Νομός Λακωνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Λακωνία)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 37°00′00″N 22°35′00″E / 37°N 22.5833°E / 37; 22.5833

Λακωνία
Περιφερειακή ενότητα
Χάρτης της Ελλάδας με {{{Όνομα}}}
Χώρα Flag of Greece.svg Ελλάδα
Πρωτεύουσα Σπάρτη
Δήμοι 20
Διοίκηση  
 • Αντιπεριφερειάρχης Αδαμαντία Τζανετέα
Διοικητική διαίρεση  
 • Περιφέρεια Πελοπόννησος
Γεωγραφικό διαμέρισμα Πελοπόννησος
Έκταση  
 • Συνολική 3.636 τ.χλμ
 • Κατάταξη Κατάλογος νομών Ελλάδας ανά έκταση
Πληθυσμός  
 • Συνολικός 99.637 (2011)
 • Κατάταξη πληθ. 11
 • Κατάταξη πυκν. 47
Ταχ. κώδικες 23* **
Πιν. αυτοκινήτων ΑΚ
Ιστότοπος http://www.lakonia.gr/

O νομός Λακωνίας είναι ο νοτιότερος νομός της Πελοποννήσου και της ηπειρωτικής Ελλάδας. Βρέχεται από το Αιγαίο Πέλαγος (Μυρτώο Πέλαγος), το Μεσσηνιακό κόλπο και το Λακωνικό κόλπο. Έχει δύο κύριες οροσειρές, του Ταϋγέτου που είναι και η υψηλότερη κορυφή της Πελοποννήσου (2.407 μέτρα) και του Πάρνωνα (1.961 μέτρα). Ανάμεσά τους βρίσκεται η κοιλάδα του ποταμού Ευρώτα και η Σπάρτη. Συνορεύει στα βόρεια με το νομό Αρκαδίας και στα δυτικά με το νομό Μεσσηνίας. Στο νομό Λακωνίας ανήκει και το κατοικημένο νησί της Πελοποννήσου, η Ελαφόνησος.

Μυθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση, ο Λέλεγας ήταν ο μυθικός αυτόχθονας γενάρχης και πρώτος βασιλιάς της περιοχής (Λελεγίας). Απέκτησε μία κόρη, τη Θεράπνη, και τρεις γιους, τον Μύλη, τον Βούμολχο και τον Πολυκάονα, ο οποίος παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά του Άργους Μεσσήνη και μετακόμισε στην περιοχή, η οποία πήρε πλέον το όνομα της συζύγου του. Όταν πέθανε ο Μύλης, βασιλιάς έγινε ο γιος του Ευρώτας. Η χώρα που κληρονόμησε ο Ευρώτας ήταν μια κοιλάδα με λιμνάζοντα νερά. Θέλησε, λοιπόν, να την κάνει πλούσια και εύφορη ανοίγοντας μια διώρυγα από την οποία θα έφευγαν τα νερά. Έτσι σχηματίστηκε ο ομώνυμος ποταμός. Η μοναχοκόρη του Ευρώτα Σπάρτη παντρεύτηκε τον όμορφο Λακεδαίμονα, γιο του Δία και της Ταϋγέτης, ο οποίος ονόμασε τη χώρα Λακεδαίμονα και έδωσε το όνομα της συζύγου του στην πρωτεύουσά της. Ο γιος του Λακεδαίμονα Αμύκλας ίδρυσε τις Αμύκλες και στην ίδια θέση έθαψε το γιο του Υάκινθο, που πέθανε νέος. Τον Αμύκλα διαδέχτηκαν ο Άργαλος, ο Κυνόρτας και ο Οίβαλος.

Η Ωραία Ελένη

Ο Ικάριος και ο Τυνδάρεως ήταν γιοι του βασιλιά της Σπάρτης Οίβαλου. Ο Ικάριος απέκτησε πέντε γιους και μία κόρη, την Πηνελόπη. Για να βρει τον κατάλληλο σύζυγο για την κόρη του, όρισε αγώνες δρόμου στους οποίους συμμετείχαν διάφοροι νέοι, ανάμεσά τους και ο Οδυσσέας από την Ιθάκη. Ο Οδυσσέας αναδείχτηκε νικητής των αγώνων και "έπαθλό" του ορίστηκε ο γάμος με την Πηνελόπη. Ο Ικάριος επιθυμούσε η κόρη του με το σύζυγό της να παραμείνουν στη Λακεδαίμονα, όμως και οι δύο ήταν αμετάπειστοι. Όταν ο Ικάριος τους κυνήγησε, ο Οδυσσέας ζήτησε από την Πηνελόπη να διαλέξει αν θα ακολουθούσε τον πατέρα ή το σύζυγό της. Εκείνη κάλυψε το κεφάλι της με πέπλο εκφράζοντας έτσι υποταγή στο σύζυγό της. Ο Ικάριος, συντετριμμένος, έστησε αργότερα στο σημείο αυτό άγαλμα για χάρη της, αφιερωμένο στην Αιδώ.

Ο Τυνδάρεως, αδελφός του Ικάριου, παντρεύτηκε τη Λήδα και με τη βοήθεια του Ηρακλή πήρε το θρόνο της Σπάρτης. Εγκαταστάθηκε εκεί με τη σύζυγό του και απέκτησε μαζί της πέντε κόρες και δυο αγόρια. Τα πιο γνωστά του παιδιά ήταν η Κλυταιμνήστρα, η Ελένη, οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης. Σύμφωνα με το μύθο, ο Δίας, θέλοντας να προσβάλει το γάμο του Τυνδάρεω, μεταμορφώθηκε σε κύκνο και απέκτησε με τη Λήδα την Ελένη και τους Διόσκουρους. Παράλληλα, η Αφροδίτη, για να πάρει εκδίκηση από τον Τυνδάρεω, που δεν την είχε τιμήσει με θυσία, οδήγησε τις κόρες του σε συζυγικές απιστίες. Για να παντρέψει την Ελένη, ο Τυνδάρεως βρέθηκε σε δύσκολη θέση, φοβούμενος μήπως με την επιλογή του ξεσπάσει έχθρα μεταξύ των Αχαιών. Ακολούθησε λοιπόν τη συμβουλή του Οδυσσέα και άφησε την Ελένη να διαλέξει το σύζυγό της, δένοντας με όρκο τους υπόλοιπους μνηστήρες, ότι σε οποιαδήποτε περίσταση θα συμμαχούσαν και θα βοηθούσαν το μέλλοντα σύζυγο της κόρης του. Αυτόν τον όρκο επικαλέστηκε ο Μενέλαος, ο εκλεκτός της Ελένης, για να ξεκινήσει με σύμπραξη των Αχαιών, ο Τρωικός πόλεμος. Η Ελένη με τον Μενέλαο, σύμφωνα με το παλιό μητριαρχικό έθιμο, έμειναν στην εστία της συζύγου στη Σπάρτη, ενώ η Κλυταιμνήστρα, παρά τη θέλησή της, παντρεύτηκε τον Ατρείδη Αγαμέμνονα.

Οι Διόσκουροι, αδελφοί της Κλυταιμνήστρας και της Ελένης, γεννήθηκαν στην Πέφνο, νησάκι του Μεσσηνιακού κόλπου. Οι μύθοι ανέφεραν ότι ένας από τους δύο, ο Πολυδεύκης ήταν αθάνατος. Υπάρχει σύγχυση ως προς την πατρότητα των Διόσκουρων, αλλά η άποψη που τελικά επικράτησε ήταν πως ο Πολυδεύκης γεννήθηκε από την ένωση της Λήδας με τον Δία και ήταν αθάνατος, ενώ ο θνητός Κάστορας γεννήθηκε ύστερα από "ιερογαμεία", δηλαδή ένωση της Λήδας με τον Τυνδάρεω την ίδια νύχτα, ώστε τα παιδιά να γεννηθούν δίδυμα. Μέσα από ποικίλους μύθους για τον ηρωισμό των Διόσκουρων πηγάζει η βαθύτερη θρησκευτική υπόστασή τους.

Η Ελένη γεννήθηκε από την ένωση του Δία, μεταμορφωμένου σε κύκνο, και της Λήδας. Από την ηλικία των δέκα χρόνων, αναφέρεται πως η Ελένη έπεσε θύμα απαγωγής από τον Θησέα, και χρειάστηκε την προστασία των αδερφών της Διόσκουρων, που την έφεραν πίσω. Η ξακουστή ομορφιά της συγκέντρωσε αργότερα αμέτρητους μνηστήρες στο παλάτι του Τυνδάρεω, όπου η Ελένη επέλεξε ως σύζυγό της τον Μενέλαο. Με καθοδήγηση από την Αφροδίτη, η Ελένη, δέκα χρόνια μετά το γάμο της, θαμπώθηκε από το κάλλος ενός Τρώα πρίγκιπα, του Πάρι, που φιλοξενούνταν στα ανάκτορα της Σπάρτης και τον ακολούθησε. Η "αρπαγή" αυτή, σύμφωνα με τον Όμηρο, στάθηκε αφορμή για τον Τρωικό πόλεμο. Υπάρχουν, βέβαια, και άλλες παραλλαγές του μύθου, ωστόσο όλες συγκλίνουν ως προς την επιστροφή της Ελένης, μαζί με τον Μενέλαο στη Σπάρτη. Στον επιβλητικό ναό της Θεράπνης (Μενελάιο), αφιερωμένο στην Ελένη και στον Μενέλαο, οι Σπαρτιάτες τους λάτρευαν ως θεούς, τιμώντας τους με θυσίες.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας έχουν εντοπιστεί στη νότια Λακωνία και ανάγονται στην παλαιολοθική εποχή. Σε αυτή χρονολογούνται τα ευρήματα σε βραχώδεις περιοχές δυτικά της Αρεόπολης (σπήλαιο Απήδημα και θέση Καλαμάκια), στην περιοχή της Σελινίτσας (ανατολικά του Γυθείου) και στην περιοχή της Κοκκινιάς (Ακριαί, κατά την αρχαιότητα).

Από τη νεολιθική στη γεωμετρική εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νεολιθική εποχή (6000 π.Χ.-3000 π.Χ.) που ακολούθησε έχει αφήσει σημαντικά ευρήματα ανθρώπινης κατοίκησης. Κύριες θέσεις είναι το Κουφόβουνο, ένας από τους μεγαλύτερους νεολιθικούς οικισμούς της Πελοποννήσου (νότια της Σπάρτης, στον οικισμό Άγιος Ιωάννης), καθώς και το σπήλαιο Αλεπότρυπα, στον Διρό, το οποίο κατοικήθηκε κατά τα τέλη της νεολιθικής εποχής. Η γεωγραφική εντόπιση των εν λόγω θέσεων δείχνει ότι κατά την εποχή αυτή οι κάτοικοι είχαν έρθει από τη θάλασσα και στη συνέχεια εξαπλώθηκαν στην ενδοχώρα.

Τα ευρήματα της εποχής του χαλκού είναι πιο πλούσια και εντοπίζονται κυρίως γύρω από τον Λακωνικό κόλπο. Ο πιο γνωστός οικισμός της περιόδου αυτής έχει εντοπιστεί στο Παυλοπέτρι, τη μικρή βραχονησίδα ανάμεσα στην Ελαφόνησο και στη στεριά.

Κατά τη μυκηναϊκή εποχή η περιοχή γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη. Τα ομηρικά έπη και ο μύθος του Μενέλαου και της ωραίας Ελένης απηχούν αυτή την πραγματικότητα. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούν και τα αρχαιολογικά ευρήματα (κυρίως νεκροταφεία με θαλαμωτούς τάφους). Σημαντικά μυκηναϊκά κέντρα υπήρξαν στις Αμύκλες, στο Βαφειό, στην Πελλάνα, στο Περιστέρι (δίπλα στη Σκάλα), στο Μενελάιο, στη Συκιά, στην Επίδαυρο Λιμηρά κ.α.

Η κάθοδος των Δωριέων, γύρω στο 1100 π.Χ., έφερε ένα τμήμα τους στην καρδιά της κοιλάδας του Ευρώτα. Κατά τη διάρκεια του 10ου αι. π.Χ. εμφανίζεται στο προσκήνιο η αρχαία Σπάρτη.

Κατά τη γεωμετρική εποχή, η οποία δεν άφησε σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα, η Σπάρτη αποτελούνταν από τέσσερις μικρές κώμες: την Πιτάνη, τις Λίμνες, τη Μεσόα και την Κυνόσουρα. Εκείνα τα χρόνια έζησαν ο νομοθέτης Λυκούργος και οι ποιητές Τυρταίος και Αλκμάν. Την ίδια περίοδο έκαναν τα πρώτα τους βήματα η διπλή βασιλεία και το ιδιόμορφο στρατοκρατικό πλαίσιο.

Κατά τα μέσα του 8ου αι. π.Χ., η αρχαία Λακωνία περιλάμβανε επίσης τις Αμύκλες, τη Φάριδα, τη Σελλασία, την Πελλάνα, τις Γερόνθρες, το Έλος και τη χερσόνησο της Μάνης.

Η ακμή της Σπάρτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ερείπια του θεάτρου της αρχαίας Σπάρτης

Η ακμή της Σπάρτης συνδέθηκε και με τη σταδιακή επέκτασή της, η οποία άρχισε με τους δύο Μεσσηνιακούς πολέμους (735 π.Χ.-715 π.Χ. και μέσα του 7ου αι. π.Χ.) και την κατάκτηση της εύφορης Μεσσηνίας. Ενδιάμεσα οι Σπαρτιάτες είχαν αποικίσει τη Θήρα και τον Τάραντα (708 π.Χ.), στη Μεγάλη Ελλάδα. Στη συνέχεια κατακτήθηκαν διαδοχικά η νότια Αρκαδία, η Τεγέα, το Λεύκτρον (Λεοντάρι Μεγαλόπολης, μέσα 6ου αι. π.Χ.), το Άργος, η υπόλοιπη Κυνουρία, η χερσόνησος του Μαλέα και τα Κύθηρα. Την περίοδο εκείνη, η Σπάρτη ενεπλάκη και στα εσωτερικά της Αθήνας, απομακρύνοντας τον τύραννο Ιππία, καθώς και σε αρκετές ανεπιτυχείς εκστρατείες. Παράλληλα ιδρύθηκε η Πελοποννησιακή Συμμαχία, στην οποία συμμετείχαν όλες οι πόλεις της Πελοποννήσου (με εξαίρεση το Άργος και την Ήλιδα), η Αίγινα και τα Μέγαρα.

Από τα μέσα του 6ου αι. η κατάσταση αλλάζει. Εδραιώνεται η οργάνωση της πόλης με βάση τους στρατιώτες-οπλίτες και η εφαρμογή της Μεγάλης Ρήτρας του Λυκούργου. Κυρίαρχη μορφή στο εσωτερικό ήταν ο έφορος Χίλων, ενώ στην εξωτερική πολιτική ήταν ο βασιλιάς Κλεομένης Α΄ της Σπάρτης, ο οποίος συνέτριψε τους Αργείους στη Σήπεια (494 π.Χ.).

Τα χρόνια που ακολούθησαν σφραγίστηκαν από τους Περσικούς πολέμους. Η Σπάρτη δεν συμμετείχε στη μάχη του Μαραθώνα, όμως μετά το 481 π.Χ. θα βρεθεί στις πρώτες γραμμές του αντιμηδικού αγώνα. Ο αποφασιστικός ρόλος της θα σηματοδοτηθεί με τη μάχη των Θερμοπυλών και τη συμμετοχή, υπό τον Παυσανία, στη μάχη των Πλαταιών.

Η επόμενη περίοδος έφερε στο προσκήνιο τον ανταγωνισμό Σπάρτης-Αθήνας. Η Σπάρτη επιβεβαίωσε την ισχύ της στις μάχες που έγιναν στην Τεγέα (471 π.Χ.) και τη Δίπαια Αρκαδίας (469 π.Χ.), λίγο αργότερα όμως δοκιμάστηκε από έναν καταστρεπτικό σεισμό και την εξέγερση ειλώτων που τον ακολούθησε (465 π.Χ.).

Πελοποννησιακοί πόλεμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λύσανδρος

Ο Πρώτος Πελοποννησιακός Πόλεμος (431 π.Χ.) είχε ως σημεία καμπής την άλωση των Πλαταιών (427 π.Χ.) από τη Σπάρτη, την παράδοση της Πύλου (425 π.Χ.) στους Αθηναίους, τη Νικίειο Ειρήνη (421 π.Χ.) και τη μάχη της Μαντινείας (418 π.Χ.). Η νίκη του ναύαρχου Λύσανδρου στους Αιγός ποταμούς (405 π.Χ.) θα δώσει τέλος στην πολύχρονη διαμάχη (404 π.Χ.) και θα οδηγήσει σε ταπεινωτική ήττα των Αθηνών. Ο πόλεμος, η είσοδος του περσικού χρυσού, οι κοινωνικές αλλαγές που συντελέστηκαν και η χρησιμοποίηση μισθοφόρων άλλαξαν αρκετά το τοπίο στη Σπάρτη.

Εν τω μεταξύ, η Σπάρτη θα στείλει στη Μικρά Ασία στρατό κατά των Περσών, του οποίου θα ηγηθεί, μετά το 396 π.Χ., ο βασιλιάς Αγησίλαος Β΄ της Σπάρτης. Παράλληλα, οι Βοιωτοί, η Κόρινθος, το Άργος και η Αθήνα θα συνάψουν αντισπαρτιατική συμμαχία. Θα ακολουθήσει ο Κορινθιακός Πόλεμος (395 π.Χ.-387 π.Χ.), κατά τη διάρκεια του οποίου θα χάσει τη ζωή του ο Λύσανδρος και θα ανακληθεί ο Αγησίλαος. Το τέλος του πολέμου θα έρθει με την Ανταλκίδειο ή Βασίλειο ειρήνη (387 π.Χ.) και τη συνεργασία Σπάρτης-Περσίας.

Την περίοδο αυτή θα επιτραπεί η πώληση του κλήρου που αναλογούσε σε κάθε πολίτη, με αποτέλεσμα τη συγκέντρωση μεγάλων εκτάσεων στα χέρια λίγων εύπορων κατοίκων. Αυτή η νομοθετική αλλαγή θα οδηγήσει σε λειψανδρία και, στη συνέχεια, στην αποδοχή ως πολιτών περίοικων και ειλώτων.

Το 382 π.Χ. ο Φοιβίδας θα εγκαταστήσει στη Θήβα λακωνική φρουρά και θα εκδιώξει τους δημοκρατικούς, για να ακολουθήσει η αντεπίθεση των Θηβαίων και η συντριβή της Σπάρτης στη μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.). Η μάχη αυτή κατέρριψε το μύθο της αήττητης Σπάρτης και οδήγησε στη σταδιακή συρρίκνωση του κράτους της.

Η επιδρομή του Επαμεινώνδα και η απώλεια της νότιας Αρκαδίας και της Μεσσηνίας (με την ίδρυση από τους Θηβαίους της Μεγαλόπολης, της Μαντινείας και της Μεσσήνης, το 367 π.Χ.) επέτειναν αυτή την τάση, η οποία δεν αντιστράφηκε με τη Μάχη της Μαντινείας (362 π.Χ.) και ορισμένες πρόσκαιρες εδαφικές επιτυχίες.

Οι Μακεδόνες στο προσκήνιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νόμισμα που απεικονίζει τον Κλεομένη Γ'

Εν τω μεταξύ, εμφανίστηκαν στο προσκήνιο οι Μακεδόνες, οι οποίοι μετά τη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.), περιόρισαν ακόμα πιο πολύ τη Σπάρτη. Η απομόνωση της πόλης ενισχύθηκε όταν αρνήθηκε να συμμετάσχει στο πανελλήνιο συνέδριο της Κορίνθου που οργάνωνε τον αγώνα κατά των Περσών. Και όταν εξεστράτευσε (331 π.Χ.) κατά της φιλομακεδονικής Μεγαλόπολης, ο Αντίπατρος τη συνέτριψε, αναγκάζοντάς τη να πάρει μέρος στη συμμαχία.

Κατά την ελληνιστική εποχή η Σπάρτη θα προσπαθήσει να ανακτήσει τις χαμένες της δυνάμεις και θα εμπλακεί στις διαμάχες των επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Θα δεχτεί αρχικά την επίθεση του Δημήτριου του Πολιορκητή (295 π.Χ.), που διέλυσε το λακωνικό στρατό στη Μαντινεία, και στη συνέχεια του Πύρρου (279 π.Χ.), ο οποίος έφτασε με τους ελέφαντές του μέχρι την κοιλάδα του Ευρώτα. Δώδεκα χρόνια αργότερα, η Σπάρτη, η Αθήνα και ο Πτολεμαίος Β΄ Φιλάδελφος θα πρωταγωνιστήσουν στο Χρεμωνίδειο πόλεμο (267 π.Χ.-261 π.Χ.) κατά του Αντίγονου Γονατά της Μακεδονίας. Η εδραίωση της Αχαϊκής Συμπολιτείας, στη συνέχεια, θα διαμορφώσει ένα μόνιμο αντίπαλο για τη Σπάρτη.

Το β' μισό του 3ου αι. π.Χ. αρχίζουν να κόβονται νομίσματα και αρκετοί Σπαρτιάτες να υπηρετούν ως μισθοφόροι στη Σικελία, στην Αίγυπτο κ.α. Την ίδια περίοδο θα δρομολογηθούν οι ρηξικέλευθες μεταρρυθμίσεις του βασιλιά Άγιδος Δ' (243 π.Χ.-242 π.Χ.), που είχαν ως οδηγό τη Ρήτρα του Λυκούργου. Αρχικά δεν στέφτηκαν από επιτυχία, στη συνέχεια όμως εφαρμόστηκαν βίαια από τον Κλεομένη Γ' (236 π.Χ.-222 π.Χ.). Ο ίδιος με τις νίκες του θα επαναφέρει τη Σπάρτη στα όρια του 4ου αι. π.Χ. Όμως οι Μακεδόνες, με επικεφαλής τον Αντίγονο Δώσωνα, θα νικήσουν τον Κλεομένη στη Σελλασία (222 π.Χ.), υποχρεώνοντάς τον να καταφύγει στην Αίγυπτο. Αυτή η ταπεινωτική ήττα θα σημάνει την αντίστροφη μέτρηση και για τις μεταρρυθμίσεις, αλλά και για το θεσμό της διπλής βασιλείας.

Τα επόμενα χρόνια θα σφραγιστούν από τον Μαχανίδα (211 π.Χ.-207 π.Χ.) και τον Νάβι (207 π.Χ.-192 π.Χ.) -οι οποίοι ονομάζονται "τύραννοι" επειδή δεν ανήκουν στα παλιά βασιλικά γένη- από τις τριβές με τον Φιλοποίμενα της Αχαϊκής Συμπολιτείας, την ήττα της Σπάρτης στη Μαντινεία (207 π.Χ.) και τις αναδυόμενες επεκτατικές βλέψεις της Ρώμης.

Το 195 π.Χ. οι Ρωμαίοι, με ηγέτη τον Φλαμινίνο, θα πολιορκήσουν τη Σπάρτη και θα καταλάβουν το Γύθειο. Παράλληλα, η Σπάρτη θα χάσει 24 παράλιους οικισμούς της Λακωνίας, που θα συγκροτήσουν το Κοινό των Λακεδαιμονίων, και θα προσχωρήσει τελικά στην Αχαϊκή Συμπολιτεία (192 π.Χ.).

Τα ρωμαϊκά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νόμισμα Λακεδαιμονίων 250 π.Χ.-30 π.Χ., με την Αθηνά και τον Ηρακλή στις όψεις

Μετά την οριστική επικράτηση της Ρώμης (146 π.Χ.), η Σπάρτη θα εξασφαλίσει αρκετά προνόμια και θα γνωρίσει ιδιαίτερη οικονομική άνθηση. Αυτό δεν άλλαξε ακόμα και όταν τάχθηκε με το μέρος του Μιθριδάτη στη σύγκρουσή του με τη Ρώμη.

Μάλιστα, η βοήθεια που προσέφερε ο Λάκωνας Ευρυκλής στον Οκταβιανό Αύγουστο στη ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.) είχε ως αποτέλεσμα την προνομιακή μεταχείριση της Σπάρτης αλλά και του Κοινού των Ελευθερολακώνων, το οποίο είχε εν τω μεταξύ προκύψει από την αναδιοργάνωση (22 π.Χ.) του Κοινού των Λακεδαιμονίων.

Κατά τις δύο πρώτους αιώνες μ.Χ. οι λακωνικές πόλεις θα εξελιχθούν σε σημαντικά ρωμαϊκά κέντρα. Θα χτιστούν αρκετά νέα κτήρια, θα αναβιώσουν παλιές τελετές, θα θεσμοθετηθούν νέοι αγώνες, αρκετοί Σπαρτιάτες θα αποκτήσουν δικαιώματα Ρωμαίου πολίτη. Οι περιγραφές του περιηγητή Παυσανία, που επισκέφτηκε την περιοχή γύρω στο 155, δίνουν μια εικόνα από τα χρόνια εκείνα. Ιδιαίτερα γενναιόδωροι προς τη Σπάρτη θα φανούν ο Αύγουστος, ο Αδριανός και ο Ηρώδης ο Αττικός.

Το 267 η περίοδος της ηρεμίας θα διακοπεί βίαια. Η Λακωνία θα λεηλατηθεί από βαρβαρική επιδρομή Ερούλων, η οποία θα καταλήξει σε κατάληψη και καταστροφή της Σπάρτης. Η περιοχή, όμως, θα επουλώσει τις πληγές της. Μάλιστα, όπως, πιστοποιεί το "Έδικτο καθορισμού των τιμών" που εξέδωσε ο Διοκλητιανός (301), θραύσματα του οποίου βρέθηκαν στις Γερόνθρες, στο Γύθειο και στο Οίτυλο, η Λακωνία θα συνεχίσει την οικονομική της άνθηση. Παράλληλα, θα αναπτυχθούν και οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες.

Η τελευταία 25ετία του 4ου αι. μ.Χ. ήταν εξαιρετικά επώδυνη για τη Λακωνία. Πρώτα ήρθε ο καταστροφικός σεισμός του 375, που έπληξε όλη την περιοχή και βύθισε αρκετές από τις παραλιακές πόλεις του Λακωνικού κόλπου. Αργότερα θα ακολουθήσει η επιδρομή των Βησιγότθων του Αλάριχου Α' (396) και η κατάληψη του Σπάρτης. Κατά τα επόμενα χρόνια, που ταυτίζονται με το τέλος της ρωμαϊκής εποχής, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού θα συγκεντρωθεί σε οχυρές θέσεις, ενώ η Σπάρτη θα τειχιστεί και στο εξής θα εμφανίζεται με το όνομα Λακεδαιμονία. Παράλληλα θα χτιστούν οι πρώτες παλαιοχριστιανικές βασιλικές (Γύθειο, Κυπάρισσος, Οίτυλο).

Η βυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μονεμβασιά

Έχοντας ως κέντρο τη Λακεδαιμονία, η Λακωνία θα αναπτυχθεί σημαντικά κατά τον 5ο και τον 6ο αι. Τον 6ο αι. θα αρχίσει και η κατοίκηση του βράχου της Μονεμβασιάς. Θα ακολουθήσει η έλευση των σλαβικών φύλων, τα οποία θα εγκατασταθούν στις ορεινές περιοχές του Ταΰγετου και του Πάρνωνα. Οι δύο σλαβικές φυλές (Μηλιγγοί και Εζερίτες) θα έχουν μια πορεία αφομοίωσης από τον τοπικό πληθυσμό και εκχριστιανισμού.

Τα τέλη του 10ου αι. θα σφραγιστούν από τη σημαντική και πολύπλευρη δραστηριότητα του οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε και τη διαμόρφωση της Κάτω Πόλης της Μονεμβασιάς.

Αρκετά χρόνια αργότερα, οι Φράγκοι και οι Ενετοί της Δ' Σταυροφορίας που δεν έφτασαν στους Αγίους Τόπους, θα συγκρουστούν με τους Βυζαντινούς άρχοντες της περιοχής, οι οποίοι θα παραδώσουν μετά από σύντομη πολιορκία το κάστρο της Λακεδαιμονίας στον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο (1210). Την ίδια περίοδο θα κατασκευαστεί το κάστρο στο Γεράκι και μια σειρά άλλα φρουριακά κτήρια.

Η Λατινοκρατία συμπίπτει με μια περίοδο ακμής της περιοχής και με την πληθωρική παρουσία του Γουλιέλμου Β' Βιλλεαρδουίνου, ο οποίος θα καταλάβει τη Μονεμβασία και θα ιδρύσει το κάστρο του Μυστρά (1249). Η νίκη των Παλαιολόγων στη μάχη της Πελαγονίας (1259) θα θέσει τέρμα σε αυτή την παρουσία και θα τους χαρίσει ως λύτρα για την απελευθέρωσή του τα κάστρα του Μυστρά, της Μονεμβασίας και της Μεγάλης Μαΐνης.

Από το τέλος του 13ου αι. θα αρχίσει να γίνεται πιο αισθητός ο ρόλος του Μυστρά, που θα αποτελέσει κέντρο των Βυζαντινών στην Πελοπόννησο, αλλά και της Μονεμβασίας, που εξελίσσεται σε επίνειό του και σε σπουδαίο εμπορικό κέντρο. Η Λακωνία θα έχει μια νέα περίοδο οικονομικής και πνευματικής ακμής, και από τα μέσα του 14ου αι., όταν τοποθετήθηκε δεσπότης ο Μανουήλ Καντακουζηνός, θα γίνει ανεξάρτητο δεσποτάτο. Παράλληλα θα επεκταθούν οι κτήσεις του Μυστρά σε όλη την Πελοπόννησο. Τα επόμενα χρόνια θα εμφανιστεί η οθωμανική απειλή, όμως οι δυναστικές έριδες των Παλαιολόγων και η άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) θα έχουν ως μοιραία κατάληξη την κατάκτηση από τον Μωάμεθ Β' του Μυστρά (1460) και των άλλων λακωνικών περιοχών. Τελευταία κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς η Μονεμβασία (1540).

Οθωμανική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επέκταση των Οθωμανών στη Λακωνία αντιμετώπισε σημαντική αντίσταση, με πρωταγωνιστή τον Κροκόδειλο Κλαδά. Κατά τον Πρώτο Βενετοτουρκικό πόλεμο, μάλιστα, ο Κλαδάς επεξέτεινε τις κτήσεις του μέχρι τη Μονεμβασία, όμως εγκαταλείφθηκε από τους Ενετούς συμμάχους του (1479) και συνέχισε μόνος τον αγώνα εναντίον των Οθωμανών. Τελικά, παρά τις οθωμανικές νίκες, η Μάνη και σημαντικό μέρος της υπόλοιπης Λακωνίας θα διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους.

Κατά την οθωμανική περίοδο στην περιοχή αναπτύχθηκαν αρκετά επαναστατικά κινήματα, τα οποία συνήθως είχαν επίκεντρο τη Μάνη. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια του Πέμπτου Βενετοτουρκικού πολέμου (1659), οι Μανιάτες διαμόρφωσαν σχέδιο συμμαχίας με τους Ενετούς για την απελευθέρωση της Πελοποννήσου.

Όταν οι Ενετοί με επικεφαλής τον Φραντσέσκο Μοροζίνι ανακατέλαβαν την Πελοπόννησο (1685-1715), η Λακωνία αποτέλεσε μία από τις τέσσερις διοικητικές περιφέρειες της Πελοποννήσου. Στα όριά της είχαν ενταχθεί οι περιοχές της Μονεμβασίας, του Μυστρά, της Μάνης και της Μπαρδούνιας, ενώ πρωτεύουσά της ήταν η Μονεμβασία.

Κατά τη δεύτερη περίοδο της Οθωμανικής περιόδου (1715-1821), διατηρήθηκε η εν λόγω διοικητική διαίρεση, μετά τα Ορλωφικά όμως η Μάνη διαχωρίστηκε από το πασαλίκι του Μοριά και περιήλθε στη δικαιοδοσία του καπουδάν πασά.

Τα Ορλωφικά ήταν μια σημαντική στιγμή για τη Λακωνία. Το Φεβρουάριο του 1770 θα φτάσουν στο Οίτυλο ρωσικά πλοία με επικεφαλής τον Θ. Ορλώφ. Οι ένοπλοι της περιοχής θα σχηματίσουν δύο λεγεώνες και επικεφαλής τους θα τεθούν ο Γ. Μαυρομιχάλης, ο καπετάνιος της Αβίας Κουμουνδούρος και οι καπεταναίοι της ανατολικής Μάνης Γρηγοράκηδες. Μετά την αποχώρηση των Ρώσωμ, όμως, ο πληθυσμός θα δοκιμαστεί από τους Οθωμανούς και η Λακωνία θα δεχτεί σκληρά πλήγματα.

Η συμβολή της Λακωνίας στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 υπήρξε καθοριστική. Στις 17 Μαρτίου 1821, οι Μανιάτες ύψωσαν το λάβαρο της Επανάστασης στο ναό των Ταξιαρχών στην Αρεόπολη και στις 23 Μαρτίου θα συνεισφέρουν αποφασιστικά στην απελευθέρωση της Καλαμάτας. Στη συνέχεια, η Λακωνία θα γίνει πεδίο σκληρών μαχών, κυρίως κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο.

Ίδρυση του νομού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την πρώτη διοικητική διαίρεση του ελληνικού κράτους κατ΄ εντολή, επί κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια που έγινε με το Ψήφισμα Ι΄ στις 13 Απριλίου του 1828 (στο Ναύπλιο), η Πελοπόννησος χωρίσθηκε σε επτά "τμήματα". Το "Ε΄ τμήμα" περιελάμβανε το Νησίον, την Καλαμάτα, τα Εμπλάκια, την Ανδρούσα, το Λεοντάριο και τη Δυτική Μάνη, φέροντας το όνομα "Κάτω Μεσσηνία". Το "ΣΤ΄ τμήμα" της ίδιας διαίρεσης περιελάμβανε την Ανατολική Μάνη, τη Μονεμβάσια, το Μυστρά, τον Πραστό, τον Τυρό και το Λεωνίδιο, δηλαδή την Τσακωνιά και έφερε το όνομα "Λακωνία".
Στη συνέχεια επί Βασιλέως Όθωνα με το Β.Δ. της 3ης Απριλίου του 1833 (ΦΕΚ 12) "Περί διαιρέσεως του Βασιλείου της Ελλάδος και της Διοικήσεώς του" καθιερώθηκε η "Νομαρχιακή Διαίρεση" σε 10 νομούς. Μεταξύ των 10 αυτών νομών ήταν και ο "Νομός Λακωνίας" με πρωτεύουσα το Μυστρά. Η δε Ανατολική Μάνη αποτέλεσε τότε μία από τις 4 επαρχίες του Νομού με πρωτεύουσα το Γύθειο, που τότε άλλαξε και το από τουρκοκρατίας όνομα "Μαραθονήσι". Το 1836 ακολούθησε νέα Διοικητική Διαίρεση με Διοικήσεις και Υποδιοικήσεις, όπου τότε ο συσταθείς νομός Λακωνίας χωρίσθηκε σε δύο Διοικήσεις: της Λακεδαίμονος, που περιελάμβανε όλες τις περιοχές εκτός από τη Μάνη και της Λακωνίας που περιελάμβανε μόνο τη Μάνη. Τότε το Γύθειο έγινε έδρα υποδιοίκησης και αναγνωρίσθηκε ως Δήμος.

Όμως, το 1845, με το Β.Δ. της 5ης Δεκεμβρίου 1845, επανήλθε το νομαρχιακό σύστημα διοικητικής διαίρεσης, με συνέπεια τη διάλυση των δύο υποδιοικήσεων και την καθιέρωση του Νομού Λακωνίας με πρωτεύουσα τη Σπάρτη και δημιουργία 2 μόνο Επαρχείων, των Μολάων και του Λιμενίου. Αυτό είχε ως επακόλουθο το γενικό ξεσηκωμό των Μανιατών. Έτσι προς κατευνασμό των κατοίκων ακολούθησε το Β.Δ. της 15ης Ιουνίου 1846 (ΦΕΚ 18), με το οποίο συγκροτήθηκε το Επαρχείο Γυθείου.
Τελικά, το έτος 1899 θεωρείται ακόμα και σήμερα η λαμπρότερη χρονολογία στην ιστορία τόσο της Μάνης όσο και του σύγχρονου Γυθείου. Και αυτό γιατί, επί Βασιλέως Γεωργίου του Α΄, με το νέο Νόμο ΒΧΔ 6 Ιουλίου 1899 "Περί Διοικητικής Διαιρέσεως του Κράτους" η Ελλάδα χωρίσθηκε σε 26 Νομούς, μεταξύ των οποίων ιδρύθηκε, φερόμενος ως 20ός, ο Νομός Λακωνικής με 3 επαρχίες, (Γυθείου, Οιτύλου και Κυθήρων), με έδρα Νομάρχη το Γύθειο, και ως 21ος ο Νομός Λακεδαίμονος, με 2 επαρχίες, Λακεδαίμονος και Επιδαύρου Λυμηράς, με έδρα Νομάρχη τη Σπάρτη. Δέκα χρόνια αργότερα, με τον Νόμο ΓΥΛΔ΄ της 16ης Νοεμβρίου 1909, καταργήθηκε ο Νομός Λακωνικής, ενώ οι επαρχίες (Γυθείου και Οιτύλου) υπάχθηκαν στο Νομό Λακωνίας, που υφίσταται μέχρι σήμερα, η δε Επαρχία Κυθήρων στον τότε Νομό Αργολίδας και Κορινθίας.

Γενικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νομός έχει έκταση 3.636 τ. χλμ. και πληθυσμό 99.637 κατοίκους κατά την απογραφή του 2001 (118.660 το 1961). Μεγαλύτερη πόλη είναι η Σπάρτη (15.828 κάτοικοι). Άλλες σημαντικές πόλεις είναι: το Γύθειο, οι Μολάοι, o Βλαχιώτης, η Σκάλα, η Αρεόπολη], το Οίτυλο, ο Μυστράς, ο Πύργος Διρού, ο Γερολιμένας, η Βάθεια, η Μονεμβασιά και η Νεάπολη Βοιών στα Βάτικα, τα Βρέσθενα.

Για πλήρη κατάλογο των πόλεων και οικισμών του νομού, δείτε επίσης Διοικητική διαίρεση νομού Λακωνίας

Προσωπικότητες της Λακωνίας

  • Θεοφανώ, αυτοκράτειρα του Βυζαντίου.( Αναστασώ κόρη ταβερνιάρη, γεννημένη στη Λακωνία)
  • Άνθιμος Σκαλιστήρης, επίσκοπος Έλους Λακωνίας αγωνιστής του 1821 (Στενό Τριπολιτσάς)
  • Νικόλαος Κορφιωτάκης,Σπαρτιάτης αγωνιστής του 1821 και πολιτικός.
  • Δημήτριος Δημητρακάκης,πολιτευτής Λακεδαίμονος. (Καστόρι Λακωνίας)

Οικογένεια Μαυρομιχαλαιων

  • Νικόλαος Τσοτάκος ή καπετάν Γέρμας 1874-1907
  • Ιωάννης Δεμέστιχας ή καπετάν Νικηφόρος (καταγωγή Κότρωνας Λακωνίας)
  • Λεωνίδας και Παναγιώτης Πετροπουλάκης,Μακεδονομάχοι
  • Μιχαήλ Αναγνωστάκος η καπετάν Ματάπας

Κάστρα της Λακωνίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η Καστροπολιτεία του Μυστρά
  • Το κάστρο της Μπαρδούνιας
  • Η Καστροπολιτεία της Μονεμβασιάς
  • Το κάστρο της Κελεφάς
  • Το κάστρο της Μαΐνης (Μεγάλης Μάνης)
  • Το κάστρο του Γερακίου
  • Το κάστρο του Πασσαβά
  • Παλαιόκαστρο Μεσοχωρίου Λακωνίας

Διοικητική διαίρεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νομός Λακωνίας χωρίζεται σε 5 δήμους ύστερα από το πρόγραμμα "Καλλικράτης" με αλφαβητική σειρά:

1. Δήμος Αν.Μάνης

2. Δήμος Ευρώτα

3. Δήμος Ελαφονήσου

4. Δήμος Μονεμβάσιας

5. Δήμος Σπάρτης

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο νομό αυτο, οι περισσότεροι κάτοικοι ασχολούνται με την αγροτική καλλιέργεια και την παραγωγή αγροτικών προϊόντων, με πιο συνηθισμένα το πορτοκάλι, την ελιά ,το λάδι, και το κρασί ιδιαίτερα στην περιοχή του Δαφνίου, είτε ως κύρια πηγή εισοδήματος είτε ως δευτερεύουσα. Αρκετοί κάτοικοι ασχολούνται με την κτηνοτροφία. Ακόμη, αρκετά ανεπτυγμένος είναι ο κλάδος του καλοκαιρινού τουρισμού, κυρίως προς Μυστρά, Σπήλαια Διρού, Βάθεια και στις παράκτιες περιοχές, με πιο γνωστούς προορισμούς τουριστών την Μονεμβάσια, το Γύθειο, την Ελαφόνησο και την Ακρωταινάρια περιοχή.

Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον Νομό Λακωνίας εδρεύουν δύο Μητροπόλεις: Η Ιερά Μητρόπολις Μονεμβασίας και Σπάρτης και η Ιερά Μητρόπολις Γυθείου και Οιτύλου με έδρες τη Σπάρτη και το Γύθειο αντίστοιχα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα