Εξαρχάτο της Αφρικής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Με βυσινί το εξαρχάτο της Αφρικής.

To Εξαρχάτο της Αφρικής ήταν μία περιφέρεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με κέντρο την Καρχηδόνα της Τυνησίας, που περιελάμβανε τις κτήσεις στη Δυτική Μεσόγειο. Το κυβερνούσε ο έξαρχος (αντιβασιλιάς) και ιδρύθηκε από τον Αυτοκράτορα Μαυρίκιο στα τέλη της δεκαετίας του 580· επέζησε ως τη Μουσουλμανική κατάκτηση του Μαγκρέμπ στο τέλος του 7ου αι. Ήταν το ένα από τα δύο εξαρχάτα, που ιδρύθηκαν μετά από τις δυτικές ανακαταλήψεις του Ιουστινιανού Α΄, για την πιο αποτελεσματική διοίκηση των εδαφών, μαζί με το εξαρχάτο της Ραβέννας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πιο πριν κατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον Βανδαλικό Πόλεμο του 533 οι Ρωμαϊκές δυνάμεις υπό τον Βελισάριο ανακατέλαβαν την Δυτικά της Αιγύπτου Αφρική (Μαγκρέμπ) μαζί με την Κορσική και τη Σαρδηνία και τις Βαλεαρίδες νήσους. Ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ (βασ. 527-565) οργάνωσε τις ανακτηθείσες περιοχές ως την Πραιτωριανή περιφέρεια της Αιγύπτου, που περιελάμβανε τις επαρχίες (provinces) της Ανθυπατικής Αφρικής, του Βυζακίου, της Τριπολιτανίας, της Νουμιδίας, της Καισαρικής Μαυριτανίας και της Σιτιφικής Μαυριτανίας, με επίκεντρο την Καρχηδόνα. Στη δεκαετία του 560 η Ρωμαϊκή αποστολή επέτυχε να ανακτήσει μέρη της νότιας Ισπανίας, που διοικήθηκαν ως η επαρχία της Σπάνιας.

Έπειτα από το τέλος του Ιουστινιανού το 565, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε αυξανόμενες επιθέσεις σε όλα τα σύνορα και οι Αυτοκράτορες συχνά άφηναν τις απομακρυσμένες επαρχίες μόνες τους, να αντιμετωπίσουν όπως μπορούσαν καλύτερα τις επιδρομές, για μεγάλες περιόδους· ωστόσο οι στρατιωτικοί αξιωματούχοι, όπως ο Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος (έξαρχος π. 598-610), συνέχισαν να γυρίζουν μεταξύ των ανατολικών επαρχιών και της Αφρικής. Τις δεκαετίες του 640 και 650 η Αυτοκρατορία έχασε την επαρχία της Μεσοποταμίας στους Μουσουλμάνους, που εξάλειψαν την εχθρική στους Ρωμαίους Αυτοκρατορία των Σασσανιδών (651). Έτσι η Κωνσταντινούπολη έχασε μία σημαντική πηγή από έμπειρους αξιωματούχους, σκληραγωγημένους από τον συνεχή συνοριακό πόλεμο με τους Πέρσες. Η Δυναστεία του Ηρακλείου (610-711) συνέχισε βέβαια να διορίζει μερικούς ικανούς από την Ανατολή αξιωματούχους σε θέσεις στην Αφρική, όπως ο Αρμένιος Ναρσέχ, που διοικούσε την Τρίπολη και τον Ιωάννη, δούκα της Τιγισίδος. Ο Γουόλτερ Κέγκι εκτιμά ότι μερικοί Αρμένιοι αξιωματούχοι ίσως ζήτησαν να μεταφερθούν πίσω στην ανατολή για να υπερασπίσουν τα σπίτια τους, καθώς οι Μουσουλμάνοι προήλαυναν στην Αρμενία, αλλά οι πηγές σιωπούν. Ακόμη οι αξιωματούχοι, που συνέχιζαν να φθάνουν από την Ανατολή έπειτα από την απώλεια της Μεσοποταμίας, θα ήταν πιο συνηθισμένοι στις ήττες, όπως στη Μάχη του Ιερομίκη ποταμού (636) μάλλον, παρά στις πρότερες νικηφόρες στρατηγικές που είχαν χρησιμοποιηθεί εναντίον των Σασσανιδών· προϊόντος του χρόνου αναπτύχθηκαν νέες τακτικές.

Ίδρυση του Εξαρχάτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με πορτοκαλί χρώμα οι περιοχές που ανέκτησε ο Ιουστινιανός. Για τη διοίκησή τους δημιουργήθηκαν τα εξαρχάτα της Αφρικής και της Ραβέννας.

Το Ύστερο Ρωμαϊκό διοικητικό σύστημα, όπως ιδρύθηκε από τον Διοκλητιανό, μεριμνούσε για μία σαφή διάκριση μεταξύ του πολιτικού και του στρατιωτικού αξιώματος, κυρίως για να ελαχιστοποιήσει την πιθανότητα εξέγερσης από υπερδύναμους επαρχιακούς κυβερνήτες. Υπό τον Ιουστινιανό Α΄ η διαρρύθμιση αυτή ανατράπηκε μερικά, για τις επαρχίες που κρίθηκαν ιδιαίτερα ευάλωτες ή σε εσωτερική αποδιοργάνωση. Αξιοποιώντας το προηγούμενο σύστημα και κάνοντας ένα βήμα πιο πέρα, ο Αυτοκράτορας Μαυρίκιος, το διάστημα 585 και 590, δημιούργησε το αξίωμα του εξάρχου, που συνδύαζε την ανώτατη πολιτική εξουσία ενός πραιτωριανού περιφεριάρχη (praetorian prefect) και τη στρατιωτική εξουσία ενός στρατιωτικού μαγίστρου (magister militum) και απήλαυνε αξιοσημείωτης αυτονομίας από την Κωνσταντινούπολη. Ιδρύθηκαν δύο εξαρχάτα, ένα στην Ιτσλία με την έδρα του στη Ραβέννα (έτσι γνωστό ως εξαρχάτο της Ραβέννας) και ένα στην Αφρική με βάση την Καρχηδόνα, που περιελάμβανε όλες τις αυτοκρατορικές κτήσεις στη Δυτική Μεσόγειο. Ο πρώτος έξαρχος Αφρικής ήταν ο πατρίκιος Γεννάδιος.

Μεταξύ των επαρχιακών αλλαγών, η Τριπολιτανία αποσπάστηκε από την Αφρική και προσαρτήθηκε στην επαρχία της Αιγύπτου, η Καισαρική Μαυριτανία και η Σιτιφική Μαυριτανία ενώθηκαν για τη δημιουργία της νέας επαρχίας της Μαυριτανία Πρίμα, ενώ η Τιγγιτινή Μαυριτανία, που είχε συρρικνωθεί στην πόλη Σέπτον (Θέουτα) συνδυάστηκε με τις πόλεις της Ισπανικής ακτής και τος Βαλεαρίδες νήσους για να δημιουργηθεί η Μαυρητανία Σεκούντα.

Το βασίλειο των Βησιγότθων ήταν επίσης μία διαρκής απειλή. Ο έξαρχος της Αφρικής κατείχε τη Μαυριτανία ΙΙ, που ήταν μία ελάχιστη προφυλακή στη νότιο Ισπανία. Η σύγκρουση συνεχίστηκε ως την τελική κατάκτηση των τελευταίων Ισπανικών φρουρίων περί το 624 από τους Βησιγότθους. Οι Ρωμαίοι διατήρησαν μόνο το οχυρό Septum (Θέουτα) κατά μήκος του στενού των Ηρακελείων Στηλών (Γιβραλτάρ).

Κατά την επιτυχή εξέγερση του εξάρχου στην Καρχηδόνα, του Ηρακλείου του Πρεσβύτερου και του ομωνύμου γιου του Ηρακλείου το 608, οι Βέρβεροι απετέλεσαν μία μεγάλη μερίδα στον στόλο που μετέφερε ο Ηράκλειος στην Κωνσταντινούπολη. Λόγω των θρησκευτικών και πολιτικών φιλοδοξιών, ο έξαρχος Γρηγόριος ο Πατρίκιος, που συνδεόταν εξ αίματος με την αυτοκρατορική οικογένεια δια μέσου του Νικήτα ανιψιού του Αυτοκράτορα, δήλωσε τον εαυτό του ανεξάρτητο από την Κωνσταντινούπολη το 647. Τότε η επιρροή και η ισχύς του εξαρχάτου υπερτονίστηκε με τις δυνάμεις που συγκέντρωσε ο Γρηγόριος στη μάχη της Σουφέτουλα που έγινε το ίδιο έτος, όπου περισσότεροι από 100.000 άνδρες με καταγωγή Αμάζιγκ/Βερβερική πολέμησαν για τον Γρηγόριο.

Η κατάκτηση των Αράβων Μουσουλμάνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτες ισλαμικές εκστρατείες ξεκίνησαν με μία πρωτοβουλία από την Αίγυπτο, από τον εμίρη Αμρ ιμπν αλ-'Ας και τον ανιψιό του Ούκμπα ιμπν Νάφι. Αισθανόμενοι τη Ρωμαϊκή αδυναμία, κατέκτησαν τη Βάρκη στην Κυρηναϊκή και έπειτα μετακινήθηκαν στην Τριπολιτανία, όπου συνάντησαν αντίσταση.

Λόγω της αναταραχής, που προκλήθηκε από θεολογικές διαφωνίες σχετικά με τον Μονοθελητισμό και τον Μονοενεργισμό, το εξαρχάτο υπό την Γρηγόριο τον Πατρίκιο είχε απομακρυνθεί από την Αυτοκρατορία σε ανοικτή εξέγερση. Η πλημμύρα των προσφύγων από την Αίγυπτο (ειδικά των Μελκιτών), την Παλαιστίνη και τη Συρία επιδείνωσε τις θρησκευτικές εντάσεις στην Καρχηδόνα και αύξησε περαιτέρω την ανησυχία του Γρηγορίου για την επερχόμενη Αραβική απειλή.

Αισθανόμενος ότι ο πιο άμεσος κίνδυνος προερχόταν από τον Μουσουλμανικό στρατό, ο Γρηγόριος συγκέντρωσε τους συμμάχους του και αντιμετώπισε τους Μουσουλμάνους, αλλά νικήθηκε στη μάχη της Σουφέτουλα, της νέας πρωτεύουσας του εξαρχάτου από τότε που ο Γρηγόριος είχε μετακινηθεί προς το εσωτερικό, για καλύτερη άμυνα εναντίον των Ρωμαϊκών επιθέσεων από τη θάλασσα.

Στη συνέχεια το εξαρχάτο έγινε ένα ημι-υποτελές κράτος υπό τον νέο έξαρχο, που ονομαζόταν Γεννάδιος. Η προσπάθεια να διατηρήσει ημι-υποτελή κατάσταση με την Κωνσταντινούπολη και τη Δαμασκό, εξάντλησε τα οικονομικά του εξαρχάτου και προκάλεσε αναταραχή στον πληθυσμό.

Το εξαρχάτο σημείωσε μεγάλη νίκη επί των δυνάμεων του Ούκμπα ιμπν Νάφι στη μάχη της Βέσκερα (νυν Μπίσκρα Αλγερίας) το 682, βοήθησε τον Βέρβερο βασιλιά Κουσάιλα. Η νίκη αυτή ανάγκασε τον Μουσουλμανικό στρατό να υποχωρήσει στην Αίγυπτο, δίνοντας στο εξαρχάτο μία δεκαετία ανάπαυλας. Ωστόσο οι επαναλαμβανόμενες αντιπαραθέσεις επηρέασαν αρνητικά τους φθίνοντες πόρους του όλο και μικρότερου εξαρχάτου.

Το 698 ο Μουσουλμάνος διοικητής Χασάν ιμπν αλ-Νου'μάν με μία δύναμη 40.000 ανδρών επιτέθηκε στην Καρχηδόνα. Πολλοί από τους υπερασπιστές της ήταν Βησιγότθοι, που είχαν σταλεί από τον Βιττίζα για να υπερασπιστούν το εξαρχάτο, καθώς αυτός κινδύνευε από τη Μουσουλμανική εξάπλωση. Ακολούθησε η Μάχη της Καρχηδόνας, όπου η πόλη κατάντησε ερείπια, όπως είχε γίνει αιώνες πριν από τους Ρωμαίους.

Η απώλεια του εξαρχάτου της βορειο-δυτικής Αφρικής ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στη Δυτική Μεσόγειο, επειδή η Καρχηδόνα και η Αίγυπτος ήταν οι κύριες πηγές ανθρώπινου δυναμικού και σιτηρών της Κωνσταντινούπολης. Οι Ρωμαίοι δεν ανέκτησαν ποτέ τα εδάφη τους στην Αφρική.

Γνωστοί και τεκμηριωμένοι έξαρχοι της Αφρικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • 591-598 Γεννάδιος Α΄: Ο τελευταίος magister militum per Africa και πρώτος έξαρχος, νικητής επί του Ρωμαιο-Βερερικού βασιλείου του Γκάρμουλ.
  • 598-611 Ηράκλειος ο Πρεσβύτερος: Πατέρας του Αυτοκράτορα Ηρακλείου.
  • 611-629 Νικήτας: Εξάδελφος του Αυτοκράτορα Ηρακλείου, πατρίκιος, ίσως de facto έξαρχος, εξασκούσε τη διακυβέρνηση στις δεκαετίες του 610 και του 620, μάλλον ως το 629. Η κόρη του Γρηγορία παντρεύτηκε τον πρώτο γιο του Ηράκλειου. Ο μεγαλύτερος αδελφός του Αυτοκράτορα ήταν υποστράτηγος στο εξαρχάτο την εποχή αυτή· δεν ονομάζεται. Να μη συγχέεται με τον Νικήτα τον Πατρίκιο.
  • 629-647 Γρηγόριος ο Πατρίκιος: Ηγήθηκε εξέγερσης εναντίον του Αυτοκράτορα Κώνστα Β΄. Ήταν ο γιος του προηγουμένου Νικήτα.
  • 647-665 Γεννάδιος Β΄: Έμεινε πιστός στον Κώνστα Β΄, εκτοπίστηκε στη στρατιωτική εξέγερση εναντίον του Κώνστα Β΄, η οποία τελείωσε με τον θάνατο του Αυτοκράτορα.
  • 665-695 Ελευθέριος ο Νεότερος: Ίσως έξαρχος της Αφρικής. Εκτόπισε τον Γεννάδιο. Το Αραβικό αλ-Ατ'ριγιούν συνήθως αποδίδει το Ελευθέριος.
  • 695-698 Ιωάννης ο Πατρίκιος: Έξαρχος της Αφρικής ως την έλευση των Αράβων το 698. Αραβικά Γιουχάννα Αλ-Μπατρίκ.
  • 698-709 Ιουλιανός, κόμης της Θέουτα: "Διοικητής του Σέπτεμ/Θέουτας". Σύμφωνα με τους ερευνητές ήταν μάλλον ο τελευταίος έξαρχος της Αφρικής. Αμφισβητείται από άλλους. Αραβικά Γιουλιάν Μπιλυάν.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Diehl, Charles (1896). L'Afrique Byzantine. Histoire de la Domination Byzantine en Afrique (533–709) (in French). Paris, France: Ernest Leroux.
  • Pringle, Denys (1981). The Defence of Byzantine Africa from Justinian to the Arab Conquest: An Account of the Military History and Archaeology of the African Provinces in the Sixth and Seventh Century. Oxford, United Kingdom: British Archaeological Reports. ISBN 0-86054-119-3.