Τζέραλντιν Πέιτζ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τζέραλντιν Πέιτζ
George C. Scott - Geraldine Page - 1959.JPG
Η Πέιτζ, σε σκηνή, με τον Τζορτζ Σι Σκοτ.
Γέννηση Τζέραλντιν Σου Πέιτζ
22 Νοεμβρίου 1924
Κέρκσβιλ, Μιζούρι, ΗΠΑ
Θάνατος 13 Ιουνίου 1987 (62 ετών)
Νέα Υόρκη, ΗΠΑ
Αιτία θανάτου Έμφραγμα του μυοκαρδίου
Υπηκοότητα Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Σπουδές Πανεπιστήμιο ΝτεΠολ
Ιδιότητα ηθοποιός θεάτρου και ηθοποιός ταινιών
Σύζυγος Αλεξάντερ Σνάιντερ ()
Ριπ Τορν ()
Τέκνα Αντζέλικα Πέιτζ
Βραβεύσεις Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου και Theatre World Award ()
Commons page Wikimedia Commons

Η Τζέραλντιν Πέιτζ (1924-1987) ήταν αναγνωρισμένη Αμερικανίδα ηθοποιός του κινηματογράφου και, κυρίως, του θεάτρου. Είχε βραβευτεί με το Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου, ενώ είχε συνολικά 8 υποψηφιότητες. Βραβεύτηκε με το Όσκαρ για την ερμηνεία της στην ταινία Ταξίδι στο Μπάουντιφουλ (The Trip to Bountifulμ 1985). Σημαντική θέση στη φιλμογραφία της κατέχουν οι ταινίες: Χόντο (Hondo, 1954), Καλοκαίρι και Καταχνιά (Summer and Smoke, 1961), Γλυκό Πουλί της Νιότης (Sweet Bird of Youth, 1962), Ραντεβού με το Θάνατο (Toys in the Attick, 1963), Τώρα που Έγινες Άνδρας (You're a Big Boy Now, 1966), Ο Κήπος των Εγκλημάτων (What Ever Happened to Aunt Alice?, 1969), Ένα Γέλιο, ένα Δάκρυ (Pete 'n' Tillie, 1972), Η Μέρα της Θεομηνίας (The Day of the Locust, 1975), Εσωτερικές Σχέσεις (Interiors, 1978) και Οι Ατσίδες της Νέας Υόρκης (The Pope of Greenwich Village, 1984).

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παιδική ηλικία και οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τζέραλντιν Πέιτζ γεννήθηκε στο Κέρκσβιλ, του Μιζούρι, στις 22 Νοεμβρίου 1924. Ήταν η κόρη του οστεοπαθητικού Δρ. Λέων Έλγουιν Πέιτζ και της Πέρλ Μέιζ Πέιτζ, μιας νοικοκυράς. Η Πέιτζ είχε, επίσης, έναν μεγαλύτερο αδελφό, τον Ρόναλντ. Όταν, η Πέιτζ, ήταν πέντε χρονών, η οικογένειά της μετακόμισε στο Σικάγο.

Μεγαλώνοντας τα ενδιαφέροντά της προσανατολίζονταν αποκλειστικά στις τέχνες, καταπιάστηκε τόσο με τη συγγραφή όσο και με τη ζωγραφική, πράγμα που αποδείχτηκε κουραστικό για εκείνη. Αργότερα, ήθελε να γίνει πιανίστα κονσέρτου, όμως η οικογένειά της, δεν την υποστήριξε σε αυτό. Ενόσω βρισκόταν στα προεφηβικά της χρόνια, εντάχθηκε στη δραματική λέσχη της εκκλησίας και, σύντομα, ανακάλυψε ποιο είναι το πάθος της.

Ξεκίνησε να διαβάζει όλα τα είδη των έργων καθώς και για ηθοποιούς: έδειχνε ενθουσιασμένη με την καριέρα της Lucille La Verne, της Maude Adams, και της Eva Le Gallienne.

Νεότερη ηλικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφού τελείωσε το σχολείο το 1942, εισήχθη στη σχολή Goodman Theater. Όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές της, αυτή και πολλοί άλλοι συμμαθητές της οργάνωσαν μια θεατρική, καλοκαιρινή παράσταση, στη λίμνη Ζυρίχη, του Ιλλινόις. Με το πέρας του καλοκαιριού, κατευθύνθηκε προς Νέα Υόρκη. Δυστυχώς, στην περίοδο των Χριστουγέννων έκανε διάφορες δουλειές, χωρίς όμως να βρει κάτι σχετικό με το θέατρο. Έτσι, επέστρεψε στο Σικάγο, το χειμώνα και δέχτηκε, χωρίς πλήρες ωράριο, τη θέση του εκπαιδευτή, στον θεατρικό τομέα, του DePaul University, μόνο για ένα εξάμηνο.

Μετά από εκείνο το καλοκαίρι στη λίμνη, επέστρεψε και πάλι στο Σικάγο και αυτή τη φορά εντάχθηκε σε μια ανώνυμη εταιρεία, στο Γούντστοκ της Νέας Υόρκης. Τα επόμενα δυο καλοκαίρια τα πέρασε στη λίμνη Ζυρίχη και στο μεταξύ διάστημα, ερμήνευε οτιδήποτε: έπαιζε το μικρό κοριτσάκι μέχρι και τη γιαγιά,

Καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα βήματα στο θέατρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1948, πραγματοποίησε το ντεμπούτο της, στη Νέα Υόρκη, σε μια Off-Broadway παραγωγή των «Seven Mirrors». Για τέσσερα χρόνια ήταν σε αυτή την παραγωγή και το καλοκαίρι, καθώς και σε διάφορες συμμετοχές στο Νιου Τζέρσεϊ. Επίσης ερμήνευσε έναν χαρακτήρα, μιας ραδιοφωνικής παράστασης.

Το 1952, η Πέιτζ, ήταν πρωταγωνίστρια στην Off-Broadway αναβίωση του «Καλοκαίρι και Καταχνιά (Summer and Smoke)» του Τένεσι Γουίλιαμς στο Γκρίνουιτς Βίλατζ της Νέας Υόρκης. Αυτή η παραγωγή προκάλεσε αίσθηση, όχι μόνο στους κριτικούς αλλά και στο κοινό, που συνεχώς αυξανόταν. Η Πέιτζ, έτσι έλαβε βραβείο από τους κριτικούς κι έγινε ο πρώτος ηθοποιός, σε Off-Broadway παραγωγή που το καταφέρνει αυτό.

Στο Broadway[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πέιτζ αργότερα ανέλαβε διάφορους πρωταγωνιστικούς ρόλους τόσο σε ραδιοφωνικές παραστάσεις όσο και στην τηλεόραση.

Το ντεμπούτο της στο Broadway, το έκανε τον Ιανουάριο του 1953, στο έργο της Βίνια Ντελμάρ,, Mid-Summer. Ωστόσο το έργο δεν έτυχε τις καλύτερες κριτικές. Αλλά ο ρόλος της άρεσε και έγινε δεκτός από τους κριτικούς, ο οποίος απεικόνιζε μια αμόρφωτη γυναίκα, παντρεμένη με έναν δάσκαλο.

Ντεμπούτο στον Κινηματογράφο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την άνοιξη του 1953, η Πέιτζ έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο στο πλευρό του Τζον Γουέιν, στο Χόντο (Hondo), το 1953. Ωστόσο προτάθηκε για το Όσκαρ Β' Γυναικείου Ρόλου, αλλά χωρίς άλλες ικανοποιητικές προτάσεις, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στη Νέα Υόρκη.

Η άνοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καριέρα της Πέιτζ άνθισε στη δεκαετία του 1950. Έπαιξε πληθώρα ρόλων στο Μπρόντγουεϊ. Μεγαλύτεροι εξ αυτών, εκείνη την περίοδο θεωρούνται οι ρόλοι της στο «Ο Ανηθικολόγος (The Immoralist)» των Ογκούστους Γκετζ και Ρουθ Γκετζ και στο «Ο Βροχοποιός (The Rainmaker)» του Ρίτσαρντ Νας. Επίσης, συνέχισε παράλληλα την καριέρα της στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, με συχνές εμφανίσεις.

Το 1959, στο πλευρό του Πωλ Νιούμαν, πρωταγωνίστησε στην θεατρικό έργο του Τένεσι Γουίλιαμς «Γλυκό πουλί της Νιότης (Sweet Bird of Youth)». Ο ρόλος της συνοδεύτηκε από πολλούς επαίνους, έλαβε μάλιστα, για πρώτη φορά, υποψηφιότητα για Βραβείο Τόνι, και το ενδιαφέρον από το Χόλυγουντ αναζωπυρώθηκε.

Η καθιέρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1961 πρωταγωνίστησε στην κινηματογραφική εκδοχή του Καλοκαίρι και Καταχνιά (Summer and Smoke) και το 1962 στο Γλυκό Πουλί της Νιότης (Sweet Bird of Youth). Κερδίζοντας, συνεχόμενα τη Χρυσή Σφαίρα καθώς και ούσα δις υποψήφια για το Όσκαρ, για τους ρόλους της αυτούς.

Από εκεί και πέρα η Πέιτζ πρωταγωνίστησε σε ταινίες του Χόλυγουντ, καθώς και σε θεατρικές παραστάσεις. Η Πέιτζ καθώς ήταν πολύ επιλεκτική, απέρριψε μεγάλους ρόλους όπως της Μάρθα στο Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; (Who's Afraid of Virginia Woolf?, 1966) και στον ΄Εξορκιστή (The Exorcist, 1973), το ρόλο της Κρις ΜακΝίλ. Η Πέιτζ ήταν μια ηθοποιός που πίστευε στο ρεπερτόριο. Δέχτηκε, στην καριέρα της, πολύ διαφορετικούς ρόλους από αυτούς που είχε ερμηνεύσει, καθώς επίσης πολλές φορές έπαιζε τόσο πρωταγωνιστικούς ρόλους όσο και δευτερεύοντες.

Το 1983 η Πέιτζ μπήκε στο Hall Of Fame του Αμερικανικού Θεάτρου.

Το 1985 κέρδισε το Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου για την ερμηνεία της στην ταινία Ταξίδι στο Μπάουντιφουλ (The Trip to Bountiful).

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πέιτζ, η οποία έπασχε από νεφρική νόσο, πέθανε, τελικά, από καρδιακή προσβολή το 1987 κατά τη διάρκεια μιας παράστασης στο Broadway Στο τέλος της παράστασης, το βράδυ, ο παραγωγός, ανακοίνωσε ότι είχε πεθάνει. Η Πέιτζ πέθανε σε ηλικία 62 ετών.[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. GERALDINE PAGE, 62, DIES; A STAR OF STAGE AND FILM NYTimes.com - Ανακτήθηκε 09 Μαΐου 2014


Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]