Βυζαντινή διπλωματία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με το πώς ήταν οργανωμένη η διπλωματική υπηρεσία στην βυζαντινή πρωτεύουσα, οι σχέσεις και η κατανομή των αρμοδιοτήτων ανάμεσα στα τμήματα της αυτοκρατορικής αυλής που είχαν σαν αντικείμενο την παρακολούθηση και καλλιέργεια των εξωτερικών σχέσεων. Έχουμε μόνο ενδείξεις περί την διαδικασία διατύπωσης, καθαρογραφής, υπογραφής και αρχειοθέτησης των διπλωματικών εγγράφων, των επίσημων διπλωμάτων, των επικυρωμένων συνθηκών και των γραπτών διπλωματικών εκθέσεων που υπέβαλαν οι επανακάπτοντες πρέσβεις (όπως του Λέοντος Χοιροσφάκτου ή του Λέοντος συγκέλλου, μητροπολίτη Συννάδων).[1] Αυστηροί κανονισμοί ρύθμιζαν τις πρεσβευτικές ενέργειες: διασφάλιση της γνησιότητας των συνταχθέντων εγγράφων, η εξασφάλιση της πιστής απόδοσης των συνομιλιών από τους διερμηνείς, η αυστηρή επίβλεψη των ξένων διπλωματικών αποστολών που διακινούνταν στο αυτοκρατορικό έδαφος αλλά και η διαφύλαξη του απαραβίαστου των πρεσβευτών.[2]

Πρωτοβυζαντινή περίοδος (324-642 μ.Χ)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην πρωτοβυζαντινή περίοδο η αρμόδια υπηρεσία ήταν το σκρίνιον των βαρβάρων και επέκειτο στη δικαιοδοσία του μαγίστρου των θείων οφφικίων. Έντονη ήταν ο συγκεντρωτισμός του αυτοκρατορικού διπλωματικού συστήματος.[3] Ο μάγιστρος των οφφικίων επέβλεπε το σώμα των διερμηνέων και υποδεχόταν τις ξένες πρεσβείες.[4][5] Με το αυτοκρατορικό ταχυδρομείο μετακινούνται τα μέλη των ξένων πρεσβειών μόλις φτάνουν σε βυζαντινό έδαφος.

Μεσοβυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λογοθέτης του δρόμου -που εμφανίζεται τον 8ο αι.-στον τομέα των εξωτερικών υποθέσεων εκτελεί χρέη υπουργού εξωτερικών και είναι βασικός σύμβουλος του Αυτοκράτορα. Διεύθυνε τις διπλωματικές υπηρεσίες και ήταν υπεύθυνος για την υποδοχή των ξένων διπλωματικών αποστολών, για την μετακίνησή τους εντός της αυτοκρατορίας. Το σεκρέτον του διατηρούσε ειδικό ξενώνα, το μητάτον, για τη διαμονή των ξένων. Μαζί με τον υφιστάμενό του, τον Πρωτονοτάριο του Δρόμου, συμμετείχε στην τελετή υποδοχής των ξένων και τους παρουσίαζε στον βασιλιά. Υπέβαλε τις ερωτήσεις που προέβλεπε το πρωτόκολλο χωρίς να τις υποβάλει ο βυζαντινός αυτοκράτορας, ενώ πρότεινε και τα δώρα που έπρεπε να δοθούν στους ξένους.[6] Μεταξύ των συμβούλων του Βυζαντινού αυτοκράτορα ο οποίος είχε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο για την εξωτερική πολιτική της Αυτοκρατορίας, μπορούσε να είναι και κληρικοί. Έτσι ο Μιχαήλ Ραγκαβές συγκαλεί συμβούλιο για να εξετάσει τις προτάσεις του Βούλγαρου ηγεμόνα Κρούμου, συμβούλιο στο οποίο συμμετέχουν ο Πατριάρχης Νικηφόρος, και οι μητροπολίτες Νικαίας και Κυζίκου.[7]

Υστεροβυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την περίοδο αυτή έχουμε τον Μέγα Λογοθέτη θεσπισμένο επί Ανδρόνικου Α΄ Κομνηνού με καθήκοντα υπουργού των εξωτερικών.[8]

Πρεσβευτικές αποστολές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιλεγμένα κατά κανόνα από τον Αυτοκράτορα, ήταν έμπιστα πρόσωπα, μορφωμένα, δοκιμασμένης ικανότητας, εξοικειωμένα με τα προβλήματα της αυτοκρατορίας και της ξένης αυλής προς την οποία αποστέλλονταν. Μέλη των αποστολών ήταν κοσμικοί άρχοντες, ανώτεροι κληρικοί, σπανιότερα μοναχοί. Η πρώτη καταγεγραμμένη αποστολή διπλωματικής πρεσβείας χρονολογείται στο476, από τον αυτοκράτορα Ζήνωνα προς τον Βάνδαλο ηγεμόνα της Καρχηδόνας Γιζέριχο. που είχε κατακτήσει τη Βόρρεια Αφρική. Επικεφαλής της ήταν ο συγκλητικός Σεβήρος, τον οποίο ο αυτοκράτορας προβίβασε σε πατρίκιο, έτσι το αξίωμα ή ο βαθμός του πρεσβευτή ανυψώθηκε ώστε να καταστεί ισότιμος με του βάρβαρου ηγεμόνα.[9] Περιπτώσεις χρησιμοποίησης κληρικών ως απεσταλμένων είναι αρκετές: το 812 μεταβαίνει στο Άαχεν από την Βυζαντινή πρωτεύουσα πρεσβεία για να συναντήσει τον Καρλομάγνο, έχοντας επικεφαλής τον Μιχαήλ επίσκοπο Φιλαδελφείας[10] ή η χωρίς πολλές λεπτομέρειες αποστολή του πατριάρχη Φωτίου «επ' Ασσυρίους».[11] Ο πρέσβης «δεν ήταν παρά μόνο το εκτελεστικό όργανο του αυτοκράτορα».[12]

Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας ως πρεσβευτής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τουλάχιστον ως τον 11ο αιώνα ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας δεχόταν μόνο σε ακρόαση και στην έδρα του στην Κωνσταντινούπολη και δεν ερχόταν σε απευθείας επαφή με άλλους ηγέτες-πρακτική συνηθισμένη στη Δύση-όμως η πιεστικές συνθήκες άλλαζαν τις ιεραρχήσεις. Έτσι οι αυτοκρατορικές αποστολές εγκαινιάζονται με τον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο στα 1365/1366 με την παραμονή του στη Βούδα της Ουγγαρίας. Η σημασία της πράξης αυτής καθόλου μικρή: «το Βυζάντιο παραιτείται από τη θέση υπεροχής ή ακόμα ισοτιμίας έναντι της Δύσης και στο εξής υποβιβάζεται σε ρόλο ικέτη».[13] Η αναδίπλωση και η ηττοπάθεια του Ιωάννη Ε΄ έμειναν χωρίς καρπούς.[14] Ακολουθεί ο Μανουήλ Β΄ και ο Ιωάννης Η΄. Την περίοδο αυτή επίσης σημειώνεται η σπανιότητα κληρικών στο διπλωματικό σώμα ακόμα και σε αποστολές θεολογικού χαρακτήρα: στην πρεσβεία του Ιωάννη Ε΄ από τα 27 μέλη μόνο οι 4 είναι κληρικοί εκ των οποίων μόνο οι 3 αναφέρονται μία μόνο φορά να συμβάλλουν στις συζητήσεις: ο αυτοκράτορας επιλέγει για την επιτυχία της φιλοδυτικής πολιτικής του πιο πολλούς λαϊκούς, λατινόφωνους κι όχι Ορθόδοξους κληρικούς.[15]

Αρχές της Βυζαντινής διπλωματίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιεράρχηση των κρατών στον κόσμο ήταν μια βασική αρχή με την οποία ρύθμιζαν τις σχέσεις τους με τους άλλους λαούς: το Ρωμαϊκό Imperium ήταν το σκεύος εκλογής για την υλοποίηση του θεϊκού σχεδίου. Άλλες αυτοκρατορίες δεν υφίστατο, αλλά υπήρχαν όμως άλλοι ηγεμόνες. Έτσι η Οικουμένη συνιστούσε μια τεράστια ιεραρχημένη οικογένεια λαών και ηγεμόνων με επικεφαλής εκείνον των Ρωμαίων. Με σειρά συγγένειας ακολουθούσαν τα »πνευματικά του τέκνα»: οι ηγεμόνες της Αρμενίας, της Βουλγαρίας. Οι «πνευματικοί αδελφοί»: οι ηγεμόνες Γάλλων και Γερμανών. Οι «φίλοι του»: ο εμίρης της Αιγύπτου, οι ηγεμόνες της Αγγλίας, των ιταλικών δημοκρατιών της Βενετίας και της Γένοβας και τέλος οι «δούλοι του»: οι μικροί τοπικοί άρχοντες της Αρμενίας, της Σερβίας.[16] Μια βασική αρχή που διέπει τη βυζαντινή διπλωματία είναι το ό,τι προέκρινε την ειρηνική διευθέτηση των σχέσεών του με άλλους λαούς. Διατυπώνεται και στα σχετικά κείμενα :στο Στρατηγικό του ο Λέων ο Σοφός τονίζει πως καλό ήταν να αποφεύγεται ο πόλεμος.[17] αλλά τεκμαίρεται και από την οικονομική έρευνα.

Πρακτικές της Βυζαντινής διπλωματίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρηματοδοτήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έρευνες που έχουν γίνει σχετικά με το συνολικό ποσό που κατέβαλαν οι Βυζαντινοί στους αντιπάλους τους για να αποφύγουν τον πόλεμο κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο και τη μέση αντίστοιχη, τεκμαίρουν την πρόκριση της ειρηνικής διευθέτησης. Πιο συγκεκριμένα, συνολικά τον 5ο αιώνα καταβλήθηκε το ποσό των 7.000.000 χρυσών νομισμάτων από την Κωνσταντινούπολη.[18] Τον 6ο αιώνα επίσης καταβλήθηκε το ποσό των 5.000.000 χρυσών νομισμάτων στους Πέρσες. Ενώ στο πρώτο τέταρτο του 7ου αιώνα οι Άβαροι απωθήθηκαν με το συνολικό ποσό των 6.000.000 νομισμάτων.[19] Ακόμα, το χρονικό διάστημα από τα τέλη του 8ου έως και τον 10ο αιώνα η αυτοκρατορία κατέβαλε το ποσό των 7.500.000 νομισμάτων[20]. Σίγουρα ,για την πρώτη περίοδο το βυζαντινό κράτος διέθετε αποθέματα χρυσού μεγαλύτερα από κάθε άλλα δύναμη.[21] Αν υπολογιστούν τα ετήσια έξοδα για το στρατό ή για τη διεξαγωγή πολέμου, «η εξαγορά της ειρήνης στοίχιζε για το αυτοκρατορικό ταμείο περίπου 8 έως 10 φορές φτηνότερα από τη διεξαγωγή του πολέμου».[22] Η πολιτική της εξαγοράς είχε όμως και μειονεκτήματα για τη βυζαντινή διπλωματία: α) τα οικονομικά μεγέθη της εξαγοράς δεν ήταν πάντα σταθερά αφού οι αντίπαλοι συνεχώς διεκδικούσαν νέα και υψηλότερα ποσά: έτσι η πρώτη Αβαροβυζαντινή συμφωνία του 574 προέβλεπε την καταβολή του ποσού των 80.000 χρυσών νομισμάτων, το 582 ανανεώθηκε στο ίδιο ποσό κι έφτασε το 604 στο ποσό των 150.000. β) η συνεχής διάθεση να επιλέγουν τον ειρηνικό διακανονισμό αφαιρούσε το στρατηγικό πλεονέκτημα να έχουν οι Βυζαντινοί την πρωτοβουλία κινήσεων γ) μειωνόταν το κύρος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας έναντι των αντιπάλων της: έδινε την εικόνα ενός κράτους απρόθυμου να επιδείξει τη δύναμη των όπλων του, αλλά που πάντα αναζητά συμβιβαστικές λύσεις.[23] Η αρχαιολογία επίσης κομίζει αποδείξεις προς αυτήν την κατεύθυνση.[24] Αν και οι παραλήπτες των πληρωμών αυτών –χαλίφες ή τσάροι-τις εκλάμβαναν ως φόρους υποτέλειας, για τους Βυζαντινούς δεν ήταν παρά μια «συνετή επένδυση». Όταν θα ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν «η πληρωμή θα σταματούσε».[25]

Τα δώρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το διπλωματικό δώρο ήταν μια πρακτική διαδεδομένη όχι μόνο στο Βυζάντιο, αλλά και στον ευρύτερο μεσαιωνικό κόσμο. Τα δώρα αποσκοπούσαν για την εξαγορά ή τη διατήρηση της ειρήνης, ως δέλεαρ ή ως ανταμοιβή για την προσχώρηση σε μια συμμαχία.[26] Το δώρο θα μπορούσε να είναι ό,τιδήποτε που θα μπορούσε να έχει αξία: αντικείμενα,υπηρεσίες, αξιώματα, προίκες σε βυζαντινές πριγκίπισσες ή ακόμα και ολόκληρες ομάδες εξειδικευμένων τεχνιτών.[27] Μαζί τους οι βυζαντινοί πρέσβεις μπορούσαν να φέρουν διάφορα δώρα για τον αρχηγό του κράτους ή τους συνεργάτες του: κοσμήματα, κρυστάλλινα αντικείμενα. Κάποια ,πάλι από αυτά προορίζονταν για την κάλυψη των δαπανών της πρεσβείας.[28] Επίσης πολυτελή υφάσματα, ασκώντας έτσι ένα είδος «μεταξωτής διπλωματίας».[29] Για τις περιπτώσεις αυτές υπήρχε στο Παλάτι απόθεμα τέτοιων μεταξωτών που φυλάσσονταν σε καθορισμένο μέρος, το «Ειδικόν» με επικεφαλής τον άρχοντα του Ειδικού. Το περίφημο ύφασμα των Ελεφάντων του καθεδρικού ναού του Aachen που βρέθηκε στον τάφο του Καρλομάγνου έχει βυζαντινή προέλευση όπως μαρτυρεί η επιγραφή που φέρει. Τα μεταξωτά μεταφέρονταν εύκολα και συμβόλιζαν το κύρος και τη δύναμη της Αυτοκρατορίας:ήταν περιζήτητα στις δύση μέχρι το 1200: μαζί με το χρυσό και το ασήμι κατατάσσονταν στα υψηλά διπλωματικά δώρα.[30] Μεταξύ των δώρων που ανταλλάσσονταν ήταν επίσης, ιερά λείψανα, που λόγω της εξαιρετικής σπανιότητάς τους και της φόρτισής τους με υπερφυσική δύναμη εξασφάλιζαν θεία προστασία στον κάτοχό τους και ενίσχυαν το κύρος τους.Βέβαια ένα τέτοιο δώρο μπορούσε να δοθεί μόνο από ένα Χριστιανό ηγεμόνα σε έναν άλλο Χριστιανό.[31] Η Άννα Κομνηνή μας πληροφορεί για ένα είδος πέτρας μετεωριτικής προελεύσεως που ο πατέρας της έστειλε στον Ερρίκο Δ΄.[32] Όλα τα δώρα δεν ήταν πολύτιμα: ο Κωνσταντίνος Θ΄ το 1053 στέλνει φορτίο σταριού προς τη δοκιμαζόμενη από λιμό Αίγυπτο θέλοντας να προετοιμάσει μελλοντικές εμπορικές σχέσεις ανάμεσά τους: ο Φατιμίδης χαλίφης της Αιγύπτου του έστειλε για ευχαριστήριο δώρο έναν ελέφαντα κι μια καμηλοπάρδαλη[33].

Η αναγνώριση της αυτονομίας άλλων λαών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια άλλη πρακτική ήταν η αναγνώριση της αρχής της αυτονομίας των λαών που περιέβαλαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.[34] Μια τέτοια περίπτωση ήταν του λαού των Βουλγάρων οι οποίοι με τη συνθήκη του 681 εξασφαλίσθηκε η συνέχιση της αυτόνομης πολιτικής ζωής τους στην Μοισία.[35]

Το εμπόριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βυζάντιο διεύρυνε τις εμπορικές σχέσεις με άλλους λαούς: βυζαντινοί έμποροι έφερναν πληροφορίες για απομακρυσμένες χώρες. Ο θησαυρός από το Nufaral του 1966 , στις εκβολές του Δούναβη, που καλύπτει διάστημα εβδομήντα ετών (1015-1081) είναι προϊόν εμπορικών συναλλαγών που άνθισαν στην περιοχή. Ο βίος του αγίου Κυρίλλου Φιλέας (1110 πέθανε) αναφέρει για τις σημαντικές εμπορικές δραστηριότητες στα »παραδουνάβια κάστρα» μεταξύ 1042-1045.[36] Η ακτινοβολία του βυζαντινού πολιτισμού διαδόθηκε μέσω των προϊόντων της Αυτοκρατορίας που διακινούσαν οι βυζαντινοί έμποροι στους λαούς αυτούς.[37] Το Βυζάντιο παραχώρησε προνόμια στις ιταλικές ναυτικές πόλεις και υπαγορεύθηκαν από πολιτικούς και διπλωματικούς λόγους: μείζον για τον Αλέξιο Α΄ ήταν η επιβίωση της αυτοκρατορίας έναντι το νορμανδικού κινδύνου. Τα χρυσόβουλα υπέρ των ιταλικών ναυτικών δημοκρατιών θα πρέπει κανείς να τα αντιμετωπίσει ως ένα διπλωματικό όπλο προκειμένου το Βυζάντιο να αντεπεξέλθει στις εξωτερικές προκλήσεις. Η παραχώρηση εμπορικών προνομίων στις ιταλικές ναυτικές πόλεις ήταν, άλλωστε, μια πρακτική ευρύτατα διαδεδομένη τόσο στην ανατολική όσο και στη δυτική Μεσόγειο.[38]

Η διάδοση του Χριστιανισμού ως διπλωματικό μέσο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διάδοση του Χριστιανισμού με στρατηγική σημασία ευνοούσε τα συμφέροντα της Αυτοκρατορίας.σε περιοχές μάλιστα που γειτνιάζαν με περιοχές όπου ζούσαν ή δρούσαν εχθρικοί γι΄αυτήν λαοί. Έτσι ο εκχριστιανισμός των Ιβήρων,Ινδών (Αιθιόπων), Σαρακηνών, αν και προϊόν των πρωτοβουλιών μεμονωμένων ατόμων και χωρίς την ανάμειξη της επίσημης Εκκλησίας ή του Αυτοκράτορα ευνοούσε τα συμφέροντα της Αυτοκρατορίας έναντι των Περσών που τους 4ο-5ο αιώνες ήταν επικίνδυνοι εχθροί της.Έτσι όταν οι Ίβηρες ζήτησαν από τον Κωνσταντίνο τη σύναψη συμμαχίας και την αποστολή ιερέων ο Βυζαντινός αυτοκράτορας ανταποκρίθηκε άμεσα.[39] Η χειροτονία του Γότθου ιερέα Ουλφίλα και η αυτοπρόσωπη παρουσία του αυτοκράτορα Κωνστάντιου Β´ σε αυτήν, συνιστά την πρώτη επίσημη προσπάθεια Κράτους-Εκκλησίας για εκχριστιανισμό ενός ξένου λαού.[40] Ο εκχριστιανισμός των Ομηριτών στη νότιο Αραβία από τον Κωνστάντιο Β´ και η επιλογή να κτιστούν εκκλησίες στην πρωτεύουσα του κράτους τους και σε δύο από τα πιο σημαντικά λιμάνια, στην Αδάνη και σε μεγάλο λιμάνι στην είσοδο του Περσικού κόλπου, αποσκοπούσε στη δημιουργία οργανωμένων χριστιανικών κοινοτήτων που θα διευκόλυνε τις εμπορικές συναλλαγές των βυζαντινών εμπόρων.[41]

Εκμετάλλευση των εχθρικών σχέσεων των αντιπάλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος στο «De Administrando Imperio» προκρίνει τη λύση του να στρέψουν οι Βυζαντινοί λαούς κατά αντιπάλων τους.[42] Ο ίδιος συγγραφέας καθορίζει ποιοι από του γείτονες των Βυζαντινών μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον ποιων: έτσι αναφέρει τους Πατζινάκες που μπορεί να στραφούν κατά των Ρως και των Ούγγρων.[43] Κάνοντας πράξη το «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου» συνείφθησαν πολλές διπλωματικές σχέσεις: ο Αλέξιος Γ΄ θεμελίωνει καλές διπλωματικές σχέσεις με τον Πάπα Κελεστίνο Γ΄ (1191-1198) ως αντιστάθμισμα προς τις τεταμένες σχέσεις με του Γερμανούς: τόσο ο Πάπας όσο και βυζαντινός αυτοκράτορας είχαν κακές σχέσεις με Γερμανό ηγεμόνα Ερρίκο Στ΄ και ενώθηκαν παρά τις παραδοσιακές διαφορές τους.[44]

Διπλωματικοί γάμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διπλωματικοί γάμοι ήταν άλλη μια διαδεδομένη πρακτική της Βυζαντινής διπλωματίας. Γάμοι γίνονταν μεταξύ βυζαντινών βασιλέων και θυγατέρων ξένων ηγεμόνων όπως, του Κωνσταντίνου Ε΄ και της κόρης του χαγάνων των Χαζάρων Cicak (733 μ.Χ) ή του Μιχαήλ Ζ΄ και της Μάρθας/Μαρίας κόρης του βασιλιά της Γεωργίας, Παγκράτιου Δ΄ (1071/2)[45] ή του Μανουήλ Α΄ και της γυναικαδελφής του Κορράδου Γ΄ Βέρθας του Sulzbach, αποτελώντας την απαρχή σειράς συνοικεσίων μεταξύ βυζαντινών πριγκηπών και δυτικών πριγκηπισσών.[46] Μεταξύ θυγατέρων ή υιών βυζαντινών αυτοκρατόρων /ισσών και ξένων ηγεμόνων: γάμος του Αλέξιου Κομνηνού, γιου του Ιωάννη Κομνηνού και της Dobrodeja Mstislavna, κόρης του Ρώσου πρίγκηπα Mstislav του Κιέβου).[47] Επίσης εγγονών των βυζαντινών αυτοκρατόρων με μέλη ξένων ηγεμονικών οίκων: η εγγονή του Ρωμανού Α΄ Μαρία με τον Πέτρο γιο του νεκρού πλέον Συμεών της Βουλγαρίας.[48] Οι σχέσεις ανάμεσα στις ηγεμονικές αυλές όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί μέσω γάμου, είχαν διαμορφωθεί από τα συμφέροντα της στιγμής που αποδείχθηκαν ισχυρότερα από το συγγενικό δεσμό: έτσι παρά το γάμο ανάμεσα στον Ιουστινιανό και την αδελφή του χαγάνου των Χαζάρων, ο τελευταίος δεν δίστασε να δώσει εντολή σε δύο έμπιστούς του να σκοτώσουν το γαμπρό του μετά από αίτηση του αυτοκράτορα Τιβέριου. Ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός αν και παντρεμένος με Ουγγαρέζα από το 1104 , δεν απέτρεψε τους Βυζαντινοουγγρικούς πολέμους από το 1127.[49] Οι διπλωματικοί γάμοι λειτούργησαν σε βάρος του Βυζαντίου σε κάποιες περιπτώσεις: έτσι το 1081 μετά την άνοδο του Αλέξιου Κομνηνού, ο Ροβέρτος Γυϊσκάρδος πρόβαλε ως πρόφαση την απάνθρωπη μεταχείριση του γαμπρού του και της κόρης του απ' το σφετεριστή Νικηφόρο Βοταννειάτη. Επίσης ο Ερρίκος ΣΤ΄ μέσω του γάμου του αδελφού του Φιλίππου το 1197 με την κόρη του Ισαάκιου Β΄ Αγγέλου, Ειρήνη, επεδίωξε την απόκτηση δικαιωμάτων στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης, αφού μετά το θάνατο του Ισαάκιου ήθελε να εμφανιστεί ως εκδικητής των νόμιμων κατόχων του θρόνου.[50]

Η ομηρεία, η αναδοχή-διαπαιδαγώγηση τέκνων ξένων ηγετών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ομηρεία είναι μια μορφή διπλωματικής διαχείρισης των σχέσεων του βυζαντινού κράτους με άλλους λαούς. Τέτοιες περιπτώσεις ο Θευδέριχος ο οκτάχρονος γιος του αρχηγού των Αμαλών (Οστρογότθων) Θευδερίμου επί Λέοντος Α΄ στάλθηκε το 461 στην Κων/πολη ως όμηρος[51] ο Κουβράτος της Βουλγαρίας στην παιδική του ηλικία ανατράφηκε στην βυζαντινή αυλή[52] και ο Συμεών της Βουλγαρίας (σελ.31-33 ) ο Βορίσης και ο Ρωμανός: η δική τους ομηρεία δεν βοήθησε στη διατήρηση καλών σχέσεων μεταξύ Βυζαντινών και Βουλγάρων.[53] Άλλη πρακτική της Βυζαντινής διπλωματίας ήταν οι αναδοχές ξένων ηγεμόνων και οι υιοθεσίες, όπως η βάπτιση του Βούλγαρου ηγεμόνα Βόριδα που ονομάστηκε Μιχαήλ από το όνομα του ανάδοχου Μιχαήλ Γ΄. Στην πρώιμη και μέση βυζαντινή περίοδο οι βυζαντινοί αυτοκράτορες κρατούν για ένα διάστημα στο παλάτι τους γιους ξένων ηγεμόνων για να τους μορφώσουν και να τους εξοικειώσουν με τις βυζαντινές συνήθειες. Στην ύστερη βυζαντινή περίοδο η κατάσταση αντιστρέφεται. Ο Ιωάννης Ε΄ μεταξύ των εγγυήσεων που προσφέρει στον Πάπα Ιννοκέντιο Στ΄ είναι η προσφορά του δευτερότοκου, πεντάχρονου γιου του ως ομήρου στην αυλή του Πάπα στην Αβινιον. Έτσι κάθε εχθρική διάθεση του πατέρα αναστέλλεται και δια βίου υποτάσσεται ο γιος. Έχει προηγηθεί ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός που πρώτος έχει κάνει την κίνηση να στείλει ομήρους στο Γοδεφρίγο του Bouillon μεταξύ αυτών και των γιο του.[54]

Η επιτηδευμένη επισημότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιτηδευμένη επισημότητα και ο πλούτος των υποδοχών δεν έπαιξαν μικρότερο ρόλο στις διπλωματικές επαφές με ξένους λαούς. Μια τέτοια περίπτωση έχουμε όταν ο Λιουτπράνδος επισκέπτεται το 949 τη Βυζαντινή πρωτεύουσα, και μας δίνει την περιγραφή του της βασιλικής αίθουσας της Μαγναύρας: η αίθουσα του θρόνου και οι μηχανισμοί που χρησιμοποιούνταν για να προκαλούν δέος στους επίσημους προσκεκλημένους με επίχρυσα λιοντάρια που βρυχόνταν και μηχανικά πουλιά σε κλαδιά δέντρου που κελαηδούσαν.[55] Υπερηφανευόταν ο Λιουτπράνδος γιατί κατόρθωσε να μην εντυπωσιασθεί, αλλά παραδέχθηκε πως αυτό οφειλόταν στο ό, τι είχε ζητήσει πληροφορίες λεπτομερείς από όσους είχαν δει το θέαμα.[56] Ο Μανουήλ Κομνηνός προσκαλεί τον Τούρκο σουλτάνο Κιλίτς Αρσλάν Β΄ στην Κωνσταντινούπολη (1161-1162) και του επιφύλαξε επίσημη υποδοχή, με ιπποδρομίες, φωταψίες, αναπαραστάσεις ναυμαχιών με πυρπολήσεις πλοίων με υγρό πυρ και την δωρεά πολίτιμων σκευών. Στο επισημο γεύμα τόσο εντυπωσιάστηκε ο Αρσλάν που δεν τολμούσε να καθίσει πλάι στον βυζαντινό αυτοκράτορα: την επομένη του γεύματος του δωρήθηκαν όλα τα σκεύη της εστίασης.[57]

Αθέμιτες πρακτικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δόλια παραβίαση συμφωνιών η απροκάλυπτη απάτη η πονηρία και η υποκρισία στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις δεν ήταν άγνωστα όπλα στο ρεπερτόριο της Βυζαντινής διπλωματίας. Ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης δεν κρύβει την αποστροφή του στις πρακτικές αυτές της βυζαντινής διπλωματίας κάτι που έκανε τους «Ρωμαίους να είναι πιο μισητοί απ' όλους», όπως σημείωνε.[58] Ο Αλέξιος Γ΄ ελλείψει στρατού επέλεξε την παρασκηνιακή διπλωματία: στις επιδρομές των Βουλγάρων στη Μακεδονία απάντησε με τη δημιουργία εσωτερικών διχονοιών: το 1196 ο Ασάν δολοφονήθηκε όπως και ο Πέτρος το 1197.[59]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ευάγγελος Χρυσός, «Η Βυζαντινή διπλωματία ως μέσο επικοινωνίας», στο: Πρακτικά του Β΄ Διεθνούς Συμποσίου «Η επικοινωνία στο Βυζάντιο» (4-6 Οκτωβρίου 1990), (επίμ. Ν.Γ.Μοσχονάς), εκδ.Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών/Ε.Ι.Ε,Αθήνα, 1993, σελ.399 Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Το πολίτευμα και οι θεσμοί της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1204 Κράτος ,διοίκηση, οικονομία, κοινωνία, χ.ε Αθήνα, 2004, σελ 221
  2. Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Το πολίτευμα και οι θεσμοί της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας324-1204 Κράτος ,διοίκηση, οικονομία, κοινωνία, χ.ε Αθήνα, 2004, σελ .221-222
  3. Ζ. Ουντάλτσοβα, «Η Διπλωματία της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου σύμφωνα με τις Πηγές της εποχής», στο: Βυζαντινή Διπλωματία, εκδ.Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1995, σελ 26
  4. Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό κράτος,εκδ.Βάνιας, Θεσσαλονίκη,2001 σελ.318
  5. Κίμων Εμμανουήλ Πλακογιάννης, Τιμητικοί τίτλοι και ενεργά αξιώματα στο Βυζάντιο,εκδ.Ιανός, Θεσσλονίκη, 2001, σελ.47
  6. Κίμων Εμμανουήλ Πλακογιάννης, Τιμητικοί τίτλοι και ενεργά αξιώματα στο Βυζάντιο,εκδ.Ιανός, Θεσσλονίκη, 2001, σελ.215-216
  7. Θ. Κορρές, «Σχέσεις Βυζαντίου και Βουλγαρίας στην περίοδο της βασιλείας του Μιχαήλ Α΄Ραγκαβέ», Βυζαντινά, τομ. 11 (1982), σελ 154
  8. Κίμων Εμμανουήλ Πλακογιάννης, Τιμητικοί τίτλοι και ενεργά αξιώματα στο Βυζάντιο,εκδ.Ιανός, Θεσσλονίκη, 2001, σελ.218
  9. Σπύρος Παναγόπουλος, «Η βυζαντινή διπλωματία. Το «κρυφό υπερόπλο» της Βυζαντινής αυτοκρατορίας», Ιστορικά θέματα, τχ. 79 (Δεκέμβριος 2008), σελ. 94
  10. Donald M.Nicol, Βυζάντιο και Βενετία,μτφρ.Χριστίνα-Αντωνία Μουτσοπούλου, εκδ.Παπαδήμας, Αθήνα, 2004, σελ.41
  11. Βασιλική Βλυσίδου, «Σχετικά με την πρεσβεία του Φωτίου «επ' Ασσυρίους», Δίπτυχα, τομ. 5 (1991-1992), σελ.270-279
  12. Ζ. Ουντάλτσοβα, «Η Διπλωματία της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου σύμφωνα με τις Πηγές της εποχής», στο:Βυζαντινή Διπλωματία,εκδ.Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1995, σελ 27
  13. Σοφία Μεργιαλή-Σαχά, «Το άλλο πρόσωπο της αυτοκρατορικής διπλωματίας: Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας στο ρόλο του πρεσβευτή τον 14ο και 15ο αιώνα», Βυζαντιακά, τομ.25 (2005-2006), σελ .239
  14. Σοφία Μεργιαλή-Σαχά, «Το άλλο πρόσωπο της αυτοκρατορικής διπλωματίας: Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας στο ρόλο του πρεσβευτή τον 14ο και 15ο αιώνα», Βυζαντιακά, τομ.25 (2005-2006), σελ .246
  15. Σοφία Μεργιαλή-Σαχά, «Το άλλο πρόσωπο της αυτοκρατορικής διπλωματίας: Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας στο ρόλο του πρεσβευτή τον 14ο και 15ο αιώνα», Βυζαντιακά, τομ.25 (2005-2006), σελ .240-241
  16. Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, Η πολιτική θεωρία των Βυζαντινών, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1992, σελ.8-9
  17. Νίκος Οικονομίδης, «Το όπλο του χρήματος», στο: Εμπόλεμο Βυζάντιο, Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών/Ε.Ι.Ε, Ίδρυμα Γουλανδρή Χορν, Αθήνα, 1997, σελ .261
  18. Ευάγγελος Χρυσός, «Ο πόλεμος έσχατη λύση», στο: Βυζάντιο : κράτος και κοινωνία-Μνήμη Νίκου Οικονομίδη (επίμ. Άννα Αβραμέα-Αγγελική Λαΐου-Ε.Χρυσός), εκδ.Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2003, σελ.545
  19. Ευάγγελος Χρυσός, «Ο πόλεμος έσχατη λύση»,στο:Βυζάντιο : κράτος και κοινωνία-Μνήμη Νίκου Οικονομίδη (επίμ. Άννα Αβραμέα-Αγγελική Λαΐου-Ε.Χρυσός), εκδ.Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2003, σελ.546
  20. Νίκος Οικονομίδης, «Το όπλο του χρήματος», στο: Εμπόλεμο Βυζάντιο, Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών/Ε.Ι.Ε, Ίδρυμα Γουλανδρή Χορν, Αθήνα, 1997, σελ 261-268
  21. Χαράλαμπος Παπασωτηρίου, Βυζαντινή υψηλή στρατηγική 6ος-11ος αιώνας, εκδ.Ποιότητα, Αθήνα, 2000, σελ.76 κ.εξ
  22. Ευάγγελος Χρυσός, «Ο πόλεμος έσχατη λύση»,στο:Βυζάντιο : κράτος και κοινωνία-Μνήμη Νίκου Οικονομίδη (επίμ. Άννα Αβραμέα-Αγγελική Λαΐου-Ε.Χρυσός), εκδ.Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2003, σελ.547
  23. Ευάγγελος Χρυσός, «Ο πόλεμος έσχατη λύση», στο: Βυζάντιο : κράτος και κοινωνία-Μνήμη Νίκου Οικονομίδη (επίμ. Άννα Αβραμέα-Αγγελική Λαΐου-Ε. Χρυσός), εκδ. Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2003, σελ.549-552
  24. Βάσω Πέννα, « Το Βυζάντιο και οι λαοί της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης: μια νομισματική μαρτυρία (Η΄-ΙΑ΄ αι. μ. Χ), στο Πρακτικά του Β΄ Διεθνούς Συμποσίου Η Επικοινωνία στο Βυζάντιο (4-6 Οκτωβρίου 1990), (επίμ. Ν. Γ. Μοσχονάς), εκδ. Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών/Ε. Ι. Ε, Αθήνα, 1993, σελ.651 κ.εξ
  25. Στήβεν Ράνσιμαν, Βυζαντινός πολιτισμός, εκδ. Γαλαξίας, Ερμείας, Αθήνα, 1992, σελ.182
  26. Γεράσιμος Μέριανος, «Ο ρόλος του δώρου στη Βυζαντινή διπλωματία», Τεκμήριον,τομ. 7 (2007),σελ.203
  27. Γεράσιμος Μέριανος, «Ο ρόλος του δώρου στη Βυζαντινή διπλωματία», Τεκμήριον,τομ. 7 (2007),σελ.207
  28. Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Το πολίτευμα και οι θεσμοί της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας324-1204 Κράτος ,διοίκηση, οικονομία, κοινωνία, χ.ε Αθήνα, 2004, σελ .223
  29. Ελένη Βλαχοπούλου-Καραμπίνα, «Η γοητεία των χρυσοΰφαντων και χρυσοκέντητων υφασμάτων του Βυζαντίου», Δωδώνη-Επ.Επ.Ιστορ. Αρχ. Φιλοσοφ.Ιωαννίνων, τομ.35 (2006), σελ.243
  30. Γεράσιμος Μέριανος, «Ο ρόλος του δώρου στη Βυζαντινή διπλωματία», Τεκμήριον,τομ. 7 (2007),σελ.209
  31. Γεράσιμος Μέριανος, «Ο ρόλος του δώρου στη Βυζαντινή διπλωματία», Τεκμήριον,τομ. 7 (2007),σελ.210-211
  32. Γεράσιμος Μέριανος, «Ο ρόλος του δώρου στη Βυζαντινή διπλωματία», Τεκμήριον,τομ. 7 (2007),σελ.211
  33. Γεράσιμος Μέριανος, «Ο ρόλος του δώρου στη Βυζαντινή διπλωματία», Τεκμήριον,τομ. 7 (2007),σελ.214
  34. Ζ. Ουντάλτσοβα, «Η Διπλωματία από τον 7ο έως το 13ο Αιώνα», στο:Βυζαντινή Διπλωματία,εκδ.Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1995, σελ .52
  35. Ευάγγελος Κυριάκης, Βυζάντιο και Βούλγαροι (7ος-10ος αι.) Συμβολή στην εξωτερική πολιτική του Βυζαντίου, εκδ.Ιστορικές εκδόσεις Δ.Βασιλόπουλος, Αθήνα,1993, σελ.166
  36. Βάσω Πέννα, « Το Βυζάντιο και οι λαοί της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης: μια νομισματική μαρτυρία (Η΄-ΙΑ΄ αι. μ. Χ), στο Πρακτικά του Β΄ Διεθνούς Συμποσίου Η Επικοινωνία στο Βυζάντιο (4-6 Οκτωβρίου 1990), (επίμ. Ν.Γ. Μοσχονάς), εκδ.Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών/Ε.Ι.Ε, Αθήνα, 1993, σελ.653
  37. Σοφία Πατούρα, «Εμπορικές σχέσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και των λαών του Κάτω Δούναβη (4ος-6ος αι.) Αρχαιολογικές μαρτυρίες.», στο: Δ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο -Πρακτικά, Θεσσαλονίκη, 1983, σελ.91-116.
  38. Μαρία Γερολυμάτου, Αγορές, έμποροι και εμπόριο στο Βυζάντιο (9ος-12ος αι.),Ε.Ι.Ε/Ι.Β.Ε, Αθήνα, 2008, σελ.187-190
  39. Σοφία Πατούρα, «Η διάδοση του Χριστιανισμού στα πλαίσια της εξωτερικής πολιτικής του βυζαντινού κράτους (4ος-5ος αι), Σύμμεικτα, τομ.7 (1987), σελ.217
  40. Σοφία Πατούρα, «Η διάδοση του Χριστιανισμού στα πλαίσια της εξωτερικής πολιτικής του βυζαντινού κράτους (4ος-5ος αι), Σύμμεικτα, τομ.7 (1987), σελ.218
  41. Σοφία Πατούρα, «Η διάδοση του Χριστιανισμού στα πλαίσια της εξωτερικής πολιτικής του βυζαντινού κράτους (4ος-5ος αι), Σύμμεικτα, τομ.7 (1987), σελ.218-219
  42. Νίκος Οικονομίδης, «Το όπλο του χρήματος», στο: Εμπόλεμο Βυζάντιο, Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών/Ε.Ι.Ε, Ίδρυμα Γουλανδρή Χορν, Αθήνα, 1997, σελ .261
  43. Γεράσιμος Μέριανος, «Ο ρόλος του δώρου στη Βυζαντινή διπλωματία», Τεκμήριον,τομ. 7 (2007),σελ.205
  44. Στέργιος Φασουλάκης, «Οι Βυζαντινογερμανικές σχέσεις επί Αλέξιου Γ΄», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους , τομ. 9 (1980), σελ.36
  45. Αγγελική Παναγοπούλου, Οι διπλωματικοί γάμοι στο Βυζάντιο (6ος-12ος αιώνας), εκδ.Α.Λιβάνης, Αθήνα, 2006, σελ.73-76 και 201-215
  46. Στέργιος Φασουλάκης, «Η άνοδος του Μανουήλ Α΄ και τα πρώτα προβλήματα», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους , τομ. 9 (1980), σελ.26
  47. Αγγελική Παναγοπούλου, Οι διπλωματικοί γάμοι στο Βυζάντιο (6ος-12ος αιώνας), εκδ.Α.Λιβάνης, Αθήνα, 2006, σελ.246 κ.εξ.
  48. Κατερίνα Νικολάου, Βυζαντινά βασιλικά συνοικέσια «μετ' αλλοφύλων και αλλογλώσσων» (7ος-11ος αι), εκδ.Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν,Αθήνα, 2000, σελ.9 κ.εξ
  49. Στέργιος Φασουλάκης, «Οι σχέσεις με την Ουγγαρία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους , τομ. 9 (1980), σελ.25
  50. Αγγελική Παναγοπούλου, Οι διπλωματικοί γάμοι στο Βυζάντιο (6ος-12ος αιώνας), εκδ. Α. Λιβάνης, Αθήνα, 2006, σελ.486-494
  51. Μαρία Πίζγα, « Η ομηρεία των διαδόχων των ξένων ηγεμόνων. Μια διπλωματική μέθοδος των Βυζαντινών (5ος-10ος αι.)», Ιστορικά Θέματα, τχ. 134 (Ιανουάριος 2014), σελ26-29
  52. Μαρία Πίζγα, « Η ομηρεία των διαδόχων των ξένων ηγεμόνων. Μια διπλωματική μέθοδος των Βυζαντινών (5ος-10ος αι.)», Ιστορικά Θέματα, τχ. 134 (Ιανουάριος 2014), σελ.29-30
  53. Μαρία Πίζγα, « Η ομηρεία των διαδόχων των ξένων ηγεμόνων. Μια διπλωματική μέθοδος των Βυζαντινών (5ος-10ος αι.)», Ιστορικά Θέματα, τχ. 134 (Ιανουάριος 2014), σελ.33-35
  54. Σοφία Μεργιαλή-Σαχά, «Το άλλο πρόσωπο της αυτοκρατορικής διπλωματίας: Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας στο ρόλο του πρεσβευτή τον 14ο και 15ο αιώνα», Βυζαντιακά, τομ.25 (2005-2006), σελ .241-242
  55. Ειρήνη Χρήστου, Έργα και ημέρες Δυτικών απεσταλμένων στην Κωνσταντινούπολη από την εποχή της Εικονομαχίας ως το Σχίσμα, (726-1054), εκδ. Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα, 2000, σελ.33 κ.εξ
  56. W. Ensslin, «Ο Αυτοκράτορας και η αυτοκρατορική διοίκηση», στο: Norman Baynes &H.St.L.B.Moss, Βυζάντιο Εισαγωγή στο Βυζαντινό πολιτισμό, εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα, 1983, σελ .426
  57. Γεώργιος Τουρλίδης, «Αι Βυζαντινοτουρκικαί διπλωματικαί σχέσεις κατά την εποχήν του επισκόπου Μεθώνης Νικαλάου (12ος αιώνμ.Χ.)(Ευσύνοπτον ιστορικόν διάγραμμα», Παρουσία-Επιστημονικό Περιοδικό Συλλόγου Επιστημονικού/διδακτικού προσωπικου Φιλοσοφικης Σχολης ΕΚΠΑ, τομ.3 (1985), σελ.297
  58. Γ.Λιτάβριν, «Η Διπλωματία του Ύστερου Βυζαντίου», στο: Βυζαντινή Διπλωματία, εκδ.Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1995, σελ .114
  59. Στέργιος Φασουλάκης, «Σχέσεις Βυζαντίου με τους Βουλγάρους και τους Σέρβους», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους , τομ. 9 (1980), σελ.36

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Παναγιώτης Αντωνόπουλος, Πέτρος Πατρίκιος. Ο Βυζαντινός διπλωμάτης αξιωματούχος και συγγραφέας, εκδ. Ιστορικές εκδόσεις Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα,1990
  • Σπύρος Παναγόπουλος, «Η βυζαντινή διπλωματία. Το «κρυφό υπερόπλο» της Βυζαντινής αυτοκρατορίας», Ιστορικά θέματα, τχ. 79 (Δεκέμβριος 2008), σελ. 92-107
  • Μαρία Πίζγα, « Η ομηρεία των διαδόχων των ξένων ηγεμόνων. Μια διπλωματική μέθοδος των Βυζαντινών (5ος-10ος αι.)», Ιστορικά Θέματα, τχ. 134 (Ιανουάριος 2014), σελ. 24-37
  • Γεράσιμος Μέριανος, «Ο ρόλος του δώρου στη Βυζαντινή διπλωματία», Τεκμήριον, τομ. 7 (2007), σελ. 199-221
  • Σοφία Πατούρα, «Η διάδοση του Χριστιανισμού στα πλαίσια της εξωτερικής πολιτικής του βυζαντινού κράτους (4ος-5ος αι), Σύμμεικτα, τομ. 7 (1987), σελ. 215-236
  • Κατερίνα Νικολάου, Βυζαντινά βασιλικά συνοικέσια «μετ' αλλοφύλων και αλλογλώσσων» (7ος-11ος αι), εκδ. Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα, 2000
  • Αγγελική Παναγοπούλου, Οι διπλωματικοί γάμοι στο Βυζάντιο (6ος-12ος αιώνας), εκδ. Α. Λιβάνης, Αθήνα, 2006
  • Donald M.Nicol, Βυζάντιο και Βενετία, μτφρ. Χριστίνα-Αντωνία Μουτσοπούλου, εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα, 2004
  • Στέργιος Φασουλάκης, «Σχέσεις Βυζαντίου με τους Βουλγάρους και τους Σέρβους», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. 9 (1980), σελ. 36
  • W. Ensslin, «Ο Αυτοκράτορας και η αυτοκρατορική διοίκηση», στο: Norman Baynes &H.St.L.B.Moss, Βυζάντιο Εισαγωγή στο Βυζαντινό πολιτισμό, εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα, 1983, σελ. 425-427
  • Γ. Λιτάβριν, «Η Διπλωματία του Ύστερου Βυζαντίου», στο: Βυζαντινή Διπλωματία, εκδ.Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1995, σελ. 109-142
  • Κίμων Εμμανουήλ Πλακογιάννης, Τιμητικοί τίτλοι και ενεργά αξιώματα στο Βυζάντιο, εκδ. Ιανός, Θεσσαλονίκη, 2001
  • Στέργιος Φασουλάκης, «Η άνοδος του Μανουήλ Α΄ και τα πρώτα προβλήματα», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. 9 (1980), σελ. 26
  • Ευάγγελος Χρυσός, «Η Βυζαντινή διπλωματία ως μέσο επικοινωνίας», στο: Πρακτικά του Β΄ Διεθνούς Συμποσίου «Η επικοινωνία στο Βυζάντιο» (4-6 Οκτωβρίου 1990), (επίμ. Ν. Γ. Μοσχονάς), εκδ. Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών/Ε.Ι.Ε, Αθήνα, 1993, σελ.399-407
  • Αλκμήνη Σταυρίδου-Ζαφράκα, «Η Αυτοκρατορία της Θεσσαλονίκης επί Μανουήλ Δούκα (1230-1237) Η εξωτερική πολιτική», στο: ΙΓ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο (29-3 1 Μαΐου 1992), Πρακτικά, Θεσσαλονίκη, 1993, σελ.157-178
  • Σοφία Πατούρα, «Εμπορικές σχέσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και των λαών του Κάτω Δούναβη (4ος-6ος αι.) Αρχαιολογικές μαρτυρίες.», στο: Δ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο -Πρακτικά, Θεσσαλονίκη, 1983, σελ. 91-116
  • Ελευθερία Παπαγιάννη, «Οι Βούλγαροι στις επιστολές του Θεοφύλακτου Αχρίδας», στο: Ι΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο (Μάιος 1989), Πρακτικά, Θεσσαλονίκη, 1989, σελ. 59-72
  • Ζ. Ουντάλτσοβα, «Η Διπλωματία της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου σύμφωνα με τις Πηγές της εποχής», στο: Βυζαντινή Διπλωματία, εκδ.Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1995, σελ. 13-47
  • Ζ. Ουντάλτσοβα, «Η Διπλωματία από τον 7ο έως το 13ο Αιώνα», στο: Βυζαντινή Διπλωματία, εκδ.Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1995, σελ. 49-107
  • Μαρία Γερολυμάτου, Αγορές, έμποροι και εμπόριο στο Βυζάντιο (9ος-12ος αι.),Ε.Ι.Ε/Ι.Β.Ε, Αθήνα, 2008
  • Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό κράτος, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2001
  • Ευάγγελος Χρυσός, «Ο πόλεμος έσχατη λύση», στο: Βυζάντιο : κράτος και κοινωνία-Μνήμη Νίκου Οικονομίδη (επίμ. Άννα Αβραμέα-Αγγελική Λαΐου-Ε.Χρυσός), εκδ.Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2003, σελ. 543-563
  • Χαράλαμπος Παπασωτηρίου, Βυζαντινή υψηλή στρατηγική 6ος-11ος αιώνας, εκδ.Ποιότητα, Αθήνα, 2000
  • Βασιλική Βλυσίδου, «Σχετικά με την πρεσβεία του Φωτίου «επ΄Ασσυρίους», Δίπτυχα, τομ. 5 (1991-1992), σελ. 270-279
  • Ελένη Βλαχοπούλου-Καραμπίνα, «Η γοητεία των χρυσοΰφαντων και χρυσοκέντητων υφασμάτων του Βυζαντίου», Δωδώνη-Επ.Επ.Ιστορ. Αρχ. Φιλοσοφ.Ιωαννίνων, τομ. 35 (2006), σελ. 235-256
  • Ειρήνη Χρήστου, Έργα και ημέρες Δυτικών απεσταλμένων στην Κωνσταντινούπολη από την εποχή της Εικονομαχίας ως το Σχίσμα, (726-1054), εκδ. Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα, 2000
  • Νίκος Οικονομίδης, «Το όπλο του χρήματος», στο: Εμπόλεμο Βυζάντιο, Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών/Ε.Ι.Ε, Ίδρυμα Γουλανδρή Χορν, Αθήνα, 1997, σελ. 261-268
  • Στέργιος Φασουλάκης, «Οι σχέσεις με την Ουγγαρία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους , τομ. 9 (1980), σελ. 25
  • Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Το πολίτευμα και οι θεσμοί της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1204 Κράτος ,διοίκηση, οικονομία, κοινωνία, χ.ε Αθήνα, 2004, σελ. 220-223
  • Ευάγγελος Κυριάκης, Βυζάντιο και Βούλγαροι (7ος-10ος αι.) Συμβολή στην εξωτερική πολιτική του Βυζαντίου, εκδ. Ιστορικές εκδόσεις Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα,1993
  • Θ. Κορρές, «Σχέσεις Βυζαντίου και Βουλγαρίας στην περίοδο της βασιλείας του Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβέ», Βυζαντινά, τομ. 11 (1982), σελ. 141-156
  • Γεώργιος Τουρλίδης, «Αι Βυζαντινοτουρκικαί διπλωματικαί σχέσεις κατά την εποχήν του επισκόπου Μεθώνης Νικαλάου (12ος αιώνμ.Χ.)(Ευσύνοπτον ιστορικόν διάγραμμα», Παρουσία-Επιστημονικό Περιοδικό Συλλόγου Επιστημονικού/διδακτικού προσωπικου Φιλοσοφικης Σχολης ΕΚΠΑ, τομ. 3 (1985), σελ. 295-303
  • Βάσω Πέννα, «Το Βυζάντιο και οι λαοί της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης: μια νομισματική μαρτυρία (Η΄-ΙΑ΄ αι. μ.Χ), στο Πρακτικά του Β΄ Διεθνούς Συμποσίου Η Επικοινωνία στο Βυζάντιο (4-6 Οκτωβρίου 1990), (επίμ. Ν.Γ. Μοσχονάς), εκδ. Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών/Ε.Ι.Ε, Αθήνα, 1993, σελ. 651-656
  • Σοφία Μεργιαλή-Σαχά, «Το άλλο πρόσωπο της αυτοκρατορικής διπλωματίας: Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας στο ρόλο του πρεσβευτή τον 14ο και 15ο αιώνα», Βυζαντιακά, τομ. 25 (2005-2006), σελ. 235-259
  • Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, Η πολιτική θεωρία των Βυζαντινών, εκδ.Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1992
  • Στήβεν Ράνσιμαν, Βυζαντινός πολιτισμός, εκδ. Γαλαξίας, Ερμείας, Αθήνα, 1992

Επιπλέον βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τηλέμαχος Λουγγής, «Διπλωματία και διπλωματική. Το παράδειγμα της Jussio», Σύμμεικτα, τομ. 3 (1979), σελ. 63-82
  • Βασιλική Βλυσσίδου, «Συμβολή στη μελέτη της εξωτερικής πολιτικής του Βασίλειου Α΄ στη δεκαετία 867-877», Σύμμεικτα, τομ.4 (1981), σελ. 301-315
  • Κώστας Κοκκορόγιαννης, «Βυζαντινή πρεσβεία στην αυλή του Αττίλα», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ. 373 (Ιούλιος 1999), σελ. 34-47
  • Ν. Κουτράκου, «Βυζαντινή διπλωματική παράδοση και πρακτικές. Μια προσέγγιση μέσω της ορολογίας», στο: Σοφία Πατούρα-Σπανού (επίμ), Διπλωματία και πολιτική.Ιστορική προσέγγιση [Επιστήμης Κοινωνία], Αθήνα,2005, σελ. 89-129
  • Ευάγγελος Χρυσός, «Η Βυζαντινή διπλωματία. Αρχές και μέθοδοι», στο: Σοφία Πατούρα-Σπανού (επίμ), Διπλωματία και πολιτική.Ιστορική προσέγγιση [Επιστήμης Κοινωνία], Αθήνα, 2005, σελ. 57-69
  • Παναγιώτης Αντωνόπουλος, «Τα διαφορετικά επίπεδα των ξένων στη βυζαντινή διπλωματία», Δωδώνη, Επ.Επ.τμ.Ιστορίας και Αρχαιολογίας Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, τομ. 38 (2008-2013), σελ. 39-67
  • Τηλέμαχος Λουγγής, «Βυζαντινή διπλωματία», στο: Β.Βλυσίδου-Σ.Λαμπάκης-Μ.Λεοντσίνη-Τ.Λουγγής, Σεμινάρια Βυζαντινής διπλωματίας, Αθήνα,2006, σελ.17-206