Ο πύργος της κολάσεως

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο πύργος της κολάσεως
(The Towering Inferno)
Η επίσημη κινηματογραφική αφίσα, που διαμορφώθηκε από τον John Berkey.[1]
ΣκηνοθεσίαJohn Guillermin[2][3][4]
ΠαραγωγήΈργουιν Άλλεν
ΣενάριοΣτέρλινγκ Σίλιφαντ
Βασισμένο σεThe Tower και The Glass Inferno
ΠρωταγωνιστέςΣτηβ ΜακΚουήν[3][4][5], Πωλ Νιούμαν[3][4][5], Γουίλιαμ Χόλντεν[3][4][5], Φέι Ντάναγουεϊ[3][5], Φρεντ Αστέρ[5], Σούζαν Μπλέικλι[5], Ρίτσαρντ Τσάμπερλεϊν[5], Τζένιφερ Τζόουνς[5], Ο. Τζ. Σίμπσον, Ρόμπερτ Βον[5], Ρόμπερτ Βάγκνερ[5], Σούζαν Φλάνερι[6], Σίλα Άλεν[6], Τζακ Κόλλινς[6], Φέλτον Πέρι[6], Γκρέγκορι Σιέρα[6], Ντάμπνυ Κόουλμαν[6], Γουίλιαμ Μπάσετ[6], George D. Wallace[6], Τζον Κρόφορντ[6], Νόρμαν Μπάρτον[6], Ντον Γκόρντον[6], Jennifer Rhodes[6], Ross Elliott[6], Mike Lookinland[6] και Ουίλιαμ Τρέιλορ[6]
ΜουσικήΤζον Γουίλιαμς
ΦωτογραφίαΦρεντ Κόνεκεμπ και Τζόσεφ Φ. Μπίροκ
ΜοντάζΧάρολντ Φ. Κρες και Carl Kress
Εταιρεία παραγωγής20th Century Fox και Warner Bros.
ΔιανομήWarner Bros.
Πρώτη προβολή14  Δεκεμβρίου 1974 (Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής)[7], 3  Μαρτίου 1975 (Σουηδία)[8], 6  Μαρτίου 1975 (Γερμανία)[9] και 1974
Διάρκεια158 λεπτά και 168 λεπτά[10]
ΠροέλευσηΗνωμένες Πολιτείες Αμερικής[10]
ΓλώσσαΑγγλικά

Ο πύργος της κολάσεως (αγγλικά: The Towering Inferno‎‎) είναι αμερικάνικη δραματική ταινία καταστροφής, παραγωγής 1974. Η σκηνοθεσία είναι του Τζον Γκίλερμαν και το σενάριο είναι βασισμένο στις νουβέλες «The Tower» (1973) του Ρίτσαρντ Μάρτιν Στερν, και «The Glass inferno» (1974) των Τόμας Ν. Σκορτία και Φράνκ Μ. Ρομπίνσον. Πρωταγωνιστούν ο Πωλ Νιούμαν και ο Στηβ ΜακΚουήν, και επιπρόσθετα παίρνουν μέρος ένα μεγάλο καστ επίσης επώνυμων ηθοποιών, όπως οι Γουίλιαμ Χόλντεν, Φέι Ντάναγουεϊ, Ρίτσαρντ Τσάμπερλεϊν, Σούζαν Μπλέικλι, Φρεντ Ασταίρ, Τζένιφερ Τζόουνς (στον τελευταίο της ρόλο), Ρόμπερτ Βάγκνερ και Ρόμπερτ Βον.[11]

Η ταινία αποτελεί την πρώτη στην ιστορία συμπαραγωγή μεταξύ δύο μεγάλων κινηματογραφικών στούντιο του Χόλυγουντ, και συγκεκριμένα της 20th Century Fox και της Warner Bros. Παρά τις ιδιαίτερα σκληρές σκηνές της, ήταν μια τεράστια εμπορική επιτυχία, καθώς είχε κόστος 14,3 εκατομμύρια δολάρια[12] και απέφερε συνολικές εισπράξεις 116 εκατ. δολαρίων στις ΗΠΑ και στον Καναδά[13] και συνολικά 203,3 εκατ. δολαρίων παγκοσμίως,[14] με αποτέλεσμα να γίνει η πρώτη σε εισπράξεις και η πλέον κερδοφόρα ταινία του 1974. Επίσης, έλαβε και πολύ καλά σχόλια από τους κριτικούς του κινηματογράφου και ήταν υποψήφια για οκτώ Όσκαρ, κερδίζοντας τρία στις κατηγορίες: Καλύτερης Κινηματογραφίας (Φωτογραφίας), Καλύτερου Μοντάζ και Καλύτερου Τραγουδιού.[11][15] Ως αποτέλεσμα, η ταινία θεωρείται συχνά ως το αποκορύφωμα μιας σειράς ταινιών καταστροφής που γυρίστηκαν τη δεκαετία του 1970. Συχνά θεωρείται ως η καλύτερη ταινία καταστροφής που γυρίστηκε κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας.[16]

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αρχιτέκτονας Νταγκ Ρόμπερτς (Πωλ Νιούμαν) επιστρέφει με ελικόπτερο στο Σαν Φρανσίσκο, για τα εγκαίνια ενός ουρανοξύστη, τον οποίο είχε σχεδιάσει για τον εργολάβο Τζέιμς Ντάνκαν (Γουίλιαμ Χόλντεν), επικεφαλής της κατασκευαστικής εταιρείας Duncan Enterprises. Ο ουρανοξύστης των 138 ορόφων, ύψους 1.688 ποδών / 515 μέτρων και με την ονομασία «The Glass Tower» («Ο Γυάλινος Πύργος»), είναι το υψηλότερο κτήριο στον κόσμο. 300 επισκέπτες από την υψηλή κοινωνία έχουν προσκληθεί στην αίθουσα δεξιώσεων στον 135ο όροφο το βράδυ των εγκαινίων. Το ελικόπτερο προσγειώνεται στην ταράτσα του ουρανοξύστη και ο Νταγκ Ρόμπερτς μπαίνει στο κτίριο από την ταράτσα.

Το μεσημέρι, κατά τη διάρκεια μιας επιθεώρησης λίγες ώρες πριν από τα εγκαίνια, ο Νταγκ Ρόμπερτς ανακαλύπτει έκπληκτος ότι το κτίριο τέθηκε σε λειτουργία με κατάφωρες παραβιάσεις των προδιαγραφών της τεχνολογίας και των συστημάτων ασφαλείας. Σύντομα, γίνεται αντιληπτό ότι ο ηλεκτρολόγος μηχανικός των εγκαταστάσεων και γαμπρός του Τζέιμς Ντάνκαν, Ρότζερ Σίμμονς (Ρίτσαρντ Τσάμπερλεϊν), ο οποίος είναι υπεύθυνος για την ηλεκτρική καλωδίωση του κτιρίου, εξοικονόμησε επικίνδυνα τον προϋπολογισμό. Ως αποτέλεσμα, τα ηλεκτρικά κυκλώματα είναι εμφανώς χαμηλότερων στάνταρ από αυτά που είχε ζητήσει ο ίδιος ο Νταγκ Ρόμπερτς, και δεν σχεδιάστηκαν για τα φορτία που μπορεί να προκύψουν κατά τη λειτουργία και δύσκολα μπορούν να αντιμετωπίσουν το τρέχον ηλεκτρικό φορτίο, ακόμα και πριν από τα εγκαίνια. Το ακόμα πιο επικίνδυνο όμως, είναι ότι οι διοργανωτές του πάρτι των εγκαινίων επρόκειτο να ανάψουν τον πλήρη φωτισμό του ουρανοξύστη, λόγω του εορτασμού. Τότε ο Νταγκ Ρόμπερτς πηγαίνει στο σπίτι του Ρότζερ Σίμμονς, όπου τον βρίσκει μαζί με τη σύζυγό του, την Πάττυ Ντάνκαν Σίμμονς (Σούζαν Μπλέικλι), κόρη του εργολάβου Τζέιμς Ντάνκαν, και θα τον κατηγορήσει ευθέως για κακή κατασκευή και περικοπές στο προϋπολογισμό και στα στάνταρ ασφαλείας που είχε ζητήσει ο ίδιος, ως ο αρχιτέκτονας του ουρανοξύστη, για το κτίριο. Ωστόσο, ο Σίμμονς αντιδρά και θεωρεί υπερβολικές τις κατηγορίες, επιμένοντας ότι τήρησε όλα τα εθνικώς υποχρεωτικά στάνταρ ασφαλείας, ενώ σύντομα, καθώς βλέπουν ότι σε λίγο θα σκοτεινιάσει, και οι τρεις αναχωρούν για τα εγκαίνια.

Σύντομα, καθώς αρχίζει να νυχτώνει, τα εγκαίνια ξεκινούν κανονικά, αλλά όταν ανάβουν όλα τα (χρυσαφί κίτρινα) εξωτερικά φώτα του κτιρίου, η καλωδίωση υπερθερμαίνεται και ξεσπάει μια μικρή φωτιά σε μια αποθήκη στον 81ο όροφο από βραχυκύκλωμα στις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις. Στα συστήματα παρακολούθησης φαίνεται λίγο μετά καπνός στον 81ο όροφο και ο επικεφαλής ασφαλείας του κτιρίου, Χάρι Τζερνίγκαν (Ό Τζ. Σίμσον), θα ειδοποιήσει τον Τζέιμς Ντάνκαν στον 135ο όροφο για την φωτιά και θα προτείνει την ακύρωση των εγκαινίων. Ο Ντάνκαν θα αρνηθεί να το κάνει, θεωρώντας ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με το κτίριο, και θα συνεχίσει κανονικά την τελετή των εγκαινίων και το πάρτι στην αίθουσα δεξιώσεων στον 135ο όροφο. Κατά τη διάρκεια της τελετής των εγκαινίων, τα φώτα του κτιρίου είναι όλα αναμμένα, γεγονός που επιδεινώνει τη φωτιά στην αποθήκη του 81ου ορόφου, λόγω του μεγάλου φορτίου στα ηλεκτροφόρα καλώδια.

Μέσα σε λίγα λεπτά, η αρχική φωτιά εξελίσσεται σε πυρκαγιά στον 81ο όροφο. Ο Νταγκ Ρόμπερτς και ο μηχανικός Γουίλ Γκίντινγκς πηγαίνουν στον όροφο, όπου ο Γκίντινγκς αρπάζει φωτιά σπρώχνοντας έναν φρουρό μακριά από τις φλόγες μόλις ανοίγει μια πόρτα, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρά εγκαύματα, και αρκετή ώρα μετά (με τηλεφώνημα στην αίθουσα δεξιώσεων όταν είχαν πλέον παγιδευτεί όλοι οι φιλοξενούμενοι σε αυτήν) γίνεται γνωστό ότι απεβίωσε. Με το πάρτι εγκαινίων τώρα σε πλήρη εξέλιξη στην αίθουσα δεξιώσεων του ουρανοξύστη στον 135ο όροφο, ο Νταγκ Ρόμπερτς αναφέρει τη φωτιά και τον κίνδυνο εξάπλωσής της στον Τζέιμς Ντάνκαν, ο οποίος όμως ακόμα και τότε αρνείται να διατάξει εκκένωση, καθώς επιμένει ότι ειδικά σε αυτό το κτίριο δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγει μια φωτιά εκτός ελέγχου και να εξαπλωθεί (πιθανώς, επίσης, και να μην ήθελε να πληγωθεί το γόητρό του, ως ο εργολάβος του κτιρίου, με ολική εκκένωση το βράδυ των εγκαινίων).

Η υπηρεσία ασφαλείας μαθαίνει για την πυρκαγιά μόνο όταν έχει ήδη εξαπλωθεί στο μεγαλύτερο μέρος του ορόφου και τότε καλείται η Πυροσβεστική Υπηρεσία του Σαν Φρανσίσκο. Αρχικά, ενώ το πάρτι εγκαινίων ήταν σε πλήρη εξέλιξη στην αίθουσα δεξιώσεων του ουρανοξύστη στον 135ο όροφο, οι υπεύθυνοι προσπαθούν να κρύψουν τις πληροφορίες από τους επισκέπτες, πιστεύοντας ότι η φωτιά δεν θα κλιμακωθεί σε καταστροφή. Συμβαίνει όμως το αντίθετο. Η πυρκαγιά θα αρχίσει να εξαπλώνεται ραγδαία μέσω των φρεατίων εξαερισμού, τα οποία δεν διαθέτουν πυρίμαχες καταπακτές, και γενικότερα λόγω του κάκιστου συστήματος πυροπροστασίας, και παρά πολλοί καλεσμένοι θα παγιδευτούν στους ορόφους πάνω από τον 81ο, με αρκετά θύματα. Μόλις αρχίζει να γίνεται αντιληπτή η καταστροφή, θα προκληθεί γενικός πανικός στην αίθουσα δεξιώσεων και ο Τζέιμς Ντάνκαν θα αρχίσει να συγκεντρώνει επειγόντως όλους τους καλεσμένους σε αυτήν. Σε ετοιμότητα, η πυροσβεστική υπηρεσία του Σαν Φρανσίσκο, με επικεφαλής τον διοικητή Μάικ Ό Χάλοραν (Στηβ ΜακΚουήν), φτάνει στον ουρανοξύστη, δημιουργεί ταχύτατα ένα κέντρο διοίκησης στο γραφείο του αρχιτέκτονα στον 79ο όροφο και αρχίζει να σβήνει την πυρκαγιά στους χαμηλότερους ορόφους, η οποία όμως έχει αρχίσει ήδη να κατακαίει πολύ γρήγορα όλους τους ορόφους πάνω από τον 81ο και πλησιάζει επικίνδυνα στον τελευταίο όροφο.

Μέσα σε λίγο χρόνο, η πυρκαγιά φτάνει τους ανελκυστήρες εξπρές, σκοτώνοντας μια ομάδα της οποίας το ασανσέρ σταματά στον 81ο όροφο. Επίσης, ο Νταν Μπίγκελοου (Ρόμπερτ Βάγκνερ), υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων της εταιρείας, και η φίλη του, γραμματέας Λόρι (Σούζαν Φλανέρυ), σκοτώνονται με τραγικό τρόπο όταν μια άλλη πυρκαγιά τους παγιδεύει στα γραφεία της Duncan Enterprises στον 65ο όροφο. Η αριστοκράτισσα χήρα Λισολέτ Μιούλερ (Τζένιφερ Τζόουνς), φιλοξενούμενη στο πάρτι εγκαινίων και κάτοικος του ουρανοξύστη, σπεύδει στον 87ο όροφο για να διασώσει μια κωφή μητέρα και τα δύο παιδιά της. Ο επικεφαλής ασφαλείας, Χάρι Τζερνίγκαν, σώζει τη μητέρα, αλλά ένας σπασμένος αγωγός αερίου εκρήγνυται, καταστρέφοντας το κλιμακοστάσιο και εμποδίζοντας τον Νταγκ Ρόμπερτς και τους υπόλοιπους να ακολουθήσουν. Διασχίζουν τα συντρίμμια του κλιμακοστασίου για να φτάσουν σε έναν ανελκυστήρα υπηρεσίας που τους μεταφέρει στον 134ο όροφο, αλλά η πόρτα έναν όροφο πριν φτάσουν στην αίθουσα δεξιώσεων είναι μπλοκαρισμένη με τσιμέντο που έχει πήξει. Ο Ρόμπερτς χρησιμοποιεί έναν άξονα εξαερισμού για να φτάσει στο δωμάτιο μέσα από αυτόν, ενώ η Λισολέτ και τα παιδιά μένουν πίσω.

Καθώς οι πυροσβέστες αρχίζουν να θέτουν τη φωτιά υπό έλεγχο στον 65ο όροφο, το ηλεκτρικό σύστημα καταρρέει, απενεργοποιώντας τους ανελκυστήρες επιβατών. Ο Μάικ Ό Χάλοραν κατεβαίνει με ασφάλεια από το φρεάτιο του ανελκυστήρα. Καθώς οι πυροσβέστες ανεβαίνουν για να απελευθερώσουν την μπλοκαρισμένη πόρτα, μια άλλη έκρηξη καταστρέφει μέρος του εναπομείναντος κλιμακοστασίου, εμποδίζοντας το τελευταίο μέσο διαφυγής από τους υψηλότερους ορόφους. Αφού η κολλημένη πόρτα απελευθερώνεται, επανενώνοντας τη Λισολέτ και τα παιδιά με τον Ρόμπερτς και τους υπόλοιπους μέσα στην αίθουσα δεξιώσεων, ο Ρότζερ Σίμμονς προσπαθεί να δραπετεύσει από τις σκάλες, αλλά μόλις κατεβαίνει λίγους ορόφους εμποδίζεται από τις φλόγες και εξαναγκάζεται να επιστρέψει στην αίθουσα. Εν τω μεταξύ, ο Χάρλι Κλέημπορν (Φρεντ Ασταίρ) αποκαλύπτει την πραγματική του ταυτότητα και τις προθέσεις του στη Λισολέτ Μιούλερ (καθώς είχαν μαζί χορέψει λίγο πριν ξεσπάσει η πυρκαγιά), η οποία του λέει ότι δεν την νοιάζει το γεγονός ότι ο ίδιος είναι τυχοδιώκτης και εξακολουθεί να θέλει να είναι μαζί του.

Σκηνή από το τρέιλερ της ταινίας, όπου φαίνονται πανοραμικά ο Πύργος και ο διπλανός ουρανοξύστης, που απεικονίζεται στην ταινία ότι συνδέθηκαν μεταξύ τους με τον γερανό και την καρέκλα μεταφοράς. Φυσικά όμως, στην πραγματικότητα ήταν όλα μινιατούρες κτιρίων, οι οποίες είχαν ύψη από λίγα έως αρκετά μέτρα, κάτι που προδίδεται εμφανώς από τις υπερβολικά μεγάλων διαστάσεων φλόγες ως προς το ύψος του ουρανοξύστη.

Στο διάστημα αυτό, ο Τζέιμς Ντάνκαν έχει καταφέρει να συγκεντρώνει στον 135ο όροφο όλους τους καλεσμένους, μεταξύ αυτών και την Σούζαν Φράνκλιν (Φέι Ντάναγουεϊ), αρραβωνιαστικιά του Νταγκ Ρόμπερτς. Ο Ρότζερ Σίμμονς παραδέχεται στον Τζέιμς Ντάνκαν, απαντώντας σε σχετική του ερώτηση, ότι έκανε περικοπές για να επαναφέρει το έργο κάτω από τον προϋπολογισμό και προτείνει ότι και άλλοι υπεργολάβοι έκαναν το ίδιο. Επιπλέον, λίγο μετά του υπενθυμίζει ότι ο ίδιος (ο Τζέιμς Ντάνκαν) του είχε ζητήσει να μειώσει επειγόντως το κόστος του ουρανοξύστη με περικοπές στα ηλεκτρικά συστήματα, επειδή είχε ξεμείνει από κονδύλια, με κίνδυνο να μην μπορέσει να ολοκληρωθεί η κατασκευή του κτιρίου. Λίγο μετά, ο Νταγκ Ρόμπερτς μαθαίνει με τηλεφώνημα ότι ο μηχανικός Γουίλ Γκίντινγκς απεβίωσε και το ανακοινώνει κρυφά στον Τζέιμς Ντάνκαν, προσθέτοντας ότι αναρωτιέται πόσοι ακόμα θα είναι νεκροί έως την επόμενη μέρα, και ρωτάει με θυμό τον Τζέιμς Ντάνκαν ότι αν δεν του έφταναν τα κονδύλια τότε γιατί δεν μείωσε τους ορόφους του κτιρίου αντί να εξοικονομήσει υλικά ασφαλείας. Ο Τζέιμς Ντάνκαν παραδέχεται ότι όλες τις αποφάσεις για τα εναλλακτικά υλικά τις έλαβε ο ίδιος, καθώς ήταν ο εργολάβος του κτιρίου, διότι είχε το δικαίωμα εφόσον τηρούσε τα επίσημα εθνικά στάνταρ και επιμένει πεισματικά ότι τα τήρησε. Τότε ο Νταγκ Ρόμπερτς απαντάει με ακόμα μεγαλύτερο θυμό στον Τζέιμς Ντάνκαν ότι, όπως διαπίστωσε ο ίδιος παρατηρώντας τους εσωτερικούς χώρους του ουρανοξύστη, αμφότεροι ο Σίμμονς και ο Ντάνκαν μείωσαν επικίνδυνα, επίσης, και τα μέτρα πυρασφάλειας του κτιρίου και αναρωτιέται έκπληκτος πώς δεν τα είχε αντιληφθεί όλα αυτά ο ίδιος νωρίτερα, κατά τη διάρκεια κατασκευής του κτιρίου. Ο Ρότζερ Σίμμονς, στη συνέχεια, αρχίζει να καταναλώνει συνέχεια αλκοόλ από τις τύψεις του για την καταστροφή και τα θύματα, μπροστά στη σύζυγό του, Πάττυ Ντάνκαν Σίμμονς, η οποία προσπαθεί μάταια να τον παρηγορήσει.

Η εκκένωση των επισκεπτών με τη βοήθεια ανελκυστήρων έχει διακοπεί, καθώς όλοι οι άξονες έχουν πάρει φωτιά. Οι σκάλες έχουν γίνει επίσης αδιάβατες. Ο Μάικ Ό Χάλοραν χρησιμοποιεί τον 79ο όροφο ως αίθουσα συντονισμού και θέτει σε εφαρμογή διάφορα σχέδια, μεταξύ αυτών και ένα ελικόπτερο για εκκένωση και διάσωση των καλεσμένων από την ταράτσα, που όμως λόγω ισχυρών ανέμων χάνει τον έλεγχο και συντρίβεται στην ταράτσα κατά την προσγείωση και ανατινάζεται, βάζοντας φωτιά στην οροφή του κτιρίου. Στη συνέχεια, μια ομάδα διάσωσης του Πολεμικού Ναυτικού σπάζει κάποια από τα εξωτερικά γυάλινα παράθυρα[Σημ. 1] και συνδέει έναν γερανό με ένα σχοινί και μία καρέκλα μεταφοράς των ανθρώπων από τον 135ο όροφο στην ταράτσα του διπλανού ουρανοξύστη, του «Peerless Building» («Ασύγκριτο / Απαράμιλλο Κτίριο»), ύψους 102 ορόφων, διασώζοντας έτσι αρκετούς επισκέπτες, μεταξύ αυτών και την Πάττυ Ντάνκαν Σίμμονς. Επειδή μόνο ένα άτομο μπορεί να μεταφερθεί κάθε φορά, ο Τζέιμς Ντάνκαν εξ αρχής κληρώνει αριθμούς μεταξύ των καλεσμένων για να καθορίσει τη σειρά εκκένωσης, η οποία ξεκινάει με τις γυναίκες της αίθουσας.

Κατά τη διάρκεια της εκκένωσης με την καρέκλα, ο Νταγκ Ρόμπερτς καταφέρνει να τοποθετήσει ένα «φρένο βαρύτητας» στον εξωτερικό ανελκυστήρα του ουρανοξύστη, επιτρέποντας έτσι μία μόνο κάθοδο του ανελκυστήρα έως το έδαφος (χωρίς δυνατότητα ανόδου και επιστροφής μετά) για 12 άτομα, και μεταξύ αυτών επιλέγονται ένας από τους πυροσβέστες, η Σούζαν Φράνκλιν, η Λισολέτ Μιούλερ και τα δύο παιδιά που είχε διασώσει η ίδια προηγουμένως. Κατά την κάθοδο, σημειώνεται μια έκρηξη στον 110ο όροφο δίπλα στον ανελκυστήρα και από το ωστικό κύμα αποσπάται ένα από τα γυάλινα πλαίσια του ανελκυστήρα και η Λισολέτ πέφτει από τον ανελκυστήρα, χτυπάει σε μια αρχιτεκτονική προεξοχή του κτιρίου και σκοτώνεται,[Σημ. 2] ενώ και η έκρηξη αφήνει τον ανελκυστήρα να κρέμεται επικίνδυνα από ένα μόνο καλώδιο. Τότε επεμβαίνει ο ίδιος ο Μάικ Ό Χάλοραν και σώζει τον ανελκυστήρα με ελικόπτερο του Πολεμικού Ναυτικού, το οποίο τον δένει από την κορυφή του και τον κατεβάζει στο έδαφος, σώζοντας τους επιβάτες.

Ο Χάλοραν στη συνέχεια, καθώς έχει διαπιστώσει ότι η πυρκαγιά έχει ξεφύγει εκτός ελέγχου και αναμένεται να φτάσει στον 135ο όροφο εντός 18 λεπτών, θα ζητήσει τα σχέδια κατασκευής του ουρανοξύστη και την βοήθεια του Νταγκ Ρότζερς. Η λύση που θα βρεθεί για την κατάσβεση της φωτιάς θα είναι η ανατίναξη των τεράστιων δεξαμενών νερού που βρίσκονται κάτω από την ταράτσα του ουρανοξύστη, οι οποίες περιέχουν ένα εκατομμύριο γαλόνια νερού (3.000 κυβικά μέτρα), έτσι ώστε η δύναμη του νερού να σβήσει τη φωτιά, με τον επακόλουθο κίνδυνο όμως να παρασύρει τα πάντα στο πέρασμά της, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων. Τότε, και ενώ η αίθουσα είχε μόλις εκκενωθεί από όλες τις γυναίκες και είχαν πλέον μείνει μόνο άντρες, ανακοινώνεται τηλεφωνικά από τον Χάλοραν στον Νταγκ Ρόμπερτς η είδηση και το σχέδιο, μαζί με τον πιθανό κίνδυνο, στους εναπομείναντες στην αίθουσα δεξιώσεων, καθώς και ότι τους μένουν μόλις 15 λεπτά πριν η φωτιά φτάσει στον 135ο όροφο. Ταυτόχρονα, δίνεται και η συμβουλή να δεθούν όλοι με σχοινιά έτσι ώστε να μην σαρωθούν από τους όγκους νερού. Μόλις όμως ο Ρόμπερτς ανακοινώνει στους καλεσμένους το σχέδιο και τα λεπτά που απομένουν και τον επακόλουθο κίνδυνο, ξεσπάει γενικός πανικός και αρκετοί προσπαθούν να διαφύγουν μαζικά με την καρέκλα, αλλά τότε ο γερανός καταρρέει μετά από μια άλλη έκρηξη και η καρέκλα πέφτει 135 ορόφους, σκοτώνοντας τον Ρότζερ Σίμμονς, τον γερουσιαστή των ΗΠΑ Γκάρι Πάρκερ (Ρόμπερτ Βον) και άλλους. Λίγα λεπτά μετά, εφαρμόζοντας την ύστατη αυτή στρατηγική κίνηση, ο Μάικ Ό Χάλοραν και ο Νταγκ Ρόμπερτς ανεβαίνουν στον 136ο όροφο, τοποθετούν πλαστικά εκρηκτικά και ένα μηχανικό χρονόμετρο που το ρυθμίζουν στα 5 λεπτά, για να προλάβουν να διαφύγουν στην αίθουσα δεξιώσεων στον αποκάτω όροφο, και ανατινάζουν τις δεξαμενές νερού στην κορυφή του ουρανοξύστη. Οι περισσότεροι από τους εναπομείναντες παρευρισκόμενους επιβιώνουν καθώς το νερό σαρώνει τους ορόφους μέσα στο κτίριο, σβήνοντας τις φλόγες.

Μετά την κατάσβεση της πυρκαγιάς, και αφού όλοι πλέον είχαν βρεθεί με ασφάλεια στο δρόμο, ο Χάρλι Κλέημπορν, σοκαρισμένος όταν μαθαίνει για το θάνατο της Λισολέτ Μιούλερ, παίρνει τη γάτα της από τον επικεφαλής ασφαλείας, Χάρι Τζερνίγκαν. Ο Τζέιμς Ντάνκαν προσπαθεί να παρηγορήσει την κόρη του, Πάττυ Ντάνκαν Σίμμονς, που θρηνεί για τον άντρα της, Ρότζερ Σίμμονς, καθώς είχε μόλις αναγνωρίσει το πτώμα του, και υπόσχεται στο Θεό ότι δεν θα επιτρέψει να συμβεί ποτέ ξανά μια τέτοια καταστροφή. Ο Νταγκ Ρόμπερτς, κοιτάζοντας τους κατεστραμμένους από τη φωτιά υψηλότερους ορόφους του κτιρίου, σχολιάζει ότι ίσως θα ήταν καλύτερα να αφήσουν το κτίριο σε αυτή την κατάσταση, ως έμβλημα της ανθρώπινης ηλιθιότητας. Ο Χάλοραν αναφέρει ότι «ήμασταν τυχεροί» διότι, όπως τονίζει, οι νεκροί ήταν λιγότεροι από 200 και ότι «μια μέρα θα σκοτώσετε 10 χιλιάδες μέσα σε ένα από αυτά τα κτίρια - παγίδες φωτιάς», αν δεν χτιστούν με μεγαλύτερη ασφάλεια στο μέλλον. Ο Νταγκ Ρόμπερτς δέχεται την προσφορά καθοδήγησης του Χάλοραν για το πώς να χτίσει έναν ουρανοξύστη ασφαλή από πυρκαγιά. Ο Χάλοραν απομακρύνεται, εξαντλημένος.

Διανομή ρόλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σενάριο της ταινίας είναι ένας συνδυασμός από δύο νουβέλες: «The Tower» (1973) του Ρίτσαρντ Μάρτιν Στερν, και «The Glass inferno» (1974) των Τόμας Ν. Σκορτία και Φράνκ Μ. Ρομπίνσον. Και οι δύο ήταν εμπνευσμένες από την κατασκευή του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου (World Trade Center) στις αρχές της δεκαετίας του 1970, που εγκαινιάστηκε στις 4 Απριλίου 1973, και το ζήτημα τι θα μπορούσε να συμβεί αν ξεσπούσε μια μεγάλη πυρκαγιά σε έναν ουρανοξύστη αυτού του είδους. Ειδικότερα αυτό το ζήτημα, αναφέρθηκε τότε εκτενώς σε κάποια μέσα ενημέρωσης, τα οποία πυροδότησαν έντονους φόβους πολλών Αμερικανών εκείνη την εποχή για την ασφάλεια των ουρανοξυστών και η ταινία αυτή «πάτησε» πάνω σε αυτούς του φόβους του κοινού.

Μετά την τεράστια επιτυχία της ταινίας καταστροφής του 1972 Η περιπέτεια του Ποσειδώνα (The Poseidon Adventure), εκδηλώθηκε μεγάλο ενδιαφέρον από τις μεγάλες εταιρείες των Χόλυγουντ για την νέα τότε μόδα των ταινιών καταστροφής. Στα κλίμα της εποχής, στις 1 Απριλίου 1973 ανακοινώθηκε επίσημα ότι ο επικεφαλής παραγωγής της εταιρείας Warner Bros. Τζον Κάλλεϊ (John Calley) εξαγόρασε τα δικαιώματα του «The Tower» («Ο Πύργος»), πληρώνοντας 350.000 δολάρια, και ενώ μάλιστα η νουβέλα αυτή κυκλοφόρησε επίσημα μόλις στις 5 Νοεμβρίου 1973.[17][18] Μόλις 8 εβδομάδες αργότερα, ο ήδη διάσημος ως παραγωγός της ταινίας Η περιπέτεια του Ποσειδώνα παραγωγός Ίρβιν Άλλεν (Irwin Allen), εξαγόρασε τα δικαιώματα του «The Glass Inferno» («Η Γυάλινη Κόλαση») για την 20th Century Fox για 400.000 δολάρια, αν και η νουβέλα αυτή κυκλοφόρησε μόλις το 1974, και μάλιστα ο ίδιος ανέφερε τότε δημόσια ότι οι δύο ιστορίες ήταν πανομοιότυπες.[19]

Σύντομα, όμως, ο Ίρβιν Άλλεν ανησύχησε σοβαρά για την οικονομική προοπτική του πρότζεκτ, καθώς υπολόγισε ότι οι δύο ταινίες θα γυρίζονταν και θα έκαναν πρεμιέρα σχεδόν ταυτόχρονα, κάτι που θεώρησε ότι θα ήταν ολέθριο και για τις δύο εταιρείες, καθώς η μία θα «έκλεβε» εισπράξεις από την άλλη. Μπροστά στον κίνδυνο να βρεθούν αντιμέτωπες οι δύο εταιρείες στους κινηματογράφους με δύο ταινίες καταστροφής με το ίδιο θέμα και μάλιστα με πανομοιότυπα σενάρια (όπως είχε εξ αρχής επισημάνει και ο ίδιος), έπεισε τα ανώτατα στελέχη και των δύο εταιρειών να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να συνεργαστούν σε μία κοινή ταινία με το ίδιο θέμα και η καθεμία να πληρώσει το ήμισυ του κόστους παραγωγής. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1973, έγινε η πρώτη επίσημη ανακοίνωση σχετικά με την έναρξη των εργασιών για την ταινία[20] και τελικώς τα δύο στούντιο ανακοίνωσαν τη συνεργασία τους και την συμπαραγωγή μίας ταινίας σε κοινή συνέντευξη τύπου τον Οκτώβριο του 1973.[21] Η απόφαση αυτή, έκανε την ταινία την πρώτη κοινή παραγωγή μεταξύ της Warner και της Fox και, γενικότερα, την πρώτη κοινή παραγωγή μεταξύ δύο μεγάλων κινηματογραφικών στούντιο. Στο συμβόλαιο που υπέγραψαν, η Fox έλαβε τα δικαιώματα και τα έσοδα της ταινίας στο box office στις Ηνωμένες Πολιτείες και η Warner τα έλαβε για όλες τις χώρες εκτός ΗΠΑ, και η καθεμία πλήρωσε το ήμισυ του κόστους παραγωγής.

Ο Ίρβιν Άλλεν ανέλαβε την παραγωγή της ταινίας και ο σεναριογράφος Στέρλινγκ Σίλιφαντ (Stirling Silliphant, που ήταν προηγουμένως και ο σεναριογράφος, μαζί με τον Wendell Mayes, της ταινίας καταστροφής Η περιπέτεια του Ποσειδώνα του 1972) ανέλαβε τη συγγραφή του σεναρίου, με βάση και τα δύο βιβλία. Για να πάρει μια ακόμα καλύτερη ιδέα για το έργο της πυροσβεστικής και άλλων υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης, ο Στέρλινγκ Σίλιφαντ έκανε εκτεταμένη έρευνα σε μεγάλο αριθμό ουρανοξυστών για το ζήτημα των υποδομών ασφαλείας σε τέτοια κτίρια και πήρε συνέντευξη από αρκετούς πυροσβέστες. Τελικώς, δημιούργησε το σενάριο συνδυάζοντας τις πλοκές των δύο βιβλίων και δημιουργώντας την αρχική του εκδοχή τον Οκτώβριο του 1973,[22] ενώ η λειτουργική έκδοση του σεναρίου ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 1973.

Το πλέον εμφανές παράδειγμα ήταν ο ίδιος ο τίτλος της ταινίας, «The Towering Inferno», που ήταν μια μίξη των τίτλων των δύο βιβλίων: «The Tower» και «The Glass Inferno». Ειδικότερα μέσα στο σενάριο, το εντυπωσιακότερο παράδειγμα ήταν το όνομα του ουρανοξύστη, «The Glass Tower» («Ο Γυάλινος Πύργος»), που ήταν επίσης μια μίξη των τίτλων των δύο βιβλίων. Μια αξιοσημείωτη διαφορά στην οθόνη ήταν ότι ενώ στο «The Tower» ο ουρανοξύστης έχει φιμέ πράσινα παράθυρα, στην ταινία έχει χρυσαφί κίτρινα παράθυρα και εξωτερικά φώτα. Επίσης, από το «The Tower» ο Στέρλινγκ Σίλιφαντ ενσωμάτωσε την επιχείρηση διάσωσης μέσω της γραμμής μεταξύ των δύο ουρανοξυστών και από το «The Glass Inferno» πήρε την ιδέα των δεξαμενών νερού κάτω από την ταράτσα του ουρανοξύστη που ανατινάχτηκαν και έσβησαν την πυρκαγιά. Αντιθέτως, αν και πήρε 7 βασικούς χαρακτήρες από κάθε νουβέλα και τους ενσωμάτωσε στο σενάριο, τα περισσότερα ονόματα των χαρακτήρων από τα δύο βιβλία άλλαξαν στην ταινία, με εξαίρεση τον χαρακτήρα της Λισολέτ Μιούλερ (Lisolette Mueller) στη νουβέλα «The Glass Inferno», που διατηρήθηκε αυτούσιος στην ταινία, τόσο στο όνομα, όσο και στις ηρωικές της ενέργειες να σώσει την κωφή μητέρα και τα παιδιά της, με αποτέλεσμα ο ρόλος αυτός να πετύχει μεγάλη συμπάθεια στο κοινό. Ωστόσο, για άγνωστους λόγους, η κατάληξη του χαρακτήρα της, άλλαξε στην ταινία και έγινε θανατηφόρα (κάτι που σχολιάστηκε έντονα αρνητικά από το κοινό, τόσο στην αρχική προβολή της ταινίας, όσο και διαχρονικά, ακόμα και σήμερα), καθώς στο «The Glass Inferno» η Λισολέτ Μιούλερ επιβιώνει και το θύμα που έπεσε από τον εξωτερικό ανελκυστήρα του ουρανοξύστη ήταν άντρας.

Ο παραγωγός Ίρβιν Άλλεν ήθελε επίσης και να να σκηνοθετήσει την ταινία, αλλά και τα δύο κινηματογραφικά στούντιο αρνήθηκαν να τον προσλάβουν και ως σκηνοθέτη, προτιμώντας να βασίζονται σε κάποιον με μεγαλύτερη σκηνοθετική εμπειρία. Ωστόσο, ο ίδιος ο Ίρβιν Άλεν κατάφερε να σκηνοθετήσει τις σκηνές δράσης ως σκηνοθέτης δεύτερης μονάδας, κάτι που είχε ήδη κάνει 2 χρόνια νωρίτερα στην ταινία καταστροφής Η περιπέτεια του Ποσειδώνα. Η σύζυγος του Irwin Allen, η Sheila (αναγράφεται στη σχετική καρτέλα ως Sheila Mathews), έπαιξε στην ταινία την Paula Ramsay, τη σύζυγο του δημάρχου του Σαν Φρανσίσκο, ενώ στον ρόλο του δημάρχου έπαιξε ο Τζακ Κόλλινς (Jack Collins).

Τα γυρίσματα ξεκίνησαν στις 9 Μαΐου 1974, διήρκεσαν μόλις 70 ημέρες και ολοκληρώθηκαν στις 11 Σεπτεμβρίου 1974, εξ ολοκλήρου στην Καλιφόρνια, σε σκηνοθεσία του Τζον Γκίλερμαν (John Guillermin, αυθεντική προφορά: Τζον Γκιγιέρμιν, καθώς και οι δύο γονείς του ήταν Γάλλοι). Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις ΗΠΑ και στον Καναδά στις 16 Δεκεμβρίου 1974 από την 20th Century Fox, ενώ στις άλλες χώρες διεθνώς έκανε πρεμιέρα μέσα στο 1975 από την Warner Bros. Για παράδειγμα, στην Αγγλία η πρεμιέρα έλαβε χώρα στις 29 Ιανουαρίου 1975, στη Σουηδία στις 3 Μαρτίου 1975, στη Δυτική Γερμανία στις 6 Μαρτίου 1975, στην Ελλάδα στις 21 Μαρτίου 1975, στην Ισπανία στις 31 Μαρτίου 1975 και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στις 26 Ιουλίου 1975. Ωστόσο, σε κάποιες χώρες, όπως στην Πορτογαλία, η πρεμιέρα έγινε μόλις το 1976 και σε κάποιες άλλες χώρες διεθνώς σε ακόμα μεταγενέστερα έτη. Η πρώτη τηλεοπτική προβολή της ταινίας στις ΗΠΑ έγινε στις 17 Φεβρουαρίου 1980.

Παρά τις ιδιαίτερα σκληρές σκηνές της, σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στις άλλες χώρες διεθνώς (δείτε σχετικά στην εισαγωγή), με αποτέλεσμα να γίνει η πρώτη σε εισπράξεις και η πλέον κερδοφόρα ταινία του 1974, ενώ έλαβε και πολύ καλά σχόλια από τους κριτικούς του κινηματογράφου.[23] Και αυτό μάλιστα παρά τον έντονο ανταγωνισμό από την άλλη επιτυχημένη ταινία καταστροφής του ίδιου έτους Σεισμός (Earthquake), που γυρίστηκε σχεδόν ταυτόχρονα και έκανε πρεμιέρα μόλις 1 μήνα νωρίτερα, στις 15 Νοεμβρίου 1974, και έγινε η τρίτη πιο κερδοφόρα ταινία του 1974.[23]

Επειδή το πρόγραμμα γυρισμάτων για την ταινία Ο πύργος της κολάσεως ήταν τόσο σφιχτό, τέσσερις μονάδες γυρισμάτων γύρισαν την ταινία, διάρκειας 165 λεπτών, ταυτόχρονα. Για να γίνει δυνατή η παραγωγή της ταινίας, ο σχεδιαστής Γουίλιαμ Κρίμπερ (William Creber) κατασκεύασε συνολικά 57 σετ, εκ των οποίων μόνο 8 παρέμειναν άθικτα στο τέλος των γυρισμάτων και όλα τα άλλα καταστράφηκαν στα γυρίσματα. Επίσης, κατασκευάστηκαν και αρκετές μινιατούρες του Πύργου και των διπλανών ουρανοξυστών, κάποιες με 21 μέτρα μέγιστο ύψος, και έγιναν επίσης αρκετές ματ ζωγραφιές. Αρχικά, είχε προταθεί να κατασκευαστούν και ακόμα υψηλότερες μινιατούρες, αλλά η ιδέα αυτή σύντομα απορρίφθηκε από τους παραγωγούς, καθώς θα δυσκόλευε περαιτέρω και ίσως σε απαγορευτικό βαθμό τα γυρίσματα που απεικόνιζαν εξωτερικά πλάνα των κτιρίων, διότι στην πράξη θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να είχαν τοποθετηθεί οι κάμερες σε τόσο μεγάλα ύψη. Οι ματ πίνακες ήταν εικόνες ζωγραφισμένες σε γυαλί που κρατήθηκαν μπροστά από την κάμερα για να καλύπτουν μέρος της σκηνής.

Ιδιαίτερα δύσκολα ήταν τα γυρίσματα με τις σκηνές με φωτιά, καθώς στις επικίνδυνες σκηνές με τις φωτιές που ανάβονταν στα σετ ήταν επιτακτική ανάγκη η κάθε φωτιά να σβήνει εγκαίρως μόλις έληγε το γύρισμα της κάθε σκηνής, πριν εξαπλωθεί επικίνδυνα και ξεφύγει εκτός ελέγχου. Μάλιστα για τα γυρίσματα αυτά επελέγησαν, για την κατασκευή των σετ, ειδικά υλικά που καίγονταν χωρίς να παράγουν αρκετό καπνό, παρά μόνο φλόγες, καθώς αν εκλύονταν μεγάλες ποσότητες καπνού θα κάλυπταν σε μεγάλο βαθμό τις σκηνές και τους ηθοποιούς στην οθόνη.

Απαιτήθηκε, επίσης, η δουλειά πολλών κασκαντέρ που αντικατέστησαν τους ηθοποιούς στις σκηνές καταστροφής, και συνολικά έως και 300 κασκαντέρ συμμετείχαν στην ταινία, αν και στην πράξη κάποιοι από τους ηθοποιούς αναγκάστηκαν να κάνουν οι ίδιοι κάποια επικίνδυνα ακροβατικά. Για παράδειγμα, η επικίνδυνη σκηνή κατά την οποία ο χαρακτήρας του Νταγκ Ρόμπερτς (Πωλ Νιούμαν) και ο χαρακτήρας της Λισολέτ Μιούλερ (Τζένιφερ Τζόουνς) κρέμονταν με τα χέρια τους από τα αιωρούμενα κάγκελα ενός κλιμακοστασίου, περνώντας πάνω από ένα κενό και πηδώντας στην άλλη πλευρά (μια από τις πλέον αγωνιώδεις της ταινίας), γυρίστηκε με τους πραγματικούς ηθοποιούς, καθώς λόγω των κοντινών πλάνων ήταν αδύνατον να αντικατασταθούν με κασκαντέρ. Επίσης, η ηλικία των δύο ηθοποιών, τους έκανε ακόμα δυσκολότερο να καταφέρουν αυτή τη σκηνή, καθώς ο Πωλ Νιούμαν ήταν τότε 49 ετών και η Τζένιφερ Τζόουνς ήταν τότε 55 ετών. Γενικότερα, οι παραγωγοί ανησυχούσαν σοβαρά για την ασφάλεια των ηθοποιών και των κασκαντέρ, και μάλιστα ο συντονιστής των κασκαντέρ Paul Stader είχε αναφέρει ότι τα ακροβατικά ήταν τόσο επικίνδυνα που ένα μικρό λάθος θα μπορούσε να σκότωνε έναν κασκαντέρ ή τουλάχιστον να τον τραυμάτιζε σοβαρά. Είναι εντυπωσιακό όμως, ότι παρά τις δυσκολίες αυτές και παρά τις επικίνδυνες σκηνές με τις φωτιές που ανάβονταν στα σετ, καθώς και την εξαιρετικά δύσκολη σκηνή της πλημμύρας στην αίθουσα των δεξιώσεων, κανένας από το προσωπικό, τους ηθοποιούς και τους κασκαντέρ δεν τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.

Εκτός από τη θεαματικότητα αρκετών σκηνών και το σασπένς που προκάλεσε στο κοινό, η ταινία έδωσε την ευκαιρία να δούμε μαζί – για πρώτη και μοναδική φορά – δύο από τους ηγετικούς σταρ του Χόλυγουντ της τότε εποχής, τους Πωλ Νιούμαν και Στηβ ΜακΚουήν, αλλά και παλαιότερης γενιάς βετεράνους αστέρες του Χόλυγουντ, που είχαν μεσουρανήσει σε προηγούμενες δεκαετίες, όπως ο Φρεντ Ασταίρ (σε μια από τις τελευταίες κινηματογραφικές εμφανίσεις του, η τελευταία ήταν το Ghost Story το 1981, και ο ίδιος απεβίωσε το 1987 από πνευμονία, σε ηλικία 88 ετών - γενικότερα, μαζί με την καριέρα του ως ηθοποιός, έχει αναγνωριστεί ως ο χορευτής με τη μεγαλύτερη επιρροή στην ιστορία των κινηματογραφικών και τηλεοπτικών μιούζικαλ), η Τζένιφερ Τζόουνς (μια από τις πλέον αγαπημένες στο κοινό ηθοποιούς του Χόλυγουντ τις δεκαετίες του 1940 και του 1950, εδώ έπαιξε στον τελευταίο της ρόλο,[20] αν και στα μετέπειτα χρόνια προσπάθησε να παίξει και σε άλλες ταινίες, έως και τη δεκαετία του 1980, αλλά «δεν της βγήκε» - τελικώς απεβίωσε το 2009 από φυσικά αίτια, σε ηλικία 90 ετών) και ο Γουίλιαμ Χόλντεν (το «χρυσό αγόρι του Χόλυγουντ» στη δεκαετία του 1950, εδώ σε μια από τις τελευταίες κινηματογραφικές εμφανίσεις του, πριν τον ξαφνικό θάνατό του το 1981 από πέσιμο στο σπίτι του, σε ηλικία 63 ετών).

Ο Στηβ ΜακΚουήν επρόκειτο αρχικά να παίξει το ρόλο του αρχιτέκτονα Νταγκ Ρόμπερτς, αλλά ο ίδιος επέμεινε να παίξει τον διοικητή της πυροσβεστικής υπηρεσίας του Σαν Φρανσίσκο Μάικ Ό Χάλοραν, καθώς είχε σφοδρή επιθυμία να έχει περισσότερο ηρωικό βάρος στην ιστορία της ταινίας. Τελικώς, το αίτημά του έγινε δεκτό και μετά από αυτή την αλλαγή ο ρόλος του Νταγκ Ρόμπερτς κατέληξε στον Πωλ Νιούμαν. Ιστορικά ενδιαφέρον είναι ότι ο γιος του Paul Newman, ο Scott Newman, υποδύεται στην ταινία έναν νεαρό πυροσβέστη με ακροφοβία που φοβάται την αναρρίχηση με σχοινί, και μάλιστα μόλις 4 χρόνια πριν τον πρόωρο θάνατό του, καθώς ο Σκοτ Νιούμαν απεβίωσε τον Νοέμβριο του 1978 από υπερβολική χρήση ναρκωτικών, σε ηλικία 28 ετών.[24] Αν και στην οθόνη δεν υπήρξε κανένας διάλογος μεταξύ τους, καθώς όλες οι σκηνές του Σκοτ Νιούμαν ήταν μαζί με τον Στηβ ΜακΚουήν, ωστόσο και οι δύο Νιούμαν φαίνονται μαζί κάποια στιγμή στο φινάλε της ταινίας.

Οι Στηβ ΜακΚουήν, Πωλ Νιούμαν και Γουίλιαμ Χόλντεν ζήτησαν κορυφαία απεικόνιση στην κινηματογραφική αφίσα και στις επίσημες πινακίδες των κινηματογράφων, αλλά μόνο στους δύο πρώτους έγινε δεκτό το αίτημα. Αντιθέτως, στον Γουίλιαμ Χόλντεν δεν έγινε δεκτό, διότι αν και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 ήταν ο πιο επιτυχημένος ηθοποιός στο box office και είχε πρωταγωνιστήσει σε μια σειρά αξέχαστων κλασικών ταινιών της χρυσής εποχής του Χόλυγουντ, ωστόσο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 το άστρο του άρχισε να δύει, καθώς αναγκάστηκε από τις κινηματογραφικές εταιρείες να αναλάβει ρόλους σε αδιάφορες ταινίες και το 1974 δεν ήταν πλέον τόσο μεγάλος σταρ όσο ο Στηβ ΜακΚουήν και ο Πωλ Νιούμαν.

Μάλιστα οι δύο ηγετικοί σταρ της ταινίας, Στηβ ΜακΚουήν και Πωλ Νιούμαν, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων είχαν έρθει σε διένεξη για το ζήτημα του ποιος από τους δύο θα εμφανιστεί πρώτος στην πρώτη καρτέλα των αρχικών τίτλων της ταινίας, αν και ο Στηβ ΜακΚουήν εμφανίζεται μόνο μετά από 43 λεπτά στην ταινία. Προκειμένου να σταματήσει η αντιπαράθεση, αποφασίστηκε από την παραγωγή να τους δοθεί ίση κορυφαία απεικόνιση. Για να επιτευχθεί διπλή κορυφαία απεικόνιση, τα ονόματά τους τοποθετήθηκαν διαγώνια στη σχετική καρτέλα των αρχικών τίτλων της ταινίας, με τον Steve McQueen κάτω αριστερά και τον Paul Newman πάνω δεξιά. Έτσι, ο καθένας φάνηκε να έχει «πρώτη» απεικόνιση, ανάλογα με το αν το κοινό θα διάβαζε τα ονόματα από αριστερά προς τα δεξιά ή από πάνω προς τα κάτω.[25] Ιστορικά, ήταν η πρώτη φορά που αυτή η «κλιμακωτή αλλά ίση» απεικόνιση ονομάτων χρησιμοποιήθηκε σε κινηματογραφική ταινία. Επίσης, και οι δύο ηγετικοί σταρ της ταινίας πληρώθηκαν 1 εκατομμύριο δολάρια (με την τότε ισοτιμία) ο καθένας και, επιπρόσθετα, το 7,5% των συνολικών εισπράξεων της ταινίας ο καθένας,[26]

Από την άλλη, ο Γουίλιαμ Χόλντεν πληρώθηκε 750.000 δολάρια για τον ρόλο του (με την τότε ισοτιμία), αν και ήταν η υψηλότερη απολαβή σε ολόκληρη τη διάρκεια της καριέρας του. Ενδιαφέρον ιστορικά είναι ότι αρχικά είχε δυσαρεστηθεί με τον ρόλο που του πρότειναν, καθώς τον απεικονίζει σε διαρκείς τηλεφωνικές συνομιλίες και σε ανακοινώσεις προς το κοινό στην αίθουσα δεξιώσεων στον 135ο όροφο και σε συζητήσεις, χωρίς αρκετή δράση στην οθόνη, με μοναδική εξαίρεση τη σκηνή της πλημμύρας στην αίθουσα των δεξιώσεων λίγο πριν το φινάλε. Μάλιστα χαρακτήρισε το σενάριο της ταινίας «άθλιο», αλλά τελικώς συμφώνησε να παίξει στον ρόλο που του προτάθηκε.

Το τραγούδι We May Never Love Like This Again («Μπορεί να μην αγαπήσουμε ποτέ ξανά έτσι»), που συνέθεσαν ο Αλ Κάσα και ο Τζόελ Χίρσχορν (Al Kasha και Joel Hirschhorn) για την ταινία, τραγουδήθηκε από την Αμερικανίδα τραγουδίστρια και ηθοποιό Μορίν ΜακΓκάβερν (Maureen McGovern) και στην 47η τελετή των Όσκαρ, στις 8 Απριλίου 1975, κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού. Η ίδια κάνει μια σύντομη εμφάνιση στην ταινία, τραγουδώντας το κατά τη διάρκεια της τελετής των εγκαινίων, λίγο πριν η τελετή διακοπεί λόγω της ανακοίνωσης, στους καλεσμένους, της είδησης για την πυρκαγιά.[27] Ένας δίσκος βινυλίου με το soundtrack της ταινίας κυκλοφόρησε το 1975. Το 1999, κυκλοφόρησε μια έκδοση CD. Το 2001, η Warner Bros. κυκλοφόρησε ένα CD ειδικής έκδοσης με 22 τραγούδια (συν 6 επιπλέον τραγούδια) από την ταινία ως μέρος της σειράς Silver Age.

Οι παραγωγοί της ταινίας ευχαρίστησαν επίσημα τις πυροσβεστικές υπηρεσίες, τα πυροσβεστικά συνεργεία και τους αντίστοιχους αρχηγούς, τους Keith P. Calden και Raymond M. Hill, από το Σαν Φρανσίσκο και το Λος Άντζελες με την εξής καρτέλα, που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια των αρχικών τίτλων της ταινίας: «Σε εκείνους που δίνουν τη ζωή τους για να ζήσουν άλλοι, στους πυροσβέστες του κόσμου, αυτή η ταινία είναι αφιερωμένη με ευγνωμοσύνη.» (υπήρξε μια από τις πρώτες, ιστορικά, αφιερώσεις ταινιών).

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Κανονικά όμως, για λόγους ασφαλείας, τα εξωτερικά γυάλινα παράθυρα στους ουρανοξύστες είναι εξαιρετικά ανθεκτικά και δεν σπάζουν τόσο εύκολα έτσι όπως φαίνεται στην ταινία. Ακόμα και με τα στάνταρ της δεκαετίας του 1970 θα ήταν αδιανόητο να είχε γίνει σε ουρανοξύστη τοποθέτηση γυαλιού τέτοιας ποιότητας.
  2. Μεταγενέστερα, αποκαλύφθηκε ότι κατά το σενάριο επρόκειτο να πέσει 110 ορόφους απευθείας, αλλά τη στιγμή του γυρίσματος ένας ξαφνικός άνεμος έσπρωξε το μικροσκοπικό ανθρώπινο ομοίωμα ενώ έπεφτε από τη μινιατούρα του κτιρίου, με αποτέλεσμα να χτυπήσει στην προεξοχή, να αναπηδήσει και να ξαναρχίσει να πέφτει. Τότε οι παραγωγοί της ταινίας αποφάσισαν να το διατηρήσουν έτσι στην ταινία, καθώς θεώρησαν ότι θα φαινόταν πιο δραματικό στην οθόνη. Κατά μια θλιβερή ιστορική ειρωνεία, η σοκαριστική αυτή σκηνή πτώσης της από τον ουρανοξύστη, έμελλε τελικώς να είναι και η σκηνή εξόδου της καριέρας της Τζένιφερ Τζόουνς από την μεγάλη οθόνη. Επιπρόσθετα, κατά μια δεύτερη και τραγική ιστορική ειρωνεία, η σκηνή αυτή έμελλε να είναι και προφητική για μια προσωπική της τραγωδία μόλις 1,5 χρόνο μετά την πρεμιέρα της ταινίας, καθώς στις 11 Μαΐου 1976 η κόρη της ηθοποιού, η Μαίρη Τζένιφερ Σέλζνικ, αυτοκτόνησε πηδώντας από την ταράτσα ξενοδοχείου 22 ορόφων στο δυτικο-κεντρικό Λος Άντζελες, πριν συμπληρώσει τα 22 της χρόνια, μια απώλεια που η ηθοποιός δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «The Towering Inferno Movie Poster (#1 of 3)». www.impawards.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Οκτωβρίου 2018. Ανακτήθηκε στις 20 Οκτωβρίου 2018. 
  2. www.imdb.com/title/tt0072308/. Ανακτήθηκε στις 8  Απριλίου 2016.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 www.allocine.fr/film/fichefilm_gen_cfilm=34036.html. Ανακτήθηκε στις 8  Απριλίου 2016.
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 stopklatka.pl/film/plonacy-wiezowiec. Ανακτήθηκε στις 8  Απριλίου 2016.
  5. 5,00 5,01 5,02 5,03 5,04 5,05 5,06 5,07 5,08 5,09 www.imdb.com/title/tt0072308/fullcredits. Ανακτήθηκε στις 8  Απριλίου 2016.
  6. 6,00 6,01 6,02 6,03 6,04 6,05 6,06 6,07 6,08 6,09 6,10 6,11 6,12 6,13 6,14 (Τσεχικά) Česko-Slovenská filmová databáze. 2001.
  7. (Αγγλικά) Box Office Mojo. toweringinferno.
  8. www.sfi.se/sv/svensk-filmdatabas/Item/?itemid=13382&type=MOVIE&iv=Basic.
  9. (Αγγλικά) Internet Movie Database. www.imdb.com/title/tt0072308/releaseinfo. Ανακτήθηκε στις 14  Απριλίου 2017.
  10. 10,0 10,1 towering-inferno-0.
  11. 11,0 11,1 The Tower inferno in imdb.com (αγγλικά), ανακτήθηκε την 1 Μαΐου 2018.
  12. «The Towering Inferno». The Numbers. Nash Information Services. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Μαρτίου 2012. Ανακτήθηκε στις 28 Αυγούστου 2011. 
  13. «The Towering Inferno». Box Office Mojo. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Οκτωβρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2019. 
  14. «It Towers $203,336,412 (advertisement)». Variety: 8–9. June 2, 1976. https://archive.org/details/sim_variety_1976-06-02_283_4/page/8. 
  15. The Tower inferno awards στο Turner classic movies.com (αγγλικά), ανακτήθηκε την 1 Μαΐου 2018.
  16. EL TERROR A 138 PISOS DE ALTURA. El coloso en llamas (The Towering Inferno, John Guillermin, 1974).
  17. Son of 'Seagull'?: Son of 'Seagull'? AFTER "GODSPELL" SELECTED SHORTS I DISMEMBER MAMA? By A. H. WEILER. New York Times 1 Apr 1973: 163.
  18. Movies Vie, in 6 Figures, for Best Sellers: A Homespun Pair Time-Proven Subjects By ERIC PACE. New York Times 11 July 1973: 47.
  19. A Funny Thing Happened on the Way to the Fire By ALJEAN HARMETZ. New York Times 18 Nov 1973: 157.
  20. 20,0 20,1 Green, Paul (2011). Jennifer Jones: The Life and Films. New York City: McFarland & Company. p. 190. ISBN 978-0786460410.
  21. Collins, Andrew (1 Ιανουαρίου 2000). «The Towering Inferno». Empire (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Μαρτίου 2019. Ανακτήθηκε στις 23 Μαρτίου 2019. 
  22. Major Firms Will Produce Film Jointly Los Angeles Times 10 Oct 1973: f15.
  23. 23,0 23,1 Finler, Joel Waldo (2003). The Hollywood Story. Wallflower Press. pp. 360–361. ISBN 978-1-903364-66-6.
  24. Clark, Hunter S. People Αρχειοθετήθηκε 2009-12-03 στο Wayback Machine.. Time magazine. 17 February 1986.
  25. «Art.com - Posters, Art Prints, Framed Art, and Wall Art Collection». www.art.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Δεκεμβρίου 2004. Ανακτήθηκε στις 26 Νοεμβρίου 2004. 
  26. Crisis King Casts Another Peril: Movies King of the Crises Casts Another Peril Warga, Wayne. Los Angeles Times 21 July 1974: t1.
  27. Roberts, David (2006). British Hit Singles & Albums (19th έκδοση). London: Guinness World Records Limited. σελ. 136. ISBN 1-904994-10-5. 

Βιβλιογραφία - Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]