Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπό τη Δυναστεία των Ισαύρων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά το έτος 800.

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία διοικούνταν από τη δυναστεία των Ισαύρων ή Συριακή από το 717 έως το 802. Οι Ίσαυροι Αυτοκράτορες κατάφεραν να υπερασπιστούν και να εδραιώσουν την Αυτοκρατορία ενάντια στο Χαλιφάτο μετά την επίθεση των πρώιμων μουσουλμανικών κατακτήσεων, αλλά ήταν λιγότερο επιτυχημένοι στην Ευρώπη, όπου υπέστησαν οπισθοχωρήσεις κατά των Βουλγάρων, έπρεπε να εγκαταλείψουν την εξαρχία της Ραβέννας και έχασαν την επιρροή τους επάνω στην Ιταλία και τον παπισμό από την αυξανόμενη δύναμη των Φράγκων.

Η δυναστεία των Ισαύρων συνδέεται κυρίως με την Εικονομαχία, μία προσπάθεια αποκατάστασης της θείας εύνοιας, εξαγνίζοντας τη χριστιανική πίστη από την υπερβολική λατρεία των εικόνων, η οποία οδήγησε σε σημαντική εσωτερική αναταραχή.

Μέχρι το τέλος της δυναστείας των Ισαύρων το 802, οι Βυζαντινοί συνέχιζαν να πολεμούν τους Άραβες και τους Βούλγαρους για την ίδια την ύπαρξή τους, με τα πράγματα να γίνονται πιο περίπλοκα όταν ο πάπας Λέων Γ΄ έστεψε τον Καρλομάγνο "Αυτοκράτορα των Ρωμαίων" (Imperator Romanorum) ως απόπειρα να γίνει το βασίλειο των Φράγκων διάδοχο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ιστορικό: Το Βυζάντιο τον 7ο αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δυναστεία του Ηρακλείου (610–695 και 705–711) αντιμετώπισε βαριές προκλήσεις. Μετά την επιτυχή νίκη των Σασσανιδών της Περσίας, ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος (βασ. 610–641) και το εξαντλημένο βασίλειό του αντιμετώπισαν την ξαφνική έναρξη της μουσουλμανικής επέκτασης από την Αραβία στη Συρο-Παλαιστίνη. [1]

Μετά τη μουσουλμανική κατάκτηση της Συρίας, η πλούσια επαρχία της Αιγύπτου, η κύρια πηγή σιτηρών και φορολογικών εσόδων της Αυτοκρατορίας, είχε περιέλθει στους Άραβες. Οι Βυζαντινοί αντιμετώπισαν επίσης Αραβικές επιθέσεις μέσω της Λιβύης κατά της εξαρχίας της Αφρικής, κατά της Κιλικίας, η οποία ήλεγχε τα νότια περάσματα στη Μ. Ασία, τώρα το τελευταίο σημαντικό συνεχόμενο έδαφος της Αυτοκρατορίας, και ενάντια στα Αρμενικά υψίπεδα, την κύρια πηγή στρατιωτικού δυναμικού της Αυτοκρατορίας και ένα ζωτικό φράγμα μεταξύ της Αραβοκρατούμενης πλέον περιοχής της Συριακής Ερήμου και του βορειοανατολικού περάσματος στη Μ. Ασία. Αυτές οι τρεις περιοχές θα ήταν τα κύρια πεδία της Βυζαντινο-αραβικής διαμάχης κατά τον επόμενο μισό αιώνα. [2] Οι Άραβες συνέχισαν να σημειώνουν πρόοδο, κυρίως κατασκευάζοντας ένα ναυτικό που αμφισβήτησε με επιτυχία τη Βυζαντινή υπεροχή στη Μεσόγειο. Το ξεκίνημα τού μουσουλμανικού εμφυλίου πολέμου το 656 έδωσε χρόνο στους Βυζαντινούς και ο Αυτοκράτορας Κώνστας Β΄ (βασ. 641–668) ενίσχυσε τη θέση του στα Βαλκάνια και την Ιταλία. Ο διάδοχός του, Κωνσταντίνος Δ΄ (βασ. 668–685), μπόρεσε να νικήσει την Α΄ Αραβική πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (674–678) και στη συνέχεια να προχωρήσει στην αντεπίθεση, ασφαλίζοντας τη Μ. Ασία, ανακτώντας την Κιλικία και αναγκάζοντας το χαλιφάτο να αποτίσει φόρο υποτέλειας. Ταυτόχρονα όμως, ηττήθηκε από τον Ασπαρούχ χάνο των Βουλγάρων και αναγκάστηκε να δεχτεί την εγκατάσταση τού λαού εκείνου στα Βυζαντινά εδάφη νότια του Δούναβη. [3] Με την πρώτη εκτόπιση του γιου του Κωνσταντίνου Δ΄ και τού διαδόχου Ιουστινιανού Β΄ το 695 ξεκίνησε μια περίοδος αναρχίας, που κράτησε σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα και έφερε μία διαδοχή καταστροφών που παραλίγο να φέρουν την πτώση του Βυζαντινού κράτους. Η Καρχηδόνα τελικά έπεσε το 697 και μία Βυζαντινή προσπάθεια ανάκτησης ηττήθηκε τον επόμενο χρόνο. Η Κιλικία κατακτήθηκε από τους Άραβες και μετατράπηκε σε ορμητήριο για επιδρομές, που διείσδυσαν βαθιά στη Μ. Ασία, λεηλατώντας τα οχυρά και τις πόλεις της, ενώ ο Καύκασος τέθηκε υπό τον αυστηρό μουσουλμανικό έλεγχο. Τελικά, ο χαλίφης των Ομμεϋιάδων Σουλεϊμάν ιμπν Αμπντ αλ-Μαλίκ (ρ. 715–717) άρχισε να προετοιμάζει μία άλλη τεράστια εκστρατεία για την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. [4] [5]

Ταυτόχρονα, οι καταστροφές του 7ου αι. είδαν μεγάλες αλλαγές στην κοινωνία και τη φύση αυτού που απέμεινε από την Αυτοκρατορία: ο αστικοποιημένος, κοσμοπολίτικος πολιτισμός της Ύστερης Αρχαιότητας έφτασε στο τέλος του και άρχισε η μεσαιωνική εποχή. Με την παρακμή των περισσότερων πόλεων σε έναν μικρό, οχυρωμένο αστικό πυρήνα που λειτουργούσε απλώς ως διοικητικό κέντρο, η κοινωνία έγινε σε μεγάλο βαθμό αγροτική, ενώ η εκπαίδευση και η πνευματική ζωή σχεδόν εξαφανίστηκαν. Η απώλεια των πλουσιότερων επαρχιών της Αυτοκρατορίας, σε συνδυασμό με τις διαδοχικές εισβολές, μείωσαν την Αυτοκρατορική οικονομία σε μία σχετικά πτωχή κατάσταση, σε σύγκριση με τους πόρους που διέθετε τώρα το χαλιφάτο. Η νομισματική οικονομία παρέμεινε, αλλά και η οικονομία ανταλλαγής γνώρισε μιία αναβίωση. [6] [7] Η διοικητική πρακτική άλλαξε επίσης: παράλληλα με τη συνέχιση της ύπαρξης τού ύστερου Ρωμαϊκού επαρχιακού συστήματος, οι επιζώντες στρατοί πεδίου αναδιοργανώθηκαν στο θεματικό σύστημα ως μέσο για τη διατήρηση της εναπομείνασας Αυτοκρατορικής επικράτειας, αν και η εκτεταμένη εξουσία συγκεντρώθηκε στα χέρια των θεματικών διοικητών, των στρατηγών, που τους έκανε επιρρεπείς σε επαναστάσεις. Ταυτόχρονα, η κεντρική γραφειοκρατία στην Κωνσταντινούπολη αυξήθηκε επίσης σε σημασία. [8] [9] Στο θρησκευτικό πεδίο, η απώλεια των Μονοφυσιτών ανατολικών επαρχιών τερμάτισε την ανάγκη για το αποτυχημένο συμβιβαστικό δόγμα του Μονοθελετισμού, το οποίο εγκαταλείφθηκε στην ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 680, [10] ενώ η Πενθέκτη Σύνοδος το 692 είδε την προώθηση των συμφερόντων και τις απόψεις του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατά της έδρας της Ρώμης. [11]

Η Αυτοκρατορία σε κρίση, 705–717[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περαιτέρω πληροφορίες: Εικονομαχία
Χάρτης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με τα θέματά της περί το 717.

Μετά τη δεύτερη ανατροπή τού Ιουστινιανού Β΄, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μπήκε σε μία άλλη εποχή αναστάτωσης, που συνδυάστηκε μόνο με τον λάθος χειρισμό του Φωκά στον τελευταίο Περσικό πόλεμο. Ο Φιλιππικός Βαρδάνης, που εξεγέρθηκε στην Κριμαία και κατέλαβε τον θρόνο, αποδείχθηκε παντελώς ανίκανος για διακυβέρνηση. Αντί να αντιμετωπίσει την διαφαινόμενη απειλή των Βουλγάρων ή των Αράβων, σκόπευε να αναζωπυρώσει τις θρησκευτικές διαμάχες, επιβάλλοντας τον πολύ μισητό Ηρακλειανό Μονοθελητισμό. Όταν ο Τέρβελ ηγεμόνας των Βουλγάρων (ο οποίος ήταν σύμμαχος του Ιουστινιανού Β΄) εισέβαλε στη Θράκη, ο Βαρδάνης δεν είχε άλλη επιλογή, από το να καλέσει τα στρατεύματα του θέματος του Οψικίου για να πολεμήσουν τους Βουλγάρους. Δυστυχώς για τον Αυτοκράτορα, τα στρατεύματα δεν είχαν καμία απολύτως πίστη σε αυτόν και μετά την τελετουργική τύφλωση αντικαταστάθηκε τον Ιούνιο του 713 από τον αρχιγραμματέα του Αρτέμιο.

Ο Αρτέμιος στέφθηκε ως Αναστάσιος Β΄. Ο Αναστάσιος Β΄ έδωσε στην Αυτοκρατορία μία σύντομη γεύση καλής ηγεσίας, βελτιώνοντας τα τείχη της πρωτεύουσας και γεμίζοντας τους σιταποθήκες της πρωτεύουσας σε σημείο έκρηξης, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η πρόσφατα αναφερόμενη αραβική εισβολή. Σε κάθε πολίτη είπαν να μαζέψει αρκετό φαγητό για τρία χρόνια, διότι αν οι Άραβες έφταναν στα στενά, θα ήταν αναμφίβολα μία μακρά πολιορκία. Ωστόσο, ο Αναστάσιος Β΄ αποδείχθηκε πολύ καλός για την Αυτοκρατορία: σε μία προσπάθεια να αποτρέψει την Αραβική πολιορκία της Πρωτεύουσας, ο Αναστάσιος Β΄ σχεδίασε ένα προληπτικό χτύπημα κατά των εισβολέων, χρησιμοποιώντας τη Ρόδο ως ορμητήριο. Ωστόσο, το θέμα του Οψικίου επαναστάτησε και ο Αναστάσιος Β΄ βρέθηκε σε ένα μοναστήρι της Θεσσαλονίκης το 715.

Οι στρατιώτες τού θέματος τού Οψικίου επέλεξαν τον Θεοδόσιο Γ΄, έναν απρόθυμο φοροεισπράκτορα, να κυβερνήσει την Αυτοκρατορία. Η επιλογή μόλις και μετά βίας βασίστηκε στις δεξιότητές του. Όταν ο Λέων ο Ίσαυρος, στρατηγός του θέματος των Ανατολικών, ζήτησε από τη Σύγκλητο και τον Πατριάρχη την υποστήριξή τους για να γίνει Αυτοκράτορας, δεν χρειάστηκε να πειστεί κανείς για να την αποκτήσει.

Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος, 717–741[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λέων Γ΄, ο οποίος θα γινόταν ο ιδρυτής τής λεγόμενης Συριακής δυναστείας, γεννήθηκε στην πραγματικότητα στη Γερμανίκεια της βόρειας Συρίας περί το 685. Η υποτιθέμενη καταγωγή του από την Ισαυρία προέρχεται από μία αναφορά στον Θεοφάνη τον Ομολογητή, η οποία ωστόσο μπορεί να είναι μεταγενέστερη προσθήκη. Αφού αναδείχθηκε σε σπαθάριο από τον Ιουστινιανό Β΄, πολέμησε τους Άραβες στην Αβασγία και διορίστηκε στρατηγός του θέματος των Ανατολικών από τον Αναστάσιο Β΄. [12] Μετά την πτώση του τελευταίου, το 716 ο Λέων Γ΄ συμμάχησε με τον Αρταβάσδο, τον στρατηγό τού θέματος των Αρμενίων και ανακηρύχθηκε Αυτοκράτορας, ενώ δύο Αραβικοί στρατοί, ο ένας υπό τον Mασλαμά ιμπν Αμπντ αλ-Μαλίκ, αδελφό του χαλίφη, εκστράτευσαν στη Μ. Ασία. Ο Λέων Γ΄ απέτρεψε την επίθεση του Μασλαμά με έξυπνες διαπραγματεύσεις, στις οποίες υποσχέθηκε να αναγνωρίσει την επικυριαρχία του χαλίφη, αλλά στις 25 Μαρτίου 717 μπήκε στην Κωνσταντινούπολη και καθαίρεσε τον Θεοδόσιο Γ΄. [13] [14] [15]

Αραβική πολιορκία της Κωνσταντινούπολης και οι συνέπειές της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρυσός σόλιδος τού Λέοντα Γ΄ (εμπρόσθια όψη) και τον γιο και συναυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε΄. Επιγρ.: d NO LEON P A MUL / d N CONSTANTINUS M.

Μέσα σε λίγους μήνες, ο νέος Αυτοκράτορας αντιμετώπισε την πρώτη του μεγάλη πρόκληση, με μία μεγάλη Μουσουλμανική επίθεση στην Αυτοκρατορική Πρωτεύουσα: ο στρατός και το ναυτικό του Χαλιφάτου, με επικεφαλής τον Μασλαμά, αριθμούσαν περίπου 120.000 άνδρες και 1.800 πλοία σύμφωνα με τις πηγές. Όποιος και αν ήταν ο πραγματικός αριθμός, ήταν μία τεράστια δύναμη, πολύ μεγαλύτερη από τον Αυτοκρατορικό στρατό. Ευτυχώς για τον Λέοντα Γ΄ και την Αυτοκρατορία, ο Αναστάσιος Β΄ είχε επισκευάσει και ενισχύσει τα θαλάσσια τείχη της πρωτεύουσας. Επιπλέον, ο Αυτοκράτορας συνήψε συμμαχία με τον Τέρβελ χαν των Βουλγάρων, ο οποίος συμφώνησε να παρενοχλήσει τα μετόπισθεν των εισβολέων. [16]

Από τον Ιούλιο του 717 έως τον Αύγουστο του 718, η πόλη πολιορκήθηκε από ξηρά και θάλασσα από τους Μουσουλμάνους, οι οποίοι έκτισαν μία εκτεταμένη διπλή γραμμή αποκλεισμού και περίφραξης στην πλευρά της ξηράς, απομονώνοντας την πρωτεύουσα. Ωστόσο, η προσπάθειά τους να ολοκληρώσουν τον αποκλεισμό από τη θάλασσα απέτυχε, όταν το Βυζαντινό ναυτικό χρησιμοποίησε ελληνικό πυρ εναντίον τους. Ο Αραβικός στόλος κρατήθηκε αρκετά μακριά από τα τείχη της πόλης, αφήνοντας ανοιχτούς τους δρόμους ανεφοδιασμού της Κωνσταντινούπολης. Αναγκασμένος να επεκτείνει την πολιορκία μέχρι τον χειμώνα, ο πολιορκητικός στρατός υπέστη φρικτές απώλειες από το κρύο και την έλλειψη προμηθειών. [17] [18] Την άνοιξη, νέες ενισχύσεις στάλθηκαν από τον νέο χαλίφη, Ουμάρ ιμπν Αμπντ αλ-Αζίζ (βασ. 717–720), δια θαλάσσης από την Αφρική και την Αίγυπτο και από ξηρά μέσω της Μ. Ασίας. Τα πληρώματα των νέων στόλων αποτελούνταν ως επί το πλείστον από Χριστιανούς, οι οποίοι άρχισαν να αυτομολούν σε μεγάλους αριθμούς, ενώ οι χερσαίες δυνάμεις έπεσαν σε ενέδρες και ηττήθηκαν στη Βιθυνία. Καθώς ο λιμός και μία επιδημία συνέχισαν να μαστίζουν το Αραβικό στρατόπεδο, η πολιορκία εγκαταλείφθηκε στις 15 Αυγούστου 718. Κατά την επιστροφή του, ο Αραβικός στόλος υπέστη περαιτέρω απώλειες από καταιγίδες και έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας. [18] [19]

Ακόμη και κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, ο Λέων Γ΄ μπόρεσε να καταπνίξει τις προσπάθειες απόσχισης: τα στρατεύματά του ανέτρεψαν γρήγορα μία εξέγερση στη Σικελία, όπου κάποιος Βασίλειος Ονομάγουλολος ανακηρύχθηκε "αυτοκράτορας". Το 719 αντιμετώπισε επίσης μία προσπάθεια του έκπτωτου Αναστασίου Β΄ να ανακτήσει τον θρόνο του με τη βοήθεια των Βουλγάρων. [13] [20] Ο Λέων Γ΄ ενίσχυσε περαιτέρω τη θέση του, στέφοντας τη σύζυγό του Μαρία ως Αυγούστα το 718 και τον γιο του Κωνσταντίνο (Ε΄) ως συναυτοκράτορα το 720 [20] [21] Επωφελούμενος από την εξασθενημένη κατάσταση του Χαλιφάτου, μετά τις τεράστιες απώλειες που είχαν υποστεί πριν από την Κωνσταντινούπολη, ο Λέων Γ΄ μπόρεσε να εξαπολύσει μία αντεπίθεση, που σημείωσε κάποια επιτυχία. Ωστόσο, οι Άραβες σύντομα ανέκαμψαν και από το 720 ξεκίνησαν ετήσιες επιδρομές, που κατέστρεψαν μεγάλα τμήματα της Μ. Ασίας, παρά τη Βυζαντινή συμμαχία με τους Χαζάρους, οι οποίοι εξαπέλυσαν επιθέσεις στη βόρεια πλευρά τού χαλιφάτου. Το Ικόνιο και η Καισάρεια λεηλατήθηκαν και τα Βυζαντινά στρατεύματα εκδιώχθηκαν ξανά από την Αρμενία. [18] [22]

Έναρξη Εικονομαχίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φύλλο από το εικονόφιλο Ψαλτήριο του Chludov του 9ου αι., με συμπάθεια στους εικονομάχους, απεικονίζει έναν να επικαλύπτει μία εικόνα του Χριστού.

Η απογοήτευση του Λέοντα Γ΄ για τις στρατιωτικές του αποτυχίες τον οδήγησε να πιστέψει, με τον τρόπο της εποχής, ότι η Αυτοκρατορία είχε χάσει τη θεϊκή εύνοια. Ήδη το 722 είχε προσπαθήσει να εξαναγκάσει τη μεταστροφή των Εβραίων της Αυτοκρατορίας, αλλά σύντομα άρχισε να στρέφει την προσοχή του στην υπερβολική λατρεία των εικόνων, τις οποίες ορισμένοι επίσκοποι θεωρούσαν ειδωλολατρικές. Μετά την εκ νέου έκρηξη της Θήρας το 726, δημοσίευσε ένα διάταγμα, που καταδίκαζε τη χρήση τους και ζήτησε την εικόνα του Χριστού να αφαιρεθεί από τη Χαλκή Πύλη, την τελετουργική είσοδο στο Μεγάλο Παλάτιο της Κωνσταντινούπολης. Ο Αυτοκράτορας εμφανιζόταν όλο και πιο επικριτικός απέναντι στους εικονόφιλους και σε ένα αυλικό συμβούλιο το 730 απαγόρευσε επίσημα τις απεικονίσεις θρησκευτικών προσωπικοτήτων. [18] [23] [24]

Η δέσμευση του Λέοντα Γ΄ για εικονομαχία προκάλεσε αντιδράσεις, τόσο στον λαό όσο και στην Εκκλησία. Οι στρατιώτες που κατέβασαν την εικόνα του Χριστού από την Πύλη λιντσαρίστηκαν και μία θεματική εξέγερση που ξεκίνησε στην Ελλάδα το 727, υποκινήθηκε τουλάχιστον εν μέρει από την εικονοφιλική ζέση. Ο πατριάρχης Γερμανός Α΄ παραιτήθηκε, για να αντικατασταθεί από τον ευσεβέστερο Αναστάσιο. Το διάταγμα του Αυτοκράτορα επέφερε την καταδίκη των παπών Γρηγορίου Β΄ και Γρηγορίου Γ΄, καθώς και του Ιωάννη του Δαμασκηνού. Γενικά, ωστόσο, η διαμάχη παρέμεινε περιορισμένη, καθώς ο Λέων Γ΄ απέφυγε να διώξει ενεργά τους εικονόφιλους. [18] [25]

Η ρήξη με τον πάπα είχε και άλλους λόγους: ο Λέων Γ΄ μετέφερε τις επισκοπές του ανατολικού Ιλλυρικού (περίπου την παλιά μητρόπολη της Μακεδονίας ) από τη Ρώμη στη δικαιοδοσία της Κωνσταντινούπολης και στέρησε περαιτέρω από τον πάπα τα έσοδα της Σικελίας και της Καλαβρίας. Ταυτόχρονα, ο Λέων Γ΄ δεν κατάφερε να παράσχει βοήθεια στην εμπόλεμη Βυζαντινή εξαρχία της Ραβέννας. Το 727 οι τοπικές Βυζαντινές δυνάμεις ανέτρεψαν τον διοικητή τους και περί το. 738 η πόλη καταλήφθηκε για ένα διάστημα από τον Λομβαρδό βασιλιά Λιουτπράνδο. [26] [27] [28]

Τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υιοθέτηση της εικονομαχίας φαινόταν πράγματι να δικαιώνεται στα μάτια του Αυτοκράτορα, διότι η επιτυχία επέστρεψε στα Αυτοκρατορικά όπλα και οι Μουσουλμάνοι υπέστησαν μία σειρά από ήττες μεταξύ 727 και 732. Τα επόμενα χρόνια ήταν πιο δύσκολα, ειδικά καθώς οι Άραβες νίκησαν τους Χαζάρους και ανάγκασαν τον αρχηγό τους να ασπαστεί το Ισλάμ. Το 740, ωστόσο, ο Αυτοκράτορας και ο γιος του σημείωσαν μία αποφασιστική νίκη επί ενός Αραβικού στρατού εισβολής στο Ακροϊνόν, γεγονός που σταμάτησε την ορμή των Αραβικών επιθέσεων. [28] [29] [30]

Τον Μάρτιο του 741 (οι παλαιότερες πηγές προτιμούν να το χρονολογούν στο 726), ο Λέων Γ΄ εξέδωσε επίσης την Εκλογή (νόμων), μία αναθεωρημένη επιλογή νόμων, που προέρχεται κυρίως από τον παλαιότερο Κώδικα του Ιουστινιανού (Codex Justinianus). Η Χριστιανική επιρροή είναι εμφανής στην αξιοσημείωτη μείωση των εγκλημάτων, που υπόκεινται σε θανατική ποινή, αλλά η συλλογή επέκτεινε αντίστροφα τη χρήση του ακρωτηριασμού, που θεωρείται πιο ανθρώπινος, ως τιμωρία. ΤΗ Εκλογή νόμων αποδείχθηκε δημοφιλής ως συνοπτικό νομικό εγχειρίδιο, παραμένοντας το τυπικό νομικό κείμενο μέχρι την εισαγωγή της Επαναγωγής στα τέλη του 9ου αι., και μεταφράστηκε στα Σλαβικά, τα Αραβικά και τα Αρμενικά. [31] [32]

Ο Λέων Γ΄ απεβίωσε ειρηνικά στο κρεβάτι του στις 18 Ιουνίου 741, ο πρώτος αυτοκράτορας που το έκανε μετά τον Κωνσταντίνο Δ΄. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, είχε καταφέρει να αποκρούσει τις Αραβικές επιθέσεις και να εδραιώσει τα ανατολικά σύνορα της Αυτοκρατορίας. Από την άλλη πλευρά, η εισαγωγή μίας νέας και περιττής θεολογικής διαμάχης, αν και προς το παρόν σχετικά ήπιας, έθετε σε κίνδυνο τις προσπάθειές του να αποκαταστήσει τη σταθερότητα στην Αυτοκρατορία. [33]

Κωνσταντίνος Ε΄, 741–775[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κωνσταντίνος Ε΄ γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, γιος και διάδοχος του αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ και της Μαρίας. Τον Αύγουστο του 720 έγινε συναυτοκράτορας από τον πατέρα του, ο οποίος τον έβαλε να νυμφευτεί την Τζιτζάκ, κόρη του Μπιχάρ χαγάνου των Χαζάρων. Η νέα του νύφη βαπτίστηκε Ειρήνη το 732. Ο Κωνσταντίνος Ε΄ διαδέχθηκε τον πατέρα του ως μόνος Αυτοκράτορας στις 19 Απριλίου 741.

Εμφύλιος πόλεμος κατά του Αρταβάσδου και πρώτες μάχες κατά της λατρείας των εικόνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κωνσταντίνος Ε΄ διέσχιζε τη Μ. Ασία για να εκστρατεύσει εναντίον του χαλιφάτου των Ομμεϋαδών υπό τον χισάμ ιμπν Αμπντ αλ-Μαλίκ στα ανατολικά σύνορα τον Ιούνιο του 741 ή 742. Αλλά κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας, ο Κωνσταντίνος Ε΄ δέχτηκε επίθεση από τις δυνάμεις τού κουνιάδου του Αρταβάσδου, στρατηγού του θέματος των Αρμενιακών. Ο Αρταβάσδος ήταν σύζυγος της Άννας των Ισαύρων, μεγαλύτερης αδελφής του Κωνσταντίνου Ε΄.

Ηττημένος, ο Κωνσταντίνος Ε΄ αναζήτησε καταφύγιο στο Αμόριο, ενώ ο νικητής προχώρησε στην Κωνσταντινούπολη και έγινε δεκτός ως Αυτοκράτορας. Ενώ ο Κωνσταντίνος Ε΄ λάμβανε τώρα την υποστήριξη των θεμάτων των Ανατολικών και των Θρακησίων, ο Αρτάβασδος εξασφάλισε την υποστήριξη των θεμάτων της Θράκης και του Οψικίου, εκτός από τους δικούς του στρατιώτες του θέματος των Αρμενιακών.

Αφού οι αντίπαλοι Αυτοκράτορες είχαν αφιερώσει χρόνο στις στρατιωτικές προετοιμασίες, ο Αρτάβασδος βάδισε εναντίον του Κωνσταντίνου Ε΄, αλλά ηττήθηκε τον Μάιο του 743. Τρεις μήνες αργότερα ο Κωνσταντίνος Ε΄ νίκησε τον γιο του Αρταβάσδου, τον Νικήτα και κατευθύνθηκε προς την Κωνσταντινούπολη. Στις αρχές Νοεμβρίου ο Κωνσταντίνος Ε΄ έγινε δεκτός στην πρωτεύουσα και αμέσως στράφηκε εναντίον των αντιπάλων του, τυφλώνοντας ή εκτελώντας τους. Ίσως επειδή ο σφετερισμός του Αρταβάσδου ήταν αλληλένδετος με την αποκατάσταση της λατρείας των εικόνων, ο Κωνσταντίνος Ε΄ έγινε τώρα ίσως πιο ένθερμος εικονομάχος από τον πατέρα του.

Το υποτιμητικό επίθετο του Κωνσταντίνου Κοπρώνυμος (από το κόπρος, "κόπρανα" ή "ζωική κοπριά" και όνομα), χρησιμοποιήθηκε σε αυτόν από τους ορκωτούς εχθρούς του για το εξαιρετικά συναισθηματικό ζήτημα, τις εικόνες. Χρησιμοποιώντας το άσχημο αυτό όνομα, διέδιδαν τη φήμη ότι, ως βρέφος, είχε αφοδεύσει στη κολυμβήθρα του ή στο αυτοκρατορικό πορφυρό ύφασμα, με το οποίο τον είχαν τυλίξει.

Εκστρατεία κατά των εικόνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θέση του Κωνσταντίνου Ε΄ για την εικονομαχία ήταν σαφής: Δεν μπορεί να παρασταθεί. Διότι ό,τι ζωγραφίζεται ως ένα πρόσωπο, και όποιος περιγράφει αυτό το πρόσωπο, απλά περιγράφει τη θεία φύση, που είναι αδύνατο να περιγραφεί. Τον Φεβρουάριο του 754 ο Κωνσταντίνος συγκάλεσε σύνοδο στην Ιερεία, στην οποία συμμετείχαν εξ ολοκλήρου εικονομάχοι επίσκοποι. Το συμβούλιο ενέκρινε τη θρησκευτική πολιτική του Κωνσταντίνου Ε΄ και εξασφάλισε την εκλογή νέου εικονομάχου πατριάρχη, αλλά αρνήθηκε να ακολουθήσει όλες τις απόψεις του Κωνσταντίνου Ε΄. Η σύνοδος επιβεβαίωσε την ιδιότητα της Παναγίας ως Θεοτόκου, δηλ. Μητέρας του Θεού, ενίσχυσε τη χρήση των όρων «άγιος» και «ιερός» ως aαρμόδιων και καταδίκασε τη βεβήλωση, το κάψιμο ή τη λεηλασία εκκλησιών στην προσπάθεια εκτόνωσης του μένους των εικονόφιλων.

Ακολούθησε μία εκστρατεία για την αφαίρεση εικόνων από τους τοίχους των εκκλησιών και την εκκαθάριση της αυλής και της γραφειοκρατίας από τους εικονόφιλους ("εικονόδουλους"). Δεδομένου ότι τα μοναστήρια έτειναν να είναι προπύργια του εικονοφιλικού αισθήματος, ο Κωνσταντίνος Ε΄ στόχευε ειδικά τους μοναχούς και τις μοναχές, ζευγαρώνοντάς τους και αναγκάζοντάς τους να νυμφευτούν μοναχές στον Ιππόδρομο και απαλλοτριώνοντας τη μοναστική περιουσία προς όφελος του κράτους ή του στρατού. Οι καταστολές εναντίον των μοναχών (με αποκορύφωμα το 766) ηγήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τον στρατηγό του αυτοκράτορα Μιχαήλ Λαχανοδράκοντα, ο οποίος απείλησε τους αντιστασιακούς μοναχούς με τύφλωση και εξορία.

Ένας ηγούμενος με εικόνες, ο Στέφανος ο Νέος, λυντσαρίστηκε βάναυσα από έναν όχλο, κατόπιν εντολής των αρχών. Ως αποτέλεσμα, πολλοί μοναχοί κατέφυγαν στη νότια Ιταλία και τη Σικελία. Μέχρι το τέλος της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ε΄, η Εικονομαχία είχε φτάσει στο σημείο να χαρακτηρίζει τα λείψανα και τις προσευχές προς τους αγίους ως αιρετικά.

Τελικά, οι εικονόφιλοι θεώρησαν το τέλος του θεία τιμωρία. Τον 9ο αι. τον ξέθαψαν και το λείψανό του πετάχτηκε στη θάλασσα.

Εκστρατείες κατά των Αράβων και της Βουλγαρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κωνσταντίνος Ε΄ ήταν επίσης ικανός στρατηγός και διοικητής. Αναδιοργάνωσε τα θέματα, τις στρατιωτικές περιφέρειες της Αυτοκρατορίας και δημιούργησε νέα τμήματα στρατού πεδίου, που ονομάστηκαν Τάγματα. Αυτή η οργάνωση είχε σκοπό να ελαχιστοποιήσει την απειλή συνωμοσιών και να ενισχύσει τις αμυντικές δυνατότητες της Αυτοκρατορίας. Με αυτόν τον αναδιοργανωμένο στρατό ξεκίνησε εκστρατείες στα τρία μεγάλα σύνορα.

Το 746, επωφελούμενος από τις ασταθείς συνθήκες στο χαλιφάτο των Ομμεϋαδών που κατέρρεε υπό τον Μαρουάν Β΄, ο Κωνσταντίνος Ε΄ εισέβαλε στη Συρία και κατέλαβε τη Γερμανίκεια (σημερινό Mαράς, τη γενέτειρα τού πατέρα του). Οργάνωσε την επανεγκατάσταση μέρους του ντόπιου Χριστιανικού πληθυσμού σε Αυτοκρατορικά εδάφη της Θράκης. Το 747 ο στόλος του κατέστρεψε τον αραβικό στόλο ανοιχτά της Κύπρου. Το 752 ο Κωνσταντίνος Ε΄ ηγήθηκε μίας εισβολής στο νέο χαλιφάτο των Αββασιδών υπό τον Ας-Σαφάχ. Ο Κωνσταντίνος Ε΄ κατέλαβε τη Θεοδοσιούπολη και τη Μελιτηνή (Μαλάτεια) και επανεγκατέστησε μέρος τού πληθυσμού στα Βαλκάνια. Αυτές οι εκστρατείες απέτυχαν να εξασφαλίσουν συγκεκριμένα κέρδη (εκτός από τον πρόσθετο πληθυσμό, που χρησιμοποιήθηκε για την ενίσχυση άλλων συνόρων), αλλά είναι σημαντικό να σημειωθεί, ότι υπό τον Κωνσταντίνο Ε΄ η Αυτοκρατορία είχε προχωρήσει στην επίθεση.

Αυτές οι επιτυχίες κατέστησαν δυνατή την άσκηση επιθετικής πολιτικής στα Βαλκάνια. Με την επανεγκατάσταση Χριστιανικών πληθυσμών από την Ανατολή στη Θράκη, ο Κωνσταντίνος Ε΄ είχε ως στόχο να ενισχύσει την ευημερία και την άμυνα αυτής της περιοχής, και προκάλεσε ανησυχία στη βόρεια γειτονική της Αυτοκρατορίας, τη Βουλγαρία: τα δύο κράτη συγκρούστηκαν το 755. Ο Κορμισός ηγεμόνας των Βουλγάρων επιτέθηκε μέχρι το Τείχος του Αναστασίου, αλλά ηττήθηκε στη μάχη από τον Κωνσταντίνο Ε΄, ο οποίος εγκαινίασε μία μακρά σειρά από εννέα επιτυχημένες εκστρατείες κατά των Βουλγάρων τον επόμενο χρόνο, σημειώνοντας μία νίκη επί τού διαδόχου τού Κορμισού, τού Βίνεκ στις Μαρκέλες.

Τρία χρόνια αργότερα ηττήθηκε στη μάχη του Περάσματος Ρίσκι, αλλά οι Βούλγαροι δεν εκμεταλλεύτηκαν την επιτυχία τους. Το 763 έπλευσε στην Αγχίαλο με 800 πλοία, που μετέφεραν 9.600 ιππείς και λίγους πεζούς. Οι νίκες του Κωνσταντίνου Ε΄, συμπεριλαμβανομένης αυτής στην Αγχίαλο το 763, προκάλεσαν σημαντική αστάθεια στη Βουλγαρία, όπου έξι μονάρχες έχασαν τα στέμματά τους λόγω των αποτυχιών τους.

Το 751 ο Αϊστούλφος βασιλιάς των Λομβαρδών κατέλαβε τη Ραβέννα, τερματίζοντας τη Ρωμαϊκή κυριαρχία (δύο αιώνες ανακατάληψης).

Το 775 ο Κωνσταντίνος Ε΄ πείστηκε να αποκαλύψει στον Βούλγαρο ηγεμόνα Τέλεριγκ τις ταυτότητες των πρακτόρων του στη Βουλγαρία. Αυτοί εξαλείφθηκαν αμέσως. Έτσι, ο Κωνσταντίνος Ε΄ άρχισε τις προετοιμασίες για μία νέα εκστρατεία κατά των Βουλγάρων, κατά την οποία απεβίωσε στις 14 Σεπτεμβρίου 775.

Οι εκστρατείες του Κωνσταντίνου Ε΄ ήταν δαπανηρές. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του τα ετήσια έσοδα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μειώθηκαν, σε περίπου 1.800.000 νομίσματα λόγω των διαφόρων πολέμων του και των αραβικών κατακτήσεων.

Λέων Δ΄, 775–780[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λέων Δ΄ ήταν γιος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε΄ από την πρώτη του σύζυγο, Τζιτζάκ των Χαζάρων (γνωστή ως Ειρήνη μετά τη βάπτισή της), [34] κόρη ενός χαγάνου των Χαζάρων (που πιστεύεται ότι ήταν ο Μπιχάρ). Στέφθηκε συναυτοκράτορας από τον πατέρα του το 751. Ο Λέων Δ΄ στη συνέχεια νυμφεύτηκε την Ειρήνη, Αθηναία από ευγενή οικογένεια, τον Δεκέμβριο του 769. Το 775 ο Κωνσταντίνος Ε΄ απεβίωσε, αφήνοντας τον Λέοντα Δ΄ μόνο Αυτοκράτορα. [35]

Στις 24 Απριλίου 776 ο Λέων Δ΄, ακολουθώντας το προηγούμενο τού πατέρα και τού παππού του, διόρισε τον γιο του, Κωνσταντίνο ΣΤ΄ συναυτοκράτορα. Αυτό οδήγησε σε μία εξέγερση των πέντε ετεροθαλών αδελφών του Λέοντα Δ΄, συμπεριλαμβανομένου του καίσαρα Νικηφόρου, που ήλπιζαν να κερδίσουν οι ίδιοι τον θρόνο. Η εξέγερση καταπνίγηκε γρήγορα, με τους συνωμότες να ξυλοκοπούνται, να κείρονται μοναχοί και να εξορίζονται στη Χερσώνα με φρούρηση. [36]

Ο Λέων Δ΄ ανατράφηκε ως εικονομάχος υπό τον πατέρα του, αλλά ήταν νυμφευμένος με την Ειρήνη, μία εικονολάτρισσα. [37] [38] Συνειδητοποιώντας τη διαίρεση στο βασίλειό του, ακολούθησε έναν δρόμο συμφιλίωσης προς τις εικόνες, που προηγουμένως είχαν δηλωθεί αιρετικές από την Αυτοκρατορική πολιτική. Ο Λέων Δ΄ επέτρεψε στους μοναχούς, τους διωγμένους και εκτοπισμένους από τον πατέρα του, να επιστρέψουν στα μοναστήρια τους και αποκληθηκε από ορισμένους από τους Ορθοδόξους ως «φίλος της Μητέρας του Θεού», επειδή επέτρεψε στους μοναχούς να διατηρούν εικόνες της Θεοτόκου. Εκτός από τις παραχωρητικές αυτές ενέργειες, ο Λέων Δ΄ διόρισε επίσης έναν εικονολάτρη ("εικονόδουλο"), τον Παύλο της Κύπρου, στη θέση του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μετά το τέλος τού προκατόχου.

Στο τέλος της βασιλείας του, ο Λέων Δ΄ αντέστρεψε τη στάση της ανοχής του. [39]

Η βασιλεία του Λέοντα Δ΄ συνέπεσε με εκείνη του τρίτου χαλίφη των αββασιδών, Αλ-Μαχντί, ο οποίος εισέβαλε στα Βυζαντινά εδάφη σε διαδοχικές περιπτώσεις από το 777 έως το 780, προτού τελικά απωθηθεί από τα στρατεύματα του Λέοντα Δ΄, με επικεφαλής στρατηγούς όπως ο Μιχαήλ Λαχανοδράκων. Ο ίδιος ο Λέων Δ΄ ξεκίνησε με τον στρατό του εναντίον των Βουλγάρων, αλλά απεβίωσε από πυρετό, ενώ βρισκόταν στην εκστρατεία. [40] [41] Η τελευτή του Λέοντα Δ΄ στις 8 Σεπτεμβρίου 780 είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο τής συζύγου του Ειρήνης στο θρόνο.

Ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ και η αντιβασιλεία της Ειρήνης, 780–797[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ ήταν το μοναχοπαίδι του Αυτοκράτορα Λέοντα Δ΄ και της Ειρήνης. Ο Κωνσταντίνος στέφθηκε συναυτοκράτορας από τον πατέρα του το 776 και τον διαδέχθηκε ως μόνος Αυτοκράτορας σε ηλικία 9 ετών υπό την αντιβασιλεία της Ειρήνης το 780.

Η πίσω όψη χρυσού σόλιδου με την Ειρήνη δίπλα στον γιο της Κωνσταντίνο ΣΤ'. Επιγρ.: S[YN] IRIΝI AΥΓ[ΟΥΣΤΗ] ΜΗ[ΤΡΙ]. (Στην εμπρός όψη οι Λέων Γ΄, Κωνσταντίνος Ε΄, Λέων Δ΄ ολόσωμοι με επιγρ. CONSTANTINOS.)

Το 782 αρραβωνιάστηκε με τη Ροτρούδη, κόρη του Φράγκου βασιλιά Καρλομάγνου από την τρίτη σύζυγό του Χίλντεγκαρντ. Η ίδια η Ειρήνη διέκοψε τον αρραβώνα το 788. Το 787 ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ είχε υπογράψει τα διατάγματα της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας, αλλά φαίνεται ότι είχε εικονομαχικές συμπάθειες. Μέχρι τότε ο Κωνσταντίνος είχε γίνει 16 ετών, αλλά η μητέρα του δεν σταμάτησε να τον εξουσιάζει.

Μετά την καταστολή μίας συνωμοσίας κατά της Ειρήνης την άνοιξη του 790, αυτή προσπάθησε να λάβει επίσημη αναγνώριση ως αυτοκράτειρα. Αυτό απέτυχε και με στρατιωτική υποστήριξη ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ ανήλθε τελικά στην πραγματική εξουσία το 790, μετά την εξέγερση τού στρατού από το Θέμα των Αρμενιακών εναντίον της Ειρήνης. Ωστόσο, της επετράπη να διατηρήσει τον τίτλο της αυτοκράτειρας, που επικυρώθηκε το 792, και να ασκήσει την εξουσία ως συγκυβερνήτης με τον Κωνσταντίνο ΣΤ΄.

Η αδυναμία του Κωνσταντίνου ΣΤ΄ προκάλεσε δυσαρέσκεια στους υποστηρικτές του. Επέδειξε αντιηρωική συμπεριφορά μετά τις ήττες από τον Καρδάμ της Βουλγαρίας το 791 και το 792. Αναπτύχθηκε ένα κίνημα υπέρ του θείου του καίσαρα Νικηφόρου. Ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ έβγαλε τα μάτια του θείου του και έκοψε τις γλώσσες των άλλων τεσσάρων ετεροθαλών αδελφών τού πατέρα του. Οι πρώην του Θέματος των Αρμενιακών υποστηρικτές του εξεγέρθηκαν, όταν είχε τυφλώσει τον στρατηγό τους Αλέξιο Μοσελέ. Κατέπνιξε αυτή την εξέγερση με εξαιρετική σκληρότητα το 793.

Στη συνέχεια χώρισε τη σύζυγό του Μαρία της Αμνίας, η οποία δεν του είχε παράσχει άρρενα διάδοχο, και νυμφεύτηκε την ερωμένη του Θεοδότη, μία αντιδημοφιλή και πιθανώς παράνομη πράξη, αν και ο Πατριάρχης την αγνόησε. Ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ με τις ενέργειές του είχε χάσει κάθε υποστήριξη, τόσο από την άρχουσα Ορθόδοξη όσο και από την Εικονομαχική αντιπολίτευση.

Το 797 ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ συνελήφθη και τυφλώθηκε από τους υποστηρικτές της μητέρας του, η οποία είχε οργανώσει μία συνωμοσία. Σύμφωνα με τις περισσότερες σύγχρονες μαρτυρίες, απεβίωσε από τα τραύματά του λίγες ημέρες αργότερα, αφήνοντας την Ειρήνη να στεφθεί ως η πρώτη Αυτοκράτειρα βασιλιάς της Ρωμανίας. Διεκδικητές του θρόνου, που ισχυρίζονταν ότι ήταν ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ εμφανίστηκαν αργότερα κατά τη βασιλεία του Μιχαήλ Β΄ του Τραυλού.

Η Ειρήνη μόνη στην εξουσία και η πτώση της, 797–802[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και συχνά υποστηρίζεται ότι ως μονάρχης η Ειρήνη αποκαλούσε τον εαυτό της «βασιλεύς» (βασιλιάς, δηλ. Αυτοκράτορας), αντί «βασίλισσα» (δηλ. Αυτοκράτειρα), στην πραγματικότητα υπάρχουν μόνο τρεις περιπτώσεις, όπου είναι γνωστό ότι χρησιμοποίησε τον τίτλο «βασιλεύς»: δύο νομικά έγγραφα στα οποία υπέγραψε ως «Αυτοκράτορας των Ρωμαίων» και ένα χρυσό νόμισμα με την εικόνα της, που βρέθηκε στη Σικελία και έφερε τον τίτλο «βασιλεύς». Σε σχέση με το νόμισμα, τα γράμματα είναι κακής ποιότητας και η απόδοση στην Ειρήνη μπορεί, επομένως, να είναι προβληματική. Στην πραγματικότητα, χρησιμοποιούσε τον τίτλο «βασίλισσα» σε όλα τα άλλα έγγραφα, νομίσματα και σφραγίδες. [42]

Οικογενειακό δέντρο της δυναστείας των Ισαύρων/Συρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Whittow (1996), pp. 73–82
  2. Cheynet (2006), pp. 3–6
  3. Cheynet (2006), pp. 6–9
  4. Cheynet (2006), pp. 10–12
  5. Whittow (1996), p. 138
  6. Kazhdan (1991), pp. 350–351
  7. Whittow (1996), pp. 89–95
  8. Kazhdan (1991), pp. 351, 2035
  9. Whittow (1996), pp. 119–121
  10. Cheynet (2006), p. 9
  11. Haldon (1990), pp. 73–74
  12. Kazhdan (1991), pp. 1014, 1208
  13. 13,0 13,1 Kazhdan (1991), p. 1208
  14. Treadgold (1997), p. 345
  15. Cheynet (2006), p. 12
  16. Treadgold (1997), pp. 346–347
  17. Treadgold (1997), p. 347
  18. 18,0 18,1 18,2 18,3 18,4 Cheynet (2006), p. 13
  19. Treadgold (1997), pp. 347–349
  20. 20,0 20,1 Treadgold (1997), pp. 347, 349
  21. Kazhdan (1991), p. 1209
  22. Treadgold (1997), pp. 349–350
  23. Treadgold (1997), pp. 350–353
  24. Whittow (1996), pp. 139–142
  25. Treadgold (1997), pp. 352–354
  26. Kazhdan (1991), pp. 1208–1209, 1774
  27. Treadgold (1997), pp. 352, 355
  28. 28,0 28,1 Cheynet (2006), p. 14
  29. Whittow (1996), p. 143
  30. Treadgold (1997), p. 355
  31. Kazhdan (1991), pp. 672–673, 1208
  32. Treadgold (1997), p. 350
  33. Treadgold (1997), p. 356
  34. «Roman Emperors – DIR Irene (wife of Leo III)». www.roman-emperors.org. Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2018. 
  35. The Chronicle of Theophanes Anni Mundi 6095–6305 (A.D. 602–813): Tr. Harry Turtledove (University of Pennsylvania Press, 1982), p 135-136.
  36. The Chronicle of Theophanes Anni Mundi 6095–6305 (A.D. 602–813): Tr. Harry Turtledove (University of Pennsylvania Press, 1982), 137.
  37. Byzantium: The Imperial Centuries (A.D. 610–1071): Romilly Jenkins (Weidenfeld & Nicolson, 1966), p 92.
  38. The Byzantine Revival: Warren Treadgold (Stanford University Press, 1988), p 5.
  39. Byzantium: The Imperial Centuries (A.D. 610–1071): Romilly Jenkins (Weidenfeld & Nicolson, 1966), p 91.
  40. «Roman Emperors – DIR Leo III». www.roman-emperors.org. Ανακτήθηκε στις 18 Απριλίου 2018. 
  41. A History of Byzantium (second edition): Timothy E. Gregory (Blackwell, 2010), p 213.
  42. Liz James, "Men, Women, Eunuchs: Gender, Sex, and Power" in "A Social History of Byzantium" (J. Haldon, ed.) pp. 45,46; published 2009; (ISBN 978-1-4051-3241-1)

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]