Παράλυση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Παράλυση
Σπαστική παραπληγία
ΕιδικότηταΝευρολογία, Νευροχειρουργική, Ψυχιατρική
Ταξινόμηση

Η παράλυση είναι η απώλεια της κινητικής λειτουργίας ενός ή περισσοτέρων μυών.[1] Ο όρος προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις παρά (δίπλα) και λύση (χαλάρωση).[2] Συμβαίνει όταν δεν μεταδίδονται σωστά τα μηνύματα μεταξύ του εγκεφάλου και των μυών. Η παράλυση μπορεί να είναι πλήρης ή μερική. Μπορεί να συμβεί στη μία ή και στις δύο πλευρές του σώματoς. Μπορεί επίσης να εμφανιστεί σε μία μόνο περιοχή ή μπορεί να είναι ευρέως διαδεδομένη.[1][3]

Συγκεκριμένα, η παράλυση ενός χεριού ή ποδιού ονομάζεται μονοπληγία.[4] Η παράλυση που επηρεάζει την ίδια περιοχή και στις δύο πλευρές του σώματος, όπως και οι δύο βραχίονες ή και οι δύο πλευρές του προσώπου ονομάζεται διπληγία. Η παράλυση μιας πλευράς του σώματος ονομάζεται ημιπληγία. Η παράλυση του κάτω μισού του σώματος, συμπεριλαμβανομένων και των δύο ποδιών, και κάποιες φορές μέρους του κορμού ονομάζεται παραπληγία.[3] Η παράλυση των χεριών και των ποδιών, και μερικές φορές ολόκληρης της περιοχής από το λαιμό και κάτω όπου μπορεί να επηρεαστεί η λειτουργία της καρδιάς, των πνευμόνων και άλλων οργάνων ονομάζεται τετραπληγία.[1][3]

Το προσβεβλημένο μέρος του σώματος μπορεί να είναι άκαμπτο και με περιστασιακούς μυϊκούς σπασμούς (σπαστική παράλυση), ατροφικό (χαλαρή παράλυση), όπως επίσης μουδιασμένο, επώδυνο ή αδύναμο.[4]

Η παράλυση μπορεί να συνοδεύεται από απώλεια αίσθησης στην επηρεασμένη περιοχή αν υπάρχει βλάβη της αισθαντικότητας πέρα από την κινητικότητα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες περίπου 1 στους 50 ανθρώπους διαγιγνώσκεται με κάποια μορφής μόνιμη ή παροδική παράλυση.[5][3] Το εγκεφαλικό επεισόδιο είναι η κύρια αιτία παράλυσης (33,7%), ακολουθούμενο από τραυματισμό του νωτιαίου μυελού (27,3%), σκλήρυνση κατά πλάκας (18,6%) και εγκεφαλική παράλυση (8,3%).[6]

Αίτια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παράλυση συχνά προκαλείται από βλάβη στο νευρικό σύστημα, ιδίως στον νωτιαίο μυελό.[1] Άλλες συχνές αιτίες περιλαμβάνουν το εγκεφαλικό επεισόδιο, τους τραυματισμούς με κακώσεις του νευρικού συστήματος, τη πολιομυελίτιδα, την εγκεφαλική παράλυση, την περιφερική νευροπάθεια, τη νόσο Πάρκινσον, τη αμυοτροφική πλευρική σκλήρυνση, την αλλαντίαση, τη δισχιδή ράχη, τη πολλαπλή σκλήρυνση και το σύνδρομο Γκιγιέν-Μπαρέ. Παροδική παράλυση λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια του ύπνου REM, και απορύθμιση αυτού του συστήματος μπορεί να οδηγήσει σε παράλυση ύπνου. Φάρμακα τα οποία επηρεάζουν τις νευρικές λειτουργίες, όπως το κουράριο, μπορούν να προκαλέσουν παράλυση.

Ο όρος ψευδοπαράλυση αναφέρεται στον οικιοθελή περιορισμό ή αναστολή της κινητικότητας, εξαιτίας πόνου, έλλειψης συντονισμού ή άλλων αιτιών, και όχι λόγο πραγματικής μυϊκής παράλυσης.[7] Σε ένα νεογνό, μπορεί να είναι σύμπτωμα συγγενούς σύφιλης.[8] Η ψευδοπαράλυση μπορεί να προκληθεί από έντονο ψυχικό στρες και είναι συνηθισμένο χαρακτηριστικό των ψυχικών παθήσεων, όπως η διαταραχή πανικού.[9]

Πολλά ζώα παράγουν τοξίνες που μπορούν να προκαλέσουν παράλυση. Ένα γνωστό παράδειγμα είναι η τετροδοτοξίνη, η οποία παράγεται από ψάρια όπως το λαγοκέφαλο. Αυτή η τοξίνη συνδέεται από τους διαύλους νατρίου στους νευρώνες, παρεμποδίζοντας τη φυσιολογική λειτουργία τους. Μια μη θανατηφόρος δόση προκαλεί παροδική παράλυση. Η τοξίνη παράγεται και από άλλα είδη, όπως οι φρύνοι. Επίσης πολλά φίδια παράγουν νευροτοξίνες που προκαλούν παράλυση ή ακόμη και θάνατο.

Συμπτώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα συμπτώματα της παράλυσης μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με την αιτία, αλλά συχνά είναι εύκολο να εντοπιστούν. Ένα άτομο που γεννιέται παράλυτο λόγω γενετικού ελαττώματος ή παραλύεται ξαφνικά λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου ή τραυματισμού του νωτιαίου μυελού δεν θα μπορεί εν μέρει ή πλήρως να μετακινήσει τα προσβεβλημένα μέρη του σώματος. Ταυτόχρονα, το άτομο μπορεί να εμφανίσει μυϊκή δυσκαμψία και μειωμένη αίσθηση στα μέρη αυτά. Ένα άτομο που παραλύει λόγω ιατρικής κατάστασης μπορεί να χάσει σταδιακά τον έλεγχο των μυών και της αίσθησης. Το άτομο αυτό μπορεί να αισθανθεί μυρμήγκιασμα ή μούδιασμα ή μυϊκές κράμπες πριν χάσει τον έλεγχο των μυών του.[3]

Παράλληλα, η παράλυση μπορεί να επηρεάσει και άλλα μέρη του σώματος, όπως[3]:

  • Προβλήματα με τη ροή του αίματος, την αναπνοή και τον καρδιακό ρυθμό
  • Αλλαγές στη φυσιολογική λειτουργία των οργάνων, των αδένων και άλλων ιστών
  • Αλλαγές στους μύες, στις αρθρώσεις και στα οστά
  • Τραυματισμοί στο δέρμα και πληγές πίεσης
  • Θρόμβοι αίματος στα πόδια
  • Απώλεια ούρων και ελέγχου του εντέρου
  • Σεξουαλικά προβλήματα
  • Προβλήματα στην ομιλία ή στην κατάποση
  • Αλλαγή στη συμπεριφορά και στη διάθεση

Διάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαράσταση της μυελογραφίας.

Η διάγνωση της παράλυσης μπορεί να εντοπιστεί εύκολα στην περίπτωση που η απώλεια της μυϊκής λειτουργίας είναι εμφανής. Για εσωτερικά μέρη του σώματος όπου η παράλυση είναι πιο δύσκολο να εντοπιστεί, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ακτινογραφίες, αξονικές τομογραφίες, μαγνητικές τομογραφίες ή άλλες μελέτες απεικόνισης. Εάν ο τραυματισμός εμφανιστεί στο νωτιαίο μυελό, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η μυελογραφία για την αξιολόγηση της κατάστασης. Αυτή η εξέταση χρησιμοποιεί μια χρωστική αντίθεσης που εγχέεται στο νωτιαίο μυελό για να κάνει τα νεύρα να εμφανίζονται πολύ καθαρά σε ακτινογραφία, αξονική τομογραφία ή μαγνητική τομογραφία. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί το ηλεκτρομυογράφημα. Σε αυτήν τη διαδικασία χρησιμοποιούνται αισθητήρες για τη μέτρηση της ηλεκτρικής δραστηριότητας των μυών.[10][3]

Αντιμετώπιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παράλυση συνήθως δεν μπορεί να θεραπευτεί. Αντ' αυτού, γίνεται προσπάθεια αντιμετώπισης των συμπτωμάτων για να μειωθεί ο αντίκτυπος της παράλυσης στη ζωή ενός ατόμου.[11] Μερικές φορές, η υποστηρικτική θεραπεία είναι σημαντική για την αποφυγή περαιτέρω επιδείνωσης της παράλυσης, για παράδειγμα σε περίπτωση σκλήρυνσης κατά πλάκας. Η φυσιοθεραπεία και αποκατάσταση συνιστάται συχνά για την αντιμετώπιση προβλημάτων που μπορεί να προκύψουν ως συνέπεια της παράλυσης, για να επιτρέψει στο άτομο που έχει παραλύσει να ζήσει όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητα και να του παρέχει μια υψηλή ποιότητα ζωής.[3] Ορισμένες επιλογές αντιμετώπισης της παράλυσης περιλαμβάνουν[11][3][10]:

  • Χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση φυσικών εμποδίων στην κίνηση. Για παράδειγμα, ένα αντικείμενο που βρίσκεται στο νωτιαίο μυελό ή στον εγκέφαλο μπορεί να χρειαστεί να αφαιρεθεί.
  • Φαρμακευτική αγωγή για την πρόληψη της λοίμωξης, τη μείωση του πρηξίματος και την αντιμετώπιση συμπτωμάτων όπως ο χρόνιος πόνος.
  • Συνεχής παρακολούθηση για τη διασφάλιση ότι η κατάσταση δεν επιδεινώνεται.
  • Ιατρικές συσκευές για τη βελτίωση της λειτουργίας του σώματος, όπως αναπηρική καρέκλα, συσκευή τεχνητής αναπνοής ή καθετήρας.
  • Φυσικοθεραπεία και εργοθεραπεία για την ανάκτηση κάποιας λειτουργικότητας του σώματος.
  • Υποστηρικτικές συσκευές, όπως μπαστούνια στήριξης και περιπατητήρες πι.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 «Paralysis». medlineplus.gov. Ανακτήθηκε στις 19 Ιουλίου 2021. 
  2. Liddell, Henry George· Scott, Robert (1940). «παράλυσις». A Greek-English Lexicon. Oxford: Clarendon Press.  on Perseus
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 3,7 3,8 «Paralysis: Causes, Symptoms, Diagnosis & Treatment». Cleveland Clinic. Ανακτήθηκε στις 19 Ιουλίου 2021. 
  4. 4,0 4,1 «Paralysis». nhs.uk (στα Αγγλικά). 23 Οκτωβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 19 Ιουλίου 2021. 
  5. «Paralysis Facts & Figures - Spinal Cord Injury - Paralysis Research Center». Christopherreeve.org. Ανακτήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 2013. 
  6. Armour, Brian S.; Courtney-Long, Elizabeth A.; Fox, Michael H.; Fredine, Heidi; Cahill, Anthony (2016-10). «Prevalence and Causes of Paralysis—United States, 2013». American Journal of Public Health 106 (10): 1855–1857. doi:10.2105/AJPH.2016.303270. ISSN 0090-0036. PMID 27552260. PMC 5024361. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC5024361/. 
  7. TheFreeDictionary > pseudoparalysis, in turn citing The American Heritage Medical Dictionary 2007, 2004
  8. «Sexually transmitted diseases tretment guidelines, 2006». MMWR Recomm Rep 55 (RR–11): 1–94. August 2006. PMID 16888612. https://www.cdc.gov/mmwr/preview/mmwrhtml/rr5511a1.htm. «... evidence of congenital syphilis (e.g., nonimmune hydrops, jaundice, hepatosplenomegaly, rhinitis, skin rash, and/or pseudoparalysis of an extremity).». 
  9. «anxiety-panic.com». anxiety-panic.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Ιουλίου 2018. Ανακτήθηκε στις 17 Μαρτίου 2020. 
  10. 10,0 10,1 «Paralysis: Definition and Patient Education». Healthline (στα Αγγλικά). 13 Σεπτεμβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 19 Ιουλίου 2021. 
  11. 11,0 11,1 SpinalCord.com. «Paralysis | Types of Paralysis, Symptoms, Causes, Treatment, Education». www.spinalcord.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 19 Ιουλίου 2021.