Ο υπέροχος Γκάτσμπυ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο υπέροχος Γκάτσμπυ
The Great Gatsby Cover 1925 Retouched.jpg
ΣυγγραφέαςΦράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ
ΤίτλοςThe Great Gatsby
ΓλώσσαΑγγλικά
Ημερομηνία δημοσίευσης10  Απριλίου 1925
Είδοςαφήγηση
τραγωδία
Great American Novel
ΧαρακτήρεςMeyer Wolfshiem, Jay Gatsby, Nick Carraway, Daisy Buchanan, Tom Buchanan, Myrtle Wilson, George B. Wilson και Λεονάρντο ντα Βίντσι
ΤόποςΝέα Υόρκη
ΒραβείαΤα 100 βιβλία του Αιώνα
ΠροηγούμενοThe Beautiful and Damned
ΕπόμενοTender Is the Night
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο υπέροχος Γκάτσμπυ (The Great Gatsby) είναι μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, που δημοσιεύθηκε το 1925. Η υπόθεσή του εκτυλίσσεται την ίδια χρονική περίοδο, την «εποχή της τζαζ», στο Λονγκ Άιλαντ. Το βιβλίο περιγράφει τις αλληλεπιδράσεις του αφηγητή του Νικ Κάραγουέι με τον μυστηριώδη εκατομμυριούχο Τζέι Γκάτσμπυ και το πάθος του Γκάτσμπυ να επανασυνδεθεί με την παλιά αγαπημένη του, τη Νταίζη Μπιουκάναν.

Μια νεανική ερωτική ιστορία του Φιτζέραλντ με τη νεαρή κοσμική Τζινέβρα Κινγκ, καθώς και τα οργιώδη πάρτι στα οποία πήγαινε στη βόρεια ακτή του Λονγκ Άιλαντ το 1922 υπήρξαν αρκετή έμπνευση για το μυθιστόρημα. Μετά από μια διαμονή στη νότια Γαλλία, ο συγγραφέας ολοκλήρωσε ένα σχεδίασμά του το 1924. Υπέβαλε την πρώτη εκδοχή του στον εκδότη Μάξγουελ Πέρκινς, που έπεισε τον Φιτζέραλντ να αναθεωρήσει το έργο τον επόμενο χειμώνα. Μετά τις αναθεωρήσεις, ο Φιτζέραλντ ήταν ευχαριστημένος με το κείμενο, αλλά παρέμενε αναποφάσιστος σχετικώς με το τίτλο του μυθιστορήματος και σκέφθηκε αρκετούς πιθανούς τίτλους. Κατέληξε στον «Κάτω από το κόκκινο, το λευκό και το μπλε», αλλά ο Πέρκινς τον έπεισε να τον αλλάξει στον «Υπέροχο Γκάτσμπυ»

Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1925 και απέσπασε γενικώς καλές κριτικές, αν και μερικοί κριτικοί λογοτεχνίας έγραψαν ότι δεν ήταν αντάξιο των προηγούμενων έργων του συγγραφέα. Ωστόσο, από εμπορικής πλευράς Ο υπέροχος Γκάτσμπυ υπήρξε αποτυχία: ως τον Οκτώβριο είχε πουλήσει λιγότερα από 20 χιλιάδες αντίτυπα και οι ελπίδες του Φιτζέραλντ για μεγάλα έσοδα διαψεύσθηκαν. Ο συγγραφέας πίστευε από τότε μέχρι τον πρόωρο θάνατό του το 1940, ότι είχε αποτύχει στη ζωή του και ότι το έργο του θα ξεχνιόταν. Μετά τον θάνατό του το μυθιστόρημα επανεξετάσθηκε από τη φιλολογική κριτική και σύντομα μετά τον πόλεμο συμπεριλήφθηκε στην ύλη πολλών ανθολογίων λογοτεχνίας που χρησιμοποιούσαν στα αμερικανικά γυμνάσια, ενώ βρηκέ και μια αντίστοιχη θέση στο κέντρο της λαϊκής κουλτούρας των ΗΠΑ. Μέχρι σήμερα Ο υπέροχος Γκάτσμπυ έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο ως 4 διαφορετικές ταινίες (με την πιο πρόσφατη αυτή του Μπαζ Λούρμαν το 2013), σε τηλεταινίες, έχει διασκευασθεί σε θεατρικά έργα, σε κόμικς, ακόμη και σε όπερα και μπαλέτο.

Το βιβλίο εξακολουθεί να προσελκύει την προσοχή του αναγνωστικού κοινού και των μελετητών. Οι σύγχρονοι μελετητές τονίζουν την προσέγγιση του μυθιστορήματος στα θέματα της κοινωνικής τάξεως, τον κληρονομικού πλούτου σε αντιπαραβολή με τον «αυτοδημιούργητο» πλούτο, της φυλής, της περιβαλλοντικής συνειδήσεως, όπως και την κυνική στάση του απέναντι στο αμερικανικό όνειρο. Όπως και με άλλα έργα του Φιτζέραλντ, οι επικρίσεις περιλαμβάνουν ισχυρισμούς για αντισημιτισμό. Ο υπέροχος Γκάτσμπυ θεωρείται ωστόσο ευρύτατα ως λογοτεχνικό αριστούργημα και υποψήφιος για τον τίτλο του «μεγάλου αμερικανικού μυθιστορήματος».

Σύνοψη της πλοκής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την άνοιξη του 1922 ο Νικ Κάραγουέι - ένας απόφοιτος του Γέιλ από τις μεσοδυτικές πολιτείες και βετεράνος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου - ταξιδεύει στη Νέα Υόρκη για να βρει εργασία ως πωλητής ομολόγων. Νοικιάζει ένα μπανγκαλόου στο χωριό Γουέστ Εγκ του Λονγκ Άιλαντ, δίπλα σε ένα πολυτελές μέγαρο που κατοικείται από τον Τζέι Γκάτσμπυ, έναν αινιγματικό πολυεκατομμυριούχο που διοργανώνει εκεί εκθαμβωτικά σουαρέ, αλλά δεν συμμετέχει σε αυτά.

Κάποιο βράδυ ο Νικ δειπνεί με μια μακρινή συγγενή, την Νταίζη Μπιουκάναν, στη μοδάτη κωμόπολη Ηστ Εγκ. Η Νταίζη είναι παντρεμένη με τον Τομ Μπιουκάναν, πρώην ποδοσφαιριστή και παλαιό γνώριμο του Νικ από τα φοιτητικά τους χρόνια. Το ζεύγος έχει προσφάτως μετακομίσει από το Σικάγο σε ένα αρχοντικό ακριβώς απέναντι από τον κόλπο από το κτήμα του Γκάτσμπυ. Εκεί ο Νικ συναντά την Τζόρνταν Μπέικερ, μια ανυπόμονη νεαρή πρωταθλήτρια του γκολφ, που είναι παιδική φίλη της Νταίζη. Η Τζόρνταν εμπιστεύεται στον Νικ ότι ο Τομ έχει μια ερωμένη, τη Μυρτώ Γουίλσον, που του τηλεφωνεί με θράσος στο σπίτι του και η οποία ζει στην «Κοιλάδα της στάχτης», μια εκτεταμένη χωματερή.

Μερικές ημέρες αργότερα ο Νικ συνοδεύει απρόθυμα τον πιωμένο και νευριασμένο Τομ στη Νέα Υόρκη με το τρένο. Στη διαδρομή σταματούν σε ένα γκαράζ που κατοικείται από τον μηχανικό Τζωρτζ Γουίλσον και τη σύζυγό του, που είναι η Μυρτώ. Η Μυρτώ τους ακολουθεί και η τριάδα προχωρά σε ένα μικρό διαμέρισμα της Νέας Υόρκης, το οποίο ο Τομ έχει νοικιάσει για συναντήσεις με τη Μυρτώ. Εκεί έρχονται και καλεσμένοι, και ακολούθεί ένα πάρτι που τελειώνει με τον Τομ να χτυπάει τη Μυρτώ και να σπάζει τη μύτη της όταν εκείνη αναφέρει τη Νταίζη.

Ένα πρωί, ο Νικ λαμβάνει μια επίσημη πρόσκληση σε δεξίωση στο αρχοντικό του Γκάτσμπι. Μόλις φθάσει εκεί, ο Νικ, όντας αμήχανος καθώς δεν αναγνωρίζει κανέναν, αρχίζει να πίνει έντονα μέχρι να συναντήσει την Τζόρνταν. Ενώ συνομιλεί μαζί της, τον πλησιάζει ένας άντρας που συστήνεται ως Τζέι Γκάτσμπυ και επιμένει ότι τόσο αυτός όσο και ο Νικ υπηρέτησαν στην 3η Μεραρχία Πεζικού κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο Γκάτσμπυ προσπαθεί να αγκαλιάσει τον Νικ και όταν ο Νικ φεύγει από το πάρτι, παρατηρεί ότι ο Γκάτσμπυ τον παρακολουθεί.

Στα τέλη Ιουλίου ο Νικ και ο Γκάτσμπυ γευματίζουν σε ένα εστιατόριο που σερβίρει παρανόμως οινοπνευματώδη ποτά (είναι η εποχή της Ποτοαπαγορεύσεως). Ο Γκάτσμπυ προσπαθεί να εντυπωσιάσει τον Νικ με ιστορίες για τον ηρωισμό του στον πόλεμο και για τις ημέρες του όταν φοιτούσε στην Οξφόρδη. Στη συνέχεια ο Νικ συναντά την Τζόρνταν στο Ξενοδοχείο Πλάζα (Νέα Υόρκη). Η Τζόρνταν του αποκαλύπτει ότι ο Γκάτσμπυ και η Νταίζη γνωρίσθηκαν γύρω στο 1917 όταν ο Γκάτσμπυ ήταν αξιωματικός στις Αμερικανικές Εκστρατευτικές Δυνάμεις. Ερωτεύτηκαν, αλλά όταν ο Γκάτσμπυ πήγε να πολεμήσει στο εξωτερικό, η Νταίζη παντρεύτηκε απρόθυμα τον Τομ. Ο Γκάτσμπυ ελπίζει ότι ο νεοαποκτηθείς πλούτος του και τα εκθαμβωτικά πάρτι του θα συμβάλουν ώστε η Νταίζη να επιστρέψει σε αυτόν. Ο Γκάτσμπυ χρησιμοποιεί τον Νικ προκειμένου να «στήσει» μια επανένωση με την Νταίζη και οι δύο ξεκινούν μια ερωτική σχέση.

Τον Σεπτέμβριο ο Τομ ανακαλύπτει την απιστία της συζύγου του όταν η Νταίζη απευθύνεται απρόσεκτα στον Γκάτσμπυ με ξεδιάντροπη οικειότητα μπροστά του. Αργότερα, σε μια σουίτα στο Πλάζα, ο Γκάτσμπυ και ο Τομ αντιδικούν για την υπόθεση. Ο Γκάτσμπυ επιμένει ότι η Νταίζη δηλώνει ότι δεν αγαπούσε ποτέ τον Τομ. Η Νταίζη ισχυρίζεται ότι αγαπά τον Τομ και τον Γκάτσμπυ, αναστατώνοντας και τους δύο. Ο Τομ αποκαλύπτει ότι ο Γκάτσμπυ είναι απατεώνας, του οποίου τα χρήματα προέρχονται από την παράνομη διακίνηση αλκοόλ. Ακούγοντας αυτό, η Νταίζη επιλέγει να μείνει με τον Τομ. Ο Τομ λέει περιφρονητικά στον Γκάτσμπυ να την πάει στο σπίτι του, γνωρίζοντας ότι η Νταίζη δεν θα τον αφήσει ποτέ.

Ενώ επστρέφουν στο Ηστ Εγκ, ο Γκάτσμπυ και η Νταίζη περνούν από το γκαράζ του Γουίλσον και με το αυτοκίνητό τους σκοτώνουν κατά λάθος τη Μυρτώ. Ο Γκάτσμπυ αποκαλύπτει στον Νικ ότι η Νταίζη οδηγούσε το αυτοκίνητο, αλλά σκοπεύει να αναλάβει την ευθύνη για το ατύχημα για να την προστατεύσει. Ο Νικ προτρέπει τον Γκάτσμπυ να φύγει για να αποφύγει τη δίωξη, αλλά εκείνος αρνείται. Αφού ο Τομ λέει στον Γουίλσον ότι ο Γκάτσμπυ κατέχει το αυτοκίνητο που χτύπησε τη Μυρτώ, ο Γουίλσον υποθέτει ότι ο ιδιοκτήτης του οχήματος πρέπει να είναι ο εραστής της συζύγου του. Ο Γουίλσον πυροβολεί θανάσιμα τον Γκάτσμπυ στην πισίνα του αρχοντικού του και μετά αυτοκτονεί.

Αρκετές μέρες μετά τη δολοφονία του Γκάτσμπυ, ο πατέρας του, Χένρι Γκατς, έρχεται για την σε κλειστό κύκλο κηδεία του. Μετά τον θάνατο του Γκάτσμπυ, ο Νικ καταλήγει στο να μισήσει τη Νέα Υόρκη και συμπεραίνει ότι ο Γκάτσμπυ, η Νταίζη, ο Τομ και ο ίδιος ήταν όλοι τους Δυτικοί, απροσάρμοστοι στη ζωή της ανατολικής ακτής των ΗΠΑ. Ο Νικ συναντά τον Τομ και στην αρχή αρνείται να του δώσει το χέρι του. Ο Τομ παραδέχεται ότι ήταν αυτός που είπε στον Γουίλσον ότι το όχημα που σκότωσε τη Μυρτώ ανήκε στον Γκάτσμπυ. Προτού επιστρέψει στη Δύση, ο Νικ επιστρέφει στο αρχοντικό του Γκάτσμπυ και κοιτάζει πέρα από τον κόλπο το πράσινο φως που εκπέμπεται από το τέλος της αποβάθρας της Νταίζη.

Ελληνικές μεταφράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο μεγάλος Γκάτσμπυ, μετάφρ. Νίκος Μπακόλας, εκδ. «Πάπυρος ΒΙΠΕΡ», Αθήνα 1971
  • Ο μεγάλος Γκάτσμπυ, μετάφρ. Άρης Μπερλής, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2012
  • Ο υπέροχος Γκάτσμπυ, μετάφρ. Μαρία Κωνσταντούρου, εκδ. «Εμπειρία Εκδοτική», Αθήνα 2016
  • Ο υπέροχος Γκάτσμπυ, μετάφρ. Αργυρώ Ζαχαρίου, εκδ. «Παπαδόπουλος», Αθήνα 2016, ISBN 978-960-5695576
  • Ο υπέροχος Γκάτσμπυ, μετάφρ. Φώντας Κονδύλης, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2020, ISBN 978-960-3785415

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]