Βυζαντινή αρχιτεκτονική

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βασιλική της αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, ένα αριστούργημα της βυζαντινής αρχιτεκτονικής.
Κίονες του υπερώου της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.
Εκκλησία της Αγίας Σοφίας στην Τραπεζούντα.
Μονή της Studenica, στην Σερβία.

Βυζαντινή αρχιτεκτονική ονομάζεται ο αρχιτεκτονικός ρυθμός, ο οποίος αναπτύχθηκε κατά την διάρκεια ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία), από την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τοv 5ο αιώνα. Η Κωνσταντινούπολη (ή πόλη του Κωνσταντίνου), της οποίας το προηγούμενο όνομα ήταν Βυζάντιο και σήμερα Ιστανμπούλ, ήταν η πρωτεύουσα της Ανατολικής Αυτοκρατορίας από το έτος 330, έτος στο οποίο άλλοι συγγραφείς ορίζουν ως την έναρξη της βυζαντινής αρχιτεκτονικής.

Η βυζαντινή αρχιτεκτονική εντάσσεται στο πλαίσιο της βυζαντινής τέχνης και καλύπτει μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο ξεκινά τον τέταρτο αιώνα και τερματίζεται απότομα με την πτώση της Κωνσταντινούπολης στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων το 1453, ήδη από τον δέκατο πέμπτο αιώνα. Λόγω αυτής της μακράς χρονικής διάρκειάς της, χωρίζεται συνήθως για την μελέτη της σε τρεις περιόδους: την αρχική περίοδο, την ενδιάμεση και την τελική.

Όσον αφορά το γεωγραφικό πλαίσιο εντός του οποίου εξελίσσεται το βυζαντινό αρχιτεκτονικό ύφος, αυτό συμπίπτει σε γενικές γραμμές με την γεωγραφική έκταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όπως αυτό άλλαζε ως συνέπεια των ιστορικών περιστάσεων και των πολιτικών της Αυτοκρατορίας στους περισσότερους από δέκα αιώνες της ύπαρξής της. Ωστόσο, οι περιοχές με τη μεγαλύτερη παρουσία της βυζαντινής αρχιτεκτονικής είναι τα εδάφη της σημερινής Τουρκίας και της Ελλάδας, και εν μέρει η Βουλγαρία, η Ρουμανία και μεγάλα μέρη της Ιταλίας, μαζί με την Συρία και την Παλαιστίνη. Επιπλέον, ως αποτέλεσμα της επέκτασης του χριστιανισμού στους σλαβικούς λαούς που πραγματοποιείται από τον 8ο αιώνα από την βυζαντινή ορθόδοξη Εκκλησία, η βυζαντινή αρχιτεκτονική επεκτάθηκε στη σημερινή Ουκρανία, την Ρωσία και την Λευκορωσία, καθιστώντας μερικά από τα αρχιτεκτονικά της στοιχεία (όπως, για παράδειγμα, οι θολωτοί τρούλοι) χαρακτηριστικά των ορθοδόξων εκκλησιών, οι οποίες έχουν διατηρηθεί μέχρι και σήμερα.

Από την άλλη πλευρά, η βυζαντινή τέχνη ήταν μια τέχνη με επίσημο χαρακτήρα[1] στην λειτουργία των σχέσεων της εκκλησιαστικής με την πολιτική εξουσία, η οποία διατηρείται με την υποστήριξη της Εκκλησίας. Και η ίδια η ύπαρξη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας συνδέεται με την επέκταση της ορθόδοξης πίστης και της βυζαντινής τέχνης[2].

Λόγω των ιστορικών περιστάσεων και της γεωγραφικής περιοχής, στην οποία αναπτύχθηκε και στην οποία είχε παρουσία, η βυζαντινή αρχιτεκτονική υπέστη, με βάση ουσιαστικά την ρωμαϊκή αρχιτεκτονική, ισχυρές επιρροές από άλλους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, ειδικά αυτούς που προέρχονται από την περιοχή της Μέσης Ανατολής. Από την άλλη πλευρά, εκτός από τις ήδη αναφερθείσες επιρροές στον αρχιτεκτονικό ρυθμό των χωρών που σχετίζονται με την Ορθόδοξη Εκκλησία, θα πρέπει να σημειωθεί ότι από την περιοχή της Ραβέννας στην Ιταλία, στο ακραίο δυτικό της άκρο επέκτασης, η βυζαντινή αρχιτεκτονική επηρέασε την καρολίγγεια αρχιτεκτονική και, μέσω αυτής, την ρωμανική, ενώ στο νότο της Ιταλίας, ειδικά στην περιοχή της Σικελίας, συνέβαλε σε κάποια από τα χαρακτηριστικά της προσαρμοσμένης στην νορμανδική αρχιτεκτονική εκδοχή της, η οποία ήταν μία από τις παραλλαγές της ρωμανικής αρχιτεκτονικής.

Μερικά από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της βυζαντινής αρχιτεκτονικής είναι, εκτός από τους χαρακτηριστικούς τρούλους που ήδη αναφέρθηκαν, η χρήση του τούβλου ως οικοδομικό υλικό σε αντικατάσταση της πέτρας, η εκτεταμένη χρήση των ψηφιδωτών ως διακοσμητικό στοιχείο σε αντικατάσταση των γλυπτών, το μεγαλύτερο ύψος των κτιρίων ως αποτέλεσμα της χρήσης τρούλων, καθώς και η εφεύρεση ενός συστήματος που επιτρέπει τον συνδυασμό της οικοδομικής χρήσης αυτών των τρούλων με υποστήριξη ενός τετραγωνισμένου επιπέδου, αλλά που επιτρέπει την κατάληξη αυτή χρησιμοποιώντας ένα τύμπανο σε έναν στρογγυλό θόλο, σε πολλές περιπτώσεις, με την επέκταση μιας κυματοειδούς στέγης.

Περίοδοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παράδειγμα βυζαντινής αρχιτεκτονικής.

Παρά το γεγονός ότι στις πρώτες στιγμές της ύπαρξής της η βυζαντινή αρχιτεκτονική δεν διακρινόταν ιδιαίτερα από τη ρωμαϊκή, καθώς κατά το πρώτο ξεκίνημά της ήταν μόνο ένα απλό περιφερειακό παράγωγό της, η μακροπρόθεσμη εξέλιξή της επέτρεψε την ανάδειξη ενός διακριτού αρχιτεκτονικού ρυθμού, ο οποίος ήταν πολύ πιο ανοικτός στις επιρροές που δέχτηκε από τις αρχιτεκτονικές της Ανατολής.

Ένα από τα χαρακτηριστικά που διατηρήθηκαν καθ' όλη την περίοδο της ύπαρξής της ήταν η χρήση του τούβλου για την αρχιτεκτονική των εκκλησιών, η οποία αντικατέστησε την πέτρα, το οικοδομικό υλικό που χρησιμοποιούνταν στην προκάτοχό της, την ρωμαϊκή αρχιτεκτονική, στην οποία προστίθεται η πιο ελεύθερη ερμηνεία των κλασικών αρχιτεκτονικών ρυθμών, η αντικατάσταση των γλυπτών ως διακοσμητικών στοιχείων των κτιρίων από τα ψηφιδωτά και η εδραίωση των θόλων που αυξάνονται σε μεγαλύτερο ύψος από ό,τι σε προηγούμενους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς.

Η περίοδος που καλύπτεται από τη βυζαντινή αρχιτεκτονική μπορεί να διαιρεθεί για τους σκοπούς της μελέτης σε τρεις επιμέρους περιόδους σαφώς διαφοροποιημένες: αρχική περίοδο (ή Πρώτη Χρυσή Εποχή), μια ενδιάμεση περίοδο (ή Δεύτερη Χρυσή Εποχή) και μια τελική περίοδο (ή Τρίτη Χρυσή Εποχή).

Ενδιάμεση περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μονή του Οσίου Λουκά στην Βοιωτία (11ος αιώνας), εκπρόσωπος της βυζαντινής αρχιτεκτονικής στην εποχή της μακεδονικής δυναστείας.

Η ενδιάμεση περίοδος, ή Δεύτερη Χρυσή Εποχή της βυζαντινής τέχνης χαρακτηρίζεται από την επικράτηση των ναών με κάτοψη σε σχήμα ελληνικού σταυρού με θολωτή στέγη που εδράζεται πάνω σε τύμπανο και με ένα προεξέχον κυματοειδές γείσο στην εξωτερική βάση.

Σε αυτό ακριβώς το σχήμα αντιστοιχούν, για παράδειγμα, η μητρόπολη Αθηνών, ο ναός της μονής Δαφνίου και τα μοναστηριακά συγκροτήματα του Αγίου Όρους στην Ελλάδα.

Αυτός ο νέος τύπος της εκκλησίας είναι ενσωματωμένος στην κατεστραμμένη σήμερα Νέα Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης (880), που χτίστηκε από τον Βασίλειο Α΄.

Στην περίοδο αυτή της βυζαντινής αρχιτεκτονικής, συναντάμε το πρόβλημα της Εικονομαχίας, από την αρχή της οποίας καταστράφηκαν πολλά κτίρια. Έτσι, όσον αφορά σε μεγάλα κτίρια από τις πρώτες ημέρες της ενδιάμεσης περιόδου, στην Ελλάδα μόνο διασώζεται η βασιλική της Αγίας Σοφίας, στη Θεσσαλονίκη. Ένα άλλο σημαντικό κτίριο, η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου στη Νίκαια της Βιθυνίας, επέζησε μέχρι τον 20ό αιώνα, αλλά καταστράφηκε κατά τη δεκαετία του 1920 στις μάχες του Ελληνοτουρκικού Πολέμου, έχουν ωστόσο τουλάχιστον διασωθεί διάφορες φωτογραφίες του ναού.

Σε σχέση με την περίοδο της μακεδονικής δυναστείας, η οποία παραδοσιακά θεωρείται η επιτομή της βυζαντινής τέχνης, ούτε αυτή έχει αφήσει μεγάλα επιτεύγματα. Τεκμαίρεται ότι η κατεστραμμένη σήμερα εκκλησία της Παναχράντου, ή η αναθηματική εκκλησία του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Κωνσταντινούπολη, έργο του Βασιλείου Α΄, υπολείμματα της οποίας υπάρχουν κάτω από το σύγχρονο τζαμί του Fenari Isa, χρησίμευσαν ως πρότυπο για πολλούς ναούς με σχήμα σταυρού εγγεγραμμένου σε κύκλο, όπως η μονή του Οσίου Λουκά (Βοιωτία, έτος 1000), η Νέα Μονή της Χίου (πολυπόθητο έργο του Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου), ή η μονή Δαφνίου στο Χαϊδάρι.

Η κάτοψη σε σχήμα σταυρού εγγεγραμμένου σε κύκλο είναι εξάλλου ο πιο διαδεδομένος τύπος στα εδάφη που διέτρεξαν οι ορθόδοξοι βυζαντινοί ιεραπόστολοι, οι οποίοι κατά τα χρόνια της μακεδονικής δυναστείας κινούνταν στα εδάφη των σλαβικών λαών, προκειμένου να προωθήσουν τον εκχριστιανισμό τους. Ο καθεδρικός ναός της Αγίας Σοφίας της Οχρίδας (στη σημερινή ΠΓΔΜ) ή η εκκλησία της αγίας Σοφίας του Κιέβου (στη σημερινή Ουκρανία) είναι εύγλωττες μαρτυρίες για τη χρήση του τύμπανου με τρούλο, το οποίο με τον καιρό γίνεται όλο και πιο ψηλό και πιο λεπτό.

Τελευταία περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τελευταία περίοδος ή Τρίτη Χρυσή Εποχή καλύπτει το χρονικό διάστημα μεταξύ 13ου και 14ου αιώνα που συμπίπτει με τη δυναστεία των Κομνηνών και των Παλαιολόγων. Στην περίοδο αυτή κυριαρχούν οι εκκλησίες με βολβοειδείς τρούλους πάνω από τύμπανα κυκλικά ή πολυγωνικά.

Στην περίοδο των Κομνηνών ανήκει η εκκλησία του Μήλου (Elmali kilise) στην Καππαδοκία, καθώς και η εκκλησίες του Παντοκράτορα (σήμερα Τέμενος Μολλά Ζειϊρέκ) και της Θεοτόκου Κυριώτισσας (Παναγία του Θρόνου, σήμερα Καλεντέρχανε τζαμί) στην Κωνσταντινούπολη. Επίσης σώζονται πολλές εκκλησίες στον Καύκασο, τη Ρωσία, τη Βουλγαρία, τη Σερβία και άλλες σλαβικές χώρες, αλλά και στη Σικελία (Cappella Palatina του Palazzo dei Normanni) και την Βενετία (βασιλική του Αγίου Μάρκου, καθεδρικός της Santa Maria Assunta στο Torcello).

Στην περίοδο των Παλαιολόγων ανήκει μια δεκάδα ναών στην Κωνσταντινούπολη, ιδιαίτερα η Μονή της Χώρας (σήμερα Καριγιέ τζαμί) και η Παμμακάριστος (σήμερα Φετιγιέ τζαμί). Ένα χαρακτηριστικό όλων αυτών είναι ότι δεν έχουν οξυμμένη την καθετότητα, αλλά δίνουν προτεραιότητα στην οριζόντια δομή, πράγμα που δεν τους προσδίδει την μεγαλοπρέπεια άλλων εκκλησιών της Πόλης. Η μοναδική που δεν ακολουθεί τον κανόνα είναι η Αγία Σοφία στην Τραπεζούντα. Στην ίδια περίοδο ανήκουν στον ελλαδικό χώρο η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων στην Θεσσαλονίκη (14ος αιώνας), η εκκλησία του Μυστρά στην Πελοπόννησο και κάποια μοναστήρια του Αγίου Όρους.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βασιλικό παρεκκλήσιο στο Παλέρμο

Η βυζαντινή αρχιτεκτονική διατήρησε αρκετά στοιχεία της ρωμαϊκής και ανατολικής παλαιοχριστιανικής αρχιτεκτονικής, όπως υλικά (τούβλα και πέτρα εξωτερικά και εσωτερικά επένδυση με τοιχογραφίες), ημικυκλικά τόξα, κλασικές κολώνες για την υποστήριξη, κλπ. Αλλά έφερε και νέα χαρακτηριστικά, μεταξύ των οποίων η νέα δυναμική αντίληψη των στοιχείων και μια νέα αντίληψη του χώρου και, πάνω απ'όλα, η πιο σημαντική συμβολή της, η συστηματική χρήση του θολωτή οροφή, ιδιαίτερα ο τρούλος πάνω σε κόγχες, δηλαδή σε τρίγωνα σφαιρικά στις γωνίες που διευκολύνουν το πέρασμα από την τετράγωνη βάση προς τον κυκλικό θόλο. Αυτοί οι ημισφαιρικοί θόλοι δομήθηκαν με ομόκεντρες σειρές τούβλων, με την μορφή στεμμάτων μειούμενης ακτίνας, εξωτερικά ενισχυμένες με κονίαμα, και σχεδιάστηκαν ως συμβολική εικόνα του θείου κόσμου.

Μια άλλη συνεισφορά μεγάλης σημασίας ήταν η διακόσμηση των κιονόκρανων, των οποίων υπήρχαν διάφορα είδη. Έτσι, ο θεοδοσιανός τύπος είναι μια ρωμαϊκή κληρονομιά που χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του τέταρτου αιώνα ως εξέλιξη του κορινθιακού, είναι σκαλιστό με τρυπάνι και μοιάζει με σφηκοφωλιά. Μια άλλη ποικιλία ήταν το κυβικό κιονόκρανο, με επίπεδες επιφάνειες, διακοσμημένο με ανάγλυφα σε δύο επίπεδα. Σε κάθε περίπτωση, ήταν υποχρεωτική η τοποθέτηση πάνω τους ενός κυματίου ή πέτρας σχήματος ανάποδης πυραμίδας, διακοσμημένο με διάφορα μοτίβα και χριστιανικά σύμβολα.

Στην τυπολογία των ναών, ανάλογα με την κάτοψη, υπάρχουν οι περίκεντρες, σαφώς σύμφωνες με την σημασία που αποδίδεται στο τρούλο, αλλά δεν ήταν λιγότερες οι εκκλησίες με κάτοψη βασιλικής ή σταυροειδείς με ίσα σκέλη (κάτοψη ελληνικού σταυρού).

Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις είναι συχνό φαινόμενο οι ναοί, εκτός από το κυρίως ναό, να διαθέτουν ένα αίθριο ή νάρθηκα, παλαιοχριστιανικής προέλευσης, και ιερό πίσω από τέμπλο, που ονομάζεται και εικονοστάσιο επειδή σε αυτό το διάτρητο περίβλημα τοποθετούνταν αγιογραφίες.

Διαρθρωτική εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάτοψη του Ναού της Αναστάσεως στην Ιερουσαλήμ, του 4ου αιώνα.

Κατά τις πρώτα χρόνια της πρώτης περιόδου της βυζαντινής αρχιτεκτονικής, η κατασκευή των εκκλησιών στις περιοχές της Παλαιστίνης και της Συρίας κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Β΄ γινόταν σύμφωνα με δύο διαφορετικά μοντέλα κατόψεων: την κάτοψη βασιλικής ή αξονική, όπως ο Ναός του Παναγίου Τάφου της Ιερουσαλήμ, και οι κυκλικές ή περίκεντρες, όπως συμβαίνει με τον μη σωζόμενο σήμερα μεγάλο οκταγωνικό ναό που υπήρχε στην Αντιόχεια.

Περίκεντροι ναοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερική άποψη του Μαυσωλείου της Αγίας Κωνσταντίας στην Ρώμη.
Κάτοψη του Ναού του Αγίου Βιταλίου στην Ραβέννα.

Πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι περίκεντροι ναοί είχαν σχεδόν πάντα θολωτή στέγη, καθώς η ύπαρξη κεντρικού τρούλου ήταν η πραγματική αιτία δημιουργίας του περίκεντρου ρυθμού. Ο κεντρικός χώρος περιβάλλεται από ένα τοίχωμα μεγάλου πάχους, στο οποίο εμφανίζονται βαθιές τρύπες στην εσωτερική πλευρά, όπως στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Θεσσαλονίκης (5ος αιώνας), ή ένα περίστωο, όπως στην περίπτωση της Αγίας Κωνσταντίας στη Ρώμη (4ος αιώνας).

Τα μεγάλα ανοίγματα που υπάρχουν στον κεντρικό χώρο δημιουργούσαν τα σκέλη ενός σταυρού, συνεισφέροντας έτσι στην στήριξη του κεντρικού θόλου του κτιρίου, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην περίπτωση του Μαυσωλείου της Γάλλας Πλακιδίας στην Ραβέννα, που χρονολογείται στον 5ο αιώνα.

Ο πιο γνωστός από τις εκκλησίες που ανήκουν σε αυτό το είδος ήταν ίσως αυτή των Αγίων Αποστόλων, η οποία επίσης βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη. Τα στηρίγματα για τους θόλους εφαρμόστηκαν αργότερα και σε εκκλησίες που χτίστηκαν σε ρυθμό βασιλικής, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, επίσης στην Κωνσταντινούπολη, τον 6ο αιώνα, στην οποία το μεγάλο κλίτος του ναού, που διαμορφώνει το σχήμα του, καλύπτεται από δύο παρακείμενους θόλους.

Στους περίκεντρους ναούς των Αγίων Σεργίου και Βάκχου στην Κωνσταντινούπολη και Αγίου Βιταλίου στην Ραβέννα, ο χώρος κάτω από τον θόλο επεκτείνεται σε οκτάγωνο με την προσθήκη αψίδων.

Τέλος, στον ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, που χρονολογείται από τον 6ο αιώνα, επινοήθηκε ένας συνδυασμός που αντιπροσωπεύει επίσης μια ενδιαφέρουσα, όσο και πρωτοποριακή αρχιτεκτονική μελέτη: ο κεντρικός τετράγωνος χώρος με πλευρά 30 μέτρων αυξήθηκε σε 60 μέτρα με την προσθήκη δύο ημικυκλίων στην ανατολική και δυτική πλευρά. Τα ημικύκλια αυτά στη συνέχεια επεκτάθηκαν και πάλι με την προσθήκη τριών μικρότερων αψίδων στην ανατολική πλευρά και δύο στην δυτική πλευρά.

Αυτή η αδιάσπαστη έκταση μήκους περίπου 80 μέτρων και πλάτους πάνω από 30 μέτρα καλύφθηκε εσωτερικά με ένα σύστημα κάλυψης με τρούλο. Επιπλέον, στις στέγες των αψίδων υψώνονται δύο ημιθόλια που καλύπτουν με την σειρά τους τα ημικύκλια, μετά από τα οποία αναδύεται με την σειρά του ο μεγάλος τρούλος που βρίσκεται πάνω από το κεντρικό τετράγωνο του ναού. Ο μεγάλος αυτός τρούλος στηρίζεται στην βόρεια και νότια πλευρά του με καλύμματα δύο επιπέδων που προσδίδουν στο σύνολο την εξωτερική εμφάνιση ενός τετραγώνου.

Ναοί σε σχήμα σταυρού εγγεγραμμένου σε τετράγωνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Βυζαντινός ρυθμός

Στον ναό των Αγίων Αποστόλων στη Θεσσαλονίκη, του 6ου αιώνα, πάνω από το σταυροειδές δάπεδο βρίσκονται πέντε τρούλοι, εκ των οποίων ο κεντρικός είναι τοποθετημένος σε μεγαλύτερο ύψος. Καμία άλλη εκκλησία που χτίστηκε μετά τον 6ο αιώνα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί σε μεγαλείο αυτό το έργο του Ιουστινιανού Α΄, και οι κατόψεις των εκκλησιών έχουν την τάση να ακολουθήσουν ένα μόνο μοτίβο. Ένας κεντρικός χώρος καλυμμένος από τρούλο εγγεγραμμένο σε ένα τετράγωνο σημαντικά μεγαλύτερου μεγέθους: ο χώρος σε κάθε πλευρά προσδιορίζει σαφώς τον κυρίως ναό και το εγκάρσιο κλίτος. Μερικές φορές ο κεντρικός χώρος ήταν τετράγωνος, αν και μερικές φορές ήταν οκταγωνικός, ή τουλάχιστον υπήρχαν οκτώ αντί για τέσσερις πεσσοί που στήριζαν τον τρούλο, με τον κυρίως ναό και το εγκάρσιο κλίτος αναλογικά μικρότερου μεγέθους σε αυτή την περίπτωση.

Αν σχεδιάσουμε ένα τετράγωνο και χωρίσουμε κάθε πλευρά σε τρία μέρη, με το πιο κεντρικό τμήμα να είναι μεγαλύτερο, και με βάση τα σημεία που προέκυψαν διαιρέσουμε ξανά την περιοχή, παίρνουμε μια ιδέα ενός τυπικού αρχιτεκτονικού έργου αυτού του ρυθμού. Από τα σημεία της ανατολικής πλευράς αναπτύσσονται τρεις αψίδες, ενώ στη δυτική πρόσοψη ανοίγεται μια στενή πύλη εισόδου ανοίγει, ο νάρθηκας. Μπροστά του υπάρχει ένας τετράγωνος χώρος, το αίθριο: μερικές φορές υπάρχει μια κεντρική πηγή κάτω από ένα κουβούκλιο στηριζόμενο σε κολώνες. Ακριβώς κάτω από το κέντρο του τρούλου είναι ο άμβωνας, από τον οποίο διαβάζονται οι Γραφές, ενώ κάτω από τον άμβωνα βρίσκονται οι χοροί των ψαλτών. Στην ανατολική πλευρά του κεντρικού τετραγώνου βρίσκεται το τέμπλο, το οποίο διαχωρίζει το Ιερό Βήμα, όπου βρίσκεται το θυσιαστήριο, από τον κυρίως ναό. Το Ιερό Βήμα είναι το τμήμα του ναού στο οποίο έχει πρόσβαση ο κλήρος και το βοηθητικό προσωπικό. Το θυσιαστήριο προστατεύεται από έναν θόλο ή κιβώριο στηριζόμενο σε κολώνες. Σειρές καθισμάτων που πλαισιώνουν την περίμετρο της αψίδας του ιερού, μαζί με τον επισκοπικό θρόνο στο κεντρικό ανατολικό σημείο σχηματίζουν το σύνθρονο (συλλογικό θρόνο). Οι δύο μικρότερες αψίδες στον χώρο του ιερού βήματος ήταν τα παστοφόρια: η πρόθεση και το διακονικόν. Ο άμβωνας και το ιερό βήμα είναι δίπλα στον σολέα, έναν χώρο με σκαλί από τοίχο σε τοίχο.

Επιρροές από άλλους ρυθμούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι συνεχείς επιρροές από την Ανατολή είναι εμφανείς σε διάφορες πτυχές, όπως για παράδειγμα στην εξωτερική διακόσμηση των τοίχων των ναών που χτίστηκαν περί τον 12ο αιώνα, στους οποίους η τοποθέτηση των τούβλων εμπνέεται σαφώς από ένα διακοσμητικό πρότυπο που απαντάται στην αραβική καλλιγραφία. Αυτό συσχετίστηκε με την εξωτερική διάταξη τούβλων και λίθων σε μια ευρεία ποικιλία σχεδίων. Αυτή η διακοσμητική χρήση είναι προφανώς ανατολικής προέλευσης, καθώς παρόμοιες διακοσμήσεις απαντώνται σε διάφορα κτίρια στην Περσία, στην λεγόμενη Μηδοπερσική αρχιτεκτονική.

Οι τρούλοι και οι θόλοι ήταν εξωτερικά καλυμμένοι με μόλυβδο ή ρωμαϊκού τύπου κεραμίδια (επίπεδα). Οι παραστάδες θυρών και παραθύρων ήταν από μάρμαρο. Οι εσωτερικές επιφάνειες των κτιρίων ήταν συνολικά διακοσμημένα στα ψηλότερα μέρη τους με ψηφιδωτά και τοιχογραφίες και στο κάτω μέρος τους με μαρμάρινες πλάκες, ποικίλων προελεύσεων και χρωματισμών, διατεταγμένα με τρόπο ώστε οι διάφοροι χρωματισμοί να σχηματίζουν μια σειρά από μεγάλα πάνελ. Τα μάρμαρα υψηλότερης ποιότητας κόβονταν με τέτοιον τρόπο, ώστε οι δύο επιφάνειες που προέκυπταν να σχηματίζουν ένα συμμετρικό σχέδιο παρόμοιο με δέρμα ζώων.

Η αρμένικη επιρροή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ναός στο νησί Akdamar, στην λίμνη Βαν, στην Ανατολία.

Οι σκληρές μάχες για τον έλεγχο της Αρμενίας μεταξύ Αράβων και Βυζαντινών προκάλεσε τη φυγή από την Αρμενία πολλών πριγκήπων, ευγενών και στρατιωτών, των οποίων η μοίρα συνδέθηκε τις περισσότερες φορές με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η μετανάστευση αυτή, η οποία συνοδευόταν και από καλλιτέχνες και διάφορα άλλα είδη ανθρώπων, έχουν επηρεάσει την βυζαντινή αρχιτεκτονική. Αντίθετη επιρροή φαίνεται απίθανη, γιατί η Αρμενία, δυσανεκτική προς το Βυζάντιο λόγω ανοικτών θεμάτων θρησκευτικής πίστης, εκδίωξε από την χώρα όλους τους αντιφρονούντες το έτος 719. Δεδομένων των συνθηκών αυτών, φαίνεται δύσκολο να υπήρξε σχέση θαυμασμού της βυζαντινής αρχιτεκτονικής από την πλευρά των Αρμενίων.

Τον 8ο και 9ο αιώνα δεν υπήρχαν στην Αρμενία οι απαραίτητες προϋποθέσεις για πολιτιστική και καλλιτεχνική άνθηση. Ωστόσο, τα οχυρά στα οποία αναγκάστηκαν να καταφύγουν πολλοί Αρμένιοι πρίγκιπες έδωσαν στους αρχιτέκτονες την ευκαιρία να αποκτήσουν γνώσεις για την κατασκευή εκκλησιών και μονών αφιερωμένων στη μνήμη των προγόνων, στα οποία τελούνταν τελετές για την ψυχή των νεκρών. Ένα μνημείο που ανακαλύφθηκε στο Ανί (Τουρκία) κατά τη διάρκεια αρχαιολογικών ανασκαφών το 1910 χτίστηκε πιθανότατα κατά τη διάρκεια εκείνων των σκοτεινών χρόνων. Μέρος της όμορφη εκκλησία του Otzoun είναι του έτους 718, και ένα μέρος αυτής του Banak ανήκει στον επόμενο αιώνα.

Αργότερα οι Άραβες συμμάχησαν με τους Αρμένιους και, από τις αρχές του 10ου αιώνα, ο αρχιτέκτονας Manuel έκτισε την περίφημη εκκλησία του νησιού Akdamar, το πιο σημαντικό έργο αυτής της περιόδου, στη λίμνη Βαν. Κατά τη διάρκεια του 9ου και 10ου αιώνα κτίστηκαν διάφορες άλλες εκκλησίες, όπως η εκκλησία και το μοναστήρι της Narek, η Εκκλησία του Σωτήρος στην Ταρών, και διάφορες εκκλησίες στα Ashtarak, Mazra, Horomos, Noratouz, Dariounk, Oughouzli, Soth, Makenatzotz, Vanevan, Salnapat, Sevan, Keotran (κοντά στο Ερεβάν), Ταρών (Άγιος Ιωάννης Βαπτιστής), Ishkhan, όπως επίσης και το μοναστήρι της Shoghak, όλα αυτά ενδιαφέροντα για τον πλούτο της διακόσμησής τους.

Διακεκριμένα παραδείγματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κωνσταντινούπολη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τόπος κατοικίας των βυζαντινών αυτοκρατόρων, καθώς και έδρα του Οικουμενικού Πατριάρχη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η Κωνσταντινούπολη (σήμερα Ιστανμπούλ, Τουρκία), συγκεντρώνει μεγάλο αριθμό εκκλησιών, καθεδρικούς ναούς και άλλα θρησκευτικά και αστικά κτίρια που ανήκουν και στις τρεις προαναφερθείσες περιόδους της βυζαντινής αρχιτεκτονικής, από τη γέννησή της μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 από τους Οθωμανούς.

Ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου στην Κωνσταντινούπολη

Το πρώτο έργο της βυζαντινής αρχιτεκτονικής, που χρονολογείται από το πρώτο τρίτο του έκτου αιώνα, είναι ο ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου στην Κωνσταντινούπολη (527-536). Πρόκειται για ένα κτίριο τετράγωνο, με οκταγωνικό κέντρο, που καλύπτεται από τρούλο στηριζόμενο σε οκτώ πυλώνες και κυρίως ναό περιφερειακά.

Η εκκλησία αναφέρεται πολλές φορές ως Μικρή Αγία Σοφία (αν και στην πραγματικότητα χτίστηκε λίγα χρόνια πριν την Αγία Σοφία), και τώρα έχει μετατραπεί σε τζαμί. Βρίσκεται στη σημερινή συνοικία Eminönü της Κωνσταντινούπολης, όχι μακριά από τη θάλασσα του Μαρμαρά, και από τον νάρθηκά της φαίνεται αυτός της Αγίας Σοφίας, και αντίστροφα. Εκείνη την εποχή ήταν ένα από τα μεγαλύτερης σημασίας θρησκευτικά κτίρια στην Κωνσταντινούπολη.

Δεδομένης της μεγάλης της ομοιότητας με την Αγία Σοφία, υπάρχει η υποψία ότι κατασκευάστηκε από τους ίδιους αρχιτέκτονες, τον Ανθέμιο τον Τραλλιανό και τον Ισίδωρο τον Μιλήσιο, και ότι το ίδιο το κτίριο στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα είδος πρόβας τζενεράλε για την μελλοντική κατασκευή της Αγίας Σοφίας.

Οι στήλες των δύο ορόφων του ναού των Αγίων Σεργίου και Βάκχου.

Οι κατασκευαστικές εργασίες στο κτίριο έγιναν με τις συνήθεις τοπικές αρχιτεκτονικές τεχνικές της εποχής, χρησιμοποιώντας τούβλα και στρώσεις κονιάματος, δίνοντας τους έτσι σχεδόν την ίδια αντοχή όπως αυτή του στρωμάτων τούβλων. Οι τοίχοι ενισχύθηκαν από στεφάνες σχηματισμένες από μικρά τμήματα πέτρας. Το κτίριο, το σχέδιο κατασκευής του οποίου επαναλήφθηκε συνειδητά στην εκκλησία του Αγίου Βιταλίου στην Ραβέννα, έχει σχήμα οκτάγωνο εγγεγραμμένο σε ακανόνιστο τετράγωνο. Καλύπτεται από τρούλο και τύμπανο ύψους 20 μέτρων, το οποίο στηρίζεται σε οκτώ κίονες. Ο νάρθηκας είναι στη δυτική πλευρά.

Στο εσωτερικό του κτιρίου υπάρχει μια όμορφη κιονοστοιχία με δύο ύψη, η οποία καταλαμβάνει τη βόρεια πλευρά και περιέχει μια επιγραφή που αποτελείται από δώδεκα εξάμετρους στίχους στα ελληνικά, αφιερωμένους στον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, στην σύζυγό του Θεοδώρα και στον άγιο Σέργιο, προστάτη άγιο των στρατιωτών του ρωμαϊκού στρατού. Ο κάτω όροφος έχει 16 στήλες, ενώ ο επάνω όροφος έχει συνολικά 18. Πολλά από τα κιονόκρανα των στηλών περιέχουν ακόμη τα μονογράμματα του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας. Πριν από το κτίριο υπάρχουν μερικές βεράντες και ένας προθάλαμος που προστέθηκαν επί της οθωμανικής κυριαρχίας, όπως επίσης και μικρός κήπος, κρήνη για την παροχή νερού για το πλύσιμο, και μερικά εμπορικά καταστήματα. Βόρεια του κτιρίου υπάρχει μικρό μουσουλμανικό νεκροταφείο, καθώς και το παλιό βαπτιστήριο.

Ναός της Αγίας Ειρήνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαμήκης τομή της Αγίας Ειρήνης (Κωνσταντινούπολη).

Την ίδια εποχή με τον προηγούμενο, το πρώτο μισό του έκτου αιώνα, χρονολογείται ο ορθογώνιος δίτρουλος ναός της Αγίας Ειρήνης, επίσης στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος είναι σήμερα μουσείο. Βρίσκεται ανάμεσα στην Αγία Σοφία και το πολύ μεταγενέστερο Παλάτι Τοπ Καπί.

Ο πρώτος ναός της Αγίας Ειρήνης κτίστηκε κατά την βασιλεία του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α΄ του Μεγάλου τον τέταρτο αιώνα και είναι η πρώτη από τις εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης. Υπήρξε το σκηνικό των ιδιαίτερα οδυνηρών αντιπαραθέσεων μεταξύ αρειανών και τριαδικών στο πλαίσιο των μεταξύ τους θεολογικών αναμετρήσεων. Στον ναό της Αγίας Ειρήνης πραγματοποιήθηκε το 381 η Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδος. Ήταν εξάλλου η έδρα του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης πριν χτιστεί η εκκλησία της Αγίας Σοφίας.

Άποψη του ανατολικού μισού της εκκλησίας της Αγίας Ειρήνης στην Κωνσταντινούπολη.

Η αρχική εκκλησία κάηκε το 532 κατά τη διάρκεια της Στάσης του Νίκα και ο Ιουστινιανός αποφάσισε να την ξανακτίσει. Μέρος του θόλου, ο οποίος κτίστηκε βιαστικά, κατέρρευσε λίγο μετά, ενώ ακολούθησε και πυρκαγιά το 564. Μετά από νέα καταστροφή που συνετελέστη εξαιτίας ενός σεισμού το 740, η Αγία Ειρήνη επανακατασκευάστηκε κατά μεγάλο μέρος κατά τα χρόνια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ε΄[3], παίρνοντας την σημερινή της μορφή. Επομένως το κτίριο που διασώζεται σήμερα χρονολογείται στον Η΄ αιώνα.

Η εκκλησία της Αγίας Ειρήνης είναι το τέλειο παράδειγμα που αποτυπώνει την μετάβαση από την βασιλική στην κάτοψη ελληνικού σταυρού εγγεγραμμένου σε τετράγωνο. Η Αγία Ειρήνη είναι η μόνη από τις εκκλησίες βυζαντινού ρυθμού, του οποίου το αρχικό αίθριο διασώζεται ως τις μέρες μας. Η βασιλική, που καλύπτεται με θολωτή οροφή με δύο τρούλους, καταλήγει στην ανατολική του πλευρά σε τρία μεγάλα παράθυρα με αψίδες ανοιχτά στην κόγχη του ναού. Ένας μεγάλος σταυρός δεσπόζει στην κεντρική κόγχη, εκεί όπου σύμφωνα με την βυζαντινή αρχιτεκτονική παράδοση εικονίζεται η Πλατυτέρα, ενδεικτικό της εποχής της Εικονομαχίας.

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, χρησιμοποιήθηκε ως οπλοστάσιο των γενιτσάρων, και το 1846 διαμορφώθηκε σε τουρκικό μουσείο. Το 1875, λόγω έλλειψης χώρου, η συλλογή μεταφέρθηκε στο παλάτι Τοπ Καπί, αφήνοντας την εκκλησία να μετατραπεί σε Αυτοκρατορικό Μουσείο (Müze-i Hümayun) και στη συνέχεια, το 1908, σε στρατιωτικό μουσείο για μικρή χρονική περίοδο. Από το 1973 έγινε μια προσεκτική αποκατάσταση του μνημείου, το οποίο χρησιμοποιείται ως τόπος εκτέλεσης συναυλιών κλασικής μουσικής λόγω της εκπληκτικής της καλλιτεχνικής ποιότητας, σε σημείο που από το 1980, οι κύριες συναυλίες του Φεστιβάλ Μουσικής της Κωνσταντινούπολης να δίνονται στην Αγία Ειρήνη. Το Μουσείο δεν είναι αυτόνομο, αλλά υπάγεται στο Μουσείο της Αγίας Σοφίας.

Ναός της Αγίας Σοφίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τμήμα της εκκλησίας της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.

Αλλά το αριστούργημα της βυζαντινής αρχιτεκτονικής είναι η Αγία Σοφία (ο ναός της του Θεού Σοφίας), αφιερωμένη στο Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, που χτίστηκε από τους αρχιτέκτονες Ανθέμιο και Ισίδωρο (και οι δύο προέρχονται από την Μικρά Ασία, όπου ήταν διαδεδομένος ο ρυθμός της βασιλικής με τρούλο)[4], μεταξύ των ετών 532 και 537, υπό τις άμεσες εντολές του αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Θεωρείται ως ένα από τα «πιο όμορφα και μεγαλοπρεπή αρχιτεκτονικά έργα της παγκόσμιας τέχνης[5]» και ο Ιουστινιανός προσπάθησε να «ανεγείρει ένα μνημείο που δεν θα είχε, ούτε θα μπορούσε να είχε ίσο, από την εποχή του Αδάμ».

Χτίστηκε για να αντικαταστήσει μια παλαιότερη βασιλική που καταστράφηκε το έτος 532, κατά την Στάση του Νίκα. Η εκκλησία επισήμως εγκαινιάστηκε το 537, αν και ο αρχικός τρούλος κατέρρευσε το 558. Αυτός που τον αντικατέστησε, ψηλότερος, αλλά μικρότερος σε μέγεθος, υπέστη μερικές φθορές τον 10ο και 14ο αιώνα. Ούτε ο σημερινός νάρθηκας είναι ο αρχικός, καθώς αυτός αποκαταστάθηκε μετά από μια πυρκαγιά το 564, όπως και οι θόλοι το 740, μετά από ένα σεισμό. Κατόπιν υπέστη νέα τροποποίηση μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, για την μετατροπή της σε τζαμί, καθώς η επιτοίχια διακόσμηση καλύφθηκε με σοβά.

Η κάτοψή της ανήκε σε ένα νέο είδος, άγνωστο μέχρι τότε, την λεγόμενη θολωτή βασιλική, αν και προκάτοχοί του μπορούν να αναχθούν στον 5ο αιώνα. Ήταν ένας νέος ρυθμός που επρόκειτο να γίνει το σήμα κατατεθέν των εκκλησιαστικών κτιρίων υπό τον Ιουστινιανό. Η δημιουργία του νέου ρυθμού κατέστη δυνατή ακριβώς χάρη στην αντικατάσταση της πέτρας από το τούβλο ως στοιχείο κατασκευής, χαρακτηριστικό που η βυζαντινή αρχιτεκτονική πήρε από την περσική και την αρχιτεκτονική της Μεσοποταμίας.

Ο θόλος του κτιρίου βρίσκεται πάνω από το δάπεδο, χωρίς να το διακόπτει με πυλώνες στήριξης. Με μήκος 72 x 71,7 μέτρα, είναι ορθογώνιος, σχεδόν τετράγωνος. Το ορθογώνιο χωρίζεται σε τρία κλίτη με σειρές από κολώνες, με νάρθηκα πρόσβασης και θολωτούς διαδρόμους.[6] Ο θόλος καταλαμβάνει το κέντρο του κεντρικού κλίτους, με 31 μ. διάμετρο και ύψος 54 μ., και καλύπτεται από ειδικά λευκά κεραμίδια ελαφρόπετρας, που κατασκευάστηκαν στην Ρόδο.[7]

Για να δοθεί το μέγιστο εύρος στον θόλο, υποστηρίζεται από δύο πλευρικά ημιθόλια, τα οποία διπλασιάζουν τον χώρο που καλύπτεται από τον ίδιο, ημιθόλια που με την σειρά τους βασίζονται στις σφαιρικές κόγχες. Στη βόρεια και νότια πτέρυγα υπάρχουν δύο αψίδες που αντισταθμίζουν την δύναμη ώθησης του τρούλου, οι οποίες υψώνονται πάνω από τις περιμετρικές στήλες και δημιουργούν ένα μεγάλο τύμπανο εξοπλισμένο με παράθυρα. Επιπλέον, οι τέσσερις μεγάλες κολώνες που υπάρχουν στην βάση του θόλου ενισχύονται με άλλες κολώνες που είναι κρυμμένες στα πλάγια κλίτη, ενώ ένα σύνολο θόλων με διαφορετικά σχήματα και μεγέθη συμβάλλει στην εξάλειψη της ώθησης του μεγάλου τρούλου. Ωστόσο, η αίσθηση από το εσωτερικό του ναού είναι αυτή ενός μοναδικού θόλου, χαριτωμένου και μεγαλοπρεπούς, ευρέως φωτισμένου από μια σαραντάδα παραθύρων στην βάση του.

Ο βυζαντινός ιστορικός Προκόπιος Καισαρείας ισχυρίστηκε για τον τρούλο της Αγίας Σοφίας ότι «δεν φαίνεται να στηρίζεται σε μια συμπαγή κατασκευή, αλλά να κρέμεται από τον ουρανό με μια αλυσίδα χρυσού και να σχηματίζει έναν θόλο πάνω από τον ναό»[8].

Ναός των Αγίων Αποστόλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μικρογραφία του 12ου αιώνα που απεικονίζει τον ναό των Αγίων Αποστόλων της Κωνσταντινούπολης.

Επίσης σημαντικός ήταν ο εξαφανισμένος σήμερα ναός των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος είχε σχεδιαστεί ως μαυσωλείο του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ανακαινίστηκε την εποχή του Ιουστινιανού και ήταν το πρότυπο της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη στην Έφεσο (ολοκληρώθηκε περί το 565), και του Αγίου Μάρκου της Βενετίας[9], έργου του 11ου αιώνα. Όπως και ο τελευταίος, ήταν χτισμένος σε σχήμα ελληνικού σταυρού με πέντε τρούλους, σχέδιο που βρήκε ευρέως μιμητές σε όλο τον βυζαντινό κόσμο.

Η εκκλησία χτίστηκε πάνω σε έναν λόφο της πόλης, με σκοπό να στεγάσει στο εσωτερικό του το σώμα του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου. Είναι ο παλαιότερος ναός στην Χριστιανοσύνη που είναι αφιερωμένος στους 12 Αποστόλους και χρονολογείται από την εποχή της ίδρυσης της πόλης της Κωνσταντινούπολης, στο αρχαίο Βυζάντιο. Ο Ιουστινιανός και η σύζυγός του Θεοδώρα ανακατασκεύασαν τον ναό μεταξύ των ετών 536-550, ξαναπαίρνοντας το συνηθισμένο σχήμα του ελληνικού σταυρού της εκκλησίας του Κωνσταντίνου, που στέφεται από ένα μεγάλο τρούλο, πλούσια διακοσμημένο από τον Ιουστίνο Β΄.

Η εκκλησία μετατράπηκε πολύ νωρίς σε αυτοκρατορική νεκρόπολη, περιέχοντας τα λείψανα των περισσότερων αυτοκρατόρων, κατανεμημένα σε δύο εξωτερικά μαυσωλεία, ένα στο βορρά και άλλο στα νότια της αψίδας, ονομαζόμενα ηρώα, του Κωνσταντίνου και του Ιουστινιανού. Το εσωτερικό της εκκλησίας, ωστόσο, δεν περιείχε κανέναν τάφο. Κάθένα από τα ηρώα στέγαζε αδιακρίτως τάφους, σύγχρονους ή αρχαίου, χωρίς να ομαδοποιούνται με κανενός είδους χρονολογική σειρά. Ο Dethier, λόγιος που έζησε στην Κωνσταντινούπολη και ήταν απόλυτα εξοικειωμένος με την τοπογραφία της μεσαιωνικής πόλης, μιλούσε για 19 σαρκοφάγους στο ηρώο του Κωνσταντίνου και 17 στου Ιουστινιανού. Ο Βυζάντιος, νεοέλληνας συγγραφέας, προσέθετε άλλα πέντε στο πρώτο και εννέα στο δεύτερο.

Το ιερό περιείχε πολυάριθμα λείψανα: εκείνα των αγίων αποστόλων Ανδρέα, Λουκά, Τιμόθεου, πρώτου επισκόπου Εφέσου, και Ματθαίου, καθώς και εκείνα των αγίων Κοσμά και Δαμιανού.

Γύρω από την εκκλησία υπήρχαν πλούσιες στοαί, κατά μήκος των οποίων βρίσκονταν μεμονωμένοι σαρκοφάγοι βασιλέων. Φαίνεται πως όλες οι σαρκοφάγοι ήταν κατασκευασμένες από μάρμαρο, πλήρως καλυμμένες με στολίδια από εκθαμβωτικό ασήμι και πολύτιμες πέτρες. Το αποτέλεσμα ήταν μεγαλειώδες, ιδίως υπό το φως του ήλιου. Τα περισσότερα από τα καλύμματα των σαρκοφάγων είχαν τη μορφή στέγης, και περιείχαν στο εσωτερικό τους και άλλα κοσμήματα. Διάφοροι πατριάρχες είχαν επίσης ταφεί εκεί, αξιοσημείωτος μεταξύ τους ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Οι τάφοι απογυμνώθηκαν από τον Αλέξιο Δ΄Άγγελο, προκειμένου να πληρωθούν οι σταυροφόροι της Δ΄ Σταυροφορίας, οι οποίοι επίσης λεηλάτησαν την εκκλησία, σπάζοντας και καταστρέφοντας τάφους. Ό,τι απέμεινε καταστράφηκε από τους δερβίσηδες μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, οι οποίοι λέγεται ότι επί δεκατέσσερις ώρες κατέστρεφαν με ρόπαλα και λοστούς ό,τι είχε σωθεί από την καταστροφή που επέφεραν οι σταυροφόροι.

Ιταλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κίονες βυζαντινού ρυθμού στην είσοδο της βασιλικής των Αγίων Ιωάννη και Παύλου στη Βενετία.

Η ιταλική χερσόνησος ήταν ευρέως συνδεδεμένη με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η οποία είχε εγκαταστήσει στην πόλη της Ραβέννας την πρωτεύουσα μιας από τις Εξαρχίες, ενώ ήλεγχε μεγάλα τμήματα της χερσονήσου που προσαρτήθηκαν στην αυτοκρατορία μέσω πολέμων και πολιτικής.

Από την άλλη πλευρά, το κύρος που ενέχει η βυζαντινή αρχιτεκτονική άφησε βαθύ σημάδι σε κτίρια σε άλλα σημεία της χερσονήσου ή της Σικελίας, ακτινοβολώντας από εκεί επιρροές στην υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη.

Ραβέννα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν η μόνη σημαντική εστία σε αυτή την πρώτη Χρυσή Εποχή του Βυζαντίου. Είναι απαραίτητο να θυμόμαστε τον πυρήνα της Ραβέννας (πρωτεύουσα της βυζαντινής Αυτοκρατορίας στη Δύση από τον 6ο αιώνα ως τον 8ο αιώνα), την Εξαρχία της Δύσης που βρισκόταν στο βορειοανατολικό τμήμα της ιταλικής χερσονήσου, στις ακτές της Αδριατικής, δίπλα στην Βενετία. Επιπλέον, η Ραβέννα ήταν ναυτική βάση του ρωμαϊκού Ναυτικού, η οποία του επέτρεπε τον έλεγχο της Αδριατικής[10].

Οι βυζαντινές εκκλησίες της Ραβέννας είναι δύο ειδών: ένα με σαφή κωνσταντινουπολίτικη έμπνευση που σχετίζεται με την εκκλησία των Αγίων Σεργίου και Βάκχου, η εκκλησία του Αγίου Βιταλίου της Ραβέννας (538-547)[11], η οποία, όπως και το πρότυπό της, έχει σχήμα οκταγωνικό με κυρίως ναό μεταξύ υψηλών πυλώνων και με ημικυκλική επέκταση στην κορυφή, στο μέτωπο της αψίδας του πρεσβυτερίου. Στη βάση διαθέτει ένα ευρύχωρο αίθριο με πλευρικούς  πύργους. Στην εκκλησία του Αγίου Βιταλίου προεικονίζονται ήδη τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα του μεσαιωνικού αρχιτεκτονικού ρυθμού της Δύσης, ειδικά αναφορικά με την κάθετη κατεύθυνση κατασκευής, σε αντίθεση με την οριζόντια προηγούμενη.

Οι άλλες βυζαντινές εκκλησίες της Ραβέννας έχουν παλαιοχριστιανικές επιρροές στη δομή τους, μια βασιλική με επίπεδη στέγη. Είναι η βασιλική του Αγίου Απολλιναρίου στο Κλάσε και του Αγίου Απολλιναρίου του Νέου, και τα δύο από το πρώτο μισό του 5ου αιώνα με εξαίρετα ψηφιδωτά. Στις εκκλησίες αυτές πρέπει να προστεθούν και άλλα μνημεία, όπως το μαυσωλείο της Γάλλας Πλακιδίας.

Μαυσωλείο της Γάλλας Πλακιδίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το μαυσωλείο της Γάλλας Πλακιδίας στη Ραβέννα.
Ψηφιδωτό στο εσωτερικό του θόλου από το μαυσωλείο της Γάλλας Πλακιδίας, με τον ουρανό, τον σταυρό και τους τέσσερις ευαγγελιστές.

Το Μαυσωλείο της Γάλλας Πλακιδίας (έτσι είναι γνωστό, αν και στην πραγματικότητα πρόκειται για παρεκκλήσι του Αγίου Λαυρεντίου) χτίστηκε με διαταγή της Γάλλας Πλακιδίας, χήρας του Κωνστάντιου Γ΄ και αντιβασιλέως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εν ονόματι του γιου της Ουαλεντινιανού Γ΄, κατά την επιστροφή της στην Ιταλία μετά το θάνατο του συζύγου της. Έτσι μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι αυτό συνέβη λίγο μετά το 421, ημερομηνία του θανάτου του Κωνστάντιου[12]. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι είναι το μαυσωλείο του της ίδιας της Γάλλας Πλακιδίας, αλλά οι έγγραφες πηγές αναφέρουν ότι πέθανε και θάφτηκε στη Ρώμη, αν και σήμερα στην πραγματικότητα το λείψανό της βρίσκεται στη Ραβέννα, στην πολύ κοντινή εκκλησία του Αγίου Βιταλίου.

Το παρεκκλήσι (ή μαυσωλείο) είναι χτισμένο σε σχήμα ελληνικού σταυρού. Πρόκειται για την πρώτη φορά που αυτό το σχέδιο χρησιμοποιήθηκε στη δυτική αρχιτεκτονική, και βρίσκεται δίπλα σε μια βασιλική, η οποία έχει επίσης σχήμα ελληνικού σταυρού. Την εξωτερική εμφάνιση του κτιρίου, μήκους 15 μέτρων και πλάτους 13, τονίζει η χρήση του τούβλου, με το οποίο σχηματίστηκαν τα τείχη του, με τις τυφλές καμάρες τους και τα παράθυρα μικρού μεγέθους. Η στέγη του κτιρίου καλύπτεται με επίπεδα ρωμαϊκά κεραμίδια, τα οποία καταλήγουν σε τέσσερις σχηματισμούς στον τρούλο και δύο στο υπόλοιπο κτίριο.

Σχετικά με την εσωτερική διακόσμηση του μαυσωλείου, κυριαρχεί ο επιβλητικός θόλος με την πολυτελή διακόσμηση, σε ένα σύνολο λιτό και σοβαρό. Η διακόσμηση του θόλου αποτελείται από ψηφίδες που απεικονίζουν έναν κυανό έναστρο ουρανό, από τον οποίο προβάλλει ένας χρυσός σταυρός, σε χρώματα που ταιριάζουν με αυτά των αστεριών[13], έτσι ώστε το σκούρο μπλε χρώμα του ουρανού να σκοτεινιάζει τον θόλο και να τονίζει με την αντίθεση τον σταυρό και τα αστέρια[14]. Ταυτόχρονα, για να μετατραπεί ο τετράγωνος χώρος του ναού στο στρογγυλό του τρούλου, εμφανίζονται στις γωνίες που σχηματίζονται οι τέσσερις ευαγγελιστές.

Από την άλλη πλευρά, τα κλίτη του κυρίως ναού του μαυσωλείου που συναντώνται στον τρούλο έχουν κοίλη οροφή.

Άγιος Βιτάλιος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η εκκλησία του Αγίου Βιταλίου στη Ραβέννα.

Ως μια ακόμη απόδειξη της σχέσης μεταξύ πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας και της επιρροής της στην βυζαντινή τέχνη, οι διοικητές-εκπρόσωποι της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην Ραβέννα ήταν οι ίδιοι οι αρχιεπίσκοποι της πόλης. Ήταν οι επίσκοποι Μαξιμιανός και Βίκτωρ, οι οποίοι εγκαινίασαν, στα μέσα του 6ου αιώνα, την εκκλησία του Αγίου Βιταλίου, η οποία κατασκευάστηκε με την οικονομική βοήθεια του Έλληνα αργεντάριου (τραπεζίτη) Ιουλιανού, όπως και άλλα μνημεία της πόλης. Η εκκλησία έχει την ιδιαιτερότητα ότι είναι η μοναδική οκταγωνικού σχήματος που έχει διασωθεί στη Δύση.[15]

Το πλούσια διακοσμημένο εξωτερικό του ναού, ωστόσο, έρχεται σε αντίθεση με την λιτή διακόσμηση που μπορεί να δει κανείς στο εσωτερικό του, στο οποίο μερικά κυκλικά τόξα καθιστούν δυνατή τη μετάβαση από την οκτάγωνη βάση στον κυκλικό τρούλο. Έχουν διασωθεί τα ψηφιδωτά της αψίδας και του ιερού, ενώ το υπόλοιπο εσωτερικό είναι διακοσμημένο με μάρμαρο, αφού έχει χαθεί ο χρυσός των κιονοκράνων, πράγμα που μείωσε την φωτεινότητα του συνόλου[16].

Κυρίαρχη μορφή της αψίδας είναι ο Χριστός, που συνοδεύεται από τον Άγιο Βιτάλιο, ενώ στο ιερό υπάρχουν εικόνες των Ευαγγελιστών και σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη. Το ιερό βρίσκεται στο βάθος και ένα τμήμα του καλύπτεται από σταυροειδή αψίδα και καταλήγει σε τεταρτοσφαίριο.

Οι διάδρομοι του ιερού ήταν επίσης διακοσμημένοι, αλλά κυριαρχεί ιδιαίτερα η λεπτοδουλειά των κιονοκράνων, που σχηματίζουν λεπτή δαντέλα. Υπάρχει επίσης ένας άμβωνας από ελεφαντόδοντο, του επισκόπου Μαξιμιανού, αν και είναι άγνωστο αν πρόκειται για τοπικό έργο ή ήρθε από την Κωνσταντινούπολη[17].

Άγιος Απολλινάριος στο Κλάσε[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Λεπτομέρεια από τα ψηφιδωτά της αψίδας στην Βασιλική του Αγίου Απολλιναρίου στο Κλάσε.
Κυρίως ναός του Αγίου Απολλιναρίου στο Κλάσε, με τους 24 κίονες που χωρίζουν το κύριο κλίτος από τα πλευρικά και υποστηρίζουν την οροφή, και στο βάθος η αψίδα με την ψηφιδωτή διακόσμηση.

Η βασιλική του Αγίου Απολλιναρίου στο Κλάσε είναι ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της βυζαντινής αρχιτεκτονικής στην Ραβέννα, σε σημείο που όταν ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών για την Εκπαίδευση, την Επιστήμη και τον Πολιτισμό ανακήρυξε οκτώ εκκλησίες της πόλης ως Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς, την ανέφερε ως «ένα εξαιρετικό δείγμα των παλαιότερων χριστιανικών βασιλικών με την καθαρότητα και την απλότητα του σχεδιασμού τους και την χρήση του χώρου, καθώς και με τη πολυτελή φυσικότητα της διακόσμησή τους».

Το επιβλητικό τούβλινο κτίσμα που ανεγέρθηκε με εντολή του επισκόπου Ursicino με την χρήση οικονομικών πόρων ενός Έλληνα τραπεζίτη (αργεντάριου), του Ιουλιανού (ο ίδιος που χρηματοδότησε και την εκκλησία του Αγίου Βιταλίου)[18], βρίσκεται δίπλα σε ένα χριστιανικό νεκροταφείο και πολύ πιθανόν στα ερείπια προϋπάρχοντος παγανιστικού ναού, όπως αποδεικνύεται από ορισμένες επιτύμβιες στήλες που επαναχρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή του. Βρίσκεται δίπλα στο παλιό λιμάνι της Ραβέννας.

Ο ναός εγκαινιάστηκε στις 8 Μαΐου του 549 από τον επίσκοπο Μαξιμιανό και είναι αφιερωμένος στον πρώτο επίσκοπο της Ραβέννας, τον Άγιο Απολλινάριο. Η βασιλική είναι έτσι την ίδιας εποχής με την εκκλησία του Αγίου Βιταλίου στην Ραβέννα. Το 856, τα λείψανα του Αγίου Απολλιναρίου μεταφέρθηκαν από την βασιλική του Κλάσε στην βασιλική του Αγίου Απολλιναρίου του νέου, στην ίδια την Ραβέννα.

Ο εξωτερικός χώρος διαθέτει μεγάλη πρόσοψη με παράθυρα. Ο νάρθηκας που βρίσκεται στα δεξιά της εισόδου είναι μεταγενέστερη προσθήκη, όπως είναι και το κωδωνοστάσιο του 9ου αιώνα.

Το εσωτερικό του περιέχει 24 κίονες από ελληνικό μάρμαρο, αλλά και η εξαιρετική σημασία του έγκειται στην αψίδα, η οποία καταλήγει σε ένα μωσαϊκό με πράσινα λιβάδια και πρόβατα που αλληγορικά σημαίνουν τους πιστούς που υποδέχεται με ανοιχτές αγκάλες ο Άγιος Απολλινάριος υπό τα βλέμματα των δώδεκα Αποστόλων, οι οποίοι επίσης παρουσιάζονται ως αρνιά που εξέρχονται από την Ιερουσαλήμ και την Βηθλεέμ. Στο σύνολο δεσπόζει ένας μεγάλος σταυρός που περιβάλλεται από τον Μωυσή και τον Ηλία. Τα πλευρικά τοιχώματα είναι σήμερα γυμνά, αλλά σίγουρα κάποτε καλύπτονταν και αυτά από ψηφιδωτά, τα οποία πιθανότατα καταστράφηκαν από τους Ενετούς το 1449, αν και άφησαν τον ψηφιδωτό διάκοσμο της κόγχης και της αψίδας. Αυτό το τελευταίο απεικονίζει τον Σωτήρα ανάμεσα σε πρόβατα (τους πιστούς σε αυτή την περίπτωση) μαζί με τους Αποστόλους[19].

Τόσο οι κίονες, όσο και τα ίδια τα τούβλα που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή εισήχθησαν προφανώς από το Βυζάντιο.

Άγιος Απολλινάριος ο Νέος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βασιλική του Αγίου Απολλιναρίου του Νέου χτίστηκε στο ίδιο μοτίβο κάτοψης όπως αυτή του Αγίου Απολλιναρίου στο Κλάσε, και έλαβε αυτό το όνομα λόγω της μεταφοράς εκεί των λειψάνων του Αγίου Απολλιναρίου, του πρώτου επισκόπου της περιοχής, από την βασιλική του Αγίου Απολλιναρίου στο Κλάσε.

Χτίστηκε την εποχή του Θεοδώριχου του Μεγάλου και κοσμείται με ψηφιδωτά, τα οποία στη συνέχεια καταστράφηκαν, όπως και κάθε αναφορά στον αρειανισμό ή τον ίδιο τον Θεοδώριχο. Η αφαίρεση των ψηφιδωτών ήταν έργο του επισκόπου Agnello, και από αυτά σώθηκαν μόνο τα πιο ψηλά τμήματα της διακόσμησης. Επιπλέον, για ένα χρόνο η εκκλησία ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Μαρτίνο της Τουρ, λόγω του έντονου αγώνα του κατά των αιρέσεων.

Η βασιλική χτίστηκε με τρία κλίτη, ένα κεντρικό και δύο πλευρικά, και νάρθηκα. Εξωτερικά είναι επενδεδυμένη με τούβλο και έχει ταράτσα και πλευρικά αετώματα. Στο πάνω μέρος της πρόσοψης υπάρχει, ακριβώς στο κέντρο, ένα μαρμάρινο παράθυρο, πάνω από το οποίο υπάρχουν άλλα δύο μικρά ανοίγματα. Το κεντρικό κλίτος καταλήγει σε ημικυκλική αψίδα.

Διασώζεται σημαντικό μέρος των ψηφιδωτών, τα οποία βρίσκονται στο κεντρικό κλίτος και αποτελούνται από δύο ξεχωριστές ακολουθίες από την είσοδο του κτιρίου, με παραστάσεις του Χριστού στο βόρειο τοίχο και την Παναγία ένθρονη στον νότιο, με απεικονίσεις προφητών και πατριαρχών στο άνω επίπεδο, καταλαμβάνοντας τα κενά μεταξύ των παραθύρων. Τα ψηφιδωτά δημιουργήθηκαν μετά το 504 και τροποποιήθηκαν αργότερα.

Βενετία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βασιλική του Αγίου Μάρκου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πρόσοψη της βασιλικής του Αγίου Μάρκου στην ομώνυμη πλατεία.
Ψηφιδωτό στην πύλη του Αγίου Αλυπίου της βασιλικής του Αγίου Μάρκου (13ος αιώνας).

Στην Ιταλία ξεχωρίζει η προαναφερθείσα βασιλική του Αγίου Μάρκου στην Βενετία, του 1063, με κάτοψη σχήματος ελληνικού σταυρού εγγεγραμμένου σε ορθογώνιο, που καλύπτεται από πέντε κύριους τρούλους[20], έναν στο κέντρο του σταυρού και τέσσερις στους βραχίονες, που μοιάζει στη δομή της με τον ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη.

Τα έργα για την κατασκευή της ξεκίνησαν το 1063, πάνω σε προηγούμενη εκκλησία του 9ου αιώνα, η οποία στέγαζε το σώμα του Αγίου Μάρκου, προστάτη της Βενετίας, η οποία καταστράφηκε στις εξεγέρσεις του 916. Τα έργα ολοκληρώθηκαν το 1093, οπότε ξεκίνησαν οι εργασίες διακόσμησης του εσωτερικού του, οι οποίες άδειασαν αρκετούς παλαιούς ναούς στην περιοχή. Στις εργασίες όχι μόνο συμμετείχαν βυζαντινοί καλλιτέχνες, αλλά και πολλά υλικά εισήχθησαν από το Βυζάντιο, ιδιαίτερα κίονες[21].

Η βασιλική, η οποία θεωρείται «ένα από τα πιο όμορφα δείγματα αρχιτεκτονικής της βυζαντινής τέχνης»[22], διαθέτει τρεις αψίδες στην πρόσοψη, μία μεγάλη κεντρική και δυο μικρότερες στα πλάγια. Ο θόλος είναι το κυρίαρχο αρχιτεκτονικό στοιχείο της στέγης, που αποτελείται στην πραγματικότητα από ένα σύνολο δεκατεσσάρων διαφορετικών τρούλων, με μεταβλητό μέγεθος μεταξύ τους, ανάλογα με την τοποθεσία τους, με τους μικρότερους να συμβάλλουν στην ελάφρυνση των φορτίων των μεγαλύτερων.

Η θολωτή οροφή υποστηρίζεται από μια σειρά στερεών πυλώνων σε συνδυασμό με ένα πυκνό δίκτυο κιόνων που υποστηρίζουν το άνω μέρος της βασιλικής. Στην κύρια πρόσοψη υπάρχουν πέντε πύλες με διακοσμήσεις παρόμοιες με αυτές της ρωμανικής αρχιτεκτονικής, με στήλες που υποστηρίζουν ημικύκλια ή, στην περίπτωση των πλαϊνών πυλών, μια οξυκόρυφη καμάρα. Τα τύμπανα που υπάρχουν στις πύλες έχουν διακοσμήσεις διαφόρων περιόδων και στυλ, αποκαλύπτοντας κάποια την βυζαντινή τους προέλευση από το χρυσό φύλλο με το οποίο είναι επικαλυμμένα[23].

Αυτό το πρώτο επίπεδο υποστηρίζει ένα κιγκλίδωμα, πίσω από το οποίο υπάρχει ένα δεύτερο με πέντε καμάρες με την ίδια διακόσμηση, με κεντρική αψίδα μεγαλύτερη από τις πλευρικές, στην οποία υπάρχει γυάλινο άνοιγμα για τον φωτισμό του εσωτερικού της βασιλικής, όπως συμβαίνει στην ρωμανική και γοτθική αρχιτεκτονική.

Η πρώτη εσωτερική διακόσμηση της βασιλικής του Αγίου Μάρκου ήταν έργο ειδικών σε βυζαντινά ψηφιδωτά, αλλά τα ψηφιδωτά αυτά χάθηκαν κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς που υπέστη το κτίριο το 1106. Με εξαίρεση κάποια κομμάτια τα οποία ανακτήθηκαν μετά την πυρκαγιά, τα σημερινά ψηφιδωτά ανάγονται στον 12ο αιώνα[24].

Ρωσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καθεδρικός ναός της Αγίας Σοφίας στο Νόβγκοροντ.

Στην Δεύτερη Χρυσή Εποχή της, η βυζαντινή τέχνη επεκτάθηκε στην περιοχή της ρωσικής Αρμενίας. Στο Κίεβο χτίστηκε το 1017 η εκκλησία της Αγίας Σοφίας, ακολουθώντας πιστά, ως πεντάκλιτη βασιλική που καταλήγει σε αψίδες, την επίδραση της αρχιτεκτονικής της Κωνσταντινούπολης. Στο Νόβγκοροντ χτίζονται οι εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Σοφίας, και οι δύο περίκεντροι. Πρέπει να σημειωθεί ότι η σημερινή Ουκρανία και Ρωσία είχαν προσηλυτιστεί στον Χριστιανισμό από τη δράση ιεραποστόλων βουλγαρικής προέλευσης, που ανήκαν στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί ο γάμος του 989 μεταξύ του πρίγκιπα Βλαντιμίρ Α΄ του Κιέβου και της πριγκίπισσας Άννα, αδελφής του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄[25].

Κατά τη διάρκεια της Τρίτης Χρυσής Εποχής, μεταξύ 13ου και 15ου αιώνα, η βυζαντινή τέχνη εξακολουθεί να εξαπλώνεται στην Ευρώπη και τη Ρωσία, καθιστώντας κυρίαρχο το μοτίβο ναών που καλύπτονται με βολβοειδείς τρούλους πάνω σε τύμπανα, κυκλικά ή πολυγωνικά. Σε αυτή την εποχή ανήκουν στην Ελλάδα η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων στη Θεσσαλονίκη, του 14ου αιώνα, η εκκλησία του Μυστρά στην Πελοπόννησο, και κάποια από τα μοναστήρια του Αγίου Όρους.

Ομοίως πολλαπλασιάζονται οι βυζαντινοί ναοί στις κοιλάδες του Δούναβη, στην Ρουμανία και την Βουλγαρία, φθάνοντας ως τα ρωσικά εδάφη στην Μόσχα. Εκεί βρίσκεται η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Κρεμλίνου, στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας, που ανεγείρεται την εποχή του Ιβάν του Τρομερού (1555-1560), της οποίας οι πέντε τρούλοι, ο πιο ψηλός και λεπτός στο κέντρο του σταυρού της κάτοψης και οι άλλοι τέσσερις στις γωνίες που σχηματίζουν οι βραχίονες του σταυρού, ξεχωρίζουν για τους χρωματισμούς τους, τα υψηλά τύμπανα και το χαρακτηριστικό τους καλλιτεχνικό προφίλ.

Η κληρονομιά της βυζαντινής αρχιτεκτονικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου στην Αγία Πετρούπολη, στην Κροστάνδη.

Η ίδια η σύνδεση της βυζαντινής τέχνης με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία και με το αυτοκρατορικό τελετουργικό και την φαντασμαγορία του, προστιθέμενη στη νομιμοποίηση που πήγαζε από την ορθόδοξη πίστη, διευκόλυνε την επέκταση της βυζαντινής τέχνης στις γεωγραφικές περιοχές που συνδέονταν με την Ορθοδοξία, κυρίως στα εδάφη της σημερινής Ουκρανίας, της Λευκορωσίας και της Ρωσίας[26].

Αφού αφομοιώθηκε η Ορθοδοξία και η βυζαντινή τέχνη στην ρωσική γη (για παράδειγμα, στο Κίεβο αντιγράφτηκαν ολόκληρες γειτονιές της Κωνσταντινούπολης), η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, με την μετανάστευση που επέφερε, ανέδειξε την Ρωσική Αυτοκρατορία ως φυσικό διάδοχο του Βυζαντίου, λαμβάνοντας ως αναπόσπαστο μέρος της εν λόγω κληρονομιάς τα βασικά στοιχεία της βυζαντινής τέχνης.

Από την άλλη πλευρά, η βυζαντινή αρχιτεκτονική άνοιξε την πόρτα στη Δυτική Ευρώπη της ρωμανικής και γοτθικής αρχιτεκτονικής. Στην Ανατολή, επίσης, άσκησε βαθιά επίδραση στην ισλαμική αρχιτεκτονική, με κύρια παραδείγματα το Μέγα Τέμενος των Ομεϋαδών στην Δαμασκό και τον Θόλο του Βράχου στην Ιερουσαλήμ, τα οποία αναδεικνύουν στις διακοσμήσεις τους το έργο τεχνιτών και κατασκευαστών βυζαντινών ψηφιδωτών. Στη Βουλγαρία, την Ρωσία, την Ρουμανία, την Γεωργία και άλλες χώρες ορθόδοξης πίστης, η βυζαντινή αρχιτεκτονική διατηρήθηκε για πολύ περισσότερο χρόνο, αναδεικνύοντας διάφορες τοπικές σχολές αρχιτεκτονικής.

Τον 19ο αιώνα, παράλληλα με την αναβίωση της γοτθικής τέχνης που έδωσε αφορμή για τη νεο-γοτθική αρχιτεκτονική, αναπτύχθηκε επίσης μια νεο-βυζαντινή αρχιτεκτονική, η οποία ενέπνευσε αρχιτεκτονικά κοσμήματα όπως ο καθεδρικός ναός του Westminster στο Λονδίνο. Στο Μπρίστολ, μεταξύ 1850 και 1880 αναπτύχθηκε ένα αρχιτεκτονικό στυλ,γνωστό ως Βυζαντινό του Μπρίστολ, το οποίο έγινε δημοφιλές χάρη στα βιομηχανικά κτίρια που συνδύαζαν βυζαντινά στοιχεία με άλλα προϋπάρχοντα, από το αρχιτεκτονικό στυλ της Μουδέχαρ. Αναπτύχθηκε σε μεγάλη κλίμακα στη Ρωσία από τον Konstantin Thon και τους μαθητές του, οι οποίοι δημιούργησαν τον καθεδρικό ναό του Αγίου Βλαδίμιρου στο Κίεβο, τον καθεδρικό ναό του Αγίου Νικολάου στην Αγία Πετρούπολη, τον καθεδρικό ναό Αλεξάντερ Νέφσκι στη Σόφια και το μοναστήρι του Νέου Άθωνα κοντά στο Σουχούμι. Το μεγαλύτερο νεοβυζαντινό έργο του 20ού αιώνα, ο ναός του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι, δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Schung-Wille, 1978:5.
  2. Schung-Wille, 1978:10.
  3. Schung-Wille, 1978:115.
  4. Schung-Wille, 1978:111.
  5. Armesto et al., 1998:86.
  6. Armesto et al., 1998:87.
  7. Armesto et al., 1998:88.
  8. Schung-Wille, 1978:113.
  9. Krautheimer, R., Arquitectura paleocristiana y bizantina. Madrid: Cátedra, 1984 (1ª ed.).
  10. Schung-Wille, 1978:86.
  11. Schung-Wille, 1978:7.
  12. Schung-Wille, 1978:89.
  13. Schung-Wille, 1978:90.
  14. Schung-Wille, 1978:91.
  15. Schung-Wille, 1978:97.
  16. Schung-Wille, 1978:98.
  17. Schung-Wille, 1978:99.
  18. Schung-Wille, 1978:102.
  19. Schung-Wille, 1978:104.
  20. Schung-Wille, 1978:118.
  21. Schung-Wille, 1978:188.
  22. Armesto et al., 1998:91.
  23. Armesto et al., 1998:92.
  24. Schung-Wille, 1978:119.
  25. Schung-Wille, 1978:230.
  26. Schung-Wille, 1978:12.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • El arte y el hombre, τόμος β΄ (υπό την διεύθυνση του René Huyghe), Editorial Planeta, S. A, Barcelona, 1975, 8η έκδοση, ISBN 84-320-2002-8
  • Armesto Sánchez, Julio; Arias Gumarra, José; Balleteros Pator, Ana María; Navas Chaveli, Agustín; Pérez Guillén, José Antonio: Historia del arte. Comentarios de obras maestras. Port-Royal Ediciones, Granada, 1998, 1η έκδοση. ISBN 84-89739-15-3
  • Crippa, Maria Antonieta, L'Art paléochrétien : des origines à Byzance. Saint-Léger-Vauban : Zodiaque, 1998.
  • Krautheimer, R., Arquitectura paleocristiana y bizantina. Madrid: Cátedra, 1984 (1η έκδ.)
  • Schung-Wille, Christa: Bizancio y su mundo, en Enciclopedia Universal del Arte, τόμος δ΄: Bizancio y el Islam, Plaza & Janés, S. A. Editores, Barcelona, 1978 ISBN 84-01-60579-2