Κομνήνεια αποκατάσταση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Κομνήνεια αποκατάσταση είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται από τους ιστορικούς για να περιγράψουν τη στρατιωτική, οικονομική και εδαφική ανάκτηση της Ρωμανίας υπό τη Δυναστεία των Κομνηνών, δηλ. από τον Αλέξιο Α΄ το 1081 ως τον Ανδρόνικο Α΄ το 1185.

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία την εποχή των Κομνηνών.

Στην αρχή της βασιλείας του Αλεξίου Α΄ η Αυτοκρατορία άρχισε να ξεδιπλώνεται, έπειτα από την ήττα της στο Μαντζικέρτ από τους Σελτζούκους το 1071. Στο ξεκίνημα της βασιλείας του Αλεξίου Α΄, η Αυτοκρατορία απειλήθηκε από τους Νορμανδούς του Ροβέρτου Γυισκάρδου, που από τη βάση τους στη Νότια Ιταλία εισέβαλαν στα Βαλκάνια. Όλα αυτά έγιναν, διότι η στρατιωτική διάρθρωση της Αυτοκρατορίας ήταν σε αταξία, καθώς είχε ολοένα και πιο πολύ στηριχθεί σε μισθοφόρους. Επίσης οι προηγούμενοι Αυτοκράτορες είχαν σπαταλήσει τα μεγάλα αποθέματα σε χρυσό της Κωνσταντινούπολης, οπότε η άμυνα της Αυτοκρατορίας είχε εξασθενίσει και υπήρχαν λίγα στρατεύματα για να καλύψουν όλες τις ανάγκες.

Ωστόσο οι Κομνηνοί κατάφεραν να επαναβεβαιώσουν τη Ρωμαϊκή υπεροχή στον κόσμο της Μεσογείου, στρατιωτικά και πολιτιστικά. Οι σχέσεις μεταξύ της Ρωμανίας και της Δυτικής Ευρώπης άκμασαν με αποκορύφωμα τη συνεργασία του Αλεξίου Α΄ και των επομένων Αυτοκρατόρων με τους Σταυροφόρους. Ο Αλέξιος Α΄ είχε παίξει καθοριστικό ρόλο στην κλήση της Α΄ Σταυροφορίας. Ο διασκορπισμένος και αποδιοργανωμένος Ρωμαϊκός στρατός αναδιαρθρώθηκε σε μία ικανή πολεμική μηχανή, που έγινε γνωστή ως ο Ρωμαϊκός στρατός (της εποχής των Κομνηνών). Αν και η Αυτοκρατορία γρήγορα αποδιοργανώθηκε μετά το τέλος του Ανδρόνικου Α΄, τελευταίου Αυτοκράτορα των Κομνηνών, το 1185, η Κομνήνεια αποκατάσταση αντιπροσωπεύει μία από τις τελευταίες κορυφώσεις της ιστορίας των 15 αιώνων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Πριν από τους Κομνηνούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις δεκαετίες πριν από τους Κομνηνουύς, η Ρωμανία ήταν σε σταθερή πτώση λόγω πολλών παραγόντων. Ο πιο σημαντικός ήταν η πολιτική σύγκρουση μεταξύ των γραφειοκρατών της Κωνσταντινούπολης και της Ρωμαϊκής στρατιωτικής αριστοκρατίας.

Σχεδόν σε κάθε έτος μετά από το τέλος του Αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ η αριστοκρατία εξεγειρόταν σε όλη την Αυτοκρατορία, ανατολικά και δυτικά, προκαλώντας τον στρατό να κινείται εμπρός και πίσω, εκθέτοντας τα σύνορα σε λεηλασίες ομάδων Νορμανδών, Πετσενέγκων ή Σελτζούκων ιππέων. Τα όρια της Αυτοκρατορίας στη Νότιο Ιταλία τελικά χάθηκαν στους Νορμανδούς υπό τον Ροβέρτο Γυισκάρδο και τον γιο του Βοημούνδο Α΄, που γρήγορα στράφηκε στις ισχνά φυλασσόμενες Βαλκανικές επαρχίες της Ρωμανίας. Σε αυτές έκανε λεηλασίες και εισβολές. Στην επαρχία υπήρχαν ελεύθεροι αγρότες, αντίθετα με τη Δυτική Ευρώπη. Πάντως η αυξανόμενη δύναμη της αριστοκρατίας οδήγησε στην παύση της ελευθερίας τους και τη διεύρυνση των εκτάσεων των γαιοκτημόνων μέσω αγορών, αλλά και μέσω εκφοβισμού ή βίας. Ο Βασίλειος Β΄ ήταν αδίστακτα εναντίον της αυξανόμενης δύναμής τους και επιτυχής με τη συγκράτησή της· μετά το τέλος του όμως η διαδικασία ξεκίνησε πάλι και επιταχύνθηκε. Ένα άλλο θέμα προέκυψε με το τέλος του αδελφού του, του Κωνσταντίνου Η΄, που δεν είχε άρρενα διάδοχο. Οι γραφειοκράτες πάντρευαν τις δύο κόρες του Ζωή και Θεοδώρα με γηραιούς, ανίκανους άνδρες, ακατάλληλους για διακυβέρνηση, που ήταν ασύνετοι και σπαταλούσαν χρήματα για ασήμαντα πράγματα.

Ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης δύναμης της στρατιωτικής αριστοκρατίας, η πολιτική των γραφειοκρατών σκόπευε να εξασθενήσει την ισχύ της αριστοκρατίας με το να απελευθερώσει τους αγρότες της Ανατολής από τη στρατιωτική τους υπηρεσία και να τους μεταστρέψει σε πληθυσμό που θα πληρώνει φόρους. Η άμυνα των Ρωμαϊκών συνόρων περιέπεσε σε παρακμή, καθώς διαδοχικοί Αυτοκράτορες διέλυσαν μεγάλους στρατούς προηγούμενων εποχών με σκοπό να εξοικονομήσουν χρήματα. Αυτό έκανε τον στρατό πολύ αδύναμο για να αντιμετωπίσει τις εξωτερικές επιδρομές. Έπειτα οι γραφειοκράτες προσέλαβαν μισθοφόρους, πιο πολύ Νορμανδούς, για να αντικαταστήσουν τον επαγγελματικό στρατό και επεδίωξαν με ηλικιωμένους στρατιώτες να υπερασπιστούν τα αδύναμα σύνορα. Ωστόσο η αναξιοπιστία, η λιποταξία και η φιλοδοξία των μισθοφόρων αυτών, φανέρωνε ότι δεν σεβόταν την κρατική εξουσία. Διεξήγαγαν επιδρομές στη Μ. Ασία και μερικές φορές συνεργαζόταν με Σελτζούκους επιδρομείς, τους οποίους υπηρετούσαν, για να πολεμήσουν. Άλλοτε οι ομάδες αυτές μισθοφόρων υπηρετούσαν τους αριστοκράτες στις εξεγέρσεις τους. Κατά την περίοδο αυτή η σύγκρουση με τους Αρμένιους άρχισε πάλι. Οι κρατική διοίκηση, η οικονομία και το στρατιωτικό σύστημα παραμελήθηκαν και επλήγησαν από το ίδιο το κράτος, έτσι η εικόνα του Ρωμαϊκού κράτους έφτασε το 1071 να είναι κοντά στο χάος.

Έπειτα από τον πόλεμο με τους Σελτζούκους το 1071 ο Αυτοκράτορας Ρωμανός Δ΄ Διογένης προσπάθησε να επαναβεβαιώσει τη Ρωμαϊκή κυριαρχία στη Μ. Ασία και να ανακτήσει τα φρούρια που χάθηκαν από αυτούς με προδοσία, αλλά παρενοχλήθηκε στην πορεία του στην κεντρική και ανατολική Μ. Ασία από τους Αρμένιους υποτελείς του. Τότε ο Αλπ Αρσλάν σουλτάνος των Σελτζούκων, βλέποντας τη Ρωμαϊκή προέλαση προς το Μαντζικέρτ και τη ρήξη της συμφωνίας ειρήνης με τους Αρμένιους, αντί να επιτεθεί στο Χαλιφάτο των Φατιμιδών, έστρεψε τον στρατό του προς το Μαντζικέρτ. Όμως ο Ρωμαϊκός στρατός ήταν πολιτικά διαιρεμένος μεταξύ αντίπαλων αριστοκρατών, διεκδικητών της εξουσίας: οι Δούκες διέφυγαν από το πεδίο της μάχης κοντά στο Μαντζικέρτ, αφήνοντας τον Αυτοκράτορα μόνο του να πολεμήσει. Η μάχη με τον Αλπ Αρσλάν δεν ήταν άμεσα στρατιωτικά αποφασιστική, όμως τα μετέπειτα γεγονότα ξέφυγαν από τον έλεγχο και έτσι αποτελεί μία σημαντική στιγμή της ιστορίας της Ρωμανίας.

Αλέξιος Α΄ Κομνηνός (1081-1118)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βασιλεία του Αλεξίου Α΄ είναι καλά τεκμηριωμένη από το έργο Αλεξιάδα της κόρης του Άννας Κομνηνής, που έχει λεπτομέρειες για όλα τα γεγονότα της βασιλείας του, αν και με κάποια μεροληψία υπέρ του Αλεξίου Α΄. Με την ανάρρησή του ο Αλέξιος Α΄ κληρονόμησε μία αρκετά ασθενή Αυτοκρατορία, που ήταν σχεδόν άμεσα απειλούμενη από σοβαρές επιδρομές Νορμανδών της Νότιας Ιταλίας. Οι Νορμανδοί χρησιμοποιούσαν την εκτόπιση του προηγούμενου Αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα ως casus belli για να εισέλθουν στα Βαλκάνια. Ο Αλέξιος Α΄ δεν είχε αρκετά ισχυρό στρατό για να αντισταθεί με επιτυχία στην εισβολή και αρχικά υπέστη σοβαρή ήττα στη Μάχη του Δυρραχίου (1081), πράγμα που επέτρεψε έπειτα στον Ροβέρτο και τον γιο του Βοημούνδο να καταλάβουν αρκετή περιοχή από τα Βαλκάνια.

Πράγματι οι Νορμανδοί κατέλαβαν το Δυρράχιο τον Φεβρουάριο του 1082 και προωθήθηκαν στην ενδοχώρα, καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. Ο Ροβέρτος έπειτα αναγκάστηκε να φύγει από την Ελλάδα για να υπερασπίσει τον επικυρίαρχό του πάπα Γρηγόριο Ζ΄, που του είχε επιτεθεί ο Ερρίκος Δ΄ της Γερμανίας. Ο Ροβέρτος άφησε τον Βοημούνδο υπεύθυνο του στρατού στην Ελλάδα· έπειτα από μερικές νίκες ο Βοημούνδος ηττήθηκε έξω από τη Λάρισσα. Αναγκάστηκε να αποσυρθεί στη Ν. Ιταλία, χάνοντας όλες τις περιοχές (εκτός της Κεφαλληνίας & Ζακύνθου) που είχαν κερδίσει οι Νορμανδοί στην εκστρατεία. Η νίκη αυτή ξεκίνησε την Κομνήνεια αποκατάσταση.

Σύντομα μετά το τέλος του Ροβέρτου το 1085 οι Πετσενέγκες, μία νομαδική ομάδα από τα βόρεια του Δούναβη, εισέβαλε στην Αυτοκρατορία με μία δύναμη 80.000 ανδρών. Τότε ο Αλέξιος Α΄, αντιλαμβανόμενος ότι δεν θα μπορούσε να τους νικήσει με συμβατικά μέσα, συμμάχησε με μία άλλη νομαδική ομάδα -τους Κουμάνους- να τον συνδράμουν, με αποτέλεσμα τον αφανισμό της ορδής των Πετσενέγκων στη μάχη του Λεβουνίου στις 28 Απριλίου 1091.

Έπειτα ο Αλέξιος Α΄ έκανε μία σημαντική ενέργεια: κάλεσε τον πάπα Ουρβανό Β΄ να συνεισφέρει στον πόλεμο με τους Μουσουλμάνους στην Ανατολή. Ήλπιζε να ανακτήσει ειδικά τη Συρία και άλλες περιοχές, που ανήκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία τους προηγούμενους αιώνες. Πράγματι επέτυχε να συναθροισθεί ένα εντυπωσιακό μεγάλο σώμα Σταυροφόρων υπό τον Γοδεφείδο του Μπουγιόν, μεταξύ άλλων ευγενών, που ξεκίνησαν από τη Δυτική Ευρώπη και ταξίδευσαν μέσω της Μ. Ασίας ως τον τελικό προορισμό τους, την Ιερουσαλήμ. Αν και οι σχέσεις των Σταυροφόρων με τους Ρωμαίους δεν ήταν πάντα εγκάρδιες, η συμμαχία των δύο επέτυχε την ανακατάληψη πολλών σημαντικών πόλεων της Μ. Ασίας και της ίδιας της Ιερουσαλήμ. Μεταξύ του 1097 και του 1101 ο Αλέξιος Α΄ κατάφερε να ανακτήσει τη Νίκαια, τη Ρόδο, την Έφεσο και να κάνει την Αντιόχεια υποτελή του. Αυτό έφερε την Αυτοκρατορία στη μεγάλη έκταση που είχε πριν το Μαντζικέρτ το 1071.

Με σκοπό να επιτευχθούν αυτές οι στρατιωτικές νίκες, ο Αλέξιος Α΄ έπρεπε να καταφύγει σε δραστικά μέτρα για να υποστηρίξει οικονομικά τις τόσες πολλές στρατιωτικές αποστολές. Έτσι έλιωσε πολλά εκκλησιαστικά αντικείμενα, πώλησε εκκλησιαστικές γαίες και χρησιμοποίησε στρατολόγηση για να κρατήσει τον στρατό του καλά στελεχωμένο. Αυτό μείωσε τη δημοτικότητά του, όμως κατάφερε να αναστήσει τη Ρωμανία ως το τέλος του το 1118.

Ιωάννης Β΄ Κομνηνός (1118-1143)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ι Ιωάννης Β΄ συνέχισε τις στρατιωτικές επιτυχίες του πατέρα του και ήταν γνωστός σε όλη τη βασιλεία του ως ευγενικός και προσεκτικός διοικητής που δεν διακινδύνευσε ποτέ τις Ρωμαϊκές δυνάμεις σε μεγάλες συρράξεις, που θα μπορούσαν να επιφέρουν μεγάλες καταστροφές. Αντί γι'αυτό ανέκτησε μεθοδικά φρούρια σε όλη τη Μ. Ασία κατά τη βασιλεία του. Η πρόοδος ήταν αργή και σταδιακή, καθώς οι Σελτζούκοι ήταν ισχυροί και το Ρωμαϊκό στράτευμα δεν είχε ακόμη την προηγούμενη υψηλή ικανότητα. Παρ'όλα αυτά ο Ιωάννης έκανε σταθερή πρόοδο καθ'όλη τη βασιλεία του στο μέτωπο της Μ.Ασίας· τελικά κατέλαβε την οδό προς την Αντιόχεια και μπορούσε έτσι να παρακολουθεί τους πρίγκιπες των Σταυροφορικών κρατιδίων.

Στο Βαλκανικό μέτωπο ο Ιωάννης επέτυχε μία συντριπτική νίκη κατά των Πετσενέγκων στη μάχη της Βέροιας το 1122. Η νίκη του ήταν τόσο αποφασιστική, που μετά από αυτήν οι Πετσενέγκοι έπαυσαν να είναι ανεξάρτητος λαός και εξαφανίστηκαν από τις ιστορικές καταγραφές. Λόγω των συνεχών στρατιωτικών του επιτυχιών η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κρατήθηκε ασφαλής: οι επικράτειές της, απαλλαγμένες από λεηλασίες, αναπτύχθηκαν και ευημέρησαν.

Στην εποχή του ανασυγκροτήθηκε το Ρωμαϊκό στράτευμα, που έγινε μία επαγγελματική πολεμική δύναμη και όχι ένα συνονθύλευμα τοπικών δυνάμεων που ήταν πριν. Δημιούργησε μόνιμα, οχυρά στρατόπεδα στη Μ. Ασία και τα Βαλκάνια, όπου το στράτευμά του μπορούσε να συγκεντρωθεί και να εκπαιδευτεί και πρόσθεσε ένα μεγάλο σώμα ιπποτών στον στρατό, με πιο διάσημους τουςκατάφρακτους της Μακεδονίας. Αυτό επέτρεψε στους Ρωμαίους να πολεμούν αποτελεσματικά τους πιο ευκίνητους Σελτζούκους. Όμως το 1143 ο Ιωάννης Β΄ απεβίωσε, ίσως από δηλητηριώδες βέλος από ζηλόφθονες Σταυροφόρους, που δεν ήθελαν να καταπατήσει το κρατίδιό τους. Το αιφνίδιο τέλος του σταμάτησε τις συνεχιζόμενες κατακτήσεις στη Μ. Ασία και η ιστορικός Ζωή Όλντενμπουργκ πιστεύει ότι αν ο Ιωάννης Β΄ ζούσε λίγα ακόμη έτη, οι Ρωμαίοι θα είχαν κάνει μεγάλες ανακτήσεις εδαφών τους.

Μανουήλ Α΄ Κομνηνός (1143-1180)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και ο Μανουήλ Α΄ ήταν ο τέταρτος γιος του Ιωάννη Β΄, επελέγη να διαδεχθεί τον πατέρα του λόγω της ικανότητάς του να ακούει συμβουλές και να μαθαίνει από τα λάθη του, ή έτσι νόμιζε ο πατέρας του. Συνέχισε αξιοθαύμαστα την Κομνήνεια αποκατάσταση, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια, όπου ενοποίησε τις Ρωμαϊκές κτήσεις και προκάλεσε μία συντριπτική ήττα στο βασίλειο της Ουγγαρίας το 1167 στη μάχη του Σιρμίου. Με τη νίκη αυτή το βασίλειο της Ουγγαρίας έγινε υποτελές στην Αυτοκρατορία και -σύμφωνα με τον αξιοσημείωτο Βυζαντινό ιστορικό Πωλ Μαγκνταλίνο- ο Ρωμαϊκός έλεγχος επί των Βαλκανίων ήταν τότε ο πιο αποτελεσματικός από την Ύστερη Αρχαιότητα.

Επιπρόσθετα ο Μανουήλ Α΄ άνοιξε σχέσεις με τις χώρες της Δύσης, καθώς ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε όλα τα πράγματα της Δυτικής Ευρώπης: οργάνωνε ακόμη και κονταρομαχίες (joust). Λόγω της αγάπης του αυτής αύξησε τους διπλωματικούς δεσμούς με τη Δύση, οργανώνοντας συμμαχίες με τον πάπα και τους Σταυροφόρους της Ανατολής (Outremer) και αντιμετώπισε με επιτυχία την προβληματική Β΄ Σταυροφορία, που πέρασε από τα εδάφη του. Οι Ευρωπαίοι τον είχαν σε μεγάλη εκτίμηση και ο Λατίνος ιστορικός Γουλιέλμος της Τύρου τον περιγράφει ως "ο αγαπημένος του Θεού [...] ένας μεγαλόψυχος άνδρας με ασύγκριτη ενέργεια", επισημαίνοντας την καλή φήμη που συγκέντρωσε από τους προηγούμενους εχθρικά διακείμενους Δυτικο-Ευρωπαίους ηγέτες. Πράγματι από όλους του Ρωμαίους Αυτοκράτορες λέγεται ότι ο Μανουήλ Α΄, ήταν ο πλησιέστερος στο να θεραπεύσει την από αιώνες παλαιά ρωγμή μεταξύ της ανατολής και της Δύσης, αν και ποτέ δεν επέτυχε πλήρως αυτόν τον στόχο.

Αλλά στη Μ.Ασία η επιτυχία του Μανουήλ Α΄ ήταν γι'αυτούς πιο ύποπτη. Επί της βασιλείας του έγινε η βαριά ήττα από τους Σελτζούκους στο Μυριοκέφαλο το 1176. Οι ιστορικοί συζητούν πολύ καιρό για τη σημασία αυτής της μάχης, με μερικούς να την αποκαλούν απροσδόκητη καταστροφή, ενώ άλλοι να λένε ότι ο Αυτοκράτορας βγήκε από αυτή με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του ανέπαφο. Όλοι ωστόσο συμφωνούν ότι η Κομνήνεια εποχή του αήττητου τελείωσε με τη μάχη αυτή και η Αυτοκρατορία δεν επιτέθηκε ποτέ ξανά στη Μ.Ασία· ένα προαίσθημα της επικείμενης εξασθένησής της. Ανεξάρτητα από τα αληθή συμβάντα, είναι σαφές ότι οι έπειτα από το Μυριοκέφαλο, οι Ρωμαϊκές προελάσεις στη Μ.Ασία σταμάτησαν για πάντα και το μόνο που μπορούσε να γίνει, ήταν απλά να διατηρηθεί μόνο το status quo.

Ωστόσο οι απώλειες έκαναν γρήγορα καλό και το επόμενο έτος οι δυνάμεις του Μανουήλ Α΄ νίκησαν μία δύναμη "επιλεγμένων Σελτζούκων". Ο Ρωμαίος διοικητής Ιωάννης Βατάτζης, που κατέστρεψε τους εισβολείς αυτούς στη μάχη του Υελίου και Λειμόχειρος, όχι μόνο έφερε στρατεύματα από την πρρωτεύουσα, αλλά επίσης ήταν ικανός να συγκεντρώσει στρατό κατά μήκος της διαδρομής του. Αυτή είναι σημείο ότι ο Ρωμαϊκός στρατός παρέμεινε ισχυρός και ότι το αμυντικό πρόγραμμα της Δυτικής Μ.Ασίας ήταν ακόμη επιτυχές.

Ανδρόνικος Α΄ και το τέλος της Κομνήνειας αποκατάστασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το τέλος του Μανουήλ Α΄ το 1180 η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν μία ακόμη φορά βυθίστηκε σε μία κρίση διαδοχής, επειδή ο γιος του Αλέξιος Β΄ Κομνηνός ήταν μόλις 11 ετών. Η Αυτοκράτειρα Μαρία κυβερνούσε την Αυτοκρατορία ως αντιβασίλισσα, αλλά γρήγορα εκτοπίστηκε από μία σειρά εξεγέρσεων και στη θέση της ο Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός, εξάδελφος του Μανουήλ Α΄, έγινε Αυτοκράτορας. Αυτός ήταν γνωστός για την απίστευτη σκληρότητά του: συχνά χρησιμοποιούσε μεγάλες πράξεις βίας για να κάνει τους άλλους να ακολουθήσουν τις εντολές του, προκαλώντας μικρή συμπάθεια από τον κοινό λαό. Αν και ο Ανδρόνικος Α΄ εργάστηκα ακαταπόνητα για να ξεριζώσει τη διαφθορά στην Αυτοκρατορία, η αδέξια τακτική του εναντίον της αριστοκρατίας οδήγησε φυσικά σε διαφωνία και τελικά ανατράπηκε το 1185.

Εξίσου σημαντική ήταν η αποτυχία του να αποτρέψει τη Σφαγή των Λατίνων στην Κωνσταντινούπολη το 1182, όταν δεκάδες χιλιάδες Δυτικο-Ευρωπαίων εμπόρων σφαγιάστηκαν από όχλους σε έναν ξενοφοβικό πυρετό. Αυτό συνέβαλε στη διαίρεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης, που κορυφώθηκε με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τα μέλη της Δ΄ Σταυροφορίας το 1204.

Το τέλος του Ανδρονίκου Α΄ έκλεισε την -διάρκειας ενός αιώνα- Κομνήνεια αναβίωση και η Αυτοκρατορία περιέπεσε σε έναν εμφύλιο πόλεμο, καθώς η αριστοκρατία και η στρατιωτική ελίτ πάλευαν για τον έλεγχο. Αυτό οδήγησε σε στρατιωτική εξασθένιση, που επέτρεψε στους Σελτζούκους να ανακτήσουν το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών που είχαν πριν στη Μ.Ασία. Μέσα σε δύο δεκαετίες η Κωνσταντινούπολη, για πρώτη φορά στη χιλιόχρονη ιστορία της, έγινε δυνατό να κατακτηθεί από ξένη δύναμη. Η παρακμή της Αυτοκρατορίας ξεκίνησε σχεδόν αμέσως καθώς, χωρίς τους ισχυρούς Κομνηνούς, τα προηγούμενα οικονομικά και στρατιωτικά προβλήματα της Αυτοκρατορίας έγιναν σαφή και χωρίς να μπορούν να ανασχεθούν.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]