Ευρώτας ποταμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ευρώτας
Eyrwtas.PNG
Eurotas river map.jpg
Ο ποταμός Ευρώτας στον χάρτη
Πηγές Μαντίνεια Αρκαδίας
Εκβολές Λακωνικός κόλπος
Θέση Ελλάδα
Μήκος 82 χλμ
Υψόμετρο Πηγών 430 μ.
Υψόμετρο Εκβολών 0 μ.
Commons page Πολυμέσα

Ο Ευρώτας είναι ποταμός της Πελοποννήσου. Πηγάζει από το αρκαδικό οροπέδιο, νότια της Μαντινείας. Μετά από μία διαδρομή 82 χλμ., στην κοιλάδα που ορίζουν ο Πάρνωνας και ο Ταΰγετος, κατά τη διάρκεια της οποίας δέχεται τα νερά από αρκετούς παραποτάμους, εκβάλλει στο μυχό του Λακωνικού Κόλπου, σχηματίζοντας δέλτα. Aπό τα νερά του υδρεύονται οικισμοί και αρδεύεται ένα μεγάλο μέρος της καλλιεργήσιμης έκτασης στη Λακωνία.

Αριθμητικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ευρώτας έχει μήκος που προσεγγίζει τα 82 χιλιόμετρα. Η επιφάνεια της λεκάνης απορροής του καλύπτει έκταση 1.605 χμ², το ύψος της μέσης ετήσιας βροχόπτωσης είναι 900 mm, ο μέσος ετήσιος όγκος υετού ανέρχεται σε 1.444x106 μ³, το δε μέσο συνολικό ετήσιο δυναμικό των υδάτων του ποταμού εκτιμάται σε 360x106 μ³[1].

Παραπόταμοι του Ευρώτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τις δύο οροσειρές που περιβάλλουν τον Ευρώτα κατεβαίνουν αρκετοί παραπόταμοι, άλλοτε ορμητικοί, σημαντικότεροι των οποίων είναι ο Γερακάρης και το Αρδελολάγκαδο (από τον Ταΰγετο) και ο Οινούς, το Μεγάλο Ρέμα και το Μαριόρεμα (από τον Πάρνωνα). Σπουδαιότερος είναι ο Οινούς ή Κελεφίνα[2], που πηγάζει από το χωριό Αράχοβα του Πάρνωνα. Οι εν λόγω παραπόταμοι μεταφέρουν μεγάλες ποσότητες ιλύος και πέτρες με συνέπεια ο Ευρώτας να χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα προσχωματικός. Οι δε εκβολές του επεικτείνονται συνέχεια προς τη θάλασσα με συνέπεια να διαφοροποιείται κατ' έτος η γραμμή του αιγιαλού και το πλάτος της παραλίας στον μυχό του Λακωνικού Κόλπου.

Οικοσύστημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις όχθες του, αλλά και σε νησίδες στην κοίτη του, φύονται πολλά υδρόβια φυτά και καλαμιές. Στα νερά του ζουν επίσης πολλά χέλια και στις όχθες του βατράχια και διάφορα είδη πουλιών. Με τα χρόνια έχει λιγότερο νερό, ενώ το καλοκαίρι η κοίτη του ξεραίνεται σε πολλά σημεία, αφήνοντας νερόλακκους κατά μήκος της κοίτης του, όπου συγκεντρώνεται πρασινάδα (που μοιάζει στην όψη με μούχλα) και επιζούν υδρόβια φυτά μέχρι το φθινόπωρο, οπότε και ανεβαίνει ξανά η στάθμη των νερών.

Στις εκβολές του σχηματίζει εκτεταμένο δέλτα, το οποίο είναι ένας από τους πιο σημαντικούς υγροβιότοπους της Πελοποννήσου και υπάγεται στο δίκτυο περιοχών Natura 2000. Κάποτε κάλυπτε σημαντική έκταση, τώρα όμως έχει αποξηραθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος του και καλλιεργείται εντατικά ή δέχεται οικιστική πίεση. Παρ' όλα αυτα, το δέλτα παραμένει σημαντικός τόπος για τα διαβατικά πουλιά και είναι η τρίτη πιο σημαντική περιοχή της Ελλάδας (μετά τη Ζάκυνθο και την Κρήτη) για την ωοτοκία της θαλασσοχελώνας (caretta caretta). Επίσης, αποτελεί καλό βιότοπο για τα υδρόβια φυτά και ζώα.

Τα στρέμματα που απομένουν είναι γεμάτα με: αμμοθίνες, αλμυρόβαλτους, εποχιακές και μόνιμες λιμνοθάλασσες, καλαμιώνες, τάφρους και θαμνώνες. Ξεχωρίζουν οι επιμέρους υγρότοποι του έλους Αστερίου και της λιμνοθάλασσας Βιβάρι.

Στις ακτές της θάλασσας υπάρχουν μεγάλα λιβάδια Ποσειδωνίας και στις εκβολές του ποταμού φυτρώνουν πολλά κοινά φυτά, όπως διάφορα είδη του γένους potamogeton. Στα ανοιχτά, εμφανίζονται συχνά πρασινοχελώνες (chelonia mydas), που δεν αναπαράγονται όμως σ' αυτή την περιοχή, αλλά στην ανατολική Μεσόγειο. Επίσης συναντώνται δελφίνια και φώκαινες (phocaena phocaena). Στις αμμοθίνες και τις παραλίες ανθίζουν ο κρίνος της θάλασσας, το eryngium maritimum, το medicago marina, το linum hellenicum, το οποίο δεν συναντάται πουθενά αλλού, κ.ά.

Στα ποτάμια είναι κοινές οι βαλτοχελώνες και οι ποταμοχελώνες, τα νερόφιδα και δύο ψαράκια του γλυκού νερού: το είδος leuciscus keadicus, που βρίσκεται μόνο σ' αυτή την περιοχή, και το είδος tropidophoxinellus spartiaticus, που είναι ενδημικό στα ποτάμια της Πελοποννήσου.

Την άνοιξη και το φθινόπωρο η περιοχή γίνεται καταφύγιο για χιλιάδες υδρόβια και παρυδάτια πουλιά, για να αναπαυτούν κατά τη διάρκεια του μεταναστευτικού τους ταξιδιού. Στον υγροβιότοπο έχουν καταγραφεί 210 είδη, που περιλαμβάνουν υδρόβια αλλά και αρπακτικά πουλιά. Η περιοχή, παρά την εκτεταμένη ανθρώπινη παρέμβαση, εξακολουθεί να έχει μεγάλη σπουδαιότητα και έχει χαρακτηριστεί ως "σημαντική για τα πουλιά περιοχή της Ελλάδας" από την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ευρώτας είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την ιστορία της αρχαίας Σπάρτης, η οποία και είχε χτιστεί σε ύψωμα κοντά στη δεξιά όχθη του. Τη δεκαετία του 1990 έγιναν έργα διάνοιξης της κοίτης του κοντά στις εκβολές του και οι όχθες του ενισχύθηκαν και ανυψώθηκαν. Κάποιες φορές, πάντως, έχει υπάρξει κίνδυνος υπερχείλισης του ποταμού τον χειμώνα. Το 1999 μεγάλες καλλιεργούμενες εκτάσεις της κοιλάδας του Ευρώτα πλημμύρισαν, όπως και αρκετά χωριά στην ίδια περιοχή.

Οικολογικά προβλήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα τελευταία χρόνια το ποτάμι έχει πληγεί από την ρίψη σκουπιδιών και μπάζων στις όχθες του, την υπερβόσκηση, τον υπερτροφισμό από τα υπολείμματα των λιπασμάτων και τέλος, την υπέρμετρη επέκταση καλλιεργούμενων εκτάσεων σε μερικά σημεία κατά μήκος της όχθης του.

Eκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης, από τα παρόχθια χωριά του Δήμου Ευρώτα, στην περιοχή της Σκάλας Λακωνίας κατήγγειλαν τον Ιανουάριο του 2011 με ψήφισμα οτι εκατοντάδες ψάρια που ασφυκτιούσαν στα μολυσμένα - από τα λύματα ελαιοτριβείων και άλλων ρυπογόνων μονάδων - νερά του ποταμού ξεβράζονταν νεκρά.[3]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ευρώτας, πληροφορίες στον ιστότοπο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
  2. Χαρακτηριστικό της Κελεφίνας είναι πως πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα ποτάμια στην Ελλάδα που έχει θηλυκό όνομα, με την Νέδα στα σύνορα Ηλείας και Μεσσηνίας, την Αραπίτσα στην Νάουσα και Έρκυνα στην Λειβαδιά να αποτελούν τα πιο γνωστά.
  3. «Νεκρά ψάρια ξεβράζει ο ποταμός Ευρώτας», άρθρο στον ιστότοπο της εφημερίδας «Η Καθημερινή», 21 Ιανουαρίου 2011.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συντεταγμένες: 36°48′15″N 22°41′45″E / 36.80417°N 22.69583°E / 36.80417; 22.69583