Βυζαντινή λύρα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η βυζαντινή λύρα ήταν μεσαιωνικό έγχορδο μουσικό όργανο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας απόγονος της Λύρας, που παιζόταν με δοξάρι. Στη δημοφιλή μορφή της, η λύρα ήταν ένα μουσικό όργανο με σχήμα αχλαδιού και αποτελούνταν από πέντε με τρείς χορδές. Κρατιόταν σε όρθια θέση και παιζόταν τοποθετώντας τα νύχια δίπλα στις χορδές. Δύο απομεινάρια-παραδείγματα της βυζαντινής λύρας από το Μεσαίωνα έχουν βρεθεί σε ανασκαφές στο Νόβγκοροντ. Η ημερομηνία του πρώτου υπολογίζεται να είναι του 1190 Μ.Χ. Η πρώτη γνωστή απεικόνιση του οργάνου είναι σε ένα βυζαντινό κουτί από ελεφαντόδοντο (900-1100 μ.Χ.) και διατηρείται στο Μουσείο Μπαρτζέλο της Φλωρεντίας. Όμοια τρίχορδα όργανα με δοξάρι, απόγονοι της βυζαντινής λύρας εξακολουθούν να παίζονται μέχρι σήμερα σε μετα-Βυζαντινές περιοχές, όπως για παράδειγμα, η Γκαντούλκα της Βουλγαρίας, η Κρητική λύρα της Κρήτης και των Δωδεκανήσων, η λύρα της Καλαβρίας Ιταλίας, η Ποντιακή λύρα και η Πολίτικη λύρα ή (Πολίτικος κεμεντζές) στην Κωνσταντινούπολη, Τουρκία.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ο όρος "λύρα" χρησιμοποιούταν για να περιγράψει ένα αχλαδόμορφο μουσικό όργανο που παιζόταν με δοξάρι. Ένα αντίστοιχο όργανο ήταν το Ραμπάμπ (Rabab) που παιζόταν στον Αραβικό κόσμο της εποχής. O Πέρσης γεωγράφος Ibn Khurradadhbih του 9ου αιώνα, αναφερόμενος στην λεξικογραφική καταγωγή των μουσικών οργάνων της εποχής κατέγραψε την λύρα με δοξάρι (lūrā), μαζί με το εκκλησιαστικό όργανο (urghun), το shilyani (πιθανότατα ένα είδος άρπας), το salandj, σαν τα τυπικά όργανα των Βυζαντινών. Η λύρα διαδόθηκε ευρέως μέσω των Βυζαντινών εμπορικών δρόμων που συνέδεαν τις τρεις ηπείρους. Στον 11ο και 12ο αιώνα Ευρωπαίοι συγγραφείς χρησιμοποιούν τους όρους βιολί και λύρα εναλλακτικά όταν γίνεται αναφορά σε μουσικά όργανα που παίζονται με δοξάρι. Εν τω μεταξύ, το ραμπάμπ, εισάγεται στη Δυτική Ευρώπη, ενδεχομένως, μέσω της Ιβηρικής χερσονήσου και τα δύο όργανα διαδόθηκαν ευρέως σε όλη την Ευρώπη δημιουργώντας σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες μουσικά όργανα που θα παιχτούν με δοξάρι ,όπως το μεσαιωνικό είδος βιολιού ρεμπέκ, και την talharpa της Σκανδιναβίας και της Ισλανδίας. Ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα είναι η ιταλική λύρα da Braccio του 15ου αιώνα που θεωρείται από πολλούς ως ο προκάτοχος του σύγχρονου βιολιού.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από άποψη οργανολογίας, η βυζαντινή λύρα είναι στην πραγματικότητα ένα όργανο που ανήκει στην οικογένεια λαούτων που παίζονται με δοξάρι. Ο όρος «λύρα» αποτελεί και την ορολογική επιβίωση που σχετίζεται με τη μέθοδο εκτέλεσης ενός αρχαίου ελληνικού οργάνου. Η χρήση του όρου λύρα ως όργανο που παίζεται με δοξάρι για πρώτη φορά καταγράφηκε τον 9ο αιώνα, πιθανότατα ως μετάβαση και εφαρμογή της έννοιας της λύρας του έγχορδου μουσικού οργάνου της κλασικής αρχαιότητας στο νέο έγχορδο όργανο για δοξάρι. Η βυζαντινή λύρα μερικές φορές ανεπίσημα αποκαλείται μεσαιωνικό βιολί, ή ρεμπέκ με σχήμα αχλαδιού, ή ως ένα κεμανές, όροι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σήμερα αναφερόμενοι σε μια γενική κατηγορία παρόμοιων εγχόρδων όργανα που παίζονται με δοξάρι από τρίχες αλόγου.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βυζαντινή λύρα είχε στο πάνω μέρος της κλειδιά για κούρδισμα πάνω σε μια επιφάνεια παρόμοια με το μεσαιωνικό βιολί και σε αντίθεση με το ραμπάμπ και το ρεμπέκ. Ωστόσο, οι χορδές έπρεπε να παιχτούν με τα νύχια πλευρικά σε αυτές χωρίς να πιέζονται από πάνω με τη σάρκα του δακτύλου, όπως στο βιολί. Η λύρα που απεικονίζεται στο βυζαντινό κουτί από ελεφαντόδοντο στο Μουσείο Μπαρτζέλο της Φλωρεντίας (900 - 1100 μ.Χ.) έχει δύο χορδές και σχήμα αχλαδιού με μακρύ σώμα και στενό λαιμό. Το ηχείο απεικονίζεται χωρίς ανοίγματα και ως αναπόσπαστο κομμάτι όμως αυτό μπορεί να οφείλεται σε αισθητική επιλογή. Οι λύρες του Νόβγκοροντ (1190 μ.Χ.) είναι πιο κοντά μορφολογικά στην λύρες του σήμερα: είχαν σχήμα αχλαδιού περίπου 40 εκατοστά, ημικυκλικά καμπυλωτά ανοίγματα στο ηχείο και λαιμό για τρεις χορδές.