Κυαίστωρ του ιερού παλατίου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τα διακριτικά του κυαίστορος του ιερού παλατίου, από το έργο Notitia Dignitatum (Διακριτικά Αξιωμάτων): το έμβλημα του αξιώματος επάνω σε μία βάση, περιτριγυρισμένη από νόμους.

O κυαίστωρ του ιερού παλατίου, λατιν.: quaestor Sacri Palatii, συνήθως απλά ο κυαίστωρ, ήταν η ανώτερη νομική αρχή στην εποχή του Ρωμαϊκού Πριγκιπάτου και στο πρώιμο Βυζάντιο, υπεύθυνος για τη σύνταξη νόμων (νομοθέτης). Στο μέσο Βυζάντιο, το αξίωμα του κυαίστορος άλλαξε και αυτός που το κατείχε, έγινε ο ανώτερος δικαστικός αξιωματούχος της πρωτεύουσας της Αυτοκρατορίας, της Κωνσταντινούπολης. Το αξίωμα επέζησε μέχρι τον 14ο αιώνα, αν και μόνο ως τιμητικός τίτλος.

Ο quaestor sacri palatii στο πρώιμο Βυζάντιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αξίωμα δημιουργήθηκε από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Α΄ (β. 306-337), με καθήκοντα ο κάτοχός του να συντάσσει νόμους και να απαντά στις αναφορές, που απευθύνονταν στον Αυτοκράτορα. Αν και λειτουργούσε ως επικεφαλής νομικός σύμβουλος του Αυτοκράτορα και ως εκ τούτου ασκούσε μεγάλη επιρροή, τα πραγματικά δικαστικά του δικαιώματα ήταν πολύ περιορισμένα. [1] [2] Έτσι από το 440 προήδρευε, από κοινού με τον πραίτωρα της νομαρχίας της Ανατολής, στο ανώτατο δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης, το οποίο ακροάτο εφέσεις (τις λεγόμενες causae sacrae, καθώς αυτές οι υποθέσεις αρχικά ακροώντο από τον Αυτοκράτορα) από τα δικαστήρια των επισκοπικών αντιπροσώπων (vicarii diocesiani) και τους ανώτερους επαρχιακούς κυβερνήτες της κατηγορίας της τάξης των εξοχοτάτων ανδρών (viry spectabiles) [3].

Σύμφωνα με το σύγγραμμα Notitia Dignitatum (Διακριτικά Αξιωμάτων), ο κυαίστωρ κατείχε την τάξη του εκλαμπροτάτου ανδρός (vir illustris) και δεν είχε δικό του προσωπικό (officium), αλλά είχε έναν αριθμό βοηθών (adiutores) από τα τμήματα των γραφείων (sacra scrinia). [4] Στα μέσα του 6ου αι., σύμφωνα με νόμο, ο αριθμός τους καθορίστηκε σε 26 adiutores: 12 από τα scrinia memoriae, 7 από το scrinium epistolarum και 7 από το scrinium libellorum, αν και στην πράξη οι αριθμοί αυτοί συχνά ξεπεράστηκαν. [5]

Ίσως ο πιο αξιοσημείωτος κυαίστωρ ήταν ο Τριβωνιανός, ο οποίος συνέβαλε αποφασιστικά στην κωδικοποίηση του Ρωμαϊκού Δικαίου επί του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄ (β. 527–565). [1] Το αξίωμα συνεχίστηκε στην Ιταλία, ακόμη και μετά την κατάλυση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τα Γοτθικά φύλα, καθώς πρώτος ο Οδόακρος και στη συνέχεια οι Οστρογότθοι ηγεμόνες διατήρησαν τη θέση αυτή, την οποία κατέλαβαν μέλη της ρωμαϊκής αριστοκρατίας της Συγκλήτου, όπως ο Κασσιόδωρος.

Ο κυαίστωρ στο μέσο Βυζάντιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως μέρος των μεταρρυθμίσεών του, το 539 ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ δημιούργησε ένα άλλο αξίωμα, που ονομάζεται κυαισίτωρ (λατιν.: quaesitor), στον κάτοχο του οποίου δόθηκε αστυνομική και δικαστική εξουσία στην Κωνσταντινούπολη και επίσης αυτός ανέλαβε την εποπτεία των νέων αφίξεων στην Αυτοκρατορική πρωτεύουσα. [1] Μέχρι τις αρχές του 9ου αιώνα, ο αρχικός κυαίστωρ είχε χάσει τα περισσότερα από τα προηγούμενα νομοθετικά καθήκοντά του προς άλλους αξιωματούχους, κυρίως στον λογοθέτη του Δρόμου και τον επί των Δεήσεων (εφέσεων). Οι λειτουργίες του μεσο-Βυζαντινού κυαίστορος ήταν ουσιαστικά εκείνες του κυαισίτορος: ήταν ένας από τους κριτές (δικαστές) της Κωνσταντινούπολης. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο Τζον Μπ. Μπιούρυ, η εξέταση των υφισταμένων του και το γεγονός ότι θα μπορούσε να αναληφθεί από έναν ευνούχο, δείχνει ότι το μεταγενέστερο αξίωμα ήταν η άμεση συνέχιση του κυαίστορος του ιερού παλατίου (quaestor sacri palatii). [6]

Τα καθήκοντά του αφορούσαν: την επίβλεψη ταξιδιωτών και ανδρών από τις Βυζαντινές επαρχίες, που επισκεπτόταν την Κωνσταντινούπολη· την επίβλεψη των επαιτών· τις καταγγελίες ενοικιαστών γαιών κατά των ιδιοκτητών των γαιών· την επίβλεψη των δικαστών της πρωτεύουσας· τις υποθέσεις πλαστογραφίας. Τέλος είχε εκτεταμένη δικαιοδοσία επί των διαθηκών: αυτές σφραγιζόταν με τη σφραγίδα του κυαίστορος, άνοιγαν με την παρουσία του και η εκτέλεσή τους εποπτευόταν από αυτόν. [6] Ο κυαίστωρ του 9ου αιώνα κατατασσόταν αμέσως μετά τον λογοθέτη του Γενικού στους καταλόγους προτεραιότητας (ήταν 34ος στο Κλητορολόγιον του Φιλοθέου το 899). Το αξίωμα επέζησε στην ύστερη Βυζαντινή περίοδο, αν και μέχρι τον 14ο αι. τίποτα δεν είχε παραμείνει από το αξίωμα εκτός από τον τίτλο, ο οποίος απονεμόταν ως τιμητικό αξίωμα (45ο στην Αυτοκρατορική ιεραρχία). [1] [7]

Δευτερεύοντες υπάλληλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αντίθεση με τον ύστερο Ρωμαίο αξιωματούχο, ο μεσο-βυζαντινός κυαίστωρ είχε αρκετό προσωπικό:

  • Οι αντιγραφείς, οι διάδοχοι των παλαιών magistri scriniorum, ήταν οι αρχηγοί της sacra scrinia υπό τον magister officiorum. Ο όρος αντιγραφεύς χρησιμοποιήθηκε γι' αυτούς τους αξιωματούχους ήδη από την Ύστερη Αρχαιότητα και συνδέονται ρητά με τον κυαίστορα κατά την προετοιμασία της νομοθεσίας των Εκλογών (π. 740). Άλλες λειτουργίες της θέσης του κυαίστορα είναι άγνωστες. Ο Τζον Β. Μπέρυ προτείνει ότι ο magister memoriae, ο οποίος -μεταξύ άλλων- είχε το καθήκον να απαντά στις εφέσεις (δεήσεις) στον Βυζαντινό Αυτοκράτορα, εξελίχθηκε στον επί των δεήσεων, ενώ ο magister libellorum και ο magister epistolarum έγιναν η (δύο;) αντιγραφείς. [7] [8]
  • Ο σκρίβας, ο άμεσος διάδοχος τoυ scriba (γραφέα), ένας γραμματέας που ακολουθούσε τον αξιωματούχο της Ύστερης Αρχαιότητας τον γνωστό ως magister census, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τις διαθήκες. Όταν ο κυαίστωρ απορρόφησε το τελευταίο αυτό αξίωμα, ο σκρίβας ήρθε υπό τον έλεγχό του. Είναι γνωστό από τη νομοθεσία ότι ο σκρίβας εκπροσωπούσε τον κυαίστορα στην εποπτεία σε ό,τι η διαθήκη προνοεί για τους ανηλίκους. [9]
  • O σκέπτωρ, προφανώς παραφθορά του λατινικού όρου exceptor (εξαιρέτη), εξ ου και η άμεση συνέχιση των exceptores, μίας κατηγορία των υπαλλήλων του sacra scrinia. [9]
  • O λιβελίσιος, που προέρχεται πάλι από τον libellenses (αυτόν που δημισιεύει) της sacra scrinia. [10]
  • Ένας αριθμός καγκελλαρίων (λατιν.: cancellarii, φρουροί του κιγκλιδώματος, δηλ. της πύλης) κάτω από έναν πρωτοκαγκελλάριο. [10]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 ODB.
  2. Bury 1911, σελ. 73.
  3. Kelly 2004.
  4. Notitia Dignitatum, Pars Orient. XII and Pars Occident. X.
  5. Kelly 2004, σελ. 94.
  6. 6,0 6,1 Bury 1911, σελ. 74.
  7. 7,0 7,1 Bury 1911.
  8. ODB.
  9. 9,0 9,1 Bury 1911, σελ. 76.
  10. 10,0 10,1 Bury 1911, σελ. 77.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]