Ψηφιδωτό

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κένταυροι και αίλουροι, πολύχρωμο ψηφιδωτό από την Έπαυλη του Αδριανού στο Τίβολι της Ρώμης.

Ψηφιδωτό καλείται η τεχνική επένδυσης επιφανειών με μικρές, συνήθως τετράγωνες, ψηφίδες από φυσικά πετρώματα ή υαλόμαζα οι οποίες προσκολλώνται σε κατάλληλα διαμορφωμένο υπόστρωμα από ασβεστοκονίαμα δημιουργώντας περίτεχνα διακοσμημένες επιφάνειες.

Καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα παλαιότερα σωζόμενα ψηφιδωτά εντοπίζονται στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και ιδιαίτερα στη Μικρά Ασία και χρονολογούνται στον 8ο π.Χ. αιώνα. Από τον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, η τεχνική των ψηφιδωτών μεταλαμπαδεύτηκε στη Ρώμη τον 1ο π.Χ. αι. και από εκεί σε ολόκληρη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Οι Ρωμαίοι ήταν οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν ψηφιδωτά ευρέως σε επιτοίχιες εφαρμογές, σε αψίδες και στην πεζοδρόμηση[1].

Η Βυζαντινή ψηφιδογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη βυζαντινή περίοδο η ψηφιδογραφία έγινε η πιο προσφιλής ζωγραφική τεχνοτροπία υποσκελίζοντας κάθε άλλη πλαστική μορφή και κυρίως τη γλυπτική. Η βυζαντινή ψηφιδογραφία αντανακλά τη δύναμη τον πλούτο και τον αισθητικό προβληματισμό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.[2]

Οι Βυζαντινοί ψηφιδογράφοι μετακαλούνται να εργαστούν στο Κίεβο, στη Γελάτη της Γεωργίας, στη Βηθλεέμ, στη Ραβέννα, τη Βενετία και τη Σικελία. Επίσης συνεργεία Κωνσταντινουπολιτών ψηφιδογράφων διακόσμησαν και μουσουλμανικά μνημεία: το Μεγάλο Τζαμί της Δαμασκού, τη Θόλο του Βράχου στα Ιεροσόλυμα και το Τζαμί στην Κόρδοβα. Για το τελευταίο μνημείο οι Βυζαντινοί τεχνίτες έφεραν ακόμα και τις ψηφίδες μαζί τους από τη βυζαντινή πρωτεύουσα.[3]

Τη μεγάλη τους ακμή γνωρίζουν οι ψηφιδωτές διακοσμήσεις. Οι Βυζαντινοί εκτός από επιδαπέδια και επιτοίχια ψηφιδωτά έφτιαχναν και φορητές ψηφιδωτές εικόνες. Αντικαθιστούν την εξαιρετικά δαπανηρή επένδυση με πλάκες μαρμάρου.[4]

Ψηφιδωτά 4ου-7ου αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα χριστιανικά μαυσωλεία, βαπτιστήρια και ναοί στην Ιταλία διακοσμούνται με ψηφιδωτά. Την τέχνη αυτή την καλλιεργούν τα τοπικά εργαστήρια και η Κωνσταντινούπολη την τροφοδοτεί με θέματα.

Στα τέλη του 4ου αιώνα τα ψηφιδωτά χρησιμοποιήθηκαν στις χριστιανικές βασιλικές. Τα παλαιότερα δείγματα που έχουν διασωθεί είναι τα ψηφιδωτά στην Αγία Κωνσταντία, στην Αγία Πουδεντιανή, στη Βασιλική της Γεννήσεως στη Βηθλεέμ, στον λεγόμενο τάφο των Ιουλίων στη Νεκρόπολη του Βατικανού, στην Αψίδα του Γαλερίου στη Θεσσαλονίκη, στη Σάντα Μαρία Ματζόρε.

Ο καλός Ποιμήν, ψηφιδωτό στο Μαυσωλείο της Γάλλας Πλακιδίας, Ραβέννα.

Τον 6ο και 7ο αιώνα στον ναό του Αγίου Κοσμά και Δαμιανού ενώ στη Ραβέννα διασώζονται στο Βαπτιστήριο των Νέωνος, στο Βαπτιστήριο των Αρειανών (του Θεοδωρίχου), στο αρχιεπισκοπικό παρεκκλήσιο, στον Άγιο Απολλινάριο τον νέο, στον Άγιο Βιτάλιο, στον Άγιο Απολλινάριο στην Κλάση. Αντιπροσωπευτικά δείγματα της σχολής Κωνσταντινούπολη είναι είναι το Μαυσωλείο της Γάλλας Πλακιδίας.[5]

Στην Κωνσταντινούπολη επί Ιουστινιανού έχουμε την Αγιά Σοφιά, ο διάκοσμος είναι ανεικονικός. Ανάλογος είναι ο διάκοσμος στον Άγιο Βιτάλιο της Ραβέννας. Τα παλαιοχριστιανικά ψηφιδωτά της Θεσσαλονίκης υπάρχουν από τον 5ο αι.: η Ροτόντα και η βασιλική του Αγίου Δημητρίου.[6]

Κατασκευή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ψηφιδωτό βυζαντινής τεχνοτροπίας από εκκλησία του Βουκουρεστίου.

Τα βυζαντινά επιτοίχια ψηφιδωτά φιλοτεχνούνταν με άμεση τοποθέτηση των ψηφίδων πάνω σε ειδικά προετοιμασμένη επιφάνεια ασβεστοκονιάματος που αποτελείται από διάφορα στρώματα:

1. Το κατώτερο στρώμα, πάχους 2,5 εκ., αποτελείται από ακοσκίνιστα υλικά: μαρμαρόσκονη, ασβέστη, τουβλόσκονη και κομμένο άχυρο, που δίνει όγκο στο κονίαμα, δένει τα υλικά μεταξύ τους και διευκολύνει την απορρόφηση της υγρασίας. Πριν στεγνώσει αυτό το κονίαμα, με την άκρη του μυστριού δημιουργούσαν πάνω του κυματιστές αυλακώσεις ώστε να κολλήσει το επόμενο στρώμα κονιάματος.
2. Το επόμενο στρώμα, πάχους 1,5 – 2 εκ., περιλαμβάνει τα ίδια υλικά κοσκινισμένα και με λεπτότερη σύνθεση.
3. Το τρίτο στρώμα, πάχους 1 – 1,5 εκ., έχει κοσκινιστεί δύο ή τρεις φορές και δεν περιέχει άχυρο.

Τα κονιάματα στερεώνονται μεταξύ τους με ισχυρά καρφιά με επίπεδα κεφάλια. Γενικώς το τρίτο στρώμα, που ήταν το στρώμα υποδοχής των ψηφίδων, βαφόταν με «κόκκινο της γης». Ο ψηφοθέτης δούλευε με προσχέδιο σε μονοχρωμία με καστανό ή μαύρο χρώμα. Στα βυζαντινά ψηφιδωτά οι ψηφίδες ήταν ανισομεγέθεις. Συνήθως πολύ μικρές ψηφίδες χρησιμοποιούσαν για τα πρόσωπα και γενικότερα τα γυμνά μέρη των μορφών, ενώ οι μεγαλύτερες στα ενδύματα και στον κάμπο της παράστασης. Όλες αυτές οι ψηφίδες εμφυτεύονταν μία μία πάνω στον φρέσκο σοβά με διαφορετικές κλίσεις, πράγμα που επέτρεπε την καλύτερη δυνατή εκμετάλλευση του εξωτερικού φωτός. Εννοείται ότι η ψηφοθέτηση γινόταν τμηματικά και μερικές φορές διακρίνεται το σημείο ραφής των επιφανειών, αλλά το ενιαίο κοκκινωπό χρώμα πάνω στο σοβά εξασφάλιζε την ενότητα του συνόλου. Όπως είναι φανερό, πρόκειται για τεχνική πολυδάπανη και δύσκολη.

Στην περίπτωση των φορητών ψηφιδωτών εικόνων, η τεχνοτροπία είναι ιδιαίτερα διαφορετική. Πάνω στο ξύλο απλώνεται ένα στρώμα κηρομαστίχης, στο οποίο εμφυτεύονται οι ψηφίδες. Το μέγεθος των ψηφίδων εδώ είναι αισθητά πιο μικρό από αυτό στα επιτοίχια και επδαπέδια ψηφιδωτά. Συχνά φτάνουν το μέγεθος του κεφαλιού της καρφίτσας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ανώνυμος, «Ψηφιδωτό», Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Λεξικό της τέχνης και καλλιτεχνών, τομ. 2ος (Μ-Ω) μτρφρ.Κατερίνα Φρουζάκη, εκδ.Νεφέλη, Αθήνα, 1998, σελ.586
  2. Μάνος Στεφανίδης, Μια ιστορία της ζωγραφικής. Από το Βυζάντιο στην Αναγέννηση και από τους Ιμπρεσιονιστές στον Πικάσο, εκδ.Καστανιώτης Αθήνα, 1997, σελ. 47
  3. Ναυσικά Πανσελήνου, Βυζαντινή ζωγραφική. Η βυζαντινή κοινωνία και οι εικόνες της, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα, 2000, σελ.51-52
  4. Νανώ Χατζηδάκη, Βυζαντινά ψηφιδωτά, στη σειρά: Ελληνική Τέχνη, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1994, σελ.11
  5. Νανώ Χατζηδάκη, Βυζαντινά ψηφιδωτά, στη σειρά: Ελληνική Τέχνη, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1994, σελ.15
  6. Νανώ Χατζηδάκη, Βυζαντινά ψηφιδωτά, στη σειρά: Ελληνική Τέχνη, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1994, σελ.15-16

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μάνος Στεφανίδης, Μια ιστορία της ζωγραφικής. Από το Βυζάντιο στην Αναγέννηση και από τους Ιμπρεσιονιστές στον Πικάσο, εκδ.Καστανιώτης Αθήνα, 1997
  • Ανώνυμος, «Ψηφιδωτό», Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Λεξικό της τέχνης και καλλιτεχνών, τομ. 2ος (Μ-Ω) μτρφρ.Κατερίνα Φρουζάκη, εκδ.Νεφέλη, Αθήνα, 1998, σελ.586
  • Νανώ Χατζηδάκη, Βυζαντινά ψηφιδωτά, στη σειρά: Ελληνική Τέχνη, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1994.
  • Ναυσικά Πανσελήνου, Βυζαντινή ζωγραφική. Η βυζαντινή κοινωνία και οι εικόνες της, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα, 2000

Βλ. επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενδεικτική Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βυζαντινή Ζωγραφική, η βυζαντινή κοινωνία και οι εικόνες της, Ναυσικά Πανσελήνου, εκδόσεις Καστανιώτη, 2000.
  • Η τεχνική του ψηφιδωτού, Κολέφας Γιάννης, Εκδόσεις Εθνικού Οργανισμού Ελληνικής Χειροτεχνίας, 1970