Βεστιάριον

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Βεστιάριον (από το λατινικό vestiarium = ερμάριο ιματισμού, ντουλάπα), μερικές φορές με τα επίθετα το βασιλικόν Β. ή το μέγα Β., [1] ήταν ένα από τα μεγάλα οικονομικά τμήματα της Ύστερης Ρωμαϊκής γραφειοκρατίας. Προερχόμενο από το ύστερο Ρωμαϊκό παλατινό αξίωμα του ιερού Βεστιαρίου, έγινε ανεξάρτητο τμήμα τον 7ο αι. υπό έναν χαρτουλάριο. Μέχρι τα τέλη της Βυζαντινής περιόδου είχε γίνει το μοναδικό υπουργείο Οικονομικών του κράτους. Το δημόσιο Βεστιάριο δεν πρέπει να συγχέεται με τo ιδιωτικό Βεστιάριο του Ρωμαίου Αυτοκράτορα, το οικειακόν Βεστιάριον, του οποίου ηγείτο ο πρωτοβεστιάριος. Ο όρος επέζησε την Αγγλία, όπου το υπουργείο Οικονομικών συχνά καλείται Public Wardrobe.

Ιστορία και λειτουργίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αξίωμα του ιερού Βεστιαρίου πιστοποιείται για πρώτη φορά ως ένα από τα scrinia (γραφεία) κάτω από τον κόμη των ιερών Θησαυρών (comes sacrarum Largitionum) τον 5ο αι. και στη συνέχεια επικεφαλής ενός πριμικηρίου (primicerius). Τον 7ο αι., καθώς τα παλαιά Ρωμαϊκά τμήματα διαλύθηκαν, το ιερόν Βεστιάριον (sacrum vestiarium), το γραφείο του scrinium Argenti και το γραφείο του scrinium a Milarensibus που επέβλεπε τα νομισματοκοπεία, συνδυάστηκαν για να σχηματίσουν το τμήμα του Βεστιαρίου, κάτω από τον χαρτουλάριος τοῦ βεστιαρίου. [2] [3] Αυτός ο αξιωματούχος είναι επίσης γνωστός στις πηγές ως Βεστιάριος και [ἐπὶ τοῦ] Βεστιαρίου. [4] Το αξίωμα του Βεστιαρίου, το οποίο πιστοποιείται στα τέλη του 13ου και 14ου αι. από τους Γεώργιο Παχυμέρη και Ψευδο-Κωδινό, ήταν όπως φαίνεται ένα διαφορετικό και αυτόνομο γραφείο, το οποίο πλήρωνε τις δαπάνες των πλοίων του Ναυτικού και προφανώς αντιστοιχεί σε αυτό του ἔπαρχος τοῦ Στρατιωτικοῦ (prefect Excercitus), που αναφέρεται τον 6ο αιώνα ότι πλήρωνε τις δαπάνες του στρατού. [5]

Το Βεστιάριον λειτουργούσε παράλληλα με τα άλλα κρατικά οικονομικά τμήματα, το σακέλλιον (θησαυροφυλάκιο) και τα διάφορα λογοθέσια και ήταν υπεύθυνο για την κοπή (χαραγή) νομισμάτων και ράβδων, καθώς και για τη συντήρηση των Αυτοκρατορικών οπλοστασίων στην Κωνσταντινούπολη και τον εφοδιασμό του Αυτοκρατορικού στόλου και του στρατού. Στην πραγματικότητα, το Βεστιάριον λειτουργούσε παράλληλα με το Σακέλλιον. Οι μισθοί, για παράδειγμα, καταβάλλονταν κατά το ήμισυ από κάθε τμήμα. [1] Τον 12ο αι. το Βεστιάριον έγινε το μοναδικό κρατικό θησαυροφυλάκιο και συνήθως αναφέρεται απλώς ως Ταμείον. Ως τέτοιο, επέζησε στην Παλαιολόγια περίοδο, όταν ο προκαθήμενός του ήταν υπεύθυνος για «τα έσοδα και τις δαπάνες». [6]

Οργάνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πληροφορίες για την εσωτερική δομή του τμήματος κατά τη μέση Βυζαντινή περίοδο (τέλη 7ου-11ου αι.) προέρχονται κυρίως από το Κλητορολόγιον του Φιλοθέου, έναν κατάλογο αξιωμάτων που καταρτίστηκε το 899. Κάτω από τον προϊστάμενο του τμήματος, του χαρτουλάριου του Βεστιαρίου, υπήρχαν ως υφιστάμενοι:

  • βασιλικοί νοτάριοι τοῦ σεκρέτου, Αυτοκρατορικοί γραμματείς επικεφαλής των τμημάτων, που αντιστοιχούν στους primiscrinii (πρώτους των γραφείων) των ύστερων ρωμαϊκών χρόνων. [7]
  • κένταρχος τοῦ βεστιαρίου, (centurion του vestiarium) και έναν λεγατάριο, άγνωστης αρμοδιότητας. [1] [8]
  • ἄρχων τῆς χαραγῆς, (της χάραξης, δηλ. του νομισματοκοπείου). [8] [9] Ο ίδιος αξιωματούχος είναι πιθανώς ταυτόσημος με τους χρυσοεψήτες (χυτευτές του χρυσού), που πιστοποιούνται και αλλού, π.χ. στο Κλητορολόγιον και στο παλαιότερο Τακτικόν που βρήκε ο Ουσπένσκυ. [10]
  • χαρτουλάριος, υπεύθυνος για την εξάρτηση, το οπλοστάσιο του Αυτοκρατορικού Ναυτικού. Επίσης γνωστός ως ἐξαρτιστῆς. [7]
  • κουράτορες (επιμελητές). [11]
  • χοσβαῆται άγνωστων καθηκόντων. Ο παράξενος τίτλος τους μπορεί να είναι μία παραφθορά τού "βεστιαρίται" (άνδρες του βεστιαρίου). [11]
  • μανδάτορες (αγγελιοφόροι), κάτω από έναν πρωτομανδάτορα. [11]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 ODB.
  2. Bury 1911, σελ. 95.
  3. Haldon 1997.
  4. Failler 1987, σελ. 201.
  5. Failler 1987.
  6. Laiou 2002.
  7. 7,0 7,1 Bury 1911.
  8. 8,0 8,1 Bury 1911, σελ. 96.
  9. ODB.
  10. Laiou 2002, σελ. 913.
  11. 11,0 11,1 11,2 Bury 1911, σελ. 97.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]