Ρωμαίος αυτοκράτορας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο Οκταβιανός Αύγουστος

Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας ήταν ο ηγεμόνας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά την αυτοκρατορική περίοδο (που ξεκίνησε το 27 π.Χ.). Οι αυτοκράτορες χρησιμοποίησαν διάφορους τίτλους. Συχνά όταν ένας συγκεκριμένος Ρωμαίος αναφέρεται στα ελληνικά, ότι έγινε "αυτοκράτορας", αντικατοπτρίζει την απονομή τού τίτλου τού Αυγούστου ή τού Καίσαρα. Οι αυτοκράτορες συγκέντρωναν συχνά δημοκρατικούς τίτλους, κυρίως του ύπατου (consul) και του Μεγίστου Ιερέως Pontifex Maximus.

Ο όρος Imperator αρχικά σήμαινε τον στρατηγό με απεριόριστες εξουσίες. Η νομιμότητα της κυβέρνησης ενός Αυτοκράτορα εξαρτιόταν από τον έλεγχο, που είχε στον στρατό και την αναγνώριση από τη Σύγκλητο. Ένας Αυτοκράτορας ανακηρυσσόταν κανονικά από τα στρατεύματά του ή έπαιρνε αυτοκρατορικούς τίτλους από τη Σύγκλητο ή και τα δύο. Οι πρώτοι Αυτοκράτορες βασίλευσαν μόνοι τους. Οι μεταγενέστεροι Αυτοκράτορες κυβερνούσαν μερικές φορές με συναυτοκράτορες και διαιρούσαν μεταξύ τους τη διοίκηση της Αυτοκρατορίας.

Οι Ρωμαίοι θεωρούσαν τη θέση του Αυτοκράτορα ξεχωριστή από αυτή ενός βασιλιά. Ο πρώτος Αυτοκράτορας, Οκταβιανός Αύγουστος, αρνήθηκε αποφασιστικά την αναγνώρισή του ως μονάρχη[1]. Αν και ο Αύγουστος μπορούσε να ισχυριστεί, ότι η εξουσία του ήταν αυθεντικά δημοκρατική, ο διάδοχός του, Τιβέριος Καίσαρας Αύγουστος, δεν μπορούσε να ισχυριστεί πειστικά το ίδιο[2]. Ωστόσο, στα πρώτα 300 χρόνια των Ρωμαϊκών αυτοκρατόρων, από τον Αύγουστο μέχρι τον Διοκλητιανό, καταβλήθηκε μεγάλη προσπάθεια για να τονιστεί, ότι οι Αυτοκράτορες ήταν ηγέτες μίας δημοκρατίας.

Από τον Διοκλητιανό και μετά, οι Αυτοκράτορες κυβέρνησαν με ανοιχτά μοναρχικό τρόπο[3] και δεν διατήρησαν την αρχή της δημοκρατίας, αλλά διατηρήθηκε η αντίθεση με τους "βασιλείς". Αν και η αυτοκρατορική διαδοχή ήταν γενικά κληρονομική, ήταν τέτοια, μόνο αν υπήρχε ένας κατάλληλος υποψήφιος αποδεκτός από τον στρατό και τη γραφειοκρατία[4] και έτσι δεν υιοθετήθηκε η αρχή της αυτόματης διδοχής. Στοιχεία του δημοκρατικού θεσμικού πλαισίου (Σύγκλητος, ύπατοι) διατηρήθηκαν μέχρι το τέλος της Δυτικής Αυτοκρατορίας.

Εκτός από τη θέση του Μεγίστου Ιερέως (Pontifex Maximus), ορισμένοι Αυτοκράτορες έλαβαν θεϊκούς τίτλους μετά τον θάνατό τους. Με την επικράτηση του Χριστιανισμού, ο Αυτοκράτορας θεωρήθηκε ως κυβερνήτης που επιλέχθηκε από τον Θεό, καθώς και ειδικός προστάτης και ηγέτης της Χριστιανικής εκκλησίας στη Γη, αν και στην πράξη η εξουσία του Αυτοκράτορα σε εκκλησιαστικά θέματα ήταν αντικείμενο πρόκλησης.

Ο Διοκλητιανός (284-306) διαίρεσε την Αυτοκρατορία σε Ανατολική και Δυτική: δύο Αύγουστοι και δύο συναύγουστοι (διάδοχοί τους). Ο Κωνσταντίνος Α΄ επανένωσε την Αυτοκρατορία και το 330 μετέφερε την πρωτεύουσα στη Νέα Ρώμη (Κωνσταντινούπολη). Την Αυτοκρατορία διαίρεσαν οι γιοί του: ο Κωνστάντιος Β΄ στο Ανατολικό και οι αδελφός του Κωνσταντίνος Β΄ (μετά ο Κώνστας Α΄) στο Δυτικό. Ο Ιουλιανός αποκατέστησε την ενότητα της Αυτοκρατορίας, όμως το 364 η Αυτοκρατορία διαιρέθηκε μεταξύ των αδελφών Βάλη (στο Ανατολικό) και Βαλεντινιανού Α΄ (στο Δυτικό). Τον τελευταίο διαδέχθηκαν οι δύο γιοί του. Ο Θεοδόσιος Α΄ επανένωσε το Κράτος· το μοίρασε στους γιους του Αρκάδιο (Ανατολικό) και Ονώριο (Δυτικό).

Η Ραβέννα, πρωτεύουσα της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατελήφθη στα τέλη τού 5ου αι. από τους Οστρογότθους. Ο Ρωμύλος Αυγουστύλος θεωρείται συχνά ως ο τελευταίος αυτοκράτορας της Δύσης μετά την αναγκαστική παραίτησή του το 476, αν και ο Ιούλιος Νέπως διατήρησε την αξίωση για τον τίτλο μέχρι τον θάνατό του το 480. Αργότερα ο Ιουστινιανός Α΄ έστειλε τον Βελισάριο, που ανακατέλαβε τη Σικελία (535), τη Ρώμη (536) και τη Ραβέννα (540)· εξεγέρσεις κάμφθηκαν από τον Ναρσή ως το 553. Έτσι ο Ιουστινιανός Α΄ αποκατέστησε την ενότητα της Αυτοκρατορίας.

Την εποχή τού Ηρακλείου (610-641) τα Ελληνικά έγιναν η επίσημη γλώσσα τού Κράτους και ο τίτλος Imperator μεταφράστηκε ως Βασιλεύς. Έτσι οι Αυτοκράτορες έφεραν τον τίτλο του "Βασιλέως", ο οποίος εχρησιμοποιείτο και για τον ηγεμόνα της αυτοκρατορίας των Σασσανιδών[5].

Το 797-802 Αυτοκράτορας ήταν η Ειρήνη η Αθηναία, μία γυναίκα και αυτό έδωσε αφορμή στον βασιλιά (rex) των Φράγκων Κάρολο Α΄ να αυτοαποκληθεί Άγιος Ρωμαίος Αυτοκράτορας. Ο πάπας τον έστεψε το 800 στη Ρώμη με αντάλλαγμα την καταστολή των Λομβαρδών, πράγμα που ο Κάρολος Α΄ έκανε. Ο ψιλώ ονόματι αυτός τίτλος κρατήθηκε από τους διαδόχους του, ως το τέλος της δυναστείας των Καρολιγγείων· συνδέθηκε με το βασίλειο της Λομβαρδίας ("Ιταλίας"). Μετά διάφοροι προσπάθησαν να τον κρατήσουν και ήρθαν σε διαμάχη μεταξύ τους, αλλά με την αναρχία και παρακμή που ακολούθησε, ο τίτλος εξέλειπε το 924. Το Φραγκικό βασίλειο διαιρέθηκε σε Δυτική Φραγκία (μετέπειτα Γαλλία) και Ανατολική Φραγκία (μετέπειτα Γερμανία)· ο δούκας της Σαξονίας Όθων Α΄ έγινε βασιλιάς της Ανατολικής Φραγκίας και αυτοαποκλήθηκε Άγιος Ρωμαίος Αυτοκράτορας τού Γερμανικού Έθνους το 962. Ο ψιλός αυτός τίτλος έπαυσε το 1806.

Εν τω μεταξύ οι Αυτοκράτορες συνέχισαν να κυβερνούν από την Κωνσταντινούπολη ("Νέα Ρώμη"). Αυτοί αναφέρονται στη σύγχρονη ιστοριογραφία ως "Βυζαντινοί αυτοκράτορες", αλλά οι ίδιοι δεν χρησιμοποιούσαν αυτόν τον τίτλο και διατηρούσαν τον τίτλο τού Αυτοκράτορα (ή Βασιλέως) των Ρωμαίων. Το 1204 η Δ΄ Σταυροφορία έληξε με την άλωση της Κωνσταντινούπολης και την εγκαθίδρυση ενός Λατίνου Αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης· η Ρωμανία διαιρέθηκε σε υποτελείς ηγεμονίες. Ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Λάσκαρις μετέβη με πολλούς άλλους από την Κωνσταντινούπολη στη Νίκαια. Η Αυτοκρατορία επέστρεψε στην έδρα της το 1261. Ο Κωνσταντίνος ΙΒ΄ Παλαιολόγος ήταν ο τελευταίος Αυτοκράτορας των Ρωμαίων, καθώς έχασε τη ζωή του κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) από τους Οθωμανούς. Απόγονοι των Κομνηνών ("Μεγάλοι Κομνηνοί") είχαν ιδρύσει το κράτος της Τραπεζούντας ("Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας") και έφεραν τον τίτλο του Αυτοκράτορα μέχρι την κατάκτησή τους από τους Οθωμανούς το 1461.

Λόγω της πολιτισμικής ρήξης από την οθωμανική κατάκτηση, οι περισσότεροι δυτικοί ιστορικοί θεωρούν τον Κωνσταντίνο ΙΒ΄ Παλαιολόγο ως τον τελευταίο διεκδικητή του τίτλου του Ρωμαίου αυτοκράτορα, αν και από το 1453 οι Οθωμανοί ηγέτες έφεραν τον τίτλο του "Καίσαρα της Ρώμης" (τουρκικά: Kayser-i Rum) μέχρι το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1922. Ο Μωάμεθ Β΄ φορούσε χρυσοπόρφυρα ενδύματα και υιοθέτησε σε μεγάλο μέρος την εθιμοτυπία τού Παλατιού της Ρωμαϊκής Κωνσταντινούπολης.

Η ανιψιά τού Κωνσταντίνου ΙΒ΄ Παλαιολόγου, η Ζωή (Σοφία) Παλαιολογίνα παντρεύτηκε τον Ιβάν Γ΄ μεγάλο πρίγκιπα της Μόσχας. Ο εγγονός της Ιβάν Δ΄ ο τρομερός έδιωξε τούς Μογγόλους και ένωσε τα Ρωσικά πριγκιπάτα σε ένα βασίλειο· ως Ορθόδοξος, θεώρησε τον εαυτό του διάδοχο (ως απόγονος που ήταν) των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων και κλήθηκε καίσαρ (tsar). Υιοθέτησε τον δικέφαλο αετό, έγινε ο ιδρυτής της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και η Μόσχα έγινε η τρίτη Ρώμη.

Οι Μπάμπεμπερκ δούκες τη Αυστρίας είχαν επιγαμίες με Κομνηνές και Αγγελίνες, έτσι οι απόγονοί τους Αψβούργοι, όταν από δούκες της Αυστρίας έγιναν βασιλείς της Γερμανίας, υιοθέτησαν τον δικέφαλο αετό. Λόγω τού ψιλού τίτλου τού Αγίου Ρωμαίου Αυτοκράτορα τού Γερμανικού Έθνους, ο βασιλιάς της Γερμανίας αυτοαποκλήθηκε καίσαρ (kaiser).

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Karl Galinsky, The Cambridge Companion to the Age of Augustus, σελ. 13-14, Cambridge University Press (2005) ISBN 978-0-521-80796-8
  2. Richard Alston, Aspects of Roman History AD 14 117, σελ. 39, Psychology Press (1998) ISBN 978-0-415-13237-4
  3. Stephen Williams, Diocletian and the Roman Recovery, σελ. 147, Νέα Υόρκη, NY: Routledge (1997) ISBN 978-0-415-91827-5
  4. Peter Heather, The Fall of the Roman Empire: A New History, σελ. 28, Pan Books (2005) ISBN 978-0-330-49136-5
  5. Αλεξάντρ Καζντάν, Βυζαντινό Λεξικό της Οξφόρδης, σελ. 264, Oxford University Press (1991) ISBN 978-0-19-504652-6