Αθηναϊκή δημοκρατία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο ιερός βράχος της Ακρόπολης της Αθήνας.

Η Αθηναϊκή δημοκρατία ήταν το διαρκώς εξελισσόμενο σύστημα κατανομής της εξουσίας, που κατέληξε να εφαρμόζεται ως αποτέλεσμα τουλάχιστον 170 ετών διενέξεων και διαφορών μεταξύ των κατοίκων του μεγαλύτερου τμήματος της Αττικής .

Εφαρμόσθηκε στην αρχαία πόλη-κράτος των Αθηναίων .

Εφαρμόστηκε για 140 έτη, από το 462 π.κ.χ. έως το 322 π.κ.χ. με δύο μικρά διαλείμματα τυραννίδων τις οποίες κατέλυσε .

Δημοκρατία δεν υπήρξε έκτοτε, ούτε υπάρχει σήμερα οπουδήποτε στον κόσμο .

Σύμφωνα με αυτή, αφού η διαβίωση όλων των πολιτών (από τη γέννηση ως το θάνατο τους), διέπεται από νόμους, οι πολίτες είναι οι μόνοι υπεύθυνοι, ώστε να διαμορφώσουν τους νόμους που τους αξίζουν, σύμφωνα με τις κοινές τους πεποιθήσεις(δόξες), τα κοινά τους συμφέροντα και οφείλουν να τους τηρούν .

Αποτέλεσμα της εφαρμογής της δημοκρατίας είναι αυτό που σήμερα αποκαλούμε πολιτισμό . Πολιτισμός είναι οτιδήποτε παρέχεται απρόσκοπτα σε όλους και έχει ως αποτέλεσμα τον εξωραϊσμό τους . Δεν είναι πολιτισμός ότι παράχθηκε στις βασιλικές ή τυρρανικές ή αυτοκρατορικές κλειστές αυλές ή είναι κτήμα εξειδικευμένων ή λίγων για τον εξωραϊσμό τους ή την επαγγελματική τους αποκατάσταση .

Ο εκπολιτισμός σε τέτοιο πληθυσμιακό μέγεθος δεν συνέβη πουθενά αλλού στον κόσμο, (τουλάχιστον μέχρι την καθιέρωση της "βασικής" εκπαίδευσης περί τον 18ο κ.χ.ε.) παρά μόνο στην Αθήνα της Δημοκρατίας . Δικαιοσύνη, Συγγράμματα, Συμπόσια, Εορτές, Αγώνες, Φιλοσοφία, Θέατρο, εφαρμοσμένες τέχνες δηλαδή οι αρχές όλων των επιστημών κατέστησαν ελεύθερες σε όλους για πρώτη φορά στην Αθηναϊκή Δημοκρατία . Βασιλείς, τύρρανοι, αυτοκράτορες,ευγενείς, μπορεί να κατείχαν τμήματα των τεχνών αλλά δεν είχαν πολίτες να τις επωφεληθούν, να τις βελτιώσουν και να βελτιωθούν .

Εν τάχει, η δημοκρατία είχε τα εξής χαρακτηριστικά :

  • (Δημοκρατική) Πόλις = κοινή συνισταμένη των πολιτών της .
  • Αποφασίζουν για την πόλιν άρα θεωρούνται πολίτες, μόνο όσοι εκ των κατοίκων έχουν την υποχρέωση να την υπερασπιστούν, δηλαδή άρρενες άνω των 18 . Δεν έχουν την υποχρέωση άρα δεν αποφασίζουν, δούλοι, μετανάστες, μέτοικοι, γυναίκες, ανήλικοι . Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εξαιρούμενοι -εκτός αυτών της παρακάτω παραγράφου- δεν έχουν άλλα σημαντικά δικαιώματα ή υποχρεώσεις . Λόγω της νομοθετικής μεθόδου της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, είχαν την καλύτερη ποιότητα ζωής στον τότε γνωστό κόσμο .
  • Εξαιρούνται των δικαιωμάτων οι άτιμοι, όσοι δηλαδή, έχουν απωλέσει με απόφαση των συμπολιτών τους την τιμή να την υπερασπίζονται και να αποφασίζουν (εξευτελιστικότερη ποινή εν ζωή) και προφανώς οι εξοστρακισθέντες οι οποίοι εκδιώχθηκαν με απόφαση των συμπολιτών τους ως επικίνδυνοι για τη Δημοκρατία (για 10 στην αρχή και για 5 έτη μετέπειτα) . Αχρείοι ονομάζονται οι πολίτες οι οποίοι παρά το δικαίωμά τους δεν ασχολούνται με την πολιτική . Αχρείος, είναι αυτός που δεν έχει ουδεμία χρησιμότητα (για τους συμπολίτες άρα την πόλη του) . Οι τελευταίοι δεν τιμωρούνται αλλά προκαλούν τη χλεύη των υπολοίπων .
  • Οι βουλευτές δεν παίρνουν αποφάσεις, αλλά καταθέτουν τις προτάσεις των πολιτών, στην συνέλευση των πολιτών, ώστε να αποφασίσουν οι πολίτες . Αυτή ήταν η κυρίαρχη τυποποίηση των πραγμάτων της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, που την εξέλιξε ως το καλύτερο πολίτευμα .
  • Μόνο οι πολίτες αποφασίζουν για οποιοδήποτε δημόσιο θέμα και μόνο αφού τεθεί στην εκκλησία του δήμου . Είναι τέτοια η πίστη στις αποφάσεις συμπολιτών, που ολομέλεια απαιτείται μόνο, α)στην απόδοση δικαιώματος Αθηναίου πολίτη σε ξένο και β)στην εξέταση κατάργησης νόμου (γραφή παρανόμων), ούτε καν η διεξαγωγή πολέμου δεν απαιτεί ολομέλεια . Η αυξημένη συμμετοχή σε τέτοιες περιστάσεις ήταν προφανής άρα δεν απαιτείτο νομοθεσία .
  • Δεν νοιώθουν όλοι οι πολίτες ικανοί να μιλήσουν (για αυτό άλλωστε εμφανίστηκε το επάγγελμα της βελτίωσης της ομιλίας, η ρητορική) αλλά όλοι ικανοί ώστε να αποφασίσουν μέσω της εκκλησίας, για το καλύτερο .
  • Μόνο οι πολίτες έχουν δικαίωμα να καταθέσουν νόμο προς ψήφιση ή να προτείνουν την κατάργηση αντικείμενου στα κοινά συμφέροντα νόμου (γραφή παρανόμων) .
  • Μόνο οι πολίτες έχουν δικαίωμα να κρίνουν τους συμπολίτες τους ως δικαστές .
  • Η Δημοκρατία δεν έχει κρυφή γνώση και στεγανά . Όλοι οι πολίτες, πληροφορούνται απολύτως τα πάντα, ώστε σύμφωνα με την κρίση τους να λάβουν τις βέλτιστες δημόσιες αποφάσεις, που θα επηρεάσουν τη ζωή της πόλης τους, δηλαδή των συμπολιτών τους, των οικογενειών τους, των συγγενών τους και των τέκνων τους .
  • Αρχοντες και βουλευτές κληρώνονται εκ των πολιτών . Υπήρχαν λογικές προϋποθέσεις για την συμμετοχή στην κλήρωση . Άρχοντες και βουλευτές κληρώνονται αντίστοιχα για μία και δύο φορές(όχι συνεχόμενα) κατά τη διάρκεια της ζωής τους . Όποιος δεν νοιώθει ικανός δεν συμμετέχει στην διαδικασία της κλήρωσης .
  • Δεν υπάρχει εκλογή για οποιοδήποτε αξίωμα . Η δημοκρατία δεν εξυψώνει η καταβυθίζει άτομα αλλά επαινεί και αμείβει ή ψέγει και τιμωρεί τις πράξεις τους .
  • Δεν υπάρχουν πολιτικοί . Υπήρξαν επιφανείς πολίτες, εκ των οποίων, κάποιες εκ των προτάσεων τους, εκτιμήθηκαν ορθές και ΨΗΦΙΣΤΗΚΑΝ εκ των συμπολιτών τους, εφαρμόσθηκαν από όλους και είχαν αποτελέσματα που περιγράφονται ως εξαιρετικά ακόμα και σήμερα . Αν δεν είχαν ψηφιστεί ή δεν είχαν φέρει αποτέλεσμα δεν θα γνωρίζαμε τα άτομα που τις πρότειναν .
  • Εκλέγονται μόνο οι στρατηγοί(10, ένας από κάθε φυλή), σε περίπτωση πολέμου αλλά οι πολεμικές ψηφίζονται και έχουν αυξημένο έλεγχο (δεν μπορούσε να είναι ανεξέλεγκτος όποιος διαχειριζόταν τις ζωές πολιτών), σε περίπτωση διαφωνίας υποχρεούνται να ζητήσουν οδηγίες από την εκκλησία, ειδάλλως η αποτυχία οδηγεί σε δίκη και ατίμωση .
  • Δεν υφίστανται έννοιες όπως αντιπροσώπευση, εκπροσώπηση . Ο πολίτης αποφασίζει . Όχι μόνον στη ...Βουλή, αλλά ούτε καν στο δικαστήριο . Στα δικαστήρια ομιλούν μόνο ο καταγγέλων, ο καταγγελόμενος και ορκισμένοι μάρτυρες . Δεν υπάρχουν δικηγόροι("εκπρόσωποι" διαδίκων), ούτε δικαστές ("εκπρόσωποι" της Ελληνικής "Δημοκρατίας") . Αποφασίζουν οι ίδιοι οι πολίτες-δικαστές, αφού ακούσουν τους πολίτες-διαδίκους . Δικαιοσύνη είναι το κοινό αίσθημα δικαίου και η δυνατότητα να υποστηρίξεις τις απόψεις σου . Επιτρέπεται μόνο η μαρτυρία και η λογογραφία ( όποιος δεν έχει άνεση στην ομιλία, μπορεί να γράψει το λόγο άλλος, αλλά θα τον απαγγείλει ο διάδικος ) .
  • Κάθε 40 ημέρες, στην κύρια συνεδρίαση της, η εκκλησία του δήμου, δηλαδή οι πολίτες, εξετάζουν καταγγελίες πολιτών έναντι αρχόντων, εάν η κατηγορία δεν ήταν συκοφαντική (η οποία τιμωρείτο, όπως η ψευδορκία), ο άρχοντας καθαιρείτο και οδηγείτο σε δικαστήριο . Ο πολίτης θεωρούσε υποχρέωσή του να καταγγείλει την παρανομία καθώς, δεν ήταν παρανομία έναντι των νόμων που ψήφισαν κάποιοι άλλοι για "λογαριασμό" του, αλλά ήταν πράξη εναντίον αυτών που ο ίδιος θεώρησε σωστά και ζήτησε να τηρούνται .
  • Ο άρχοντας κληρώνεται ώστε να εκτελέσει τα καθήκοντα που του αναθέτει η εκκλησία . Δεν υπάρχει ομαδική ευθύνη αλλά ατομική . Ο άρχοντας δεν αφυπηρετεί προτού αποδώσει τα "εύθυνα" εμφανιζόμενος στην εκκλησία του δήμου, δηλαδή, πριν αποφασίσουν οι συμπολίτες του ότι εξετέλεσε ορθώς αυτά που η πολιτεία του ανέθεσε . Πριν αποδοθούν τα εύθυνα ο άρχοντας ούτε να φύγει μπορεί από την Αττική, ούτε να μεταβιβάσει την περιουσία του, ούτε να κάνει δωρεές .
  • Κάθε ζήτημα, εξετάζεται και αποφασίζεται σε μία μόνο μέρα, καθώς την επόμενη ημέρα μπορεί να συμμετείχαν άλλοι πολίτες στην εκκλησία . Δεν συμμετείχαν όλοι ταυτοχρόνως στην εκκλησία του Δήμου . Αυτό θα ήταν αδύνατο, πρώτον γιατί οι αποστάσεις ήταν τεράστιες και δεύτερον γιατί οι φτωχοί πολίτες έπρεπε να δουλεύουν για την επιβίωσή τους . Αργότερα το δεύτερο διορθώθηκε καθώς θεσμοθετήθηκε αποζημίωση των φτωχών πολιτών για την συμμετοχή τους στην εκκλησία .
  • Ο κρατικός μηχανισμός είναι ευθύνη των αρχόντων . Οι άρχοντες χρησιμοποιούν επ' αμοιβή όποιον επαγγελματία κατά περίσταση, όπως ναυπηγούς για τα πλοία, αρχιτέκτονες για τους ναούς, πολεοδόμους για τους δρόμους, λογιστές για τις καταμετρήσεις και λοιπά .
  • Όπου δεν απαιτούνται αποφάσεις, δεν απασχολούνται πολίτες αλλά δούλοι με αμοιβή ανάλογη της φύσης της εργασίας (π.χ. εγγράμματος δούλος ήταν ο βιβλιοθηκάριος των νόμων και των ψηφισμάτων, η αστυνομία, οι εξεταστές μέτρων και σταθμών, τιμοκράτες του άρτου και των κρίνων κλπ.) .
  • Η δημοκρατία δεν σχετίζεται με την περιουσία, η περιουσία σχετίζεται μόνο το ύψος των φόρων και εισφορών . Η περιουσία δεν επηρεάζεται από τη δημοκρατία, υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, ικανοί και ανίκανοι σε κάποιο επάγγελμα, επιτήδιοι και αγαθοί .
  • Η Δημοκρατία δεν ασχολείται με την ιδιωτική ζωή και τις ιδιοτροπίες του καθενός, ούτε ζητά να απαρνηθεί το ατομικό του συμφέρον .
  • Η Δημοκρατία δεν θέλει ειδικές γνώσεις, άλλωστε ελάχιστοι πολίτες γνώριζαν γραφή και ανάγνωση τότε, η δημοκρατία θέλει οι αποφάσεις να είναι συνισταμένες, άρα για το καλό του συνόλου, ενώ μέσω της χρήσης η δυνατότητα κρίσης αυξάνεται . Όταν απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις, ο κάτοχος τις μεταφέρει δια ζώσης στην εκκλησία των πολιτών ώστε να αποφασίσουν . Ουδείς πολίτης κάτοχος ιδιαίτερων γνώσεων θα τολμούσε να εξαπατήσει το ακροατήριο των πολιτών του απέναντί του .

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα συστήματα εξουσίας τον 6ο π.χ. αιώνα πριν τη διαμόρφωση της δημοκρατίας ήταν η βασιλεία και η τυραννίδα με ή άνευ συνοδείας των θεσμοθετών ή της γερουσίας, δηλαδή των πρεσβυτέρων μελών εκ των “ευγενών” .

Ο Βασιλέας ή άνακτας ως γενάρχης διοικούσε με την στήριξη των πολεμιστών και των αξιωματούχων που αυτός όριζε, με έδρα τα ανάκτορα . Καθόριζε τους νόμους και τους φόρους, κατεύθυνε τα συλλογικά έργα και όριζε τις συνθήκες ζωής και γειτονίας . Κατείχε μεγάλες εκτάσεις γης αποκομίζοντας έτσι τους καρπούς της γης, δηλαδή τον πλούτο της εποχής, φυλάσσοντάς τον στα ανάκτορα που αποτελούσαν και την αγορά του κράτους . Η εξουσία του δεν απέρρεε από διοικητικές διαδικασίες αλλά από κληρονομική διαδοχή, ήταν ο υιός του προηγούμενου βασιλιά . Η εξουσία του συνδεόταν επίσης με τη λατρεία των θεών ήταν η “σύνδεση” θεών και αρχόντων .

Αντίθετα ο τύραννος, αξιοποιώντας την διαφορά δυναμικού του δικού του γένους, κτούσε την εξουσία με τη βία, παρεμβαίνοντας στην κληρονομική διαδοχή της βασιλικής εξουσίας . Για παράδειγμα, ο τύραννος Δράκων το 621 π.χ. κατέγραψε για πρώτη φορά τους αυστηρούς νόμους του (δρακόντειους) σε μαρμάρινες πλάκες, ονομαζόμενος με αυτή την πράξη του, ως ένας εκ των μεταρρυθμιστών του εξουσιαστικού συστήματος, στην όδευση της Αθήνας πρός τη Δημοκρατία .

Η εξουσία των ανάκτων και των ευγενών επί των αδυνάτων κατοίκων, λόγω της αύξησης ή μείωσης ανάλογα των δυνάμεων τους ή της παροχής εξουσίας επί των πολεμιστών αυξομειούτο και διευρυνόταν, με μοναδικό όμως γνώρισμα της περιόδου, την ανυπαρξία δικαιωμάτων των εξωγενών .

Με την πάροδο του χρόνου διάφορες ομάδες που περιέβαλλαν την εξουσία ελάμβαναν κατακερματισμένα δικαιώματα συνεξουσίας, μέσω της συμμετοχής τους σε διοικητικές δομές-αξιώματα, αλλά το μεγαλύτερο τμήμα των κατοίκων παρέμεινε κατεξουσιαζόμενο, μέσω των αποφάσεων που οι γενάρχοντες απλώς τους ανακοίνωναν, αλλά και μέσω της δικαστικής εξουσίας που αυτοί διόριζαν, εκ των μελών τους .

Το αποτέλεσμα της αδικίας επί των εξουσιαζόμενων και τις διαμάχες μεταξύ τους ορίσθηκε να διαιτητεύσει άλλος λεγόμενος μεταρρυθμιστής ο Σόλων, όπου μεταξύ μέτρων, κατήργησε μέσω της Σεισάχθειας (απόρριψη του βάρους), το δικαίωμα των ισχυρών να δουλοποιούν τους δανειζομένους και τα μέλη των οικογενειών τους λόγω χρεών και εκμηδένισε τα χρέη των ιδιωτών μεταξύ τους και προς το κράτος . Επίσης ο Σόλων, θέλοντας να μειώσει τους “ουδέτερους” θέσπισε ότι σε περίπτωση τυρραννίας οι πολίτες έπρεπε να παίρνουν τα όπλα είτε υπέρ είτε εναντίον της .

Ο διαρκής ανταγωνισμός των αρχηγών των γενών(ονομαζόμενων πλέον αρχόντων) για την εξουσία διατηρούσε ένα σύστημα εξουσίας υπό διαρκή ταραχή και ανωμαλία . Οι αρχηγοί (άρχοντες) των γενών δεν στηρίζονταν στην προσωπική τους αξία ώστε να αναλάβουν την εξουσία, αλλά στη δύναμη του γένους τους και των συμμαχιών τους . Το σύστημα παρήκμασε .

Ο άρχων Κλεισθένης (του γένους των Αλκμεωνιδών) το 511 π.χ. διαβλέποντας το πρόβλημα, αποδυνάμωσε τα γένη, ορίζοντας (σύμφωνα με χρησμό της Πυθίας) 10 νέες φυλές, δίνοντάς τους ονόματα “επωνύμων” ηρώων . Διαίρεσε τις φυλές σε τριττύες, όπου κάθε φυλή είχε ένα τμήμα παράλιο, ένα αστικό και ένα μεσόγειο . Οι δήμοι ήταν υποδιαιρέσεις των τριττυών . Οι κάτοικοι ονοματίζονταν σύμφωνα με τον πατέρα τους, το όνομα του δήμου τους και της φυλής που ανήκαν . Παλιοί και νέοι κάτοικοι ισχυρού γένους ή μη, ορίσθηκαν ανεξαιρέτως όλοι Αθηναίοι .

Όμως ο Κλεισθένης όπως και οι προηγούμενοι μεταρρυθμιστές δεν κατάργησαν το τιμοκρατικό σύστημα δηλαδή την κατάταξη των κατοίκων και των πολιτικών δικαιωμάτων τους, ανάλογα με το ετήσιο εισόδημά τους . Η οικονομική τάξη του κάθε Αθηναίου πολίτη, καθόριζε τη φορολόγησή του και κατ’ επέκταση τα πολιτικά του δικαιώματα .

Οι τάξεις ήταν : Πεντακοσιομέδιμνοι, Ιππείς (Τριακοσιομέδιμνοι), Ζευγίτες (Διακοσιομέδιμνοι) και θήτες .

Ο Αττικός μέδιμνος ήταν μέτρο όγκου εδώδιμων προϊόντων γης που αντιστοιχούσε σε 52-59 λίτρα περίπου, άρα οι 500μέδιμνοι παρήγαν ετησίως 27,5 κυβικά μέτρα αγαθών, οι ιππείς ~16,5 κ.μ. ενώ οι ζευγίτες ~11 κ.μ.

Πέρα απο τους πολίτες, στην Αθήνα κατοικούσαν οι μέτοικοι και οι δούλοι .

Τα αξιώματα μετά την μεταρρύθμιση του Κλεισθένη ήταν :

- Οι 10 άρχοντες που εκλέγονταν αποκλειστικά εκ των 500μέδιμνων, ένας απο κάθε φυλή,

- Η βουλή του Άρειου Πάγου (συμβούλιο των ευγενών) με καθήκον την εποπτεία της πολιτείας,

- Η βουλή των 500 (50/κάθε φυλή) όπου μετέχουν πλέον οι τρεις ανώτερες τάξεις και

- Η συνέλευση των πολιτών όπου συμμετέχουν όλοι οι πολίτες της Αθήνας .

Επίσης η κατώτερη οικονομικά τάξη -αυτή των θητών- δεν είχε δικαίωμα του εκλέγεσθαι παρά μόνον του εκλέγειν . Έπί Κλεισθένη λοιπόν δεν υπήρξε Δημοκρατία,ούτε τα αξιώματα ήταν προσβάσιμα σε όλους, ενώ υπήρχε και η μερική εκλογή, παρ' όλα αυτά οι βάσεις της Δημοκρατίας είχαν τεθεί .

Εξέλιξη ήταν πως οι βουλευτές έπαψαν να εκλέγονται μόνο από την τάξη των πεντακοσιομεδίμνων και εκλέγονταν πλέον και από τους τριακοσιομέδιμνους και τους ζευγίτες .

Απο το 479 π.χ. αντιτιθέμενη στις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, στην Αθήνα εγκαθίσταται μια ιδιόμορφη ολιγαρχία καθώς, την εξουσία αναλαμβάνει το συμβούλιο των ευγενών, ο Αρειος Πάγος, επικαλύπτοντας τα καθήκοντα της εποπτείας και τις θεσπισμένες αρχές . Η ιδιότυπη και αναχρονιστική αυτή χούντα δημιούργησε ισχυρές αντιπάθειες, χωρίζοντας τους Αθηναίους σε ολιγαρχικούς και λαϊκούς .

- Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ ΤΟ 462 π.χ.

από τους Εφιάλτη του Σοφωνίδη (όχι ο Εφιάλτης ο Τραχίνιος που πρόδωσε τον Λεωνίδα) και Αρχέστρατο, όταν, ως αρχηγοί του λαϊκού κόμματος, κατηγόρησαν τους “ευγενείς” Αρεοπαγίτες για κακοδιαχείριση και η εκκλησία του Δήμου ψήφισε την παραπομπή τους στα δικαστήρια της Ηλιαίας . Οι ποινές για τους ενόχους αρεοπαγίτες ήταν εξοντωτικές .

- Η γνωστή σε όλους μας φράση “είδα εφιάλτη” ήταν “είδα τον Εφιάλτη” . Οι Αρεοπαγίτες έβλεπαν στον ύπνο τους να τους κατηγορεί ο Εφιάλτης του Σοφωνίδη και ξυπνούσαν έντρομοι . Δεν έχει σχέση με τις Θερμοπύλες και τον Εφιάλτη του Λεωνίδα, αλλά με τον Εφιάλτη που έστερξε τη Δημοκρατία στην Αθήνα .

Μετά την απελευθέρωση από τον ζυγό του Άρειου Πάγου, οι εξελίξεις στο πολίτευμα είναι συνεχείς και ραγδαίες, με βασικότερο την ισότιμη συμμετοχή όλων των πολιτών σε όλα όσα αξιώματα, καθώς η δημοκρατία δεν απαιτούσε ιδιαίτερες γνώσεις .

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη δημοκρατία δεν προϋπήρχε αλλά δημιουργήθηκε ώστε να περιγράψει το νέο πολίτευμα, ακριβώς όπως η λέξη internet δημιουργήθηκε ωστε να περιγράψει τον παγκόσμιο ιστό . Συνθετικές της λέξεις είναι ο ‘δήμος’ (διαμέρισμα, γη, χωρίον, όπου εννοούνται οι κάτοικοι) και ‘κρατώ’ (έχω την ισχύ, εξουσία, κυριαρχία). Δηλαδή ο δήμος έχει την εξουσία . Στις λέξεις μοναρχία, ολιγαρχία, δημαρχία π.χ. το δεύτερο συνθετικό εκ της αρχής προϋποθέτει ότι υπάρχει αρχή, δηλαδή άρχων, αντίθετα στη δημοκρατία ο δήμος έχει την ισχύ, ενώ στη δημαρχία ο δήμ-αρχος .

Η λέξη παρουσιάζεται στον Ηρόδοτο, που έγραψε μερικά από τα πρωιμότερα σωζόμενα γραπτά, αλλά ίσως δεν χρησιμοποιήθηκε πριν το 440-430 π.Χ. Δεν είναι σίγουρο ότι η λέξη χρησιμοποιήθηκε από τη στιγμή της γέννησης της δημοκρατίας, αλλά από το 460 π.Χ. γνωρίζουμε την ύπαρξη του ονόματος ‘Δημοκράτης’, που προφανώς δόθηκε από τους γονείς στο παιδί τους ως ένδειξη δημοκρατικής νομιμότητας.

Συμμετοχή και αποκλεισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέγεθος και σύσταση του Αθηναϊκού πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόνο να εικάσουμε μπορούμε για τον πληθυσμό της Αττικής, άλλωστε οι οικονομικές συνθήκες, οι πόλεμοι και ο λιμός της Αθήνας μετέβαλλαν τον πληθυσμό κατά το διάστημα των 140 χρόνων της Δημοκρατίας . Ο αριθμός των δούλων και των μετοίκων ιδιαίτερα διακυμαίνονταν συχνά .

Οι πιθανότητες ήταν πως κατά ένα μεγάλο ποσοστό οι Αθηναίοι δεν είχαν δούλους, είτε γιατί δεν χρειάζοντο είτε γιατί δεν μπορούσαν να τους θρέψουν - πληρώσουν .

Αν δεχθούμε πως οι Δήμοι του Κλεισθένη ήταν 170 και κατά Μ.Ο. 300 πολίτες ανά δήμο, οι πολίτες δεν θα μπορούσαν να είναι πάνω από 51.000 . Περίπου 51.000 οικογένειες με 2,5 παιδιά ανά οικογένεια άρα ~250.000 κάτοικοι . Επίσης αν δεχθούμε κατά Μ.Ο. ένα δούλο ανά οικογένεια και για ένα 5% των πολιτών που ήταν πλούσιοι 6 δούλους και με 20% απόκλιση για τους κρατικούς δούλους, πιθανολογούμε πως οι δούλοι ήταν 80.000 . Τώρα ο αριθμός των μετοίκων πρέπει να ήταν ικανός ώστε να εξυπηρετούνται οι κάτοικοι αλλά και να αμείβονται οι μέτοικοι με ικανό για την περιοχή και την εποχή ημερομίσθιο-κέρδος . Με το σκεπτικό ότι κάθε μέτοικος εξυπηρετούσε καθημερινώς 10 άτομα, υποθέτουμε πως οι μέτοικοι δεν ξεπερνούσαν τις 10.000 .

Κρίνοντας σύμφωνα με τη διαμόρφωση του πληθυσμού της χώρας διαστήματος 1821-1920, φαίνεται απίθανο οι πολίτες να ξεπέρασαν ποτέ τις 60.000 καθώς η ιατρική περίθαλψη, τα μειωμένα μέσα παραγωγής και οι διαρκείς πόλεμοι σε αυτά συνιστούν .

Αρα τεκμαίρουμε Γενικός πληθυσμός 330.000 εκ των οποίων 80.000 δούλοι, 10.000 μέτοικοι, και 50.000 πολίτες .

Η ιδιότητα του πολίτη στην Αθήνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόνο άρρενες ενήλικοι που είχαν ολοκληρώσει τη διετή (από τα 18 μέχρι τα 20) στρατιωτική τους θητεία είχαν το δικαίωμα να συμμετάσχουν και να ψηφίσουν στη συνέλευση . Επίσης, δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν στη συνέλευση, των οποίων τα πολιτικά δικαιώματα είχαν ανασταλεί .

Παρ’ όλα αυτά, η αντίθεση με άλλες "πόλεις" όπου αποφάσιζαν οι βασιλείς - τύρρανοι με τους ευγενείς-γερουσία-θεσμοθέτες και απλώς ανακοίνωναν τις αποφάσεις στους "πολίτες" ήταν τεράστια . Στην Αθήνα, κάποιοι πολίτες ήταν περισσότερο δραστήριοι από άλλους, το πλήθος των οργάνων με τον αριθμό συμμετεχόντων και το εύρος των αποφάσεων του πολιτικού συστήματος δείχνουν ένα εύρος συμμετοχής που ξεπερνούσε σημαντικά οποιαδήποτε σύγχρονο σύστημα εξουσίας .

Οι Αθηναίοι πολίτες έπρεπε κατά διαστήματα να είναι νόμιμα τέκνα και από τους δύο γονείς ή μόνο από τον πατέρα . Η ιδιότητα του πολίτη μπορούσε να παραχωρηθεί από τη συνέλευση . Ορισμένες φορές παραχωρούνταν σε μεγάλες ομάδες (στους Πλαταιείς το 427 π.Χ., στους Σάμιους το 405 π.Χ.) αλλά από τον 4ο αιώνα μπορούσε να παραχωρηθεί μόνο σε άτομα με ειδικό ψήφισμα, με απαρτία 6.000 ατόμων στην Εκκλησία . Η παραχώρηση γινόταν ως ανταμοιβή για υπηρεσίες προς την πόλη. Ο μέτοικος που είχε πλέον πολιτικά δικαιώματα ονομαζόταν ισοτελής . Σε τέτοια κατάσταση βρισκόταν πολλοί κάτοικοι της Αθήνας. Ανάμεσα σε αυτούς: ο Λυσίας, ο Αριστοτέλης κ.ά. Στην πορεία ενός αιώνα, οι αριθμοί αυτών που συμμετείχαν μεταβάλλονταν .

Τα σύγχρονα "πολιτεύματα", ιδίως οι "κοινοβουλευτικές δημοκρατίες" επίσης αποκλείουν άτομα : ξένους (νόμιμους κατοίκους και μη), άτομα κάτω από μία ηλικία και σε κάποιες περιπτώσεις φυλακισμένους . Οι "κοινοβουλευτικές δημοκρατίες" έχουν και άλλους περιορισμούς : το δικαίωμα της ψήφου ασκείται μία φορά κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια και οι εκλογείς απλώς διαλέγουν τους αντιπροσώπους τους, οι οποίοι ( και όχι οι πολίτες οι ίδιοι ) ασκούν την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία και παίρνουν πολιτικές αποφάσεις στο όνομα των πολιτών –με την εξαίρεση των περιστασιακών δημοψηφισμάτων .

Οι πολιτικοί θεσμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κληρωτήριο για την κλήρωση των δικαστών. Μουσείο της Αρχαίας Αγοράς, Αθήνα
Χάρτης του πολιτεύματος των Αθηνών, τον 4ο αιώνα πΧ

Τα όργανα λειτουργίας των πολιτών ήταν τρία . Η συνέλευση των πολιτών ή εκκλησία του Δήμου (σε ορισμένες περιπτώσεις με ελάχιστο όριο 6.000 ατόμων), η βουλή των 500 και τα δικαστήρια της Ηλιαίας (τουλάχιστον 200 άτομα, αλλά έφταναν τα 6.000, όταν συγκαλούνταν η ολομέλεια της) . Από αυτά τα τρία σώματα η εκκλησία και τα δικαστήρια είχαν πραγματική εξουσία –παρόλο που τα δικαστήρια, σε αντίθεση με την εκκλησία, ποτέ δεν αποκλήθηκαν ‘δήμος’, καθώς επανδρώνονταν από ένα υποσύνολο του σώματος των πολιτών, αυτούς που είχαν συμπληρώσει το 30ο έτος της ηλικίας τους . Αλλά οι πολίτες οι οποίοι ψήφιζαν και στα δυο δεν υπέκειντο σε έφεση ή δικαστική δίωξη, όπως τα μέλη της βουλής και οι υπόλοιποι κάτοχοι δημοσίων αξιωμάτων . Τον 5ο αιώνα π.Χ. συχνά η εκκλησία συνερχόταν ως δικαστήριο για πολιτικές δίκες και δεν είναι σύμπτωση ότι ο ελάχιστος αριθμός για απαρτία στην εκκλησία και ο αριθμός της ετήσιας κληρωτίδας από την οποία κληρώνονταν οι δικαστές ήταν ο ίδιος (6.000) . Από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., ωστόσο, οι δικαστικές αρμοδιότητες της εκκλησίας περιορίστηκαν, παρόλο που διατήρησε ένα ρόλο στην ανάληψη πρωτοβουλίας για διάφορα είδη πολιτικών δικών.

Η εκκλησία του Δήμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κεντρικά γεγονότα της Αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν οι συνεδριάσεις της εκκλησίας, Σε αντίθεση με ένα κοινοβούλιο, τα ‘μέλη’ της εκκλησίας δεν εκλέγονταν, αλλά συμμετείχαν όλοι οι έχοντες πολιτικά δικαιώματα όποτε και αν ήθελαν .

Η εκκλησία είχε τουλάχιστον τέσσερις λειτουργίες : ψήφιζε εκτελεστικά ψηφίσματα (π.χ. για την έναρξη πολέμου ή απονομή της ιδιότητας του πολίτη σε έναν ξένο), εξέλεγε ορισμένους αξιωματούχους, νομοθετούσε και δίκαζε πολιτικά εγκλήματα. Καθώς, όμως, το σύστημα εξελισσόταν σημαντικό μέρος των δύο τελευταίων λειτουργιών μεταφέρθηκε σε δικαστήρια .

Η τυποποιημένη διάταξη ήταν η εξής : ομιλητές εκφωνούσαν λόγους υπέρ και κατά μίας πρότασης και ακολουθούσε η ψηφοφορία υπέρ ή κατά της πρότασης συνήθως με ανάταση των χεριών. Σε αντίθεση με τα σύγχρονα κοινοβούλια, οι αγορεύσεις ήταν κατ’ ουσία προσπάθειες πειθούς των παρευρισκομένων. Παρόλο που μπορεί να υπήρχαν μπλοκ υποστήριξης διάφορων θέσεων, που μερικές φορές παρουσίαζαν μεγάλη διάρκεια, αναφορικά με κρίσιμα θέματα, δεν υπήρχαν οργανωμένα κόμματα ή κυβέρνηση και αντιπολίτευση με τη σημερινή έννοια, όπως ισχύει στο σύστημα του Ουέστμινστερ. Κατ’ ουσίαν, η εκάστοτε κυβέρνηση ήταν ο /οι ομιλητής /ομιλητές με τον οποίο συμφωνούσε η πλειοψηφία των συμμετεχόντων στη συνέλευση για το συγκεκριμένο ζήτημα. Τον 5ο αιώνα τουλάχιστο υπήρχαν ελάχιστα όρια στην εξουσία που ασκούνταν από την εκκλησία. Εάν η εκκλησία παραβίαζε έναν ήδη ισχύοντα νόμο με νέα της πράξη, το μόνο που μπορούσε να συμβεί ήταν η επιβολή ποινής σε εκείνον που είχε κάνει την πρόταση η οποία είχε γίνει αποδεκτή από τη συνέλευση. Εάν είχε ληφθεί κάποια λανθασμένη απόφαση, σύμφωνα με την άποψη του δήμου είχε συμβεί διότι είχε ‘παρασυρθεί’.

Όπως συνηθιζόταν στα αρχαία δημοκρατικά πολιτεύματα, κάποιος έπρεπε να παρευρίσκεται σε μία συνέλευση για να μπορέσει να ψηφίσει. Η υπηρέτηση της θητείας ή η απλή απόσταση μπορούσαν να εμποδίσουν την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων. Η ψηφοφορία γινόταν συνήθως με ανάταση των χεριών (‘χειροτονία’) ενώ κάποιοι αξιωματούχοι έκριναν το αποτέλεσμα με βάση την οπτική παρατήρηση του πλήθους. Καθώς παρευρίσκονταν χιλιάδες άτομα η καταμέτρηση ήταν αδύνατη. Για μια μικρή κατηγορία ψηφοφοριών για τις οποίες απαιτούνταν ένας ελάχιστος αριθμός συμμετεχόντων (6.000), κυρίως για παροχή της ιδιότητας του πολίτη, χρησιμοποιούνταν σφαιρίδια, χρωματισμένα άσπρα για το ‘ναι’ και μαύρα για το ‘όχι’. Πιθανώς, στο τέλος της συνέλευσης, ο κάθε πολίτης έριχνε το ένα από τα δύο σε ένα μεγάλο πιθάρι, που στη συνέχεια σπαζόταν για να καταμετρηθούν οι ψήφοι. (Για τον οστρακισμό απαιτούνταν οι πολίτες να αναγράψουν το όνομα σε ένα κομμάτι ενός αγγείου, το όστρακο.)

Τον 5ο αιώνα, υπήρχαν 10 τακτικές συνελεύσεις της εκκλησίας κάθε χρόνο, μία κάθε μήνα, ενώ μπορούσαν να συγκληθούν και έκτακτες, όποτε προέκυπτε ανάγκη. Τον επόμενο αιώνα καθορίστηκαν σαράντα συνελεύσεις της εκκλησίας, τέσσερις κάθε μήνα, μία εκ των οποίων ονομαζόταν ‘κυρία εκκλησία’. Μπορούσαν ακόμη να συγκληθούν επιπλέον συναντήσεις, ιδίως καθώς ως το 355 π.Χ. υπήρχαν ακόμη πολιτικές δίκες που δικάζονταν από την εκκλησία. Οι συνελεύσεις των πολιτών δε συνέβαιναν σε τακτά χρονικά διαστήματα, καθώς έπρεπε να μη συμπίπτουν με τις γιορτές, που λάμβαναν χώρα σε διαφορετικό χρονικό σημείο σε καθένα από τους δώδεκα σεληνιακούς μήνες. Υπήρχε ακόμη η τάση να συγκεντρώνονται οι τέσσερις συνελεύσεις στο τέλος κάθε μήνα.

Η συμμετοχή στη συνέλευση ήταν προαιρετική. Τον 5ο αιώνα, δημόσιοι δούλοι, σχηματίζοντας μία ζώνη με ένα κόκκινο σκοινί κατεύθυναν τους πολίτες από την αγορά στον τόπο της συνέλευσης (την Πνύκα), επιβάλλοντας πρόστιμο σε όσων τα ενδύματα είχαν βαφεί. Το μέτρο αυτό, ωστόσο, δεν μπορεί να συγκριθεί με τις μεθόδους υποχρεωτικής ψηφοφορίας κάποιων σύγχρονων δημοκρατιών. Ήταν μάλλον ένα μέτρο γρήγορης συγκέντρωσης του απαιτούμενου αριθμού συμμετεχόντων. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 403 π.Χ., για πρώτη φορά εισήχθη η πληρωμή για τη συμμετοχή στην εκκλησία. Εξαιτίας αυτού παρουσιάστηκε ενθουσιασμός για τις συνελεύσεις. Μόνο οι πρώτοι έξι χιλιάδες που έφταναν γίνονταν δεκτοί και πληρώνονταν, ενώ το κόκκινο σκοινί χρησιμοποιούνταν πλέον για να συγκρατήσει τους αργοπορούντες. Αυτές οι δύο χρήσεις του κόκκινου σκοινιού μας είναι γνωστές από τις αριστοφανικές κωμωδίες Αχαρνείς, στίχοι:17-22 και Εκκλησιάζουσαι, στίχοι:378-9.

Η βουλή των 500[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βουλή των 500, το πολυπληθέστερο σώμα αξιωματούχων, αποτελούσε μια οργανωτική επιτροπή της εκκλησίας, ετοιμάζοντας νομοθετικά προσχέδια και καθορίζοντας τη θεματολογία της. Απο το 487 π.Χ οι 500 βουλευτές καθορίζονταν με κλήρωση, που λάμβανε χώρα μία φορά κάθε χρόνο. Ένας πολίτης μπορούσε να είναι μέλος της βουλής δύο φορές στη ζωή του. Κάθε πολίτης μπορούσε να καταθέσει προτάσεις στη βουλή. Τυπικά απαγορευόταν η εκκλησία να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς ένα προβούλευμα, δηλαδή μία πρόταση από τη βουλή. Η πρόταση αυτή μπορούσε να είναι συμπαγής, επεξεργασμένη ή ‘ανοιχτή’, που λίγο διέφερε από το να καθορίζει τη θεματολογία της εκκλησίας. Η βουλή ή τα εναλλασσόμενα τμήματά της, οι πρυτανείες, εξυπηρετούσαν ως ένα είδος . Κάθε μέρα του έτους ένας από τους βουλευτές ήταν αρχηγός του κράτους για αυτή τη μέρα (για παράδειγμα κρατούσε τα κλειδιά του ταμείου και τη σφραγίδα του κράτους και ήταν υπεύθυνος για την υποδοχή ξένων αποστολών και (τον 5ο αιώνα) προέδρευε στις συνελεύσεις της εκκλησίας και της βουλής). Υπολογίστηκε ότι περίπου ένα τέταρτο του συνόλου των πολιτών πρέπει να κατείχε το αξίωμα κάποια στιγμή της ζωής του. Αυτή τη θέση του -τρόπον τινά- ‘αρχηγού του κράτους’ μπορούσε να την κατέχει ο καθένας μια φορά στη ζωή του .

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αντώνιος Μανιτάκης, Η Αθηναϊκή Δημοκρατία ως παράδειγμα αυτοπροσδιορισμού του πλήθους μέσω της αυτοκυβέρνησης του Δήμου, στον Τιμητικό Τόμο για τον Ιωάννη Μανωλεδάκη, τόμος, ΙΙΙ, εκδ. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 2007, σ. 43-64.
  • Χρήστος Γ.Ρήγας, Η Δημοκρατία του Εφιάλτη (Η Εξουσία των Πολιτών), εκδ. Ελευσις, Γ' έκδοση, Αθήνα, 2015, ISBN 978-960-391-041-1
  • Διάφοροι, Μελέτες για τον Κ.Καστοριάδη (Η γένεση της Δημοκρατίας και η σημερινή κρίση), εκδ. Ευρασία, Α' έκδοση, Αθήνα, 2011, ISBN 978-960-8187-77-1