Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας
Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας

Χάρτης
Η Λατινική Αυτοκρατορία (κόκκινο), η Αυτοκρατορία της Νίκαιας (μπλε), η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας (μωβ) και το Δεσποτάτο της Ηπείρου (πράσινο). Τα όρια είναι ασαφή.

Πρωτεύουσα Τραπεζούντα
Γλώσσες Ποντιακά
Ελληνικά (de facto)
Πολίτευμα
Αυτοκράτορας
Αυτοκρατορία
Αλέξιος Α΄ Μέγας Κομνηνός (πρώτος)
Δαυίδ Μέγας Κομνηνός (τελευταίος)
Θρησκεία Ορθόδοξος Χριστιανισμός
Προηγούμενο κράτος Βυζαντινή Αυτοκρατορία
Διάδοχο κράτος Οθωμανική Αυτοκρατορία

Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ή Τραπεζούντια Αυτοκρατορία ήταν μια μοναρχία που άκμασε από το 13ο ως το 15ο αιώνα, αποτελούμενη από τη μακρινή βορειοανατολική γωνία της Μικράς Ασίας και τη νότια Κριμαία. Δημιουργηθείσα αρχικά κατά τη διάρκεια μιας εξέγερσης εναντίον του σφετερισμού του αυτοκρατορικού θρόνου από τους εγγόνους του Αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α Κομνηνού΄, η Τραπεζούντα έγινε Βυζαντινό Ελληνικό διάδοχο κράτος που ιδρύθηκε μετά την πτώση thw Ανατολικήw Ρωμαϊκήw (Βυζαντινήw) Αυτοκρατορίαw κατά την Δ΄ Σταυροφορία, μαζί με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Οι Αυτοκράτορες της Τραπεζούντας έθεταν τις αξιώσεις τους για τον Αυτοκρατορικό θρόνο επί δεκαετίες μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τη Νίκαια το 1261.

Η μοναρχία της Τραπεζούντας υπήρξε το μακροβιότερο από τα βυζαντινά διάδοχα κράτη. Το Δεσποτάτο της Ηπείρου σταδιακά υποβαθμίστηκε και καταλήφθηκε για λίγο από την αποκατασταθείσα Βυζαντινή Αυτοκρατορία γύρω στα 1340, στη συνέχεια έγινε Σερβική κτήση και αργότερα κληρονομήθηκε από τους Ιταλούς, καταλήγοντας τελικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1479, έχοντας προ πολού πάψει να διεκδικεί το Βυζαντινό θρόνο. Ενώ η Αυτοκρατορία της Νίκαιας είχε γίνει η αναστημένη βυζαντινή αυτοκρατορία, έπαψε να υπάρχει το 1453 με την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας επέζησε μέχρι το 1461 όταν ο Οθωμανός Σουλτάνος ​​Μωάμεθ Β΄ την κατέλυσε μετά από πολιορκία ενός μηνός και αιχμαλώτισε τον ηγεμόνα της και την οικογένειά του. Το Κριμαϊκό Πριγκιπάτο της Θεοδωρούς, παρακλάδι της Τραπεζούντας, επέζησε άλλα 14 χρόνια και υποτάχθηκε στους Οθωμανούς το 1475.


Ιδρύθηκε από τους αδελφούς Αλέξιο και Δαβίδ Κομνηνούς, εγγονούς του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α΄ Κομνηνού, με τη βοήθεια της θείας τους, της βασίλισσας Θάμαρ της Γεωργίας. Πρωτεύουσά της ήταν η Τραπεζούντα και σύμβολό της, σημαία της, ο αετός των αρχαίων Σινωπέων, με την διαφορά ότι ενώ ο αετός των αρχαίων Σινωπέων έβλεπε προς την Ανατολή, ο αετός της Αυτοκρατορίας του Πόντου έβλεπε προς τη Δύση, σαφής ένδειξη των προθέσεων της νέας Αυτοκρατορίας. Ο αετός των Σινωπέων, ήταν ο αετός των αρχαίων Μιλησίων. Η Αρχαία Μίλητος ήταν ο αρχικός τόπος των αποικιστών του Πόντου και συγκεκριμένα της Σινώπης, της Τραπεζούντας κ.ά.

Στην αρχή της ύπαρξής της έγινε προσπάθεια για την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης, αλλά όταν αυτό αποδείχθηκε ότι ήταν αδύνατο, οι ηγεμόνες της περιόρισαν τις φιλοδοξίες τους στην περιοχή του Πόντου. Για αρκετά χρόνια ήταν υποτελής είτε στους Σελτζούκους του Ικονίου, είτε στους Ιλχανίδες Μογγόλους της Περσίας. Ήταν το τελευταίο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος που καταλύθηκε από τους Οθωμανούς Τούρκους. Με την πτώση της Τραπεζούντας καταλύθηκε και το τελευταίο απομεινάρι της άλλοτε κραταιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας,[1] το 1461.

Γενική εικόνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφικά η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας αποτελείτο από τη στενή λωρίδα κατά μήκος της νότιας ακτής της Μαύρης Θάλασσας και του δυτικού μισού των Ποντιακών Άλπεων, μαζί με την Περατεία ή νότια Κριμαία (χάνοντας σύντομα Γενουατικές αποικίες και το Πριγκιπάτο της Θεοδωρούς). Η δημογραφική της κληρονομιά άντεξε για αρκετούς αιώνες μετά την Οθωμανική κατάκτηση το 1461 και η περιοχή διατήρησε σημαντικό αριθμό Ελληνορθόδοξων κατοίκων μέχρι το 1923. Αυτοί συνήθως αναφέρονται ως Πόντιοι. Ο ανατολικός κλάδος, που εγκαταστάθηκε γύρω από το Καρς και τη Γεωργία, συχνά αναφέρεται ως Έλληνες του Καυκάσου και ο κλάδος της Κριμαίας, που επανεγκαταστάθηκε από την Αικατερίνη τη Μεγάλη στις βόρειες ακτές της Θάλασσας του Αζόφ αναφέρεται ως Έλληνες της Μαριούπολης.

Οι Πόντιοι παρέμειναν κατά μήκος της ανατολικής ακτής της Μαύρης Θάλασσας και της ενδοχώρας της στις Ποντιακές Άλπεις, καθώς και στη βορειοανατολική Μικρά Ασία μέχρι τα χρόνια αμέσως μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν αυτοί που είχαν διατηρήσει τη Χριστιανική Ορθόδοξη πίστη και την Ελληνική τους ταυτότητα έφυγαν ή σκοτώθηκαν κατά την ταραχώδη Γενοκτονία των Ποντίων (1917-1921). Η εκτόπισή τους επισημοποιήθηκε και οι λίγοι ακόμη που απέμειναν αναγκάστηκαν να φύγουν το 1923 με την Ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών του 1923. Πολλοί μετεγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία. Όσοι ζουσαν στην Κριμαία και στη Ρωσική επαρχία του Καρς, μεγάλο μέρος της οποίας βρίσκεται στη σύγχρονη Γεωργία, παρέμειναν περισσότερο, με κάποια Ελληνόφωνα χωριά να διατηρούνται σήμερα και στις δύο περιοχές.

Ο πυρήνας της αυτοκρατορίας ήταν η νότια ακτή της Μαύρης Θάλασσας από τις εκβολές του ποταμού Γεσίλ Ιρμάκ, περιοχή γνωστή στους Τραπεζούντιους ως Λιμνία, πιθανώς ανατολικά ως τον ποταμό Άκαμψι, περιοχή γνωστή ως Λαζία. Ένα Γενοβέζικο έγγραφο καταγράφει την κατάσχεση ενός από τα πλοία τους σε αυτό το λιμάνι το 1437 από μια πολεμική τριήρη, κατόπιν εντολής του Αυτοκράτορα Ιωάννη Δ΄. Ο Αντονι Μπράγιερ έχει υποστηρίξει ότι έξι από τα επτά "βάνδα" του Βυζαντινού θέματος της Χαλδίας διοικούντο από τους ηγεμόνες της Τραπεζούντας μέχρι το τέλος της αυτοκρατορίας, λόγω της γεωγραφίας. Η γεωγραφία καθόρισε επίσης τα νότια σύνορα αυτού του κράτους: οι Ποντιακές Άλπεις χρησίμευαν ως φράγμα πρώτα για τους Σελτζούκους Τούρκους και αργότερα για τους Τουρκομάνους επιδρομείς, των οποίων οι πιέσεις περιορίζονταν σε έκταση που οι αυτοκράτορες μπορούσαν να αντιμετωπίσουν. Η επικράτεια αυτή αντιστοιχεί σε μια περιοχή που περιλαμβάνει όλες ή τμήματα των σύγχρονων Τουρκικών επαρχιών Σινώπης, Σαμψούντας, Ορντού, Κερασούντας, Τραπεζούντας, Μπαϊμπούρτ, Γκιουμούσχανε, Ριζούντας και Αρτβίν. Το 13ο αιώνα, μερικοί ειδικοί πιστεύουν ότι η αυτοκρατορία έλεγχε την Περατεία, που περιλάμβανε τη Χερσώνα και το Κερτς στη χερσόνησο της Κριμαίας. Ο Δαυίδ Κομνηνός, ο μικρότερος αδελφός του πρώτου Αυτοκράτορα, επεκτάθηκε ταχύτατα προς τα δυτικά, καταλαμβάνοντας πρώτα τη Σινώπη και στη συνέχεια τα παράκτια τμήματα της Παφλαγονίας (τις σύγχρονες παράκτιες επαρχίες Κασταμονής, Μπαρτίν και Ζονγκουλντάκ) και της Ηράκλειας Ποντικής (σημερινή Καραντενίζ Ερεγκλί), έως ότου η επικράτειά του συνόρευε με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Η επέκταση όμως ήταν βραχύβια: οι περιοχές που βρίσκονταν δυτικά της Σινώπης καταλήφθηκαν από το Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρη το 1214 και η ίδια η Σινώπη από τους Σελτζούκους το ίδιο έτος, παρόλο που οι αυτοκράτορες της Τραπεζούντας συνέχισαν να αγωνίζονται για τον έλεγχό της όλο το υπόλοιπο του 13ου αιώνα.

Οι ηγεμόνες της Τραπεζούντας αυτοαποκαλούντο Μέγας Κομνηνός και -όπως οι ομολόγοι τους στα άλλα δύο Βυζαντινά διάδοχα κράτη, την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου- αρχικά διεκδικούσαν κυριαρχία ως «Αυτοκράτορας των Ρωμαίων». Εντούτοις αφότου ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος της Νίκαιας ανέκτησε την Κωνσταντινούπολη το 1261, η χρήση εκ μέρους των Κομνηνών του όρου "Αυτοκράτορας" έγινε επώδυνη. Το 1282 ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός απεκδύθηκε τα αυτοκρατορικά του εμβλήματα μπροστά από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης πριν μπει στην πόλη για να παντρευτεί την κόρη του Μιχαήλ και δεχτεί το νόμιμο τίτλο του δεσπότη. Ωστόσο οι διάδοχοί του χρησιμοποίησαν μια εκδοχή του τίτλου του "Αυτοκράτορας πάσης της Ανατολής, των Ιβηρίων και της Περατείας" μέχρι το τέλος της αυτοκρατορίας το 1461. Ο ηγεμόνας της Τραπεζούντας ήταν επίσης γνωστός ως "Πρίγκιπας των Λαζών".

Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας απέκτησε φήμη στη Δυτική Ευρώπη ότι "πλούτισε από το εμπόριο από την Περσία και την Ανατολή που περνούσε από την πρωτεύουσά της", σύμφωνα με το Στήβεν Ράνσιμαν, "και από τα ορυχεία αργύρου στους πίσω λόφους και φημιζόταν για την ομορφιά των πριγκίπισών της». Ο Ντόναλντ Νίκολ απηχεί τις παρατηρήσεις του Ράνσιμαν: «Οι περισσότεροι αυτοκράτορες είχαν ευτυχήσει να έχουν απογόνους θυγατέρες σε ηλικία γάμου και η ομορφιά των γυναικών της Τραπεζούνταν ήταν τόσο θρυλούμενη όσο και ο πλούτος της προίκας τους». Ο πλούτος και η εξωτική της τοποθεσία χάρισαν στην πολιτεία μια μακροχρόνια φήμη. Ο Θερβάντες περιέγραψε τον ομώνυμο ήρωα του Δον Κιχώτη του ως «φανταζόμενο τον εαυτό του για την ανδρεία του, που είχε ήδη στεφθεί τουλάχιστον Αυτοκράτορας της Τραπεζούντας». Ο Ραμπελαί φέρει το χαρακτήρα του Πικρόχολο, ηγεμόνα του Πεδεμόντιου, να δηλώνει : «Θέλω επίσης να γίνω Αυτοκράτορας της Τραπεζούντας». Άλλες αναφορές και έργα που τοποθετούνται στην Τραπεζούντα συνεχίζονται τον 20ο αιώνα.

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχέδιο οχυρώσεων της Τραπεζούντας

Η πόλη της Τραπεζούντας ήταν η πρωτεύουσα του θέματος της Χαλδίας, μιας περιοχής που είχε ήδη δείξει αποσχιστικές τάσεις το 10ο και τον 11ο αιώνα. Η Χαλδία πέρασε υπό τον έλεγχο ενός τοπικού ηγέτη ονόματι Θεόδωρος ο Γαβρά, που, σύμφωνα με την Άννα Κομνηνή θεωρούσε την Τραπεζούντα και την ενδοχώρα της ως «έπαθλο που του είχε λάχει» και τον ίδιο ως ανεξάρτητο πρίγκιπα. Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός τον έχρισε κυβερνήτη της Χαλδίας, αλλά κράτησε το γιο του στην Κωνσταντινούπολη ως ομήρος για την καλή του συμπεριφορά. Ωστόσο ο Γαβράς αποδείχθηκε αξιέπαινος φύλακας, αποκρούοντας μια Γεωργιανή επίθεση στην Τραπεζούντα. Ένας από τους διαδόχους του, ο Γρηγόριος Ταρωνίτης, επαναστάτησε επίσης με τη βοήθεια του Σουλτάνου της Καππαδοκίας, αλλά νικήθηκε και φυλακίστηκε, για να γίνει κυβερνήτης για άλλη μια φορά. Ένας άλλος διάδοχος του Θεόδωρου ήταν ο Κωνσταντίνος Γαβράς, τον οποίο ο Νικήτας Χωνιάτης περιγράφει ότι κυβέρνησε την Τραπεζούντα ως τύραννος, και του οποίου οι ενέργειες έκαναν τον Αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ Κομνηνό το 1139 να ηγηθεί μιας εκστρατείας εναντίον του. Αν και αυτή η προσπάθεια δεν είχε αποτέλεσμα, αυτός ήταν ο τελευταίος κυβερνήτης που επαναστάτησε, στην καταγεγραμμένη ιστορία πριν από τα γεγονότα του 1204.

Η ίδρυση της αυτοκρατορία εντοπίζεται τον Απρίλιο του 1204, όταν ο Αλέξιος Κομνηνός και ο αδελφός του Δαβίδ επωφελήθηκαν από την ενασχόληση της κεντρικής Βυζαντινής κυβέρνησης με τη στρατοπέδευση των στρατιωτών της Δ΄ Σταυροφορίας έξω από τα τείχη της (Ιούνιος 1203 - μέσα Απριλίου 1204) και κατέλαβαν την πόλη της Τραπεζούντας και τη γειτονική επαρχία της Χαλδίας με στρατεύματα που του παρείχε η συγγενής τους Τάμαρ της Γεωργίας. Από τότε, οι σχέσεις μεταξύ της Τραπεζούντας και της Γεωργίας παρέμειναν στενές, αλλά η φύση και η έκτασή τους έχουν αμφισβητηθεί.

Και οι δύο άνδρες ήταν εγγόνιοι του τελευταίου Κομνηνού Βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α΄ Κομνηνού, από το γιο του Μανουήλ Κομνηνό και τη Ρουσουδάν, κόρη του Γεωργίου Γ΄ της Γεωργίας. Ο Ανδρόνικος Α΄ είχε εκθρονισθεί από τον Ισαάκιο Β΄ Άγγελο, ενώ ο Μανουήλ τυφλώθηκε (παραδοσιακή βυζαντινή τιμωρία για την προδοσία) και πέθανε λίγο αργότερα. Ο Αλέξιος και ο αδελφός του, Δαυίδ, κατέφυγαν στην αυλή της Βασίλισσας Ταμάρ της Γεωργίας, που τους έδωσε στρατιωτική υποστήριξη για να επιστρέψουν στο Βυζαντινό έδαφος. Ο Βασίλιεφ εξηγεί ότι είχε κίνητρο να το κάνει αφού ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄ Άγγελος είχε κλέψει τα δώρα που είχε δώσει η Τάμαρ σε μια ομάδα επισκεπτών μοναχών καθώς περνούσαν από την Κωνσταντινούπολη. Ενώ ο Μίχελ Κουρσκάνσκις υποστηρίζει την ερμηνεία του Βασίλιεφ, διαφωνεί με αυτόν για την πρόθεση της παρέμβασης της Τάμαρ: ο Βασίλιεφ υποστήριξε ότι η Βασίλισσα σκόπευε να δημιουργήσει ένα κράτος-ανάχωμα για να προστατεύσει το βασίλειο της Γεωργίας, ενώ ο Κουρσκάνσκς πιστεύει ότι υποστήριζε τους αδελφούς στην προσπάθειά τους να ανακτήσουν το Βυζαντινό θρόνο στην Κωνσταντινούπολη.

Μέχρι τους εμφύλιους πολέμους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φεύγοντας από τη Γεωργία και με τη βοήθεια της από πατέρα θείας τους Βασίλισσας Ταμάρ, ο Αλέξιος και ο Δαβίδ κατέλαβαν την Τραπεζούντα τον Απρίλιο του 1204. Τον ίδιο μήνα ο Αλέξιος ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας σε ηλικία 22 ετών, γεγονός που θεωρείτο από μεταγενέστερους συγγραφείς ως ίδρυση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας.

Ο Αλέξιος Γ΄, σε χρυσόβουλο που παραχώρησε στη Μονή Διονυσίου στο Άγιο Όρος.

Η ημερομηνία που ο Αλέξιος μπήκε στην Τραπεζούντα μπορεί να εντοπισθεί ακόμη ακριβέστερα. Ο Σεργκέι Καρπόβ αναγνώρισε μια μολύβδινη σφραγίδα του Αλεξίου, που είχε στη μια πλευρά "την απεικόνιση ενός στρατηγού με μυτερό κράνος, να τον παίρνει από το χέρι ο Αγιος Γεώργιος" με τις επιγραφές "Αλέξιος ο Κομνηνός" και "Ο Α(γιος) Γεώργιος" στις δύο πλευρές. Στην άλλη όψη είναι μια σκηνή της Ανάστασης με την αντίστοιχη επιγραφή "Η Αγία Ανάστασις". Ο Καρπόβ ερμηνεύει τη σημασία αυτής της απεικόνισης και την επιγραφή ότι απεικονίζουν το σημαντικότερο επίτευγμα της ζωής του, τον Άγιο Γεώργιο να καλεί τον νικηφόρο πρίγκιπα να εισέλθει στην Τραπεζούντα και να ανοίξει τις πύλες της πόλης με το αριστερό του χέρι. Η σημασία του Αγίου Γεωργίου ήταν ότι το Πάσχα -η ημερομηνία της Αναστάσεως- το 1204 έπεσε στις 25 Απριλίου, ενώ η εορτή του Αγίου Γεωργίου ήταν στις 23 Απριλίου. "Έτσι τόλμησα να υποθέσω", γράφει ο Καρπόβ , "ότι η σφραγίδα επισημαίνει την ημερομηνία της κατάληψης της Τραπεζούντας."

Ο Βασίλιεφ επισημαίνει ότι οι αδελφοί κατέλαβαν την Τραπεζούντα πολύ νωρίς για να το έκαναν αντιδρώντας στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους. Ο Αλέξιος και ο Δαβίδ ξεκίνησαν την πορεία τους προς την Τραπεζούντα πριν τα νέα για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204) στις 13 Απριλίου 1204 μπορούσαν να είχαν φτάσει είτε στην Τραπεζούντα είτε στη Γεωργία. Ωστόσο, σύμφωνα με το Βασίλιεφ, η αρχική πρόθεσή τους δεν ήταν να καταλάβουν μια βάση από την οποία θα μπορούσαν να ανακτήσουν την πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά μάλλον να αποκόψουν από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ένα κράτος-ανάχωμα για να προστατεύσουν τη Γεωργία από τους Σελτζούκους Τούρκους. Ο Κουρσκάνσκις, συμφωνώντας με το Βασίλιεφ ότι η Τάμαρ είχε κίνητρο για εκδίκηση για την προσβολή του Αλέξιου Άγγελου, πρότεινε ένα πιο προφανές κίνητρο για την επιστροφή των αδελφών στα βυζαντινά εδάφη: είχαν αποφασίσει να υψώσουν το λάβαρο της εξέγερσης, να εκθρονίσουν τον Αλέξιο Άγγελο και να επιστρέψουν τον αυτοκρατορικό θρόνο στη δυναστεία των Κομνηνών. Ωστόσο λίγο μετά την απόκτηση του ελέγχου της Τραπεζούντας και των γειτονικών εδαφών, έφτασαν τα νέα της Λατινικής κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης και οι αδελφοί ενεπλάκησαν στον ανταγωνισμό για την ανάκτηση της αυτοκρατορικής πόλης κατά του Θεόδωρου Α΄ Λάσκαρη στη δυτική Μικρά Ασία (ηγεμόνα της "Αυτοκρατορία της Νίκαιας") και του Μιχαήλ Κομνηνού Δούκα στην ηπειρωτική Ελλάδα (ηγεμόνα του "Δεσποτάτου της Ηπείρου").

Στο μεγαλύτερο μέρος του 13ου αιώνα η Τραπεζούντα ήταν σε διαρκή σύγκρουση με το Σελτζουκικό Σουλτανάτο του Ρουμ και αργότερα με τους Οθωμανούς Τούρκους, καθώς και με την Κωνσταντινούπολη, τις Ιταλικές δημοκρατίες και ιδιαίτερα τη Δημοκρατία της Γένοβας. Ήταν μια αυτοκρατορία περισσότερο στον τίτλο απ ​​'ό, τι στην πραγματικότητα, επιβιώνοντας στρέφοντας τους αντιπάλους της τον ένα εναντίον του άλλου και προσφέροντας τις κόρες των ηγεμόνων της, που ήταν φημισμένες για την ομορφιά τους, σε γάμους με γενναιόδωρη προίκα, ειδικά με τους Τούρκους ηγεμόνες του εσωτερικού της Μικράς Ασίας. Η κοινή άποψη είναι ότι η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στον πλούτο που είχε αποκτήσει από το εμπόριο της με τους Γενουάτες και τους Βενετούς εμπόρους για να εξασφαλίσει τους απαραίτητους πόρους για να διατηρήσει την ανεξαρτησία της.

Ο δεύτερος γιος του Αλεξίου Α΄, Μανουήλ Α΄ (1238-1263), διατήρησε την εσωτερική ασφάλεια και απέκτησε τη φήμη μεγάλου ηγέτη. Τα επιτεύγματά του περιελάμβαναν την κατάληψη της Σινώπης το 1254. Ήταν ο πρώτος κυβερνήτης που εξέδωσε ασημένια νομίσματα, γνωστά ως άσπρα.

Η καταστροφή της Βαγδάτης από το Χουλαγού Χαν το 1258 εξέτρεψε το δυτικό άκρο του Δρόμου του Μεταξιού βόρεια στη Μαύρη Θάλασσα και λόγω των δεσμών της με την τοπική τους πρωτεύουσα στην Ταμπρίζ, η Τραπεζούντα συγκέντρωσε τεράστιο πλούτο υπό την επικυριαρχία των Μογγόλων. Οι δυτικοί ταξιδιώτες χρησιμοποιούσαν την Τραπεζούντα ως σημείο εκκίνησης για ταξίδια στην Ασία. Μεταξύ αυτών των ταξιδιωτών ήταν ο Μάρκο Πόλο, που επέστρεψε στην Ευρώπη το 1295 μέσω της Τραπεζούντας. Η ταραγμένη βασιλεία του νεώτερου γιου του Μανουήλ, Ιωάννη Β΄ (1280-1297), περιελάμβανε μια συμφιλίωση με την παλινορθωμένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και το τέλος των αξιώσεων της Τραπεζούντας επί της Κωνσταντινούπολης. Η Τραπεζούντα γνώρισε μια περίοδο πλούτου και επιρροής κατά τη διάρκεια της μακράς βασιλείας του μεγαλύτερου γιου του Ιωάννη, Αλεξίου Β΄ (1297-1330). Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, η πόλη του Ερζερούμ βρέθηκε επίσης για λίγο υπό την κατοχή της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας γύρω στη δεκαετία του 1310.

Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και ο ευρύτερος χώρος μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από την Νίκαια (1265).

Από τους εμφύλιους πολέμους μέχρι τα τέλη του 14ου αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το θάνατο του Αλεξίου Β΄, η Τραπεζούντα υπέφερε απο μια περίοδο επανειλημμένων εκθρονίσεων και δολοφονιών, παρά τη σύντομη περίοδο σταθερότητας υπό το μικρότερο γιο του Βασίλειο (1332-1340). Δύο ομάδες αγωνίστηκαν για την κυριαρχία: οι Σχολάριοι, που θεωρούντο Βυζαντινόφιλοι, και οι Αμυτζανταράντες, που θεωρείτο ότι εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα των ντόπιων αρχόντων. Τα χρόνια 1347-1348 σηματοδότησαν το αποκορύφωμα αυτής της έκνομης περιόδου. Οι Τούρκοι εκμεταλλεύτηκαν την αδυναμία της αυτοκρατορίας, καταλαμβάνοντας την Οινόη και πολιορκώντας την Τραπεζούντας, ενώ οι Γενουάτες κατέλαβαν την Κερασούντα. Επιπλέον, ο Μαύρος Θάνατος εξαπλώθηκε από τον Καφφά, ερημώνοντας την Τραπεζούντα και άλλες πόλεις των Ποντίων. Καμφθείς από το βάρος των συμφορών που συσσωρεύτηκαν στην επικράτειά του, ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ παραιτήθηκε το 1349 υπέρ του ανιψιού του, Αλέξιου Γ΄, που σταδιακά έθεσε υπό έλεγχο τους στασιαστές και των δύο παρατάξεων .

Υπό τη βασιλεία του Αλεξίου Γ΄, η Τραπεζούντα θεωρείτο σημαντικό εμπορικό κέντρο και φημιζόταν για το μεγάλο πλούτο και την καλλιτεχνική της πρόοδο. Τότε ήταν που ξεκίνησε η περίφημη διπλωματική στρατηγική της να παντρεύει τις πριγκίπισσες των Μεγάλων Κομνηνών με μέλη γειτονικών Τουρκικών δυναστειών. Ωστόσο ο Aντονι Μπράιερς έχει διαφωνήσει ότι η αυτοκρατορία αυτή ήταν ένα πλούσιο κράτος, δηλώνοντας ότι ενώ το εισόδημα από τους φόρους που εισπράττονταν από το εμπόριο ήταν σημαντικό "για τά βυζαντινά πρότυπα", τα τρία τέταρτα του εισοδήματος του Αυτοκράτορα προέρχονταν από τη γη "είτε άμεσα από τα αυτοκρατορικά κτήματα ή έμμεσα από φόρους και δεκάτη από άλλες γαίες".

Η Τραπεζούντα το 15ο αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απομειωμένη Τραπεζούντα με τα γύρω κράτη το 1400

Τα τελευταία χρόνια του δέκατου τέταρτου αιώνα χαρακτηρίστηκαν από την αυξανόμενη τουρκική απειλή. Αυτή η απειλή δεν προερχόταν από τους μικρούς Τουρκομάνους εμίρηδες, που συνορεύονταν με την Αυτοκρατορία, αλλά από τη δυναστεία των Οσμανλήδων, μια νέα τουρκική δύναμη, που αναδύθηκε από τη δυτική Μικρά Ασία και σύντομα θα γινότα γνωστή ως Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αν και ο νέος αυτός αντίπαλος, αφού νίκησε τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και τις άλλες Χριστιανικές δυνάμεις των Βαλκανίων, υπέστη καταστροφή στη Μάχη της Άγκυρας το 1402 από τον Ταμερλάνο, οι Οθωμανοί ανέκαμψαν με εκπληκτική ταχύτητα, κατακτώντας τελικά τη Θεσσαλονίκη το 1430 και πάνω απ' όλα την Κωνσταντινούπολη στις 29 Μαΐου 1453. Ο Μανουήλ Γ΄ (1390-1417), ο δεύτερος γιος και διάδοχος του Αλεξίου Γ΄, είχε συμμαχήσει με τον Ταμερλάνο, αλλά ο ισχυρός κατακτητής εγκατέλειψε σύντομα τη Μικρά Ασία και η αυτοκρατορία που είχε δημιουργήσει κατέρρευσε με το θάνατό του. Ο γιος του Αλέξιος Δ΄ (1417-1429) συνέχισε την παράδοση των γάμων πολιτικής σκοπιμότητας, παντρεύοντας δύο από τις κόρες του με τους ηγεμόνες δύο γειτονικών Μουσουλμανικών αυτοκρατοριών: του Τζαχάν Σαχ, χαν των Καρά Κογιουνλού και τον Αλή Μπέη, χαν των Ακ Κογιουνλού. Η μεγαλύτερη κόρη του Μαρία έγινε η τρίτη σύζυγος του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου. Ένας Ισπανός ταξιδιώτης της εποχής (ο Πέτρος Ταφούρ), που επισκέφτηκε την Τραπεζούντα το 1437 ανέφερε ότι η άμυνα της πόλης αποτελείται από λιγότερο από 4.000 στρατιώτες.

Ο μεγαλύτερος γιος του Αλεξίου Δ΄, Ιωάννης Δ΄ (1429-1459), έβλεπε ότι η Αυτοκρατορία του θα είχε σύντομα την τύχη της Κωνσταντινούπολης. Ο Οθωμανός Σουλτάνος Μουράτ Β΄ προσπάθησε για πρώτη φορά να καταλάβει την πρωτεύουσα από τη θάλασσα το 1442, αλλά η μεγάλη τρικυμία κατέστησε δύσκολη την απόβαση και η προσπάθεια αποκρούστηκε. Ενώ ο γιος και διάδοχος του Μουράτ, Μωάμεθ Β΄, ήταν μακριά πολιορκώντας το Βελιγράδι το 1456, ο Οθωμανός κυβερνήτης της Αμάσειας επιτέθηκε στην Τραπεζούντα και, αν και ηττήθηκε, πήρε πολλούς κρατούμενους και απέσπασε υπέρογκα λύτρα για την απελευθέρωσή τους.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίδρυση (1204-1222)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ήταν ένα από τα τρία ελληνικά κράτη που δημιουργήθηκαν μετά τις ανακατατάξεις που ακολούθησαν, μαζί με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Ο Αλέξιος Κομνηνός, ο εγγονός του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α΄ Κομνηνού και γιος της Γεωργιανής Ρουσουδάν, κόρης του Γεώργιου Γ΄ της Γεωργίας, έκανε την Τραπεζούντα πρωτεύουσα του βασιλείου του και ανακήρυξε τον εαυτό του Αυτοκράτορα και νόμιμο διάδοχο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Ο Αυτοκράτορας Ανδρόνικος Α’ εκδιώχτηκε, ύστερα από στάση, από τον βυζαντινό θρόνο και δολοφονήθηκε βάναυσα το 1185. Ο γιος του Μανουήλ τυφλώθηκε εκείνο το διάστημα και ίσως να υπέκυψε στους τραυματισμούς του. Σύμφωνα με τις πηγές, η Ρουσουδάν, η σύζυγος του Μανουήλ και μητέρα του Αλέξιου και του Δαυίδ, εγκατέλειψε εσπευσμένα την Κωνσταντινούπολη με τα παιδιά της, ώστε να αποφύγει τις διώξεις από τον ανερχόμενο Αυτοκράτορα Ισαάκ Β΄ Άγγελο. Δεν είναι σαφές αν η Ρουσουδάν κατέφυγε στην Γεωργία ή στις νότιες ακτές του Εύξεινου Πόντου, από που κατάγονταν η οικογένεια των Κομνηνών. Υπάρχουν πάντως ενδείξεις ότι οι Κομνηνοί είχαν δημιουργήσει ημι-ανεξάρτητο κράτος σ' αυτή την περιοχή, με έδρα την Τραπεζούντα πριν από το 1204.

Κάθε άρχοντας της Τραπεζούντας αυτοαποκαλούνταν: Μέγας Κομνηνός (ή Μεγαλοκομνηνός σύμφωνα και με την ποντιακή παράδοση) και αρχικά διεκδικούσε τον τίτλο «Αυτοκράτωρ Ρωμαίων». Μετά, όμως, το 1282, ο επίσημος τίτλος του άρχοντα της Τραπεζούντας άλλαξε σε: «Αυτοκράτωρ πάσης Ανατολής, Ιβηρίας και Περατείας», τίτλος που διατηρήθηκε ως το 1461. Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ονομάζονταν και κράτος των Κομνηνών, λόγω της άρχουσας δυναστείας.

Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ήλεγχε την παράκτια περιοχή του Εύξεινου Πόντου, μεταξύ Σινώπης και Σωτηριούπολης. Τον 13ο αιώνα η Τραπεζούντα ήλεγχε την Περάτεια, δηλαδή τις απέναντι ακτές της Χερσώνας στην Κριμαϊκή χερσόνησο (αρχαία Ταυρική). Ο Δαυίδ Κομνηνός, ο νεώτερος γιος του Αλέξιου, επεκτάθηκε γρήγορα προς τα δυτικά, καταλαμβάνοντας την Σινώπη, την Ηράκλεια (Ποντοηράκλεια), μέχρι που απέκτησε κοινά σύνορα με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας του Θεόδωρου Α΄ Λάσκαρη. Αυτά τα εδάφη δεν διατηρήθηκαν, καθώς την Σινώπη την κατέλαβε η Νίκαια το 1206 και τελικά έπεσε στα χέρια των Σελτζούκων το 1214.

Ευημερία και προστριβές (1222-1390)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και ο ευρύτερος χώρος μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από την Νίκαια (1265).

Η Τραπεζούντα βρίσκονταν σε συνεχή πόλεμο με τους Σελτζούκους του Ικονίου και αργότερα με τους Οθωμανούς Τούρκους, όπως και με τους Βυζαντινούς και τα ιταλικά κρατίδια, ιδιαίτερα τους Γενουάτες. Ήταν στην ουσία μια Αυτοκρατορία κατ’ όνομα, επιβιώνοντας συνάπτοντας στρατηγικές συμμαχίες και γάμους σκοπιμοτήτων με άρχοντες γειτονικών κρατών.

Η καταστροφή της Βαγδάτης από τους Μογγόλους το 1258, κατέστησε την Τραπεζούντα το δυτικό τέρμα του δρόμου του μεταξιού. Κάτω από την προστασία των Μογγόλων η πόλη απέκτησε σημαντικά πλούτη, λόγω του εμπορίου μεταξιού. Εκείνη την εποχή, ο Μάρκο Πόλο, επέστρεψε στην Ευρώπη δια μέσου της Τραπεζούντας το 1295. Επί του Αυτοκράτορα Τραπεζούντας Αλέξιου Γ΄ (1349-1390) η πόλη ήταν ένα από τα κύρια εμπορικά κέντρα του τότε κόσμου και ήταν ξακουστή για τον σημαντικό πλούτο και τις τέχνες τις.

Η μικρή σε έκταση Αυτοκρατορία, αρχικά προσάρτησε αρκετά εδάφη, επί Αλέξιου Α’ (1204-1222) και ιδιαίτερα επί του αδελφού του Δαυίδ που πέθανε στο πεδίο της μάχης το 1214. Ο δευτερότοκος γιος του Αλέξιου, Μανουήλ Α΄ (1238-1263) εξασφάλισε την εσωτερική συνοχή του κράτους και απέκτησε το κύρος του αξιόλογου στρατιωτικού διοικητή, παρόλο που η Αυτοκρατορία του έχασε εδάφη από τους Τουρκομάνους και αναγκάστηκε να μείνει για ένα διάστημα φόρου υποτελείς στους Σελτζούκους του Ικονίου και αμέσως μετά στους Μογγόλους της Περσίας. Ταραχώδης ήταν η βασιλεία του Ιωάννη Β΄ (1280-1297), όπου πραγματοποιήθηκε η συμφιλίωση με το Βυζάντιο και η άρση των βλέψεων επί της Κωνσταντινούπολης. Η Τραπεζούντα στα χρόνια του Αλέξιου Β΄ (1297-1330) έφτασε στο απόγειο της ακμής, του πλούτου και της επιρροής της. Όμως στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Αλέξιου Γ΄ ως το 1355, σημειώθηκαν πολλές εσωτερικές ταραχές, με δολοφονίες αριστοκρατών και εσωτερικές έριδες. Η Αυτοκρατορία ποτέ δεν κατάφερε να επανακάμψει πλήρως από αυτές τις εσωτερικές προστριβές, ούτε οικονομικά ούτε εδαφικά.

Ο μεγαλύτερος γιος του Αλέξιου Δ΄, ο Ιωάννης Δ΄ (1429-1459), ανίσχυρος έβλεπε ότι η Αυτοκρατορία του θα μοιραζόταν σύντομα την μοίρα της Κωνσταντινούπολης. Ο Οθωμανός Σουλτάνος ​​Μουράτ Β΄ προσπάθησε για πρώτη φορά να καταλάβει την πρωτεύουσα από τη θαλάσσα το 1442, αλλά τα τεράστια κύματα έκαναν δύσκολη την απόβαση και η προσπάθεια αποκρούστηκε. Ενώ ο γιος και διάδοχος του Μουράτ, Μωάμεθ Β΄, ήταν μακριά πολιορκώντας το Βελιγράδι το 1456, ο Οθωμανός κυβερνήτης της Αμάσειας επιτέθηκε στην Τραπεζούντα και, αν και ηττήθηκε, πήρε πολλούς αιχμαλώτους και απέσπασε βαρύ φόρο.

Μικρογραφία Ελληνικού χειρογράφου του 14ου αιώνα, που απεικονίζειBυζαντινούς στρατιώτες από την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.

Ο Ιωάννης Δ΄ φρόντισε να θωρακίσει την Τραπεζούντα συνάπτοντας συμμαχίες. Έστειλε απεσταλμένο στη Σύνοδο της Φλωρεντίας το 1439, τον ανθρωπιστή Γεώργιο Αμιρούτζη, με αποτέλεσμα τη διακήρυξη της Ένωσης Καθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά αυτή η διακήρυξη ελάχιστα βοήθησε. Εδωσε την κόρη του Θεοδώρα (γνωστή επίσης με το όνομα Δέσποινα Κατούν) στο γιο του Ουζούν Χασά, χαν των Ακ Κογιουνλού, με αντάλλαγμα την υπόσχεσή του να υπερασπίζεται την Τραπεζούντα. Επίσης απέσπασε υποσχέσεις βοήθειας από τους Τούρκους εμίρηδες της Σινώπης και της Καραμανίας και το βασιλιά και τους πρίγκιπες της Γεωργίας.

Όμως μετά τον θάνατο του Ιωάννη το 1459, ο διάδοχος και αδελφός του Δαυίδ δεν έκανε σωστή χρήση των υφιστάμενων συμμαχιών. Μάλιστα προσέγγισε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες για βοήθεια κατά των Οθωμανών, κάνοντας λόγο για υπερβολικά φιλόδοξα σχέδια, ακόμη και για κατάκτηση των Ιεροσολύμων. Ο Μωάμεθ Β’ αντιλήφθηκε αυτές τις κινήσεις και ξεκίνησε εκστρατεία για να υποτάξει τα κράτη της περιοχής. Το καλοκαίρι του 1461, με αρκετό στρατό ξεκίνησε από την Προύσα. Αρχικά κινήθηκε προς την Σινώπη, της οποίας ο Τούρκος Εμίρης την παρέδωσε και εν συνεχεία κινήθηκε προς την Αρμενία καθυποτάσσοντας όλα τα τούρκικα κρατίδια της περιοχής και κυκλώνοντας έτσι την Τραπεζούντα. Αμέσως μετά ξεκίνησε την πολιορκία της πόλης, η οποία μετά από ένα μήνα παραδόθηκε από τον Αυτοκράτορά της Δαυίδ, στις 15 Αυγούστου 1461.

Με την πτώση της Τραπεζούντας, το τελευταίο κατάλοιπο της Ρωμαϊκής (που μετέπειτα ονομάστηκε Βυζαντινή από τους ιστορικούς) Αυτοκρατορίας (Ρωμανίας), έπαψε να υφίσταται.

Στα σχετικά περιορισμένα εδάφη του βασιλείου των Μεγάλων Κομνηνών (γνωστού ως «Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας») υπήρχε αρκετός χώρος για τρεις μητροπόλεις: της Τραπεζούντας, που ήταν η μοναδική μητρόπολη που υπήρχε από παλιά, της Κερασούντας και της Ριζούντας στη Λαζική, που και οι δύο σχηματίσθηκαν ως αναβαθμισμένες επισκοπές. Και οι τρεις μητροπόλεις επέζησαν από την Οθωμανική κατάκτηση (1461) και λειτουργούσαν γενικά μέχρι το 17ο αιώνα, όταν καταργήθηκαν οι δύο, Κερασούντας και Ριζούντας. Οι επισκοπές Ριζούντας και Οφιούντος καταργήθηκαν τότε λόγω του εξισλαμισμού των Λαζών και της περιοχής αντίστοιχα. Ενδεχομένως η μητρόπολη της Κερασούντας καταργήθηκε για τους ίδιους λόγους.

Αυτοκράτορες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αυτοκράτορες της Τραπεζούντας αρχικά έφεραν τον τίτλο «Αυτοκράτωρ Ρωμαίων». Ο τίτλος αυτός εξ ορισμού ενείχε βλέψεις για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Από τις αρχές του 14ου αιώνα, για να μην υπάρχει ρήξη με την ανασυσταθείσα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία των Παλαιολόγων, υιοθετήθηκε ο τίτλος: «Αυτοκράτορωρ πάσης Ανατολής, Ιβηρίας και Περατείας (Κριμαίας)». Οι ηγέτες της αυτοκρατορίας, διαδοχικά ήταν οι εξής:

Αξιομνημόνευτοι Τραπεζούντιοι της εποχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Charles Diehl, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας: Μεγαλείο και Παρακμή, εκδόσεις Ηλιάδη, τόμος Α, σελ.104 ISBN 960-87191-1-9

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]