Αλάριχος Α΄

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αλάριχος Α'
02-ALARICO.JPG
Γέννηση
Δακία
Θάνατος
Κοζέντσα
Υπηκοότητα Βησιγότθοι
Ιδιότητα μονάρχης
Τέκνα Θεοδώριχος Α΄ και Πέλαγι
Γονείς Αθανάριχος
Αξίωμα Στρατηγός (Magister militum)
Commons page Πολυμέσα
Ο Αλάριχος στην Αθήνα σε έργο του Ludwig Thiersch, 1894

Ο Αλάριχος Α΄, επίσης γνωστός και ως Αλάριχος ο Μέγας (γερμανικά: Alarik, λατινικά: Alaricus, περ. 370-410), υπήρξε αρχηγός των Βησιγότθων (395-410). Ενώ αρχικά είχε σκοπό να εγκαταστήσει τον λαό του στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τελικά κατέλαβε και λεηλάτησε την ίδια τη Ρώμη, σηματοδοτώντας την αρχή της πτώσης του δυτικού ρωμαϊκού κράτους.

Βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αλάριχος γεννήθηκε το 370 και ανήκε σε οικογένεια ευγενών της φυλής των Βάλτων.

Στρατηγός του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την καταστροφική για τους Ρωμαίους ήττα από τους Βησιγότθους και τους συμμάχους τους στη μάχη της Αδριανούπολης (378), η αυτοκρατορία απέτυχε στο να εκδιώξει τους Βησιγότθους από τα εδάφη της. Έτσι ήλθε σε συμφωνία μαζί τους, δίνοντάς τους γη στα εδάφη της, καθιστώντας τους φοιδεράτους, δηλαδή ελεύθερους να ζουν με τους δικούς τους νόμους, παρέχοντας όμως στρατό στην αυτοκρατορία, υπό τους δικούς τους αρχηγούς.

Ο Αλάριχος αρχικά υπηρετούσε υπό τις διαταγές διαφόρων Ρωμαίων στρατηγών. Ήταν Χριστιανός και ανήκε στην αίρεση του Αρείου[1]. To 395 ανέλαβε ηγέτης των Βησιγότθων οι οποίοι ήταν δυσαρεστημενοι από την κατάσταση, ιδιαίτερα μετά τις μεγάλες απώλειες που είχαν στον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ Θεοδοσίου και Ευγενίου.

Επιδρομές στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έτσι ο Αλάριχος ξεκίνησε σειρά λεηλασιών κατά της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Βαλκανική χερσόνησο, φτάνοντας νότια ως και την Πελοπόννησο.

Στην αρχή βάδισε προς την Κωνσταντινούπολη, αλλά, ευρισκόμενος σε αδυναμία να προβεί σε πολιορκία, ανασχεδίασε τα βήματά του προς τα δυτικά και, στη συνέχεια, βάδισε νότια μέσω της Θεσσαλίας και του αφύλακτου περάσματος των Θερμοπυλών στην Ελλάδα. Οι στρατοί της ανατολικής αυτοκρατορίας ασχολούνταν με επιδρομές των Ούννων στη Μικρά Ασία και τη Συρία. Από την άλλη, ο Ρουφίνος προσπάθησε να διαπραγματευτεί προσωπικά με τον Αλάριχο. Αυτό ήγειρε υποψίες στην Κωνσταντινούπολη ότι ο Ρουφίνος βρισκόταν σε συνεννόηση με τους Γότθους. Τότε ο ισχυρός άνδρας του δυτικού ρωμαϊκού κράτους, Στιλίχων, βάδισε ανατολικά εναντίον του Αλάριχου. Σύμφωνα με τον Κλαυδιανό, ο Στιλίχων ήταν σε θέση να καταστρέψει τους Γότθους, όταν διατάχτηκε από τον Αρκάδιο να φύγει από το Ιλλυρικό. Αμέσως μετά, ο Ρουφίνος κατακρεουργήθηκε από δικούς του στρατιώτες και η πραγματική εξουσία στην Κωνσταντινούπολη πλέον πέρασε στον ευνούχο Ευτρόπιο. Ο θάνατος του Ρουφίνου και η αναχώρηση του Στιλίχωνος έδωσε απόλυτη ελευθερία στις κινήσεις για τον Αλάριχο· λεηλάτησε την Αττική αλλά απέφυγε την Αθήνα, η οποία συνθηκολόγησε αμέσως με τον επιδρομέα. Το 396, εξάλειψε τα τελευταία απομεινάρια των Μυστηρίων στην Ελευσίνα, θέτοντας τέλος στην παράδοση των απόκρυφων θρησκευτικών τελετών[εκκρεμεί παραπομπή]. Στη συνέχεια εισέβαλε στην Πελοπόννησο και κατέλαβε τις πιο διάσημες πόλεις -Κόρινθο, Άργος, και Σπάρτη- πουλώντας πολλούς από τους κατοίκους τους ως δούλους. Εδώ, όμως, η νικηφόρα καριέρα του υπέστη σοβαρό πλήγμα. Το 397 ο Στιλίχων διέσχισε τη θάλασσα προς την Ελλάδα και πέτυχε την παγίδευση των Γότθων στα βουνά της Φολόης, στα σύνορα της Ηλείας και Αρκαδίας. Από εκεί ο Αλάριχος δραπέτευσε με δυσκολία, και όχι χωρίς κάποια υποψία για ανοχή από τον Στιλίχωνα. Ο Αλάριχος στη συνέχεια διέσχισε τον Ισθμό της Κορίνθου και βάδισε βόρεια μέχρι την Ήπειρο λεηλατώντας. Οι επιδρομές του συνεχίστηκαν μέχρι που η ανατολική αυτοκρατορία τον διόρισε αρχιστράτηγο (magister per militum) του Ιλλυρικού, δίνοντάς του τη ρωμαϊκή διοίκηση που είχε επιθυμήσει, καθώς και την εξουσία για να ανεφοδιάσει τους άντρες του από τα αυτοκρατορικά οπλοστάσια.

Επίθεση στην Ιταλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Γότθοι τον ανακήρυξαν βασιλιά το έτος 400[εκκρεμεί παραπομπή]. Το 401 εισέβαλε στην Ιταλία, τη λεηλάτησε αλλά τελικά νικήθηκε και απωθήθηκε από τον Στιλίχωνα. Τότε άρχισε διαπραγματεύσεις με τον Στιλίχωνα προκειμένου να του παρέχει στρατιωτικές υπηρεσίες για λογαριασμό της Ρώμης.

Πρώτη πολιορκία της Ρώμης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όμως το 408 ο Στιλίχων δολοφονήθηκε με εντολή του Ονωρίου και οι μεταξύ τους συζητήσεις διακόπηκαν. Τότε βρήκε την ευκαιρία ο Αλάριχος να επιτεθεί στην ιταλική χερσόνησο και αφού προσπέρασε τη Ραβέννα όπου είχε καταφύγει ο Ονώριος, έφτασε τον Δεκέμβριο στη Ρώμη.[2] Αρχικά εγκατέστησε στρατόπεδα σε κάθε μια από τις δώδεκα πύλες της πόλεως και ήλεγχε τους δρόμους και τον Τίβερη. Πρεσβεία που οργανώθηκε και στάλθηκε από τη Σύγκλητο για να συζητήσει με τον Αλάριχο, διαπίστωσε πόσο ανυποχώρητος ήταν στα αιτήματά του: όλο το χρυσάφι και όλα τα πολύτιμα μέταλλα που βρίσκονταν στην πόλη και την απελευθέρωση όλων των βάρβαρων δούλων. Στις συζητήσεις που επαναλήφθησαν, μετριάστηκαν τα αιτήματά του: 5.000 λίβρες χρυσάφι, 30.000 ασήμι, 3.000 πιπέρι (χρήσιμο για τη συντήρηση των φαγητών), 3.000 κομμάτια πορφύρα και 4.000 μεταξωτές ενδυμασίες. Τα αιτήματα έγιναν αποδεκτά και λύθηκε η πολιορκία.

Δεύτερη πολιορκία της Ρώμης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την ίδια στιγμή ο στρατός του Αλάριχου ενισχύθηκε από τον γαμπρό του Αλάριχου, Αταούλφο[εκκρεμεί παραπομπή]. Ο Αλάριχος ζήτησε νέα ανταλλάγματα προκειμένου να μην επιτεθεί στην Ιταλία. Αντιπροσωπεία της Συγκλήτου έφτασε στη Ραβέννα όπου συζήτησε με τον Ονώριο τα αιτήματα του Αλάριχου: να γίνει αρχηγός του αυτοκρατορικού στρατού με αμοιβή, ετήσιο χρηματικό δώρο και τρόφιμα στους ανθρώπους του, οι οποίοι θα εγκαθίστατο στα εδάφη του Νωρικού και της Δαλματίας, κι όλα αυτά με αντάλλαγμα να παρέχει στρατιωτικές υπηρεσίες στη Ρώμη.[3] Ο Ονώριος, ασφαλής πίσω από τους βάλτους που περιέβαλλαν τη Ραβέννα, απέρριψε τις προτάσεις αυτές και ο Αλάριχος ξαναπολιόρκησε τη Ρώμη. Τότε, με τη σύμφωνη γνώμη της Συγκλήτου, εγκατέστησε ως ανδρείκελλο αυτοκράτορα τον ελληνικής καταγωγής Πρίσκο Άτταλο, το 409.

Τρίτη πολιορκία της Ρώμης - κατάληψη και λεηλασία της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς ο Άτταλος δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του Αλαρίχου, ο τελευταίος τον απομάκρυνε και επανέλαβε τις συνομιλίες με τον Ονώριο. Η αφορμή για την επίθεση δεν άργησε να έλθει: καθώς οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί του ήταν δυσαρεστημένοι από τη μακρόχρονη αναμονή, η ξαφνική επίθεση από αυτοκρατορικό στρατιωτικό απόσπασμα υπό την ηγεσία του Γότθου Σάρου, προσωπικού εχθρού του Αλαρίχου, κατά μιας γοτθικής φάλαγγας και ο σφαγιασμός της ξεχείλισε το ποτήρι: Ο Αλάριχος επιτέθηκε στη Ρώμη, αποφασισμένος να την καταλάβει. Η άμυνά της ήταν πολύ σύντομη και στις 24 Αυγούστου του 410 οι Γότθοι του Αλάριχου εισέβαλαν στη Ρώμη. Οι αρχαίες πηγές συμφωνούν ότι, παρά τη μεγάλη λεηλασία, δεν συνέβησαν πολύ μεγάλες καταστροφές στην πόλη. Πολύ λίγα κτίρια φαίνεται να κάηκαν και οι κάτοικοί της δεν υπέφεραν τα δεινά που γενικά υπέφεραν οι πληθυσμοί των πόλεων που καταλαμβάνονταν μετά από πολιορκία.

Το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από τρεις μέρες λεηλασιών έφυγε για την Καλαβρία και σχεδίαζε να περάσει στη Σικελία και στη Λιβύη, σιτοβολώνα της Ιταλίας. Τελικά πέθανε μετά από υψηλό πυρετό.[4]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Mino Milani (1971), σελ.94
  2. Mino Milani (1971), σελ.95
  3. Mino Milani (1971), σελ.96-98
  4. Mino Milani (1971), σελ.99


Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ανώνυμου, «Αλάριχος Α΄ », Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τομ.1, Εκδοτική Αθηνών, (1987), σελ.121-122
  • Mino Milani, «Αλάριχος. Ο βάρβαρος που κατέκτησε τη Ρώμη.», Ιστορία Εικονογραφημένη,τχ.71 (Μάιος 1971), σελ.92-99

Επιπλέον Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σοφία Πατούρα, «Οι περιπλανήσεις του Αλάριχου στη Βαλκανική (395-401) και η απαρχή του ανταγωνισµού Ανατολής ∆ύσης», Σύμμεικτα, τομ.13 (1999), σελ.23-47


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Alaric I της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).