Τζένιφερ Τζόουνς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Τζένιφερ Τζόουνς
Jennifer Jones - Publicity.JPG
Η Τζένιφερ Τζόουνς το 1955 σε διαφημιστική φωτογραφία για την ταινία Έκσταση και πάθος (Love Is a Many-Splendored Thing).
ΓέννησηΦίλις Λι Ίσλεϊ
2 Μαρτίου 1919
Τάλσα, Οκλαχόμα, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής Country flag
Θάνατος17 Δεκεμβρίου 2009 (90 ετών)
Μαλιμπού, Καλιφόρνια, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής Country flag
Αιτία θανάτουνόσος
Τόπος ταφήςΦόρεστ Λόουν Μεμόριαλ Παρκ
ΕθνικότηταΑμερικανική
Χώρα πολιτογράφησηςΑμερικανική
ΣπουδέςΠανεπιστήμιο Νορθουέστερν, Αμερικανική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών (1939)[1], Northwestern University School of Communication και Monte Cassino School
Ιδιότηταηθοποιός ταινιών, ηθοποιός και μοντέλο
Εν ενεργεία1939 — 1974
ΣύζυγοςNorton Simon (1971–1993), Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ (1949–1965) και Ρόμπερτ Γουόκερ (1939–1945)
ΤέκναΡόμπερτ Γουόκερ Τζούνιορ
ΒραβεύσειςΌσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου (1)
Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ηθοποιού (1)
Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο - Καλύτερη Ηθοποιός (2)
Αστέρι στη Λεωφόρο της Δόξας στο Χόλυγουντ
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Τζένιφερ Τζόουνς (αγγλ. Jennifer Jones) (2 Μαρτίου 1919 - 17 Δεκεμβρίου 2009) ήταν Αμερικανίδα ηθοποιός βραβευμένη με Όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου για την ταινία Ουράνια οπτασία (The Song Of Bernadette) του 1943, καθώς και με Χρυσή Σφαίρα καλύτερης γυναικείας ερμηνείας για την ίδια ταινία, ενώ στη συνέχεια προτάθηκε για το χρυσό αγαλματίδιο άλλες τέσσερις φορές. Υπήρξε ένα από τα πρόσωπα που σημάδεψαν με την παρουσία και τις ταινίες τους τη χρυσή εποχή του Χόλυγουντ, ενώ παράλληλα έκανε καριέρα και ως βοηθός νοσοκόμας και στη συνέχεια έγινε σύμβουλος και συνήγορος ψυχικής υγείας, ενώ επίσης από το 1971 και μετά προσέφερε ιδιαίτερα μεγάλο φιλανθρωπικό έργο.

Πρώτα Χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Φίλις Λι Ίσλεϊ (Phylis Lee Isley), όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στην Τάλσα της Οκλαχόμα το 1919 και ήταν κόρη του Φίλιπ Ρος Ίσλεϊ και της Φλόρα Μέι Σούμπερ, το μοναδικό παιδί της οικογένειας.[2] Ο πατέρας της, είχε στην ιδιοκτησία του μια θεατρική επιχείρηση, την Isley Stock Company, όπου συμμετείχαν και οι δύο γονείς της σε παραστάσεις, ενώ και η ίδια η Τζόουνς ξεκίνησε να συμμετέχει σε αυτές από την ηλικία των 6 ετών,[3] καθώς και σε σχολικές παραστάσεις. Το έντονο ενδιαφέρον της και ο μετέπειτα ενθουσιασμός της, την ώθησαν ήδη από την παιδική της ηλικία στην απόφαση να γίνει ηθοποιός. Για την ιστορία, ο πατέρας της μετά εκμεταλλεύτηκε την παγκόσμια οικονομική ύφεση που ξεκίνησε από το Μεγάλο Κραχ του 1929 και εξαγόρασε μεγάλο αριθμό κινηματογράφων στην Οκλαχόμα και στο Τέξας, εφοδιάζοντάς τους με συσκευές αναπαραγωγής ήχου (λόγω της πρόσφατης τότε εισαγωγής και καθιέρωσης των ηχητικών ταινιών) και δημιουργώντας έτσι από τότε δική του αλυσίδα κινηματογράφων.

Σκηνή από την πρώτη της ταινία, New Frontier, το 1939, ως Φίλις Ίσλεϊ. Δεξιά της ο Τζον Γουέιν και αριστερά της ο Ρέι Κόρριγκαν.

Η Τζόουνς φοίτησε στο ιδιωτικό κολέγιο Μόντε Κασίνο της Τάλσα, όπου μάλιστα έπαιζε σταθερά στις θεατρικές παραστάσεις του, και συνήθως στον ηγετικό ρόλο των παραστάσεων. Στη συνέχεια, μετακόμισε στη Νέα Υόρκη το 1937 όταν ενηλικιώθηκε, για να διδαχτεί την υποκριτική τέχνη στην Αμερικανική Ακαδημία της Δραματικής Τέχνης, όπου έγινε δεκτή τον Σεπτέμβριο του 1937, μετά από ακρόαση.[3] Με την έναρξη του δεύτερου εξαμήνου, στις 2 Ιανουαρίου 1938, γνωρίστηκε με τον συμφοιτητή της Ρόμπερτ Γουόκερ, τον οποίο σύντομα ερωτεύτηκε και τελικώς παντρεύτηκε ακριβώς έναν χρόνο μετά τη γνωριμία τους, στις 2 Ιανουαρίου 1939.

Σύντομα, το νεόνυμφο ζευγάρι επέστρεψε στην Τάλσα, όπου συμμετείχε σε ένα ραδιοφωνικό πρόγραμμα που διήρκεσε 13 εβδομάδες, με τον τίτλο The Phylis Isley Radio Theater, που σχεδιάστηκε και κανονίστηκε από τον πατέρα της, και έπειτα κατευθύνθηκε προς το Χόλυγουντ.[3] Εκεί η Τζόουνς έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο (ως Φίλις Ίσλεϊ), πλάι στον Τζον Γουέιν, στην ταινία γουέστερν το καλοκαίρι του 1939 Το καραβάνι προς τη δύση (New Frontier), της εταιρείας Republic Pictures, όπου έπαιξε τον ρόλο της Celia Braddock. Επόμενή της συμμετοχή ήταν στην κινηματογραφική σειρά συνεχειών Dick Tracy's G-Men, επίσης του 1939 και της Republic Pictures. Την ίδια χρονιά όμως, θεωρήθηκε ακατάλληλη σε ακρόαση για την εταιρεία Paramount, ενώ και ο Γουόκερ δυσκολευόταν στην εξεύρεση ρόλων, και το ζευγάρι απογοητευμένο επέστρεψε στη Νέα Υόρκη, αποσκοπώντας τότε σε θεατρικούς ρόλους, με στόχο την απόκτηση ακόμα μεγαλύτερης εμπειρίας για να διεκδικήσουν μετά εκ νέου δουλειές στον κινηματογράφο.

Καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τζόουνς στην ταινία του 1943 Ουράνια Οπτασία.

Ενώ ο σύζυγός της είχε σταθερή δουλειά στο ραδιόφωνο, η Τζόουνς εργάστηκε τότε ως μοντέλο στην εταιρεία Powers Agency, διαφημίζοντας κυρίως καπέλα, ενίοτε και κοσμήματα και γάντια, καθώς και σε πόζες στο περιοδικό Harper’s Bazaar, και αναζητώντας παράλληλα εργασία στον κινηματογράφο. Το καλοκαίρι του 1941, όταν έμαθε ότι γίνονταν ακροάσεις για την κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού έργου της Ρόουζ Φράνκεν Κλόντια, η Τζόουνς παρουσιάστηκε στις 15 Ιουλίου στο γραφείο του παραγωγού Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ (ήδη διάσημος από την ταινία Όσα Παίρνει ο Άνεμος του 1939), που βρισκόταν στη Νέα Υόρκη, για να περάσει από δοκιμαστικό για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αφού διάβασε για τον ρόλο, η Τζόουνς, αποχώρησε από το γραφείο του Σέλζνικ κλαίγοντας, νομίζοντας ότι είχε δώσει καταστροφική ερμηνεία. Η ερμηνεία της όμως, απεναντίας, εντυπωσίασε το Σέλζνικ, ο οποίος έστειλε τη γραμματέα του ξωπίσω της. Ακολούθησε μια σύντομη συνέντευξη και η Τζόουνς στα τέλη Ιουλίου υπέγραψε επταετές συμβόλαιο με την εταιρεία του Σέλζνικ.

Ο Σέλζνικ, με τον οποίο τελικώς παντρεύτηκε τον Ιούλιο του 1949, ανέλαβε το ρόλο του ατζέντη, για λογαριασμό της, και όλα έδειχναν ότι την προόριζε για μεγάλη επιτυχία. Πραγματικά, αφοσιώθηκε με πάθος στο κτίσιμο της εικόνας της και τη μετέτρεψε σε σταρ, ως απόλυτος μέντορας και δάσκαλός της, και μάλιστα του έγινε εξ αρχής εμμονή το να κάνει την ηθοποιό την μεγαλύτερη σταρ του Χόλυγουντ.[4] Ο Σέλζνικ ήταν εκείνος που της πρότεινε να αλλάξει το όνομά της, για να παίξει στις επόμενες ταινίες της, και δικής του παραγωγής, ως πρωτοεμφανιζόμενη, όπως επίσης και για να αποκτήσει ένα πιο ελκυστικό καλλιτεχνικά όνομα, και έτσι το Φίλις Λι Ίσλεϊ μετατράπηκε σε Τζένιφερ Τζόουνς στις 24 Ιανουαρίου 1942. Αναζητώντας τον καλύτερο δυνατό ρόλο για αυτήν, ξεκίνησε μια προσεκτική έρευνα για να εντοπίσει έναν ρόλο στα μέτρα της.[5]

Μετά από ακρόαση, από την οποία πέρασε τον Οκτώβριο του 1942 για το ρόλο της Μπερναντέτ Σουμπιρού για την ταινία Ουράνια οπτασία (The Song Of Bernadette), ο σκηνοθέτης Χένρι Κίνγκ εντυπωσιάστηκε από το ταλέντο της και στις 9 Δεκεμβρίου 1942 ανακοίνωσε ότι της προσέφερε τον ρόλο. Η ταινία γυρίστηκε το 1943, ξεκίνησε να προβάλλεται στους κινηματογράφους στις 21 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς, έκανε μεγάλη επιτυχία, συγκέντρωσε τους επαίνους όλων των κριτικών και χάρισε στην Τζόουνς το Όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου την ημέρα των 25ων γενεθλίων της στις 2 Μαρτίου 1944, ενώ προηγουμένως, στις 20 Ιανουαρίου 1944, κέρδισε και Χρυσή Σφαίρα καλύτερης γυναικείας ερμηνείας για την ίδια ταινία. Η Τζόουνς στην ταινία υποδυόταν ένα υπαρκτό πρόσωπο, την Αγία Μπερναντέτ της Λούρδης. Συνυποψήφια της Τζόουνς, στην κατηγορία Α' γυναικείος ρόλος, ήταν και η στενή της φίλη Ίνγκριντ Μπέργκμαν για την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Έρνεστ Χέμινγουεϊ Για ποιον χτυπά η καμπάνα. Η Τζόουνς ζήτησε μετά συγγνώμη από την Μπέργκμαν, κατά τη διάρκεια της ίδιας τελετής, η οποία της απάντησε: Όχι Τζένιφερ, η Μπερναντέτ σου, ήταν καλύτερη από τη Μαρία μου. Η Μπέργκμαν κέρδισε το ίδιο Όσκαρ την επόμενη χρονιά για την ταινία Εφιάλτης (Gaslight, 1944) και μάλιστα το βραβείο της το παρέδωσε στα χέρια η Τζόουνς.[6]

Η Τζόουνς σε στιγμιότυπο από την ταινία του 1949 Μαντάμ Μποβαρύ.

Κατά τις επόμενες δυο δεκαετίες, η Τζόουνς συγκίνησε το κοινό με τις ερμηνείες της σε δραματικούς ρόλους, που επέλεγε για εκείνη ο Ντέιβιντ Σέλζνικ, αν και έπαιξε επίσης σε δύο κωμικές ταινίες. Μάλιστα ο Σέλζνικ ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός στο να επιλέγει ποικιλία ρόλων διαφορετικών μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να αποφύγει την τυποποίηση και ταύτιση με ένα είδος ρόλου (το γνωστό στα αγγλικά ως φαινόμενο typecasting), που έπαθαν τότε άλλες ηθοποιοί της γενιάς της. Τρία χρόνια αργότερα υποδύθηκε τη λάγνα και γεμάτη αισθησιασμό, μιγάδα Περλ, στην πρώτη της έγχρωμη ταινία Μονομαχία στον ήλιο (Duel In The Sun, 1946), που της χάρισε ακόμη μια υποψηφιότητα για όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου για το 1947. Στην ταινία εμφανιζόταν στο πλευρό του Γκρέγκορι Πεκ και ο ρόλος της αυτός, βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με εκείνον της Αγίας που την είχε κάνει διάσημη. Άλλες αξιοσημείωτες ταινίες, στις οποίες πρωταγωνίστησε, ήταν οι εξής: Απ' όταν έφυγες (Since You Went Away, 1944) με υποψηφιότητα για όσκαρ Β' γυναικείου ρόλου, Ερωτικά γράμματα (Love Letters, 1945) με υποψηφιότητα για όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου, Τολμηρός εραστής (Cluny Brown, 1946), Το Πορτραίτο της Τζένι (Portrait of Jennie, 1948), Μαντάμ Μποβαρύ (Madame Bovary, 1949), Συντρίμμια του Έρωτα (Carrie, 1952), Ο τελευταίος σταθμός (Indiscretion of an American Wife, 1953), Έκσταση και πάθος (Love Is A Many-Splendored Thing, 1955), όπου υποδύθηκε την Ευρασιάτισσα γιατρό Χαν Σουγίν, με υποψηφιότητα για όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου, και άλλες. Συμπρωταγωνίστησε επίσης με μερικούς από τους πιο επιφανείς ηθοποιούς της περιόδου, όπως οι: Σαρλ Μπουαγιέ, Τζόζεφ Κότεν, Τσάρλτον Ίστον, Τζον Γκάρφιλντ, Λόρενς Ολίβιε, Μοντγκόμερι Κλιφτ, Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, Γουίλιαμ Χόλντεν, Ροκ Χάτσον και Τζέισον Ρόμπαρντς. Επίσης, ήταν η πρώτη επιλογή για τον ηγετικό ρόλο στην ταινία Η χωριατοπούλα (The Country Girl) του 1954, αλλά αναγκάστηκε να αρνηθεί επειδή έμεινε τότε έγκυος στην κόρη της, και ο ρόλος κατέληξε στην Γκρέις Κέλι, η οποία μάλιστα κέρδισε το όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου και Χρυσή Σφαίρα για την ταινία αυτή.

Η Τζένιφερ Τζόουνς και ο Γουίλιαμ Χόλντεν σε σκηνή από την ταινία Έκσταση και πάθος.

Η τελευταία εμφάνιση της Τζόουνς στη μεγάλη οθόνη, ήταν στην εξαιρετικά επιτυχημένη ταινία καταστροφής του 1974 Ο πύργος της κολάσεως (The Towering Inferno), στην οποία χόρεψε με το Φρεντ Αστέρ, στη δεξίωση που γινόταν για τα εγκαίνια του υψηλότερου ουρανοξύστη στον κόσμο, λίγο πριν ξεσπάσει πυρκαγιά σε αυτόν, ενώ έλαβε μέρος και σε αρκετές δραματικές σκηνές. Η ερμηνεία της στην ταινία, της χάρισε μια υποψηφιότητα για χρυσή σφαίρα σε δεύτερο γυναικείο ρόλο. Πίνακες με θέμα τον ρόλο της στην ταινία, εκτέθηκαν στην γκαλερί του τότε συζύγου της, Νόρτον Σάιμον.

Αν και στο παρελθόν υπήρχε η εντύπωση ότι μετά την αυτοκτονία της κόρης της το 1976 (δείτε την επόμενη ενότητα) αποφάσισε να αποσυρθεί οριστικά, λόγω της ψυχολογικής της κατάρρευσης, ωστόσο στις αρχές της δεκαετίας του 1980 έκανε δύο προσπάθειες δυναμικής επανόδου στο προσκήνιο. Συγκεκριμένα, όταν διάβασε το μυθιστόρημα του Λάρι Μακ Μέρθρι Terms Of Endearment του 1975, θεώρησε ότι θα μπορούσε να γίνει μεγάλη επιτυχία στον κινηματογράφο και απέκτησε τα δικαιώματα του μυθιστορήματος και σχεδίαζε να πρωταγωνιστήσει στην κινηματογραφική του μεταφορά (στην Ελλάδα η ταινία προβλήθηκε με τον τίτλο Σχέσεις Στοργής). Η Τζόουνς έκανε τότε το λάθος να εκμυστηρευτεί τα σχέδιά της στον σκηνοθέτη Τζέιμς Λ. Μπρουκς, ο οποίος συζήτησε με την εταιρεία Paramount Pictures το ενδεχόμενο του να σκηνοθετήσει την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος. Όταν η Paramount Pictures αγόρασε τα δικαιώματα του μυθιστορήματος από την Τζόουνς το 1981, ο Μπρουκς δεν της επέτρεψε να πρωταγωνιστήσει στην ταινία, επειδή τη θεώρησε πολύ μεγάλη σε ηλικία για τον ρόλο αυτό, καθώς η ίδια ήταν τότε 62 ετών. Για την ιστορία, ο ρόλος κατέληξε στην κατά 15 χρόνια μικρότερη Σίρλεϊ Μακ Λέιν, η οποία κατά μια ιστορική ειρωνεία κέρδισε το Όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου για την ταινία αυτή, που κέρδισε μάλιστα και το Όσκαρ καλύτερης ταινίας και ήταν η δεύτερη σε εμπορική επιτυχία το 1983 (πίσω μόνο από την ταινία Πόλεμος των Άστρων: Η Επιστροφή των Τζεντάι). Επίσης, το 1981 η Τζόουνς ξεκίνησε συζητήσεις με παραγωγούς για να παίξει σε κινηματογραφική ταινία την καταδικασμένη δολοφόνο Jean Harris, αλλά τα σχέδια αυτά ακυρώθηκαν επειδή έτυχε να προβληθεί από το NBC στις 7 Μαΐου 1981 μια σχετική τηλεταινία με τον τίτλο The People vs. Jean Harris, με την ηθοποιό Έλεν Μπέρστιν στον ίδιο ρόλο.

Το αστέρι της Τζένιφερ Τζόουνς στη Λεωφόρο της Δόξας στο Χόλυγουντ.

Ήδη από τις 8 Φεβρουαρίου 1960, η Τζόουνς απέκτησε το δικό της αστέρι στη Λεωφόρο της Δόξας στο Χόλυγουντ, στον αριθμό 6429, και υπήρξε από τους πρώτους ηθοποιούς που το απέκτησαν, καθώς η Λεωφόρος της Δόξας ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 1958 (αν και η ολοκλήρωσή της καθυστέρησε σημαντικά, λόγω κάποιων νομικών ζητημάτων) και τα πρώτα αστέρια τοποθετήθηκαν την ίδια ημερομηνία, στις 8 Φεβρουαρίου 1960. Επίσης, είναι αξιοσημείωτο ιστορικά ότι υπήρξε μία από τους μόλις 5 ηθοποιούς που προτάθηκαν για Όσκαρ επί 4 συνεχόμενα έτη. Οι άλλοι τέσσερις ήταν η Θέλμα Ρίττερ (1950 - 1953), ο Μάρλον Μπράντο (1951 - 1954), η Ελίζαμπεθ Τέιλορ (1957 - 1960) και ο Αλ Πατσίνο (1972 - 1975). Επιπρόσθετα, ήταν η πρώτη, χρονολογικά, ηθοποιός που κέρδισε και Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου και Χρυσή Σφαίρα για την ίδια ταινία - το κατάφερε με την ταινία Ουράνια οπτασία (The Song Of Bernadette), κερδίζοντας Όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου και Χρυσή Σφαίρα καλύτερης γυναικείας ερμηνείας, όπως προαναφέρθηκε.

Το 1987, η Τζένιφερ Τζόουνς απένειμε το Όσκαρ Καλύτερης Κινηματογραφίας στα 59α βραβεία Όσκαρ. Η Ακαδημία τίμησε την ηθοποιό με μια σύντομη συλλογή σκηνών από τους πιο διάσημους κινηματογραφικούς ρόλους της, που προβλήθηκε μόλις λίγο πριν η ίδια βγει στο στούντιο. Το 1998 και το 2003, στις τελετές των Όσκαρ, εμφανίστηκε επί σκηνής σε μια ειδική, επίσημη παρουσίαση ηθοποιών, προηγούμενων νικητών Όσκαρ.

Προσωπική Ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τζένιφερ Τζόουνς σε φωτογραφία τον Φεβρουάριο του 1944, μόλις λίγες μέρες πριν κερδίσει το όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου.

Η Τζόουνς παντρεύτηκε 3 φορές. Ο πρώτος της γάμος με τον Ρόμπερτ Γουόκερ το 1939, της χάρισε δυο γιους, που αμφότεροι έγιναν ηθοποιοί, τον Ρόμπερτ Γουόκερ Τζούνιορ (γέννηση στις 15 Απριλίου 1940) και τον Μάικλ Γουόκερ (γέννηση στις 13 Μαρτίου 1941). Η Τζόουνς υπέβαλε αίτηση διαζυγίου από τον Γουόκερ στις 3 Μαρτίου 1944 και μάλιστα μόλις 1 ημέρα μετά την κατάκτηση του Όσκαρ της, εφόσον είχε ερωτική σχέση με τον παραγωγό και μέντορα και δάσκαλό της, Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ, ήδη από το 1943 και είχε πρακτικώς χωρίσει από τον Γουόκερ τον Νοέμβριο του 1943, όταν η σχέση του Σέλζνικ και της Τζόουνς μέχρι τότε είχε γίνει πλέον δημόσια γνωστή. Το διαζύγιο εκδόθηκε επίσημα στις 20 Ιουνίου 1945. Για την ιστορία, ο Ρόμπερτ Γουόκερ αν και συνέχισε μετά να πρωταγωνιστεί σε ταινίες και παντρεύτηκε άλλες 2 φορές, μετά την απώλεια της Τζένιφερ άρχισε να πίνει υπερβολικά (και μάλιστα μία φορά νοσηλεύτηκε για αποτοξίνωση) και, εντελώς αναπάντεχα, πέθανε τη νύχτα της 28ης Αυγούστου 1951 σε ηλικία 32 ετών από ιατρικό λάθος, που του προκλήθηκε από τη φαρμακευτική αγωγή του ψυχιάτρου του, όταν του χορήγησε ηρεμιστικό μετά από υπερκατανάλωση αλκοόλ, από οξεία αλλεργική αντίδραση που του πυροδότησε το ηρεμιστικό, λόγω καταστροφικού συνδυασμού του φαρμάκου με το αλκοόλ.[7] Ούτε η Τζένιφερ Τζόουνς ούτε τα δύο παιδιά του ζευγαριού παρευρέθηκαν στην κηδεία, καθώς η ίδια θέλησε τότε να αποφύγει τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων, αν και έστειλε λουλούδια στην κηδεία. Είναι ιστορικά βέβαιο, ωστόσο, ότι το γεγονός αυτό της άφησε βαρύ πένθος και έντονα αισθήματα ενοχής για όλη της τη ζωή.

Η Τζόουνς παντρεύτηκε τον Σέλζνικ στις 13 Ιουλίου 1949 σε ένα γιότ δίπλα στις ακτές της Ιταλίας και το ζευγάρι έκανε και μια κόρη στις 12 Αυγούστου 1954 (προηγουμένως όμως, γέννησε ένα νεκρό έμβρυο 6 μηνών στις 16 Δεκεμβρίου 1950), και έμεινε μαζί μέχρι και τον θάνατο του Σέλζνικ στις 22 Ιουνίου 1965 από διαδοχικά καρδιακά επεισόδια. Ο θάνατός του, καταρράκωσε ψυχολογικά την Τζόουνς, σε βαθμό που από τότε περιόρισε τις εμφανίσεις της στη μεγάλη οθόνη, καθώς από τότε και μετά έπαιξε μόνο σε τρεις ακόμα ταινίες. Η Τζόουνς φέρεται να αποπειράθηκε, σύμφωνα με κάποιες δημοσιογραφικές αναφορές, να αυτοκτονήσει στις 9 Νοεμβρίου 1967, αφού έλαβε τις ειδήσεις για το θάνατο του αγαπημένου της φίλου, του ηθοποιού Τσαρλς Μπίκφορντ, που απεβίωσε την ίδια ημέρα. Βρέθηκε αναίσθητη στη βάση ενός γκρεμού δίπλα σε μια παραλία στο Μαλιμπού (όπου έμενε) της Καλιφόρνια, έχοντας πάρει υπερβολική δόση υπνωτικών (είχε παρκάρει το αυτοκίνητό της πάνω από τον γκρεμό και στη συνέχεια είχε κατεβεί από ένα μονοπάτι στη βάση του γκρεμού), και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου έμεινε αρχικά σε κωματώδη κατάσταση και την επόμενη ημέρα επανήλθε. Η ίδια, ωστόσο, και τότε και αργότερα, αρνήθηκε ότι ήταν απόπειρα αυτοκτονίας και ισχυρίστηκε ότι ήταν ατύχημα υπερδοσολογίας.[8][9] Στις 29 Μαΐου 1969 έχασε τη μητέρα της, όμως κάτι πολύ χειρότερο επρόκειτο να ακολουθήσει.

Στις 11 Μαΐου 1976, ενώ η Τζένιφερ Τζόουνς είχε πάει να επισκεφτεί τον ετοιμοθάνατο πατέρα της (απεβίωσε στις 27 Μαΐου), η κόρη της, Μαίρη Τζένιφερ Σέλζνικ, αυτοκτόνησε πηδώντας από την ταράτσα ξενοδοχείου 22 ορόφων στο δυτικο-κεντρικό Λος Άντζελες, πριν συμπληρώσει τα 22 της χρόνια.[10] Στο αίμα της βρέθηκαν ίχνη μορφίνης, βαρβιτουρικών και αλκοόλης, και θεωρήθηκε επίσημα ως αυτοκτονία, καθώς μάλιστα υπέφερε από συχνές κρίσεις νευρικών κλονισμών, λόγω του ότι δεν είχε ποτέ συνέλθει από το θάνατο του πατέρα της όταν ήταν μόλις 11 ετών. Ως αποτέλεσμα, η Τζένιφερ Τζόουνς καταρρακώθηκε ψυχολογικά σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό, αλλά μετά αυτό την ώθησε να ενδιαφερθεί για τα ψυχολογικά προβλήματα και να ιδρύσει, με προσωπική της δωρεά 1 εκατομμυρίου δολαρίων, το 1980 το Ίδρυμα Τζένιφερ Τζόουνς Σάιμον, για ενημέρωση πάνω σε θέματα που αφορούν την ψυχική υγεία, στο οποίο υπήρξε πρόεδρος έως το 2003, όταν ήταν πλέον 84 ετών.[11] Γενικότερα, επίσης, προσέφερε οικονομικές δωρεές σε πλήθος από φιλανθρωπίες ξεκινώντας από το 1971 και στα μετέπειτα χρόνια της ζωής της, κυρίως σχετικά με τον τομέα της ψυχικής υγείας, αλλά και σε ποικιλία άλλων τομέων. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 μάλιστα, έγινε και η ίδια επαγγελματική βοηθός ψυχοθεραπευτή και συνήγορος και σύμβουλος στον τομέα αυτό, δουλεύοντας εθελοντικά στο Κέντρο Ψυχοθεραπείας της Νότιας Καλιφόρνια (Southern California Counseling Center) στο Μπέβερλι Χιλς της Καλιφόρνια.

Νωρίτερα, επίσης, παράλληλα με την καριέρα της ως ηθοποιός, ξεκινώντας από τον Ιανουάριο του 1943 παρακολούθησε εκπαιδευτική σειρά μαθημάτων νοσηλευτικής στο νοσοκομείο Los Angeles County Hospital και στις 13 Αυγούστου 1943 απεφοίτησε και έγινε αναγνωρισμένη πτυχιούχος βοηθός νοσοκόμας, επάγγελμα που άσκησε στις ΗΠΑ βοηθώντας τους Αμερικανούς τραυματίες στρατιώτες κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και μεταγενέστερα στην Ιαπωνία και στη Νότια Κορέα το 1951 στον Πόλεμο της Κορέας, επίσης βοηθώντας τους Αμερικανούς τραυματίες στρατιώτες, καθώς και άλλες φορές που είχε ελεύθερο χρόνο. Μάλιστα το 1944 προβλήθηκε στις αμερικανικές αίθουσες μία ταινία μικρού μήκους, διάρκειας μόλις 2 λεπτών, με τον τίτλο «The Fighting Generation» («Η Μαχόμενη Γενιά», γυρίστηκε σε μία μέρα, στις 9 Οκτωβρίου 1944, παρήχθη για το Υπουργείο Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών και αποσκοπούσε στην αύξηση των πωλήσεων των πολεμικών ομολόγων, και διασώζεται στο Academy Film Archive), όπου πρωταγωνιστεί η ίδια ως ο εαυτός της και ως πτυχιούχος βοηθός νοσοκόμας (αναγράφεται και στους τίτλους), και εκφωνεί έναν πατριωτικό μονόλογο, στον οποίο παροτρύνει την κοινή γνώμη να αγοράσει ο καθένας από ένα πολεμικό ομόλογο για την οικονομική στήριξη του πολέμου.[12][13] Επιπρόσθετα, το 1970 ξεκίνησε να δουλεύει στο Πρότζεκτ Μανχάταν (Manhattan Project, πήρε την ονομασία του από το Πρόγραμμα Μανχάταν), μια αλυσίδα ιατρικών κέντρων φροντίδας για προσφορά βοήθειας σε νεαρά άτομα που αντιμετώπιζαν εξάρτηση από τα ναρκωτικά.

Μετά από μια σύντομη γνωριμία τριών εβδομάδων, στις 29 Μαΐου 1971 η Τζόουνς παντρεύτηκε τον πολυεκατομμυριούχο και μετέπειτα δισεκατομμυριούχο βιομήχανο, συλλέκτη έργων τέχνης και φιλάνθρωπο Νόρτον Σάιμον. Ο Σάιμον απεβίωσε στις 1 Ιουνίου 1993 σε ηλικία 86 ετών. Τέσσερα χρόνια πριν από τον θάνατό του, λόγω σοβαρής επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του, είχε παραιτηθεί της θέσης του προέδρου του Μουσείου έργων τέχνης της Πασαντίνα και το συμβούλιο των μετόχων ανέδειξε νέο πρόεδρο την Τζόουνς. Τη θέση αυτή κράτησε από το 1989 μέχρι και το 2003, όταν έφτασε ηλικία 84 ετών, και τότε παραιτήθηκε λόγω ηλικίας και έλαβε το αξίωμα της επίτιμης προέδρου. Νωρίτερα, το 1996 ξεκίνησε να συνεργάζεται με τον αρχιτέκτονα Φρανκ Γκέρι και την σχεδιάστρια τοπίων Nancy Goslee Power για την ανακαίνιση του μουσείου και των κήπων του, ανακαίνιση που ολοκληρώθηκε το 1999.

Η Τζόουνς ήταν εγγεγραμμένο μέλος του Ρεπουμπλικανικού κόμματος και μάλιστα υποστήριξε επίσημα την προεκλογική εκστρατεία του Ντουάιτ Αϊζενχάουερ στις προεδρικές εκλογές των Ηνωμένων Πολιτειών το 1952,[14] ο οποίος τότε εξελέγη για πρώτη φορά Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, και επίσης ήταν ρωμαιοκαθολική στο θρήσκευμα,[15] αν και παράλληλα ασκούσε γιόγκα για μακροχρόνιο διάστημα.

Σε αντίθεση με άλλες ηθοποιούς της γενιάς της, η Τζένιφερ Τζόουνς ήταν πολύ κλειστή στην προσωπική της ζωή και προτιμούσε να μην κάνει δημόσιες εμφανίσεις, εκτός από λίγες ειδικές εξαιρέσεις. Γενικότερα, υπέφερε από ψυχολογικά προβλήματα και ήταν υπό ψυχοθεραπεία ήδη από την ηλικία των 24 ετών όπως παραδέχτηκε και η ίδια το 1980,[16] και για μεγάλο διάστημα της ζωής της (αν και κατά μια ανατρεπτική ιστορική ειρωνεία, μετά τα 70 της χρόνια έγινε η ίδια επαγγελματική βοηθός ψυχοθεραπευτή και συνήγορος και σύμβουλος στον τομέα αυτό, όπως προαναφέρθηκε), μεταξύ των οποίων και ντροπαλότητα, σε βαθμό που είναι χαρακτηριστικό ότι στις σπάνιες συνεντεύξεις που έδωσε αρνιόταν να μιλήσει για την προσωπική της ζωή και για το παρελθόν της. Μάλιστα πολλές λεπτομέρειες για τη ζωή της βγήκαν στο φως μετά το θάνατό της, σε βιογραφικό βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2011,[17] αν και κάποιες πληροφορίες για την ίδια είχαν αρχίσει να δημοσιεύονται και σε παλαιότερα βιβλία (δείτε: βιβλιογραφία). Μία φορά, επίσης, επιβίωσε από καρκίνο του μαστού, μολονότι η ίδια δεν είχε δώσει ποτέ αναλυτικές πληροφορίες για αυτό, αν και πιθανότατα συνέβη στη δεκαετία του 1970.

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα τελευταία έξι χρόνια της ζωής της, η Τζόουνς τα πέρασε ήρεμα στην οικία του μεγαλύτερου γιου της Ρόμπερτ και της οικογένειάς του, στο Μαλιμπού της Καλιφόρνια, δεν έδινε συνεντεύξεις και σπάνια έκανε δημόσιες εμφανίσεις. Πέθανε από φυσικά αίτια στο σπίτι αυτό στις 17 Δεκεμβρίου 2009, σε ηλικία 90 ετών,[18] και αποτεφρώθηκε και οι στάχτες της τοποθετήθηκαν δίπλα σε αυτές του Ντέιβιντ Σέλζνικ στο ιδιωτικό νεκροταφείο Forest Lawn Memorial Park, στο Glendale της Καλιφόρνια.

Ο μικρός πλανήτης (αστεροειδής) που περιφέρεται κοντά στο εσωτερικό όριο της Κύριας Ζώνης Αστεροειδών 6249 Jennifer ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της.[19]

Φιλμογραφία και βραβεύσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειωτέον ότι η ηθοποιός δεν έκανε σχεδόν ποτέ τηλεόραση, παρά μόνο κινηματογράφο και σχετικά λίγες θεατρικές παραστάσεις (ως ενήλικη, αν δεν συνυπολογιστούν και οι παραστάσεις της στη θεατρική επιχείρηση των γονιών της, στο σχολείο και στο κολέγιο Μόντε Κασίνο της Τάλσα, όταν η ίδια ήταν ακόμα ανήλικη) σε επιλεγμένα θέατρα, μεταξύ αυτών και στο Μπρόντγουεϊ. Μοναδική εξαίρεση ήταν ο ηγετικός ρόλος της σε μία τηλεταινία παραγωγής του NBC (που ξεκίνησε να λειτουργεί τηλεοπτικά στις 30 Απριλίου 1939, το παλαιότερο δίκτυο τηλεοπτικής εκπομπής στις ΗΠΑ) που γυρίστηκε στη Νέα Υόρκη και προβλήθηκε στις 31 Αυγούστου 1939 με τον τίτλο «The Streets of New York» («Οι Δρόμοι της Νέας Υόρκης»), όπου έπαιξε στον ρόλο της Alida Bloodgood.[20]

Έτος Ταινία Ελληνικός Τίτλος Ρόλος Σημειώσεις
1939 New Frontier Το καραβάνι προς τη δύση Celia Braddock Ως Φίλις Ίσλεϊ
Dick Tracy's G-Men (Οι G-Men του Ντικ Τρέισι)* Gwen Andrews Ως Φίλις Ίσλεϊ
The Streets of New York (Οι Δρόμοι της Νέας Υόρκης) Alida Bloodgood Ως Φίλις Ίσλεϊ (τηλεταινία)
1943 The Song of Bernadette Ουράνια Οπτασία Μπερναντέτ Σουμπιρού Νίκη - Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου
Νίκη - Χρυσή Σφαίρα - Καλύτερη Γυναικεία Ερμηνεία (στην πρώτη διοργάνωση)
Νίκη - Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο - Καλύτερη Ηθοποιός (το 1946, στην πρώτη διοργάνωση)
1944 Since You Went Away Απ' όταν έφυγες Jane Deborah Hilton Υποψηφιότητα - Όσκαρ Β' Γυναικείου Ρόλου
The Fighting Generation (Η Μαχόμενη Γενιά) Ο εαυτός της Ταινία μικρού μήκους, διάρκειας 2 λεπτών, ως ο εαυτός της
1945 Love Letters Ερωτικά γράμματα Singleton / Victoria Morland Υποψηφιότητα - Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου
1946 Cluny Brown Τολμηρός εραστής Cluny Brown Νίκη - Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο - Καλύτερη Ηθοποιός
Duel in the Sun Μονομαχία στον ήλιο Pearl Chavez Υποψηφιότητα - Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου
1948 Portrait of Jennie Το Πορτραίτο της Τζένι Jennie Appleton
1949 We Were Strangers Στις φλόγες της συμφοράς China Valdés
Madame Bovary Μαντάμ Μποβαρύ Emma Bovary
1950 Gone to Earth Ακατανίκητοι πόθοι Hazel Woodus
1952 Carrie Συντρίμμια του Έρωτα Carrie Meeber
Ruby Gentry Κολασμένοι πόθοι / Πάθος και προδοσία Ruby Gentry
1953 Beat the Devil Πιο δυνατός απ' τον Διάβολο Mrs. Gwendolen Chelm
Terminal Station / Indiscretion of an American Wife Ο Τελευταίος Σταθμός Mary Forbes
1955 Love Is a Many-Splendored Thing Έκσταση και πάθος Dr. Han Suyin Υποψηφιότητα - Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου
Υποψηφιότητα - Βραβείο Α' Γυναικείου Ρόλου της Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης (τρίτη θέση)
Good Morning Miss Dove Σκιές του παρελθόντος Miss Dove
1956 The Man in the Gray Flannel Suit Ο άνθρωπος με το γκρι κουστούμι Betsy Rath
1957 The Barretts of Wimpole Street Ο μεγάλος έρως της μις Μπάρετ Elizabeth Barrett
A Farewell to Arms Αποχαιρετισμός στα όπλα Catherine Barkley
1962 Tender Is the Night Τρυφερή είναι η νύχτα Nicole Diver
1966 The Idol Το τρίγωνο Carol
1969 Angel, Angel, Down We Go Άγριες νύχτες Astrid Steele Επαναπροβλήθηκε το 1970 και το 1971 με τον τίτλο Cult of the Damned
1974 The Towering Inferno Ο Πύργος της κολάσεως Lisolette Mueller Υποψηφιότητα - Χρυσή Σφαίρα Β' Γυναικείου ρόλου
(*): Το «G-Man», πληθυντικός «G-Men» (συντομογραφία του Government Men / Άντρες της Κυβέρνησης), είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για τους πράκτορες του FBI.

Άλλες βραβεύσεις

  • Καλύτερη Ξένη Ηθοποιός για το 1948 - Φεστιβάλ Ταινιών του Παρισιού, 29 Ιουνίου 1949.
  • Χρυσό Βραβείο για συνολικό επίτευγμα ζωής - Γερμανικά Βραβεία Ταινιών στο Βερολίνο, 6 Ιουνίου 1997.
  • Βραβείο Υπηρεσίας - Μνεια του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, για συμπόνια και συμπαράσταση προς τους τραυματισμένους Αμερικανούς στρατιώτες στον Πόλεμο της Κορέας, 1951.
  • Χρυσό Μετάλλιο από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, για εμψύχωση του ηθικού των τραυματισμένων Αμερικανών στρατιωτών στον Πόλεμο της Κορέας, 1951.
  • Πατριωτικό Βραβείο για την επίσκεψη στους Αμερικανούς στρατιώτες στην Ιαπωνία και στη Νότια Κορέα, 1951.
  • Τιμώμενο Πρόσωπο της Σχολής Νοσηλευτικής της Πενσυλβάνια, για προώθηση μιας πιο τίμιας και πιο συμπονετικής κοινωνίας, 1985.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Notable Past Students». Notable Past Students. Αμερικανική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών.
  2. Isley family genealogy page, which shows Jennifer Jones's paternal ancestry dating back generations.
  3. 3,0 3,1 3,2 L'encyclopédie du cinéma - Tome 2 - Roger Boussinot - Les Savoirs Bordas (ISBN 2-04-027052-3)
  4. Le Cinéma Grande histoire illustrée du 7e art. Volume 2. Éditions Atlas.
  5. Grand dictionnaire illustré du cinéma, vol. 2, éditions Atlas - (ISBN 2-7312-0414-0) édité erroné.
  6. Gary Moody. «All the Oscars: 1943». the OscarSite.com - A celebration of all things Oscar. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Ανακτήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2006. 
  7. Brettell, Andrew; Imwold, Denis; Kennedy, Damien; King, Noel (2005). Cut!: Hollywood Murders, Accidents, and Other Tragedies. Leonard, Warren Hsu; von Rohr, Heather. Barrons Educational Series. p. 253. ISBN 0-7641-5858-9.
  8. L.A. Times obituary
  9. «Oscar-Winning Actress Jennifer Jones Dies at 90». KCOP-TV. December 17, 2009. http://www.myfoxla.com/dpp/entertainment/oscar-winner-jennifer-jones-dies-20091217. Ανακτήθηκε στις 2009-12-19. «Malibu - Jennifer Jones, a best actress Oscar winner for 1943's "The Song of Bernadette" and known for her marriages to film mogul David O. Selznick and industrialist Norton Simon, died today at her Malibu home. She was 90.» 
  10. Kirk, Christina (June 6, 1976). «Tragic curse haunts film star Jennifer Jones». San Antonio Express (San Antonio, Texas). https://www.newspapers.com/clip/25606279/san_antonio_express/.  open access
  11. Green, Paul (2011). Jennifer Jones: The Life and Films. Jefferson, North Carolina: McFarland. ISBN 978-0-786-48583-3, page 247.
  12. «The Fighting Generation» στο imdb
  13. Alfred Hitchcock and The Fighting Generation
  14. Motion Picture and Television Magazine, November 1952, page 34, Ideal Publishers.
  15. Morning News, January 10, 1948, Who Was Who in America (Vol. 2).
  16. Battelle, Phyllis (June 26, 1980). «Team For Mental Health». Lancaster Eagle-Gazette (Lancaster, Ohio): σελ. 4. https://www.newspapers.com/clip/25606500/lancaster_eaglegazette/.  open access
  17. Green, Paul (2011). Jennifer Jones: The Life and Films. Jefferson, North Carolina: McFarland. ISBN 978-0-786-48583-3.
  18. Harmetz, Aljean (December 17, 2009). «Jennifer Jones, Postwar Actress, Dies at 90». New York Times. http://www.nytimes.com/2009/12/18/movies/18jones.html?em. Ανακτήθηκε στις 2009-12-19. «Jennifer Jones, who achieved Hollywood stardom in “The Song of Bernadette” and other films of the 1940s and ’50s while gaining almost as much attention for a tumultuous personal life, died Thursday at her home in Malibu, Calif. She was 90. Ms. Jones, who was the chairwoman of the Norton Simon Museum in Pasadena, Calif., died of natural causes, said Leslie Denk, a museum spokeswoman. Ms. Jones was the widow of the industrialist and art patron Norton Simon.» 
  19. (6249) Jennifer In: Dictionary of Minor Planet Names. Springer. 2003. doi:10.1007/978-3-540-29925-7_5751. ISBN 978-3-540-29925-7.
  20. «The Streets of New York» στο imdb

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]