απόλλωνα, ο δε άλλος στον θεό του πολέμου Άρη. Από αυτό μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι οι κάτοικοι των Γερονθρών, Δωριείς όντες, ήταν όχι μόνον πολεμιστές, αλλά και φιλόμουσοι. Ο ναός του Απόλλωνα βρισκόταν στην Ακρόπολη και υπήρχε σ’ αυτόν χρυσελεφάντινο άγαλμα του θεού. Ο ναός του Άρη βρισκόταν κοντά στις πηγές, δηλαδή στην περιοχή Κάτω Βρύση και πιθανότατα στη θέση Μητρόπολη, όπου σώζονται ακόμη και σήμερα τα λείψανα παλαιοχριστιανικής εκκλησίας, η οποία πιθανότατα κτίστηκε στον χώρο του αρχαίου ναού. Γύρω από τον ναό υπήρχε άλσος, όπου κάθε έτος ετελείτο εορτή, στην οποία απαγορευόταν στις γυναίκες να συμμετάσχουν ακόμη και να εισέλθουν στο άλσος.

Ρωμαϊκοί χρόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους η πόλη των Γερονθρών ανήκε στο λεγόμενο Κοινό των Ελευθερολακώνων, δηλαδή μία αυτόνομη συμπολιτεία, την οποία αποτελούσαν διάφορες πόλεις της Λακεδαίμονος, οι οποίες είχαν αποσπασθεί από την κυριαρχία της Σπάρτης κατά το έτος 146 π.Χ. Από την εποχή αυτή σώζονται διάφορες επιγραφές και προξενικά ψηφίσματα, όπως επίσης λείψανα υδραγωγείου και βαλανείου (δημόσια λουτρά).

Κατά τον τρίτο και τέταρτο μ.Χ. αιώνα η πόλη είχε γίνει σπουδαίο εμπορικό κέντρο, όπως συμπεραίνεται από τα σωζόμενα αποσπάσματα του περίφημου διατάγματος του αυτοκράτορα Διοκλητιανού του έτους 301 μ.Χ., με το οποίο οριζόταν το ανώτατο όριο των τιμών ορισμένων καταναλωτικών αγαθών πρώτης ανάγκης, επί ποινή θανάτου σε περίπτωση υπερβάσεως. Οι μαρμάρινες κολώνες, όπου αναγράφονται τα αποσπάσματα αυτά, χρησιμοποιήθηκαν κατά την κατασκευή ως παραστάδες και ως επίθημα (πρέκι) της κυρίας εισόδου του ναού του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, που βρίσκεται στη θέση Κάτω Βρύση.

Βυζαντινοί χρόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη των Γερονθρών εξακολούθησε να ακμάζει και στους επόμενους αιώνες και γι’ αυτό αναφερόταν στον κατάλογο των επαρχιών και πόλεων, ο οποίος συντάχθηκε από τον Ιεροκλή κατά τον 6ο αιώνα μ.Χ. Κατά τον πέμπτο αιώνα κτίσθηκε χριστιανική εκκλησία, βασιλική, της οποίας τα λείψανα σώζονται στη θέση "Μητρόπολη". Κατά τους χρόνους αυτούς οχυρώθηκε περαιτέρω η ακρόπολη με νέα τείχη των οποίων ορισμένα μέρη σώζονται ακόμη και σήμερα.

Είναι πιθανόν ότι στα τελευταία χρόνια πριν από τη φραγκική κατάκτηση κτίστηκαν μερικοί από τους ναούς που σώζονται ακόμη και σήμερα, όπως ο τρίκλιτος ναός του Αγίου Γεωργίου στο Κάστρο σε ρυθμό θολωτής βασιλικής με νάρθηκα και τοιχογραφίες του 13ου αιώνα, καθώς και ένα θαυμάσιο διάγλυπτο εικονοστάσιο από πωρόλιθο, ο σταυρεπίστεγος ναός των Θεοφανίων στη μέση του βουνού του Κάστρου με τοιχογραφίες του 13ου αιώνα, ο σταυροειδής μονόκλιτος ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου με τοιχογραφίες του 12ου αιώνα στη συνοικία Επάνω Βρύση, ο ναός του Αγίου Νικολάου στον Πύργο με τοιχογραφίες του 13ου αιώνα και του Αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου στην "Κάτω Βρύση", ρυθμού θολωτής βασιλικής με τοιχογραφίες σε δύο στρώματα, το ένα από το 1300 και το άλλο με εγχαραγμένη χρονολογία 1450.

Η θέα από το χωριό - Ο κάμπος

Είναι πιθανόν ότι στην ίδια χρονική περίοδο ανήκουν και άλλοι κατεστραμμένοι ναοί γύρω από το χωριό, των οποίων σε πολλές περιπτώσεις μόνον τα θεμέλια σώζονται. Εικάζεται επίσης ότι κατά τους ίδιους χρόνους επικράτησε το νέο όνομα Γεράκι, με το οποίο είναι γνωστός ο τόπος αυτός σήμερα.

Φραγκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Λατίνους σταυροφόρους το 1204, οι Φράγκοι έγιναν κύριοι εκτός άλλων περιοχών και της Πελοποννήσου, του Μορέως, όπως ονομαζόταν τότε, την οποία διαίρεσαν σε δώδεκα μεγάλες βαρονίες και τοπαρχίες. Μία απ΄ αυτές ήταν και το Γεράκι μαζί με την περιοχή του, όπου ανέλαβε επικεφαλής ο Γάλλος βαρόνος Γκυ ντε Νιβελέ,[1] ο οποίος το 1209 έκτισε εκεί το Κάστρο που σώζεται μέχρι σήμερα. Αλλά ο τόπος αυτός μαζί με το Κάστρο μόνον 50 χρόνια παρέμεινε στα χέρια των Φράγκων, διότι το 1262 αναγκάσθηκαν να το παραδώσουν στους Βυζαντινούς μαζί με τα κάστρα της Μονεμβασίας, του Μυστρά και της Μάνης για την απελευθέρωση του Γουλιέλμου Βιλλεαρδουίνου και των άλλων βαρόνων και ιπποτών, οι οποίοι στη μάχη της Πελαγονίας το 1259 είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι από τους Βυζαντινούς.

Ύστεροι βυζαντινοί χρόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την ανάκτησή του από τους Βυζαντινούς, το Γεράκι φαίνεται ότι σημείωσε νέα περίοδο κοινωνικής και θρησκευτικής ακμής. Γι’ αυτό συναντάει κανείς εγκατεστημένες στην περιοχή οικογένειες, οι οποίες έχουν επισήμους εκκλησιαστικούς και κοινωνικούς τίτλους ή επισημοφανή ονόματα ή και ονόματα επιφανών Λακεδαιμονίων οίκων. Από αυτή την εποχή σώζονται, άλλοι περισσότερο και άλλοι ολιγότερο ακέραιοι, περίπου 30 ναοί από τους οποίους οι 10 μέσα στον μεσαιωνικό οικισμό του Κάστρου. Οι πλέον αξιόλογοι από αυτούς είναι από τον 12ο αιώνα οι σταυροειδείς με τρούλο στηριζόμενοι σε πεσσούς ναοί του Αγίου Σώζοντος και του Αγίου Αθανασίου, και οι δύο διακοσμημένοι με τοιχογραφίες από τον 12ο και 14ο αιώνα αντίστοιχα, ο σταυρεπίστεγος ναός των Αγίων Θεοδώρων, ο ναός του Προφήτη Ηλία με τοιχογραφίες από τον 17ο αιώνα αγιορείτικου τύπου με τρούλο στη θέση Δάφνη, όπου παλαιότερα υπήρχε μοναστήρι, ο σταυρεπίστεγος ναός της Αγίας Παρασκευής με τοιχογραφίες του 13ου αιώνα σε τρία στρώματα, ο μονόκλιτος ναός της Παναγίας της Ελεούσης (Ζωοδόχου Πηγής) σε τύπο θολωτής βασιλικής στην περιοχή κάτω από το Κάστρο με τοιχογραφίες του 1431, ο ναός του Προφήτη Ηλιού στη μέση του βουνού του Κάστρου, και αυτός σε τύπο θολωτής βασιλικής, καθώς και ο σταυρεπίστεγος ναός των Ταξιαρχών στη δεύτερη κορυφή νοτίως της κορυφής του Κάστρου, όπου μεταξύ άλλων υπάρχει μία τοιχογραφία της αλώσεως της Ιεριχούς από τον ήχο των σαλπίγγων των Ισραηλιτών υπό την ηγεσία του Ιησού του Ναυή.

Κατά την ανέγερση ορισμένων ναών γύρω από το χωριό, όπως ο ναός του Αγίου Αθανασίου, του Αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου κ.α., χρησιμοποιήθηκαν και μάρμαρα, τα οποία είναι εμφανές ότι προήλθαν από αρχαίους ναούς, οικοδομήματα και βάθρα αγαλμάτων.

Εκτός από τους προαναφερόμενους ναούς, διακρίνονται περίπου άλλοι σαράντα ναοί ερειπωμένοι. Πιθανώς να υπήρχαν και άλλοι ναοί, οι οποίοι κατεστράφησαν με την πάροδο του χρόνου και κανένα ίχνος δεν απέμεινε. Πάντως το ότι πολλοί ναοί σώζονται σήμερα οφείλεται κυρίως στα μέτρα στερεώσεώς των, τα οποία με μεγάλη επιμέλεια έλαβε ο Δήμαρχος Γεώργιος Α. Παπανικολάου πριν από αρκετές δεκαετίες, τα οποία εκτελέσθηκαν με δική του επίβλεψη. Έτσι διασώθηκαν οι ναοί του Αγίου Σώζοντος, του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, των Αγίων Θεοδώρων και των ναών στην περιοχή του Κάστρου Αγίου Γεωργίου, Παναγίας της Ελεούσης και Αγίας Παρασκευής.

Πολλοί από αυτούς τους ναούς κτίστηκαν από κατοίκους του Γερακίου ή από Γερακίτικες οικογένειες.

Τουρκοκρατία και απελευθέρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Βυζαντινοί κράτησαν το Γεράκι 200 χρόνια από το έτος 1259 που το ανακατέλαβαν από τους Φράγκους. Το 1460 όμως ο Μυστράς, η υπόλοιπη Λακεδαίμων μαζί με το Γεράκι, εκτός από τη Μονεμβασία, περιήλθαν στα χέρια των Τούρκων, των οποίων ηγήθηκε ο ίδιος ο Μωάμεθ ο Κατακτητής, ο οποίος έφθασε μέχρι τον Μυστρά. Τρία χρόνια αργότερα, δηλαδή το 1463, το Κάστρο του Γερακίου καταλήφθηκε από τους Βενετούς, αλλά δεν έμεινε κάτω από την κυριαρχία τους παρά μόνο πέντε χρόνια και το 1468 πέρασε πάλι στα χέρια των Τούρκων.

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας συνεχίσθηκε η ευσεβής παράδοση των Γερακιτών, όπως και κατά τους προηγούμενους αιώνες. Στα χρόνια που ακολούθησαν χτίστηκαν και άλλοι ναοί εντός του οικισμού και στη γύρω περιοχή, όπως οι μικροί μονοκάμαροι ναοί του Αγίου Νικολάου, της Αγίας Κυριακής, της Αγίας Σοφίας, του Αγίου Δημητρίου κ.α. Το 1702 κτίσθηκε και ο καθεδρικός ναός του χωριού, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου κατόπιν προτροπής και εν μέρει καλύψεως της δαπάνης του μονάζοντος στο Άγιον Όρος Γερακίτη, Κωνσταντίνου Μπράτη. Κατά την περίοδο αυτή ιδρύθηκε και η ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου νοτιοανατολικά του χωριού προς το Αλεποχώρι. Στη Μονή αυτή, καθώς και στην προαναφερθείσα Μονή του Προφήτη Ηλία στη θέση Δάφνη, μόνασαν πολλοί Γερακίτες. Και στις δύο αυτές Μονές υπήρχαν μοναχοί μέχρι το 1833, οπότε έπαυσαν να λειτουργούν, όπως και άλλες Μονές. Όσοι επιθυμούσαν να μονάσουν μετέβαιναν στη Μονή Ελώνης ή στο Άγιο Όρος, όπως ο Ακάκιος Μάδης και ο Σωφρόνιος Σταμάτος, οι οποίοι ξεχώρισαν για την υποδειγματική μοναχική ζωή και την αρετή τους. Από το Γεράκι καταγόταν και ο νεομάρτυρας Ιωάννης, ο οποίος μαρτύρησε στη Λάρισα το 1773 και του οποίου η μνήμη εορτάζεται στις 21 Οκτωβρίου.

Πριν και κατά το διάστημα της Επανάστασης του 1821, υπήρχε στο Γεράκι η έδρα της Επισκοπής του Έλους, η οποία και διατηρήθηκε μέχρι το 1833, οπότε καταργήθηκε και συγχωνεύθηκε με την Επισκοπή της Σπάρτης. Της Επισκοπής αυτής διετέλεσε προτελευταίος Επίσκοπος ο Γερακίτης Ιωάσαφ Γερακός (πεθ. 1810), τον οποίο διαδέχθηκε ο Άνθιμος, που εκτός των άλλων αρετών του έμεινε γνωστός για τη δράση του πριν και κατά την επανάσταση του 1821.

Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης απηύθυνε από το Γεράκι στις 2 Σεπτεμβρίου 1825 εγκύκλιο προς τους «γενναίους Σπαρτιάτες, μικρούς και μεγάλους, καπεταναίους και στρατιώτες» με παραινέσεις και προτροπές για ενεργό συμμετοχή στον αγώνα κατά των Τούρκων του Ιμπραήμ Πασά, οι οποίοι είχαν εισβάλει στην Πελοπόννησο. Με διάφορες δε αψιμαχίες γύρω από το Γεράκι, ο Κολοκοτρώνης καθυστέρησε την επέλαση των Τούρκων και έδωσε καιρό στα γυναικόπαιδα να διασχίσουν την οροσειρά του Πάρνωνα και να διαφύγουν στο Λεωνίδιο και από εκεί με βάρκες στις Σπέτσες και στην Ύδρα.

Τα χρόνια μετά την απελευθέρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους οι Γερακίτες κατόρθωσαν να καταστήσουν δεκτικά καλλιέργειας ακόμη και τα σχετικώς πετρώδη εδάφη της περιφέρειας του χωριού. Τα κύρια προϊόντα που παρήγαγε το Γεράκι κατά καιρούς μετά την ανεξαρτησία και τις δεκαετίες που ακολούθησαν ήταν το σιτάρι, το κριθάρι, οι ελιές, το ελαιόλαδο, το κρασί, καθώς και μικροποσότητες για ίδια κατανάλωση από όσπρια, πατάτες, σύκα, μέλι και λαχανικά. Για κάποια μικρή σχετικά περίοδο οι Γερακίτες δοκίμασαν την καλλιέργεια του καπνού και τη μεταξοσκωληκοτροφία. Επίσης, η ενασχόληση με την κτηνοτροφία ήταν συνεχής μέχρι και σήμερα για ορισμένες οικογένειες του χωριού.

Στον τομέα των γραμμάτων διακρίθηκαν πολλοί Γερακίτες. Ο δάσκαλος Γεώργιος Δούλφας, λάτρης και γνώστης της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας, φύτεψε γύρω από την οικία του στη νοτιοδυτική άκρη του χωριού το αλσύλλιο με τα κυπαρίσσια, το οποίο ονόμασε "Κρόνιον" κατά μίμηση του αλσυλλίου του αρχαίου κυνικού φιλοσόφου Διογένους στην Κόρινθο. Ένας ακόμη δάσκαλος, ο Κωνσταντίνος Κωνστιάντος, συνέβαλε επίσης πολύ στη μόρφωση των παιδιών του χωριού. Στα πιο νεότερα χρόνια, σπουδαία ήταν η μορφή του Παναγιώτη Πουλίτσα, ο οποίος διετέλεσε Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, συγγραφέας πολλών νομικών βιβλίων, ακαδημαϊκός και Πρωθυπουργός της Ελλάδος το 1946.

Το 1880 οι Γερακίτες ήταν από τους πρώτους κατοίκους της Πελοποννήσου που άρχισαν να αποδημούν στις ΗΠΑ και στον Καναδά, όπου ίδρυσαν τους πρώτους πυρήνες ανθηρών Ελληνικών παροικιών. Αργότερα ορισμένοι μετανάστευσαν στη Νότιο Αφρική και στην Αργεντινή και αρκετοί, ιδιαίτερα περί τα μέσα του 20ου αιώνα, στην Αυστραλία.

Με χρήματα των ξενιτεμένων Γερακιτών και με την προσωπική εργασία των κατοίκων του χωριού χτίστηκε το καλλιμάρμαρο Δημοτικό Σχολείο, με τη χρηματοδότηση του Γεωργίου Κ. Κούρλα δημιουργήθηκε η Δημοτική Βιβλιοθήκη στο χωριό, με τη δωρεά των αδελφών Πουλημενάκου χτίστηκε το Γυμνάσιο /Λύκειο, με τη χρηματοδότηση του Δημητρίου Γ. Γερακού έγινε το Ηρώο στη μνήμη των πεσόντων στους πολέμους Γερακιτών και με την ολική ή μερική χρηματοδότηση άλλων ξενιτεμένων ή και στην Ελλάδα κατοικούντων Γερακιτών πραγματοποιήθηκαν πολλά έργα στο Γεράκι. Παράλληλα, ό,τι προσφέρθηκε σε χρήμα, άλλο τόσο πρόσφεραν σε αξία και οι ίδιοι οι κάτοικοι του χωριού με την προσωπική τους εργασία για τη διάνοιξη δρόμων και την πραγματοποίηση πολλών κοινωφελών έργων μέσα στον οικισμό, καθώς και στην περιφέρεια του χωριού.

Για τα έργα αυτά η Ακαδημία Αθηνών κατά την πανηγυρική συνεδρίαση στις 30 Δεκεμβρίου 1937, βράβευσε την Κοινότητα Γερακίου με το βραβείο του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού και την προέβαλε ως παράδειγμα προς μίμηση και από άλλες κοινότητες της Ελλάδας.

Προσωπικότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πανδέκτης: Οικόσημο οίκου Νιβελέ
  2. Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 7ος, Αθήναι 1965, σ. 43 - 44.

Πηγές-Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]