Πρωτασηκρήτις

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο πρωτασηκρήτις, απαντάται και ως πρωτοασηκρῆτις, από το λατιν. secretum (ιδιωτικός [γραμματέας]). Λατινοποιήθηκε ως protasecretis ή protoasecretis, και ήταν ανώτερος αξιωματούχος της Βυζαντινής γραφειοκρατίας. Ο τίτλος σημαίνει «πρώτος ασηκρήτις», απεικονίζοντας τη θέση του ως επικεφαλής του τάγματος των ασηκρητών, της ανώτερης τάξης των αυτοκρατορικών συμβολαιογράφων.

Η θέση εξελίχθηκε σταδιακά. Ο πρώτος ασηκρήτις μαρτυρείται από τον 6ο αι. και αρκετοί Οικουμενικοί Πατριάρχες της Κωνσταντινούπολης και ένας Αυτοκράτορας, ο Αναστάσιος Β΄ (βασ. 713–715), προέρχοντο από τις τάξεις τους. [1] Εκτός από τις πιθανώς αναχρονιστικές αναφορές, ότι ο Μάξιμος ο Ομολογητής ήταν πρωτασηκρήτις υπό τον Αυτοκράτορα Ηράκλειο (βασ. 610–641), το παλαιότερο επιβεβαιωμένο περιστατικό (ως proto a secreta) προέρχεται από το Ποντιφικό Βιβλίο για το έτος 756. [2] Ως επικεφαλής της Αυτοκρατορικής καγκελαρίας (ο πραγματικός διάδοχος του ύστερου Ρωμαίου primicerius notariorum), η θέση είχε μεγάλη επιρροή: στο 899 το Κλητορολόγιον του Φιλοθέου, ένας κατάλογο προτεραιότητας Βυζαντινών Αυτοκρατορικών αξιωματούχων, κατατάσσεται έβδομος μεταξύ των σεκρετικών, των οικονομικών υπουργών του κράτους. Από έγγραφα και σιγιλογραφικά στοιχεία, οι προτασηκρήται είχαν τη διάκριση του πρωτοσπαθαρίου, του πατρικίου και του ανθυπάτου. [3] Μεταξύ άλλων, τη θέση κατείχε ο Πατριάρχης Φώτιος (858–867 και 877–886). [2]

Στους υφισταμένους του περιλαμβάνοντο όχι μόνο ο ασηκρήτις, αλλά και η κατώτερη τάξη των αυτοκρατορικών νοταρίων, υπό την κεφαλή του πρωτονοτάριου, καθώς και ο αξιωματούχος γνωστός ως δεκανός, τοποθετημένος ως "υπεύθυνος των αυτοκρατορικών εγγράφων" σύμφωνα με το Περί βασιλείου τάξεως του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητου (βασ. 913–959). [1] Ο πρωτασηκρήτις φαίνεται να ήταν επίσης υπεύθυνος για την προετοιμασία των αυτοκρατορικών χρυσόβουλων. [2] Μετά το 1106 όμως απομακρύνθηκε από την καγκελαρία και ανέλαβε δικαστικά καθήκοντα, προϊστάμενος ενός από τα ανώτατα δικαστήρια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μαζί με τον έπαρχο, τον μέγα Δρουγγάριο της Βίγλας, τον δικαιοδότη, τον κυαίστορα, τον επί των κρίσεων και τον καθολικό, ο οποίος ηγείτο του δικαστηρίου για τα δημοσιονομικά (δημοσιακά πράγματα). [4] Αν και η τάξη των ασηκριτών δεν μαρτυρείται μετά τον 12ο αι., η θέση του πρωτασηκρήτου επέζησε μέχρι την περίοδο των Παλαιολόγων. [2]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]