Αρεύς Α΄

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αρεύς Α΄
Αρεύς Α΄
Το πρώτο Τετράδραχμο του Αρεύς Α΄ (265 π.Χ.)
Βασιλιάς των Λακεδαιμονίων
25ος από τον οίκο των Αγιαδών
Περίοδος εξουσίας
309 π.Χ. - 265 π.Χ.
ΠροκάτοχοςΚλεομένης Β΄
ΔιάδοχοςΑκρότατος
ΕθνικότηταΈλληνας, Σπαρτιάτης
Οίκος/ΓενεάΑγιάδες
Πατέραςπρεσβύτερος Ακρότατος
Μητέραάγνωστη
Σύζυγοςάγνωστη
ΕπίγονοιΑκρότατος

Ο Αρεύς Α΄ (320 π.Χ./312 π.Χ. - 265 π.Χ.) ήταν Βασιλιάς της Αρχαίας Σπάρτης από τη δυναστεία των Αγιαδών (309 π.Χ. - 265 π.Χ.). Οι αγώνες του επικεντρώθηκαν σε προσπάθειες να μετατρέψει την Αρχαία Σπάρτη σε ένα ισχυρό Ελληνιστικό κράτος, γι΄αυτό αγωνίστηκε συνεχώς με πολέμους απέναντι στον βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονο Β΄ Γονατά και τον Πύρρο τον Μέγα. Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του επικρατούσε ο πανίσχυρος θείος και κηδεμόνας του Κλεώνυμος της Σπάρτης, ένας ισχυρότατος άντρας που έκανε συνέχεια εκστρατείες σε όλη την Ελλάδα με μισθοφόρους. Ο Άρευς Α΄ καταγράφεται για πρώτη φορά (281 π.Χ.) όταν συμμετείχε σε μια Συμμαχία με πόλεις-κράτη ενάντια στους Μακεδόνες (275 π.Χ.) που ήθελαν να κυριεύσουν όλη την Ελλάδα αλλά ηττήθηκε από την Αιτωλική Συμπολιτεία που ήταν σύμμαχοι τους. Ο θείος του Κλεώνυμος αποστάτησε στον Πύρρο τον Μέγα που προχώρησε σε εκστρατεία στην Πελοπόννησο (272 π.Χ.). Ο Αρεύς Α΄ απέκρουσε τον Πύρρο με επιτυχία, κατέφυγε στο Άργος όπου δολοφονήθηκε. Μετά τη μεγάλη επιτυχία ο Άρευς Α΄ συμμάχησε με την Αρχαία Αθήνα και την Αίγυπτο εναντίον του Αντίγονου Γονατά με αποτέλεσμα να ξεσπάσει ο Χρεμωνίδειος Πόλεμος (267 π.Χ.) στον οποίο ηττήθηκε, ο ίδιος έπεσε σε μάχη στην Κόρινθο (265 π.Χ.).

Παρά τις στρατιωτικές πρωτοβουλίες του Άρεως ο κύριος στόχος του ήταν να εκσυγχρονίσει τη Σπάρτη σε Ελληνιστικό κράτος πέρα από τα παλιότερα αυστηρά έθιμα της, γι΄αυτό κάλεσε για πρώτη φορά καλλιτέχνες που οικοδόμησαν τα πρώτα θέατρα στην πόλη. Ο Αρεύς Α΄ ήταν επίσης ο πρώτος βασιλιάς της Σπάρτης που έκοψε νομίσματα με τη μορφή του, αυτό ανέβασε παγκόσμια το κύρος της πόλης αλλά υποβάθμισε την άλλη βασιλική δυναστεία κάτι που ήταν αντίθετο με τα έθιμα της πόλης. Προσπάθησε να προσλάβει στον στρατό του Εβραίους μισθοφόρους, για να το πετύχει διακήρυξε ότι οι Εβραίοι έχουν κοινή καταγωγή με τους Σπαρτιάτες αλλά η πληροφορία αυτή αμφισβητείται.

Βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αρεύς Α΄ ήταν γιος του Ακρότατου και εγγονός του Κλεομένη Β΄ βασιλιάς της Σπάρτης την περίοδο (370 π.Χ. - 309 π.Χ.) από τη δυναστεία των Αγιαδών. Ο παππούς του πέθανε σε βαθύτατο γήρας (309 π.Χ.) και ο πατέρας του πριν από αυτόν με αποτέλεσμα να τον διαδεχτεί ο Αρεύς.[1] Ο Καρλ Τζούλιους Μπέλοχ γράφει ότι γεννήθηκε αμέσως μετά μια στρατιωτική αποστολή του Ακρότατου στη Σικελία (312 π.Χ.).[2][3] Ο Πολ Κάρτλεντζ τοποθετεί την ημερομηνία που γεννήθηκε πιο νωρίς (320 π.Χ.).[4][5] Ο Παυσανίας ένας Έλληνας γεωγράφος τον 2ο αιώνα μ.Χ. και ο Πλούταρχος γράφουν ότι ο Αρεύς ήταν μικρό παιδί όταν ανέβηκε στον θρόνο (309 π.Χ.). Ο μικρότερος αδελφός του πατέρα του Κλεώνυμος της Σπάρτης διεκδίκησε τον θρόνο αλλά η Συνέλευση των Εφόρων αποφάσισε με βάση το γενεαλογικό δέντρο υπέρ του Άρεως.[6][7][8] Η αφήγηση του Παυσανία πιθανότατα θέλει να δικαιολογήσει τη μετέπειτα σύγκρουση που ξέσπασε ανάμεσα στον Κλεώνυμο και τον Αρεύς.[9] Τα ζητήματα διαδοχής στην Αρχαία Σπάρτη έλυνε η Απέλλα, όπως παλιότερα (400 π.Χ.) επελέγη ο Αγησίλαος Β΄ της Σπάρτης ενώ διεκδικούσε τον θρόνο ο ανεψιός του Λεωτυχίδας ο Λακεδαιμόνιος. Ο Κλεώνυμος έγινε αντιβασιλεύς του Άρεως, αυτό δείχνει ότι δεν αμφισβήτησε την επιλογή των εφόρων.[10] Ο Κλεώνυμος είχε σημαντικό ρόλο το πρώτο μισό της βασιλείας του Άρεως Α΄, ήταν διοικητής των μισθοφόρων όταν ζήτησε βοήθεια από τη Σπάρτη ο Τάραντας απέναντι στους Λουκανούς και τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία.[11] Ο Παυσανίας γράφει ότι ο Κλεώνυμος ανέλαβε τη διοίκηση του στρατού σαν αποζημίωση για την απώλεια του θρόνου.[12] Με τον ίδιο τρόπο ο στρατηγός Παυσανίας νίκησε στη Μάχη των Πλαταιών σαν αντοιβασιλεύς όταν ήταν στον θρόνο ο ανήλικος ξάδελφος του Πλείσταρχος.[13] Δεν είναι γνωστό τίποτε άλλο για τη βασιλεία του Άρεως έως το 281 π.Χ., η Σπάρτη είχε χάσει την παλιά της δόξα, ήταν αδύναμη πόλη και δεν απασχολούσε έντονα στην εποχή του τους αρχαίους συγγραφείς.[14]

Πέμπτος Ιερός Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Πόλεμοι των Διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου έληξαν όταν δολοφονήθηκαν ο βασιλιάς της Θράκης Λυσίμαχος και ο Σέλευκος Α΄ Νικάτωρ ιδρυτής της Αυτοκρατορίας των Σελευκιδών (281 π.Χ. - 280 π.Χ.). Στην Ελλάδα πολλές πόλεις διεκδίκησαν την ανεξαρτησία τους από τον βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονο Γονατά, η Σπάρτη ηγήθηκε σε Συμμαχία για πρώτη φορά από την εποχή που έχασε ο Άγις Γ΄ στη Μάχη της Μεγαλόπολης (331 π.Χ.).[15] Αποφάσισε να μην επιτεθεί απευθείας στη Μακεδονία αλλά στον αδύναμο σύμμαχο της την Αιτωλική Συμπολιτεία που είχε αναλάβει τον έλεγχο στο Πανελλήνιο ιερό των Δελφών πριν από λίγα χρόνια. Τη δεκαετία του 440 π.Χ. που είχε ξεσπάσει ο Δεύτερος Ιερός Πόλεμος οι Σπαρτιάτες είχαν αναλάβει τον ρόλο του Προστάτη των Δελφών, ο Αρεύς Α΄ αρνήθηκε να έχουν αυτόν τον ρόλο οι Αιτωλοί.[16] Το σχέδιο ήταν ριψοκίνδυνο αφού έπρεπε οι Σπαρτιάτες να περάσουν από τον Ισθμό της Κορίνθου όπου οι Μακεδόνες είχαν τοποθετήσει φρουρά στην Ακροκόρινθο. Ο Αρεύς Α΄ είχε στόχο όμως μετά τη νίκη του στους Αιτωλούς να επιτεθεί στην Κόρινθο από βορρά και νότο.[17] Το σχέδιο αυτό του Άρεως καταγράφηκε από τους ιστορικούς σαν "Πέμπτος Ιερός Πόλεμος" σύμφωνα με την απαρίθμηση των πολέμων που έγιναν για τον έλεγχο των Δελφών.[18][19]

Ο Αρεύς Α΄ δημιούργησε συμμαχία εναντίον των Αιτωλών επειδή οι εκστρατείες του Κλεώνυμου έδωσαν την εντύπωση ότι οι Σπαρτιάτες ήταν άριστοι στρατιωτικοί ηγέτες.[20] Υπάρχουν πολλές ιστορικές διαφωνίες για το μέγεθος της συμμαχίας, οι πληροφορίες που δίνει ο ιστορικός Ιουστίνος τον 2ο αιώνα μ.Χ. είναι πολύ λίγες.[21][22] Οι μοναδικές βέβαιες σύμμαχοι ήταν οι τέσσερις πόλεις στην Αρχαία Αχαΐα Πάτρα, Τριταία, Δύμη και Φέραια που αμέσως μετά ίδρυσαν την Αχαϊκή Συμπολιτεία και οι Αρκαδικές πόλεις εκτός της Μεγαλόπολης επειδή χωρίς την Αρκαδική υποστήριξη δεν θα μπορούσε να διασχίσει την Πελοπόννησο.[23] Άλλες πιθανές σύμμαχοι ήταν τα Μέγαρα, η Βοιωτία, το Άργος, η Επίδαυρος, η Ήλιδα, η Αρχαία Αθήνα και η Κρήτη αλλά χωρίς αποδείξεις.[24][25][26][27][28] Ο Αρεύς Α΄ πέρασε τον Κορινθιακό και στρατοπέδευσε στην Κίρρα νοτιοδυτικά των Δελφών, παρά τον ισχυρισμό του ότι ο πόλεμος ήταν ιερός επέτρεψε στους άντρες του να λεηλατήσουν την περιοχή. Οι Αιτωλοί συνέτριψαν τους Σπαρτιάτες αν και οι αριθμοί που παρέχει ο Ιουστίνος ότι 500 Αιτωλοί σκότωσαν 9.000 Σπαρτιάτες και συμμάχους θεωρούνται υπερβολικοί.[29][30] Ο Αρεύς Α΄ είναι απίθανο στην πραγματικότητα να διοικούσε περισσότερους από 3.000 άντρες.[31] Οι Σπαρτιάτες έθαβαν τους νεκρούς τους επί τόπου ή σε μια τοποθεσία στην κοιλάδα του Κίρρα που πήρε το όνομα "Λακωνικόν".[32][33] Η συμμαχία κατέρρευσε αμέσως επειδή ο Αρεύς Α΄ απαξιώθηκε εντελώς.[34] Οι στρατιώτες του θεωρούσαν βέβαιη τη νίκη επειδή ο Αντίγονος Γονατάς βρισκόταν σε εκστρατεία στην Ασία και δεν θα τους ενοχλούσε.[35]

Η αποστασία του Κλεώνυμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την ήττα του Άρεως τη διοίκηση του Σπαρτιάτικου στρατού ανέλαβε ξανά ο Κλεώνυμος.[36] Η πρώτη του εκστρατεία καταγράφεται στην Αρχαία Μεσσηνία (279 π.Χ.), εμπόδισε τους Μεσσήνιους να στείλουν βοήθεια στους Αιτωλούς που εκείνη την εποχή είχαν δεχτεί επίθεση από τους Κέλτες.[37] Την ίδια εποχή ανέκτησε τη Δελθαλιάτιδα που την είχαν χάσει οι Σπαρτιάτες στη Μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.).[38] Την περίοδο (279 π.Χ. - 276 π.Χ.) ο Κλεώνυμος νίκησε τη Μακεδονική φρουρά στην Τροιζήνα, την ίδια εποχή διετέλεσε ειρηνοποιός ανάμεσα στις πόλεις Πολυρρήνια και Φαλάσαρνα στη δυτική Κρήτη.[39][40] Την πολιτική επέμβαση στην Κρήτη συνέχισε επιτυχώς ο Αρεύς Α΄, η Πολυρρήνια ανήγειρε ανδριάντα προς τιμή του.[41] Το νησί της Κρήτης του έδωσε ελεύθερα πολλούς μισθοφόρους χωρίς καμιά επέμβαση από τα μεγάλα βασίλεια της εποχής που ήταν η Μακεδονία, οι Πτολεμαίοι της Αιγύπτου και η Αυτοκρατορία των Σελευκιδών.[42] Ο Κλεώνυμος είχε τη διοίκηση του στρατού την περίοδο (279 π.Χ. - 275 π.Χ.) που ο Αρεύς ήταν απαξιωμένος χάρη στην ήττα του από τους Αιτωλούς.[43] Ο Πλούταρχος γράφει ότι ο Κλεώνυμος ήθελε να παντρευτεί μια πλούσια γυναίκα τη Χιλωνίς κόρη κάποιου ευγενούς Λεωτυχίδα, όνομα πολύ συνηθισμένο στην άλλη δυναστεία των Ευρυπωντιδών.[44] Η γυναίκα στην Αρχαία Σπάρτη μπορούσε να κληρονομήσει περιουσία από τον πατέρα της, με τον τρόπο αυτό η Χιλωνίς έγινε πολύ ελκυστική για νύφη στον Κλεώνυμο, είχε επίσης πολύ στενές σχέσεις με τον άλλο βασιλιά Αρχίδαμο Δ΄. Ο Αρεύς Α΄ αναγνώρισε τις φιλοδοξίες του Κλεώνυμου και έστειλε τον γιο του Ακρότατο να διαλύσει τον γάμο.[45][46] Η πράξη αυτή εξόργισε τον Κλεώνυμο που κατέφυγε στην Ήπειρο (275 π.Χ.), στην αυλή του βασιλιά Πύρρου με τον οποίο είχε στενές σχέσεις από την εποχή της εκστρατείας του στην Ιταλία (303 π.Χ.).[47][48]

Πόλεμοι εναντίον του Πύρρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς της Ηπείρου Πύρρος ο Μέγας επέστρεψε (275 π.Χ.) μετά από μία ανεπιτυχή εκστρατεία στη Μεγάλη Ελλάδα απέναντι στη Ρωμαϊκή Δημοκρατία και την Καρχηδόνα. Ο Πλούταρχος και ο Παυσανίας γράφουν ότι ο Κλεώνυμος κατέφυγε στον Πύρρο για να τον βοηθήσει να πάρει τον θρόνο της Σπάρτης, αυτό είναι άστοχο επειδή η εκστρατεία του Πύρρου στην Πελοπόννησο έγινε πολύ αργότερα (272 π.Χ.).[49] Ο πρωταρχικός στόχος του Πύρρου ήταν να νικήσει τον Αντίγονο Γονατά και να ανακηρυχθεί βασιλεύς της Μακεδονίας. Ο Κλεώνυμος του πρόσφερε σε αυτό πολύτιμες υπηρεσίες αφού σαν αρχηγός της Ηπειρώτικης Φάλαγγας κατέλαβε τη Βεργίνα, την ιστορική πρωτεύουσα του βασιλείου της Μακεδονίας (274 π.Χ.).[50] Ο Πύρρος ο Μέγας συγκρότησε έναν μεγάλο στρατό με 20.000 πεζούς, 2.000 ιππείς και 24 ελέφαντες και βάδισε προς την Πελοπόννησο.[51] Ο βασικός του στόχος ήταν να κατακτήσει ολόκληρη την Πελοπόννησο από τον Αντίγονο Γονατά και να τοποθετήσει τον Κλεώνυμο βασιλιά της Σπάρτης ως υποτελή του.[52] Οι Αιτωλοί είχαν εγκαταλείψει τον Αντίγονο Γονατά και τον άφησαν να περάσει από την περιοχή τους.[53][54] Οι Αχαιοί από την άλλη πλευρά του Κορινθιακού και η Ήλιδα τον υποστήριξαν, έφτασε στη Μεγαλόπολη και δέχτηκε πρεσβείες από το Άργος που είχε ισχυρή ομάδα εναντίον του.[55] Ο Πύρρος ο Μέγας ισχυρίστηκε στους Σπαρτιάτες ότι ήθελε να διώξει την κυριαρχία του Αντίγονου Γονατά από την Πελοπόννησο και να φέρει τους γιους του στη Σπάρτη για να ανατραφούν σύμφωνα με τη Σπαρτιάτικη αγωγή.[56][57] Οι Σπαρτιάτες έπεσαν στην παγίδα του Πύρρου, ήθελε να κυριεύσει την πόλη τους την εποχή που ο Αρεύς Α΄ ήταν στην Κρήτη για να υποστηρίξει τους Γόρτυνους που βρίσκονταν σε πόλεμο με την Κνωσό.[58][59][60] Η Σπάρτη δέχτηκε απροσδόκητα βοήθεια από τη Μεσσήνη, παρά το γεγονός ότι οι κάτοικοι ήταν Είλωτες μέχρι την Μάχη των Λεύκτρων οι σχέσεις τους είχαν βελτιωθεί θεαματικά από τον 3ο αιώνα π.Χ.[61][62] Τη μεγαλύτερη βοήθεια την έστειλε ο ίδιος ο Αντίγονος Γονατάς που φοβήθηκε ότι αν ο Πύρρος κατακτήσει την Πελοπόννησο θα τον ανατρέψει από τον θρόνο της Μακεδονίας, ένα σώμα μισθοφόρων με αρχηγό τον Αμεινία της Φώκαιας. Ο Πύρρος έλυσε τότε την πολιορκία της Σπάρτης.[63] Κατόπιν λεηλάτησε τη Λακωνία και μετέβη στο Άργος για να υποστηρίξει τους οπαδούς του.[64] Οι Κρήτες μισθοφόροι που είχε στον στρατό του ο Αρεύς έστησαν πολλές παγίδες στον στρατό του Πύρρου, σε μια από αυτές θανατώθηκε ο ίδιος ο γιος του Πύρρου Πτολεμαίος Α΄ της Ηπείρου.[65] Το τελικό χτύπημα δόθηκε στον Πύρρο με τη δολοφονία του στο Άργος ενώ βρισκόταν σε συγκρούσεις με τους οπαδούς του Αντίγονου Γονατά και του Άρεως. Ο Κλεώνυμος πήγε εξορία στη Συρία μετά τον θάνατο του Πύρρου παρά το γεγονός ότι είχε κατακτήσει την πόλη Ζάραξ στη νοτιοανατολική Πελοπόννησο.[66]

Χρεμωνίδειος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οβολός του Αρεύς Α΄ με παράσταση του Ηρακλή

Η μεγάλη νίκη απέναντι στον Πύρρο ανέβασε σημαντικά το γόητρο του Αρεύς Α΄ στη Σπάρτη, έγινε ο αρχηγός της νέας μεγάλης συμμαχίας απέναντι στους Μακεδόνες.[67][68] Η Αθήνα και η Σπάρτη συμμάχησαν μεταξύ τους, στο πλευρό τους ήταν και ο Αιγύπτιος βασιλιάς Πτολεμαίος Β΄ Φιλάδελφος, εχθρός του Αντίγονου Γονατά που ήθελε να αποκτήσει εδάφη στην ηπειρωτική Ελλάδα.[69][70][71][72] Ο Αθηναίος αρχηγός της συμμαχίας ήταν ο ναύαρχος Χρεμωνίδης που έκανε σύγκριση με την περασμένη συμμαχία που είχαν συνάψει οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες εναντίον του βασιλιά των Περσών Ξέρξη Α΄ (480 π.Χ.).[73] Η Σπάρτη μπόρεσε να βρει από τις συμμάχους της και άλλες πόλεις για να ενωθούν στη συμμαχία της με την Αθήνα.[74] Η Αχαΐα, η Ηλεία και πέντε Αρκαδικές πόλεις (Τεγέα, Μαντίνεια Αρκαδίας, Ορχομενός Αρκαδίας, Φιγαλεία, and Καφυά) μπήκαν στη συμμαχία. Η Αρχαία Κόρινθος, το Άργος και η Μεγαλόπολη συμμάχησαν με τους Μακεδόνες ενώ η Μεσσηνία παρέμεινε ουδέτερη.[75] Πολλοί συγγραφείς συγκρίνουν τη συμμαχία αυτή με την παλαιότερη Σπαρτιατική Συμμαχία αν και από το 338 π.Χ. η Σπάρτη σταμάτησε να είναι ηγέτιδα των κρατών της νότιας Ελλάδας.[76] Η συμμαχία του Άρεως φαίνεται όμοια με αυτή που είχε συνάψει ο Άγις Γ΄ στη Μάχη της Μεγαλόπολης (331 π.Χ.) κάτι που δείχνει το όνομα της Σπάρτης εξακολουθούσε να έχει αξία στην Πελοπόννησο.[77][78] Ο Αρεύς Α΄ συγκέντρωσε επίσης πολλούς συμμάχους από την Κρήτη που τον υποστήριζε με τις πόλεις Πολυρρήνια, Φαλάσαρνα, Γόρτυνα, Ιτάνο, Ολούς, Άπτερα, Ρίθυμνα, και Λύττος Ηρακλείου, αργότερα ενώθηκε και η Κνωσός.[79][80][81][82] Ο Πτολεμαίος Β΄ έφερε τον τεράστιο στόλο του με αρχηγό τον Πάτροκλο, ο Αρεύς μπορούσε να βρει αμέτρητους ναυτικούς από τους Κρητικούς του συμμάχους, άνοιξε το μεγάλο ναυτικό εμπόριο στο Ακρωτήριο Ταίναρο που βρισκόταν στο νοτιότερο άκρο της Πελοποννήσου.[83]

Ο Χρεμωνίδειος πόλεμος ξεκίνησε (267 π.Χ. - 266 π.Χ.) αλλά η εξέλιξη του είναι ασαφής αφού εκτός από τον Ιουστίνο και τον Παυσανία κανένας άλλος συγγραφέας δεν δίνει πληροφορίες.[84][85] Οι αντίπαλοι των Μακεδόνων παρά το γεγονός ότι ήταν υπεράριθμοι δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους σε αντίθεση με τους συμπαγείς οπαδούς του Αντίγονου.[86] Ο Αντίγονος Γονατάς κατείχε επίσης τον Πειραιά κάτι που έφερε τον αποκλεισμό της Αθήνας.[87][88][89][90] Ο Αρεύς Α΄ πέρασε την πρώτη χρονιά του πολέμου τον Ισθμό αλλά δεν μπόρεσε να συναντηθεί με τις δυνάμεις του Πάτροκλου που είχε στείλει ο Πτολεμαίος Β΄ επειδή ο Αντίγονος Γονατάς είχε οικοδομήσει στην Αττική τείχος.[91][92][93] Αποφάσισε να επιστρέψει στη Σπάρτη όταν οι προμήθειες του είχαν τελειώσει, ο Γονατάς ωστόσο είχε αποκλείσει τον Ισθμό και τον εμπόδισε δύο φορές.[94][95] Ακολούθησε μάχη κοντά στον Ισθμό στον οποίο έπεσε ο βασιλιάς Αρεύς Α΄ με τους περισσότερους στρατιώτες του (265 π.Χ.).[96] Ο Αντίγονος Γονατάς δεν είχε καταφέρει να συγκεντρώσει τον στρατό του την προηγούμενη χρονιά επειδή ήταν απασχολημένος με την εξέγερση των Γαλατών στα Μέγαρα.[97][98] Η Αθήνα ωστόσο άντεξε την πολιορκία και παραδόθηκε αργότερα στους Μακεδόνες (262 π.Χ.). Τον Αρεύς Α΄ διαδέχθηκε ο γιος του Ακρότατος ο Λακεδαιμόνιος που έπεσε σε μάχη στη Μεγαλόπολη (262 π.Χ.).

Ελληνιστής βασιλεύς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θέατρο της Αρχαίας Σπάρτης που οικοδόμησε ο Αρεύς Α΄

Ενώ η Σπαρτιάτικη βασιλεία θεωρείτο αναχρονιστική στην Κλασική Ελλάδα στους Ελληνιστικούς χρόνους προσαρμόστηκε με το σύστημα διακυβέρνησης των υπόλοιπων κρατών.[99] Ο Αρεύς Α΄ προσπάθησε να τους μιμηθεί στη διακυβέρνηση αγνοώντας τους καθιερωμένους νόμους που είχε θεσπίσει ο Λυκούργος.[100] H Αρχαία Σπάρτη ήταν δυαρχία, την κυβερνούσαν δύο βασιλείς με ίση εξουσία, ο Αρεύς Α΄ υποβάθμισε σημαντικά τη δεύτερη δυναστεία των Ευρυπωντιδών παρουσιάζοντας τον εαυτό του σαν μοναδικό βασιλιά.[101] Δεν είναι γνωστό τίποτα για τον συμβασιλέα του Αρχίδαμο Δ΄ μετά την ήττα του από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, ο γιος του Ευδαμίδας Β΄ ήταν ένας από τους πιο σκοτεινούς αρχαίους Σπαρτιάτες βασιλείς.[102] Οι Ευρυπωντίδες απουσίαζαν την εποχή που ο Πύρρος ο Μέγας επιτέθηκε στη Σπάρτη, την υπεράσπιση ανέλαβε ο γιος του Αρεύς Ακρότατος.[103] Ακολούθησε η συμμαχία των Σπαρτιατών με τους Αθηναίους στον Χρεμωνίδειο πόλεμο, το όνομα του Αρεύς καταγράφεται πέντε φορές του συμβασιλέως του καμία, αυτό υποδηλώνει ότι οι Αθηναίοι θεωρούσαν τον Αρεύς σαν μοναδικό βασιλιά.[104][105][106] Η μεγαλύτερη καινοτομία που εισήγαγε ο Αρεύς Α΄ στην εποχή του ήταν η κοπή των νομισμάτων, τα είχε απαγορεύσει ο Λυκούργος επειδή θεωρούσε το χρήμα σαν όργανο διαφθοράς.[107] Τα πρώτα νομίσματα του Αρεύς ήταν Τετράδραχμα σύμφωνα με τα Αθηναϊκά πρότυπα με τον νεαρό Ηρακλή ή τον Ζευς να κάθεται στον θρόνο, την ίδια τακτική ακολούθησαν και οι διάδοχοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου στις αυτοκρατορίες τους.[108] Η επιγραφή "Βασιλεύς Αρεύς" χωρίς να εμφανίζεται το όνομα του άλλου βασιλιά έχει εκπληκτική ομοιότητα με τα νομίσματα των Διαδόχων.[109] Υπάρχουν διαφωνίες για τον χρόνο που κόπηκαν τα πρώτα νομίσματα, πιθανότατα όταν ξεκίνησε ο Χρεμωνίδειος Πόλεμος από ανάγκη να πληρώσει τους μισθοφόρους του.[110] Τα νομίσματα αυτά κόπηκαν μακριά από τη Σπάρτη, πιθανότατα κοντά στην Κόρινθο.[111][112] Ο Αρεύς Α΄ έκοψε και μια δεύτερη σειρά νομισμάτων μικρότερου μεγέθους για εσωτερική χρήση στη Σπάρτη, είχαν την κεφαλή και τα σύμβολα του Ηρακλή.[113] Μετά την εξάλειψη της δυναστείας των Αργειαδών της Μακεδονίας (309 π.Χ.) οι Σπαρτιάτες βασιλείς ήταν οι μοναδικοί απόγονοι του Ηρακλή στον Ελληνικό χώρο κάτι που τους έδωσε μεγάλο κύρος.[114]

Αντιγράφοντας τους Πτολεμαίους και τους Σελευκίδες ο Αρεύς ήταν ο πρώτος βασιλιάς της Αρχαίας Σπάρτης που έγινε προστάτης των γραμμάτων και των τεχνών. Ο Σπαρτιάτης κωμικός ηθοποιός Νίκων ταξίδευσε στους Δελφούς και κέρδισε βραβείο στο φεστιβάλ Σωτηρία κάτι αδιανόητο για τους Σπαρτιάτες στην Κλασική αρχαιότητα.[115] Ο συγγραφέας Πολ Κάρτλεντζ αναφέρει ότι το πρώτο θέατρο στη Σπάρτη το οικοδόμησε ο ίδιος.[116] Ο γλύπτης Ευτυχίδης ο Σικυώνιος κλήθηκε στη Σπάρτη για να δημιουργήσει μία αναπαράσταση του ποταμού Ευρώτα, έγινε τόσο διάσημη που τη θαύμαζε αργότερα ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, αντίγραφα της έφτασαν μέχρι τη Σαλαμίνα της Κύπρου.[117][118] Ο Ευτυχίδης έκανε επίσης ένα άγαλμα που παριστάνει τον Ηρακλή κυλιόμενο με τη λαβή του σπαθιού του, τη σκηνή αυτή χρησιμοποίησε αργότερα στα νομίσματα του ο Νάβις.[119] Με τον Αρεύς Α΄ τα Συσσίτια έγιναν πολυτελή σε μεγαλοπρεπές τελετές.[120] Τα περίφημα Ψηφιδωτά που βρέθηκαν στη Σπάρτη χρονολογούνται στη βασιλεία του.[121] Ένα άλλο χαρακτηριστικό του Αρεύς Α΄ ήταν η ιδέα να δημιουργήσει παντού έναν μεγάλο αριθμό δικών του αναπαραστάσεων σε νομίσματα ή αγάλματα, ο προκάτοχος του πριν από έναν αιώνα Αγησίλαος Β΄ της Σπάρτης είχε απαγορεύσει οποιαδήποτε αναπαράσταση του.[122] Ο Παυσανίας περιγράφει τρία αγάλματα του Αρεύς Α΄ στην Ολυμπία, το πρώτο αφιερώθηκε από τον σύμμαχο του Πτολεμαίο Β΄ και το τοποθέτησε δίπλα σε αυτό του πατέρα του Πτολεμαίου Α΄, το δεύτερο ήταν τυπικό μνημείο της εποχής και το τρίτο αφιέρωσε η σύμμαχος της Σπάρτης Ήλιδα.[123] Πολλές άλλες Ελληνικές πόλεις, σύμμαχοι του Αρεύς Α΄ έκαναν ανδριάντες του, δύο από αυτούς βρέθηκαν στον Αρκαδικό Ορχομενό και την Πολυρρήνια στην Κρήτη.[124] Ο στόχος του Αρεύς Α΄ ήταν να μετασχηματίσει το βασίλειο της Σπάρτης σύμφωνα με τα υπόλοιπα πανίσχυρα Ελληνιστικά βασίλεια της εποχής.[125] Η πολιτική του θεωρείται εξαιρετικά ριψοκίνδυνη, ανέτρεπε καθιερωμένες αξίες που είχε η Σπάρτη για αιώνες και την ισορροπία στην κοινωνία της. Οι Έφοροι και η Γερουσία θα έχουν εξαιρετικά λιγότερες εξουσίες όταν γίνουν βασιλείς ο Κλεομένης Γ΄ της Σπάρτης και ο Νάβις.[126]

Αρεύς Α΄ και Εβραίοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αρεύς Α΄ κάνει μια θεαματική εμφάνιση στην αρχαία Εβραϊκή λογοτεχνία. Το βιβλίο Α΄ Μακκαβαίων προτείνει τρεις επιστολές του Αρεύς Α΄ που δέχτηκαν τρεις μεγάλοι ιερείς των Ιουδαίων, την πρώτη ο Υψηλός ιερέας Ονίας Α΄, τη δεύτερη ο Υψηλός ιερέας Ιωνάθαν Απφούς (144 π.Χ.) και την τρίτη ο διάδοχος του Σίμων ο Θασσί (142 π.Χ.).[127] Ο Εβραίος ιστορικός του 1ου αιώνα π.Χ. Ιώσηπος Φλάβιος αναφέρει αναλυτικά τις επιστολές αυτές που καθιέρωσαν μια ισχυρή φιλιά ανάμεσα στους Ιουδαίους και τους Σπαρτιάτες. Όλες οι πηγές περιγράφουν αναλυτικά τη φιλία ανάμεσα στον Αρεύς Α΄ και τους Ιουδαίους, τους ονόμαζε "αδελφό λαό" και διεκδικούσε την κοινή καταγωγή τους από τον Αβραάμ. Η σύνδεση ενός Ελληνιστικού κράτους με έναν λαό που ήταν εκείνη την εποχή υποταγμένος στους συμμάχους του Πτολεμαίους της Αιγύπτου χρίζει έντονη προσοχή από τους σύγχρονους ιστορικούς. Ο ιστορικός Μίχαελ Γκίνσμπεργκ σημειώνει (1934) "είναι πολύ δύσκολο θέμα και απαιτεί υπερβολική εργασία για να βγάλουμε συμπεράσματα".[128] Οι περισσότεροι συγγραφείς θεωρούν αυθεντικές αυτές τις επιστολές που τροποποιήθηκαν λίγο από το Α΄ Μακκαβαίων και τον Ιώσηπο, άλλοι λιγότεροι τις θεωρούν πλαστές.[129]

Οι συγγραφείς που ισχυρίζονται ότι είναι πραγματικές οι επιστολές λένε ότι αν ήταν ψεύτικες θα χρησιμοποιούσαν έναν ισχυρότερο Σπαρτιάτη βασιλιά της εποχής όπως ήταν ο Άγις Γ΄ και ο Κλεομένης Γ΄. Στις επιστολές δεν αναφέρονται καθόλου τα ονόματα των Εφόρων, είναι γεγονός ότι ο Αρεύς Α΄ σαν απολυταρχικός βασιλιάς τους είχε περιορίσει σημαντικά.[130] Οι αυθεντικές επιστολές ήταν γραμμένες στην Αραμαϊκή γλώσσα και δείχνουν ότι ο Σπαρτιάτης βασιλιάς γνώριζε άριστα τα Ιουδαϊκά έθιμα. Ο Έλληνας συγγραφέας Εκαταίος ο Αβδηρίτης γράφει ότι οι Έλληνες μυθικοί ήρωες Κάδμος και Δαναός ήρθαν στην Ελλάδα την ίδια εποχή του έγινε η Έξοδος των Ισραηλιτών, ο Δαναός ήταν προπάτορας του Ηρακλή κάτι που εξηγεί την κοινή τους καταγωγή.[131] Η πιο κοινή εξήγηση είναι ότι ο Αρεύς Α΄ αναζητούσε τους μαχητικούς Ισραηλίτες μισθοφόρους για τον στρατό του, για αυτό προσπάθησε να τους καλοπιάσει με τις αναφορές του για κοινή καταγωγή.[132] Οι καλές σχέσεις είναι αποδεδειγμένες ιστορικά αφού όταν πήγε εξορία ο Ιάσων ο Αρχιερέας κατέφυγε στη Σπάρτη (168 π.Χ.).[133] Ο Έριχ Σ. Γκρούεν από την άλλη κάνει σκληρή κριτική στην αυθεντικότητα των επιστολών με τον ισχυρισμό ότι ο Αρεύς Α΄ δεν θα έστελνε σε καμιά περίπτωση επιστολές σε έναν λαό που ήταν υποτελής του συμμάχου του Πτολεμαίου Β΄. Θα μπορούσε να κατέχει όσους Ιουδαίους μισθοφόρους ήθελε χωρίς φαντασιώσεις για κοινή καταγωγή από τον Αβραάμ.[134] Ο Γκρούεν συνεχίζει ότι ο τρόπος της γλώσσας της επιστολής και η χρήση του πληθυντικού ήταν άγνωστη στην Ελληνική γλώσσα της εποχής.[135] Ο Γκρούεν καταλήγει ότι οι επιστολές ήταν εφεύρεση των Ιουδαίων που ήθελαν να τους προσαρμόσουν τα Ελληνικά βασίλεια στην κοινωνία τους και να ασπαστούν τα έθιμα τους, αυτό θα μπορούσε να γίνει εύκολα με ένα αφήγημα για την κοινή καταγωγή Σπαρτιατών και Ιουδαίων. Οι σχέσεις των Ελλήνων με τους Ιουδαίους παρέμειναν φιλικές όπως δείχνει το Βιβλίο Α΄ Μακκαβαίων που γράφτηκε τον 2ο αιώνα μ.Χ.[136]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Cartledge, Hellenistic and Roman Sparta, σσ. 24, 26
  2. Beloch, Grechische Geschichte, vol. 4, part 2, σσ. 157, 158
  3. McQueen, "The Eurypontid House", σ. 165
  4. Oliva, Sparta and her Social Problems, σσ. 205-206
  5. Cartledge, Hellenistic and Roman Sparta, σ. 221
  6. Pausanias, Laconia, iii. 6 § 2
  7. Plutarch, Pyrrhus, 26
  8. Cartledge, Hellenistic and Roman Sparta, σσ. 26, 27
  9. Françoise Ruzé & Jacqueline Christien, Sparte, σ. 326
  10. Marasco, Sparta, σσ. 31–38
  11. Cartledge, Hellenistic and Roman Sparta, σ. 27
  12. Pausanias, Laconia, iii. 6 § 2
  13. Marasco, Sparta, σ. 37
  14. McQueen, "The Eurypontid House", σ. 163
  15. Cartledge, Hellenistic and Roman Sparta, σ. 28
  16. Grainger, The League of the Aitolians, σ. 105
  17. Marasco, Sparta, σ. 71
  18. Rousset, Le territoire de Delphes, σσ. 216, 217
  19. Graninger, Cult and Koinon in Hellenistic Thessaly, σσ. 121–123
  20. Kralli, The Hellenistic Peloponnese, σσ. 116, 117
  21. Justin, 24. 1
  22. Kralli, The Hellenistic Peloponnese, p. 116, she summarises the historiography σ. 139
  23. Kralli, The Hellenistic Peloponnese, σ. 118
  24. Marasco, Sparta, σ. 66
  25. Ηabicht, Athens from Alexander to Antony, σσ. 130, 131
  26. Cartledge, Hellenistic and Roman Sparta, σ. 29
  27. Christien, "Areus et le concept de symmachie", σ. 167
  28. Kralli, The Hellenistic Peloponnese, σσ. 119, 120
  29. Grainger, The League of the Aitolians, σ. 96
  30. Cartledge, Hellenistic and Roman Sparta, σ. 29
  31. Kralli, The Hellenistic Peloponnese, σ. 118
  32. Rousset, Le territoire de Delphes, σσ. 170, 216, 217
  33. Anne Jacquemin, "Sparte et Delphes du IVe siècle av. J.-C. au IIe siècle av. J.-C., Un déclin inscrit dans l’ espace sacré", in Legras & Jacqueline Christien (ed.), Sparte hellénistique, σσ. 144, 145
  34. Kralli, The Hellenistic Peloponnese, σ. 120
  35. Marasco, Sparta, σ. 73
  36. Kralli, The Hellenistic Peloponnese, σ. 121
  37. Françoise Ruzé & Jacqueline Christien, Sparte, σ. 330
  38. Marasco, Sparta, σσ. 74, 75
  39. Marasco, Sparta, σσ. 75, 76, 78, 79, 84, 85
  40. Christien, "Areus et le concept de symmachie", σ. 169
  41. Marasco, Sparta, σ. 85
  42. Marasco, Sparta, σσ. 84, 89, 90
  43. Marasco, Sparta, σσ. 93, 94
  44. Marasco, Sparta, σσ. 95–97
  45. Marasco, Sparta, σσ. 97, 98
  46. Cartledge, Hellenistic and Roman Sparta, σσ. 29, 30
  47. Marasco, Sparta, σσ. 101, 102
  48. Cartledge, Hellenistic and Roman Sparta, σ. 29
  49. Marasco, Sparta, σσ. 100–104
  50. Marasco, Sparta, σ. 101
  51. Marasco, Sparta, σ. 104
  52. Marasco, Sparta, σσ. 103, 104
  53. Marasco, Sparta, σ. 104
  54. Cartledge, Hellenistic and Roman Sparta, σ. 30
  55. Marasco, Sparta, σ. 105
  56. Marasco, Sparta, σσ. 105, 106
  57. Kralli, The Hellenistic Peloponnese, σ. 123
  58. Marasco, Sparta, σ. 105
  59. Cartledge, Hellenistic and Roman Sparta, σ. 30
  60. Willetts, Aristocratic Society, σ. 235
  61. Marasco, Sparta, σσ. 117, 118
  62. Kralli, The Hellenistic Peloponnese, σσ. 124–126
  63. Marasco, Sparta, σσ. 111, 114
  64. Kralli, The Hellenistic Peloponnese, σσ. 123, 124
  65. Marasco, Sparta, σ. 113
  66. Marasco, Sparta, σσ. 112,114
  67. Marasco, Sparta, σ. 115
  68. Marasco, Sparta, σ. 142
  69. Marasco, Sparta, σ. 142
  70. Habicht, Athens from Alexander to Antony, σσ. 142, 143
  71. O’Neil, "A re-examination of the Chremonidean War", σ. 66
  72. Hauben, "Callicrates of Samos", σσ. 46, 47, 54
  73. O’Neil, "A re-examination of the Chremonidean War", σ. 66
  74. O’Neil, "A re-examination of the Chremonidean War", σ. 67
  75. Marasco, Sparta, σσ. 139, 140
  76. Nielsen, Inventory of Archaic and Classical Poleis, σ. 514
  77. Marasco, Sparta, σ. 141
  78. Kralli, The Hellenistic Peloponnese, σσ. 130, 131
  79. Van Effenterre, La Crète, σσ. 203, 204
  80. Willetts, Aristocratic society, σ. 236
  81. Marasco, Sparta, σ. 140
  82. Kralli, The Hellenistic Peloponnese, σσ. 130, 142
  83. Marasco, Sparta, σ. 141
  84. Marasco, Sparta, σ. 142
  85. O’Neil, "A re-examination of the Chremonidean War", σ. 65
  86. Marasco, Sparta, σ. 144
  87. Marasco, Sparta, σσ. 144, 145
  88. Habicht, Athens from Alexander to Antony, σσ. 144, 145
  89. O’Neil, "A re-examination of the Chremonidean War", σσ. 74–76
  90. Hauben, "Callicrates of Samos", σσ. 60, 61
  91. Marasco, Sparta, σ. 146
  92. Habicht, Athens from Alexander to Antony, σσ. 145, 146
  93. O’Neil, "A re-examination of the Chremonidean War", σσ. 78, 81
  94. Marasco, Sparta, σσ. 151, 152
  95. O’Neil, "A re-examination of the Chremonidean War", σσ. 81, 82
  96. Marasco, Sparta, σσ. 152, 153
  97. Marasco, Sparta, σ. 153
  98. O’Neil, "A re-examination of the Chremonidean War", σσ. 80–83
  99. Walthall, "Becoming Kings", σ. 131
  100. Jean‑Georges Texier, "192-182 avant J.‑C. : regards et réflexions sur dix ans d’ histoire spartiate", in Legras & Christien (eds.), Sparte héllenistique, σσ. 256, 257
  101. Walthall, "Becoming Kings", σ. 132
  102. McQueen, "The Eurypontid House", σσ. 167, 168
  103. McQueen, "The Eurypontid House", σ. 166
  104. McQueen, "The Eurypontid House", σσ. 166, 167
  105. Cartledge, Hellenistic and Roman Sparta, σσ. 32, 33
  106. Walthall, "Becoming Kings", σσ. 135, 136
  107. Christien, "Iron money in Sparta", σσ. 172, 173
  108. Palagia, "Art and Royalty in Sparta", σ. 206
  109. Walthall, "Becoming Kings", σ. 133
  110. Legras & Christien, Sparte héllenistique, σσ. 24, 25
  111. Walthall, "Becoming Kings", σ. 134
  112. Pagkalos, "Coinage of King Areus", σ. 151
  113. Hoover, Handbook of Greek Coinage, σ. 143
  114. Pagkalos, "Coinage of King Areus", σσ. 147, 148
  115. Ghiron-Bistagne, Recherches sur les acteurs, σ. 176
  116. Cartledge, Hellenistic and Roman Sparta, σσ. 33, 34
  117. Pliny, 34. 78
  118. Legras & Christien, Sparte héllenistique, σ. 181
  119. Legras & Christien, Sparte héllenistique, σ. 181
  120. Walthall, "Becoming Kings", σ. 131
  121. Legras & Christien, Sparte héllenistique, σσ. 182, 183
  122. Walthall, "Becoming Kings", σσ. 136, 137
  123. Walthall, "Becoming Kings", σσ. 137, 138
  124. Walthall, "Becoming Kings", σσ. 138, 139
  125. Walthall, "Becoming Kings", σ. 132
  126. Walthall, "Becoming Kings", σσ. 132, 133, 140
  127. Gruen, "The Purported Jewish-Spartan Affiliation", σσ. 255, 256
  128. Ginsburg, "Sparta and Judea", σ. 118
  129. Gruen, "The Purported Jewish-Spartan Affiliation", σ. 256
  130. Goldstein, I Maccabees, σ. 455
  131. Goldstein, I Maccabees, σσ. 457, 458
  132. Goldstein, I Maccabees, σσ. 456, 457
  133. Gruen, "The Purported Jewish-Spartan Affiliation", σ. 256
  134. Gruen, "The Purported Jewish-Spartan Affiliation", σ. 257
  135. Gruen, "Fact and Fiction", σ. 76
  136. Gruen, "The Purported Jewish-Spartan Affiliation", σσ. 260, 261, 264

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου τ. 3ος σ. 488
  • Diodorus Siculus, Bibliotheca Historica.
  • Justin, Historia Philippicae et Totius Mundi Origines et Terrae Situs.
  • Pausanias, Description of Greece.
  • Pliny the Elder, Historia Naturalis.
  • Plutarch, Moralia, Parallel Lives.
  • Karl Julius Beloch, Grechische Geschichte (2nd edition), Berlin and Leipzig, De Gruyter, 1927.
  • Paul Cartledge, Agesilaos and the Crisis of Sparta, Baltimore, Johns Hopkins University Press, 1987.
  • —— & Antony Spawforth, Hellenistic and Roman Sparta, A tale of two cities, London and New York, Routledge, 2002 (originally published in 1989).
  • Jacqueline Christien, "Iron money in Sparta: myth and history", in Anton Powell and Stephen Hodkinson (editors), Sparta: beyond the mirage, The Classical Press of Wales, Swansea, 2002.
  • ——, "Areus et le concept de symmachie au IIIe siècle. Les réalités hellénistiques", Dialogues d'histoire ancienne, 2016/Supplement 16.
  • Paulette Ghiron-Bistagne, Recherches sur les acteurs dans la Grèce antique, Paris, les Belles Lettres, 1976.
  • Michael S. Ginsburg, "Sparta and Judaea", Classical Philology, Vol. 29, No. 2 (Apr., 1934).
  • John D. Grainger, The League of the Aitolians, Leiden, Brill, 1999.
  • Denver Graninger, Cult and Koinon in Hellenistic Thessaly, Leiden, Brill, 2011.
  • Christian Habicht, Athens from Alexander to Antony, Harvard University Press, 1997.
  • Jonathan A. Goldstein, The Anchor Bible, I Maccabees, A New Translation, with Introduction and Commentary, New York, 1976.
  • Erich S. Gruen, "The Purported Jewish-Spartan Affiliation", in Robert W. Wallace & Edward M. Harris (editors), Transitions to Empire, Essays in Greco-Roman History, 360–146 B.C., in Honor of E. Badian, University of Oklahoma Press, 1996.
  • ——, "Fact and Fiction: Jewish Legends in a Hellenistic Context", in Paul Cartledge, Peter Garnsey, Erich Gruen (editors), Hellenistic Constructs, Essays in Culture, History, and Historiography, Berkeley, University of California press, 1997.
  • Hans Hauben, "Callicrates of Samos and Patroclus of Macedon, champions of Ptolemaic thalassocracy", in Kostas Buraselis, Mary Stefanou, Dorothy J. Thompson (editors), The Ptolemies, the sea and the Nile: studies in waterborne power, Cambridge University Press, 2013.
  • Oliver D. Hoover, Handbook of Coins of the Peloponnesos: Achaia, Phleiasia, Sikyonia, Elis, Triphylia, Messenia, Lakonia, Argolis, and Arkadia, Sixth to First Centuries BC [The Handbook of *Greek Coinage Series, Volume 5], Lancaster/London, Classical Numismatic Group, 2011.
  • Ioanna Kralli, The Hellenistic Peloponnese: Interstate Relations, A Narrative and Analytic History, from the Fourth Century to 146 BC, Swansea, The Classical Press of Wales, 2017.
  • Bernard Legras & Jacqueline Christien, Dialogues d'histoire ancienne Supplément N° 11, Sparte hellénistique, IVe-IIIe siècles avant notre ère, Presses universitaires de Franche-Comté, 2014.
  • E. I. McQueen, "The Eurypontid House in Hellenistic Sparta", Historia: Zeitschrift für Alte Geschichte, Bd. 39, H. 2 (1990), pp. 163–181.
  • Gabriele Marasco, Sparta agli inizi dell'età ellenistica, il regno di Areo I (309/8-265/4 a.C.), Firenze, 1980.
  • Pavel Oliva, Sparta and her Social Problems, Amsterdam, Hakkert, 1972 [translated from the Czechoslovak by Iris Urwin-Lewitova; originally published as Sparta ajeji socialni prolemy, 1971].
  • James L. O’Neil, "A re-examination of the Chremonidean War", in Paul McKechnie & Philippe Guillaume (editors), Ptolemy II Philadelphus and his World, Leiden/Boston, Brill, 2008.
  • Manolis E. Pagkalos, "The coinage of King Areus revisited: use of the past in Spartan coins", Graeco-Latina Brunensia 20, 2015, 2.
  • Olga Palagia, "Art and Royalty in Sparta of the 3rd Century B.C.", Hesperia: The Journal of the American School of Classical Studies at Athens, Vol. 75, No. 2 (Apr. - Jun., 2006).
  • Denis Rousset, Le territoire de Delphes et la terre d'Apollon, Athens, Ecole française d'Athènes, 2002.
  • Françoise Ruzé & Jacqueline Christien, Sparte, Histoire, mythe, géographie, Malakoff, Armand Colin, 2017.
  • Henri Van Effenterre, La Crète et le monde grec de Platon à Polybe, Paris, 1948.
  • D. Alexander Walthall, "Becoming Kings: Spartan Basileia in the Hellenistic Period", in Nino Luraghi (editor), The Splendors and Miseries of Ruling Alone, Encounters with Monarchy from Archaic Greece to the Hellenistic Mediterranean, Franz Steiner Verlag, Stuttgart 2013.
  • R. F. Willetts, Aristocratic society in Ancient Crete, London, Routledge and Kegan Paul, 1955.