Δίκαιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Δίκαιο ονομάζεται το σύνολο των υποχρεωτικών και εξαναγκαστικών κανόνων οι οποίοι και ρυθμίζουν τις σχέσεις των, στη αυτή κοινωνία δια-βιούντων προσώπων. Επίσης κατ΄ άλλο ορισμό: Δίκαιο είναι η ανθρώπινη θέληση η οποία ρυθμίζει την κοινωνική ζωή κατά τρόπο «ετερόνομο», «επιτακτικό» και «εξαναγκαστικό». Συνεπώς το δίκαιο δεν προέρχεται από την ατομική θέληση των επιμέρους ατόμων αλλά επιβάλλεται εξωτερικά (ετερόνομος ρύθμιση), επιτάσσοντας και καθορίζοντας τι δύναται και τι πρέπει ή τι δεν δύναται και τι δεν πρέπει να πράττουν χωρίς ωστόσο να ζητεί τη συγκατάθεσή τους (επιτακτική ρύθμιση), επιβάλλοντας όμως στους μη συμμορφούμενους προς τους κανόνες του κυρώσεις (εξαναγκασμός).

Εκτός των κανόνων δικαίου τη συμπεριφορά των μελών μιας κοινωνίας ρυθμίζουν και οι κανόνες της Ηθικής και της Εθιμοτυπίας. Μεταξύ όμως των κανόνων αυτών και του Δικαίου υφίστανται ουσιώδεις διαφορές.

  1. Οι κανόνες Ηθικής σε αντίθεση με εκείνες του Δικαίου απευθύνονται προς τον εσωτερικό ψυχισμό του ανθρώπου, την εσωτερική του διάθεση, προερχόμενοι από τη συνείδησή του, που όμως η συμμόρφωση προς αυτούς γίνεται οικειοθελώς χωρίς εξαναγκασμό.
  2. Επίσης οι κανόνες της Εθιμοτυπίας ρυθμίζουν μεν την εξωτερική συμπεριφορά του ανθρώπου, όπως οι κανόνες του Δικαίου, πλην όμως η συμμόρφωση και προς αυτούς γίνεται «οικειοθελώς» χωρίς εξαναγκασμό.
  • Η μη συμμόρφωση στους κανόνες της Ηθικής και της Εθιμοτυπίας μόνο τη περιφρόνηση των λοιπών μελών της κοινωνίας μπορεί να επισύρει.

Διαίρεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Δίκαιο στο σύνολό του με κριτήριο την έκταση της επιβολής του και τις σχέσεις τις οποίες ρυθμίζει διακρίνεται στο Εσωτερικό Δίκαιο και στο Διεθνές Δίκαιο.

Εσωτερικό δίκαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εσωτερικό δίκαιο είναι το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τις εντός της επικράτειας σχέσεις (Πολιτείας – πολιτών και μεταξύ πολιτών). Aυτό διακρίνεται σε Δημόσιο Δίκαιο και Ιδιωτικό Δίκαιο αντίστοιχα, ενώ ως νέοι αυτοτελείς κλάδοι του Εσωτερικού Δικαίου μπορούν να αναφερθούν το Εργατικό Δίκαιο, Γεωργικό Δίκαιο, Βιομηχανικό Δίκαιο, Μεταλλευτικό Δίκαιο και το Δίκαιο Καταναλωτών.

  • Δημόσιο Δίκαιο ονομάζεται το σύνολο των κανόνων που αναφέρονται στην οργάνωση και λειτουργία της Πολιτείας και των σχέσεων αυτής δια των οργάνων της προς τους πολίτες. Τούτο λόγω του μεγάλου αριθμού των κανόνων διακρίνεται σε επιμέρους σύνολα κανόνων συναφών με συγκεκριμένο αντικείμενο εξ ου και το όνομα των επιμέρους αυτών. Και αυτά είναι:
  1. Συνταγματικό Δίκαιο. Περιλαμβάνει τους κανόνες δικαίου που καθορίζουν τη μορφή και τα βασικά όργανα της Πολιτείας, καθώς και τα όρια της κρατικής εξουσίας προς τους πολίτες.
  2. Διοικητικό Δίκαιο. Περιλαμβάνει κανόνες δικαίου που ρυθμίζουν την οργάνωση και τη λειτουργία της Διοίκησης καθώς και τις σχέσεις Κράτους και πολιτών.
  3. Ποινικό Δίκαιο. Περιλαμβάνει τους κανόνες δικαίου που καθορίζουν τις αξιόποινες πράξεις και τις επ΄ αυτών επιβαλλόμενες ποινές.
  4. Δικονομικό Δίκαιο: Περιλαμβάνει τους κανόνες που καθορίζουν τα όργανα και τον τρόπο λύσης των διαφορών και απονομής δικαιοσύνης. Ο κλάδος αυτός διακρίνεται σε επιμέρους Πολιτική και Ποινική Δικονομία.
  5. Εκκλησιαστικό Δίκαιο: Περιλαμβάνει κανόνες που διέπουν την οργάνωση της Εκκλησίας προς τη Πολιτεία, τα εκκλησιαστικά αδικήματα και τις επιβαλλόμενες επ΄ αυτών ποινές.
  6. Δημοσιονομικό Δίκαιο του οποίου τμήμα είναι το Φορολογικό δίκαιο. Ο κλάδος αυτός του Δικαίου περιλαμβάνει τους κανόνες που διέπουν τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος, τα της επιβολής, βεβαίωσης και είσπραξης των φόρων κλπ.
  • Ιδιωτικό Δίκαιο ονομάζεται το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ των πολιτών της κοινωνίας (Πολιτείας) κατά τάξη ισότητας. Το Ιδιωτικό Δίκαιο διακρίνεται σε δύο επιμέρους κλάδους:
  1. Αστικό Δίκαιο: Σύνολο κανόνων που ρυθμίζουν τις προσωπικές και περιουσιακές σχέσεις των πολιτών. Οι κανόνες αυτοί του Αστικού Δικαίου κατατάσσονται σε πέντε επιμέρους τμήματα: Γενικές Αρχές, Ενοχικό Δίκαιο, Εμπράγματο Δίκαιο, Οικογενειακό Δίκαιο και Κληρονομικό Δίκαιο.
  2. Εμπορικό Δίκαιο: Σύνολο κανόνων που ρυθμίζουν ειδικά το εμπόριο. Το Εμπορικό Δίκαιο διακρίνεται και αυτό στους επιμέρους κλάδους: Γενικό Μέρος (Έμποροι, Εμπορικές πράξεις, Εμπορικά σήματα, αθέμιτος ανταγωνισμός), Δίκαιο αξιογράφων (Συναλλαγματικές, Γραμμάτια, Επιταγές), Πτωχευτικό Δίκαιο, Ναυτικό Δίκαιο και Ασφαλιστικό Δίκαιο.

Διεθνές Δίκαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντίθετα με τα παραπάνω το Διεθνές Δίκαιο περιλαμβάνει κανόνες που διέπουν τις μεταξύ χωρών σχέσεις (Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο) καθώς και των σχέσεων με αλλοδαπούς ή μεταξύ αλλοδαπών (Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο).

Πηγές Δικαίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πηγές του Δικαίου είναι δύο, ο Νόμος και το Έθιμο. Η διαφορά των δύο αυτών πηγών δικαίου είναι ότι ο μεν Νόμος είναι γραπτός κανόνας δικαίου ενώ το Έθιμο αποτελεί τον άγραφο νόμο δικαίου που πολλές φορές υπερισχύει του Νόμου, φθάνει να μη υπερβαίνει την καλώς νοούμενη έννομη τάξη (π.χ η βεντέτα, ή η ζωοκλοπή ως απόδειξη υπεροχής στη κλοπή των υποψήφιων γαμπρών της Νάξου, που αμφότερες είναι καταδικαστέες).

Ο Νόμος ως πηγή δικαίου λαμβάνει με την ευρύτερη αυτού έννοια πάσα γραπτή πηγή δικαίου που θέτει η Πολιτεία. Έτσι με την ευρύτητα του όρου ο Νόμος περιλαμβάνει το Σύνταγμα, τα Ψηφίσματα, τις Συντακτικές πράξεις, τους Αναγκαστικούς Νόμους, τους υπό τη στενή έννοια Νόμους, τα κανονιστικού περιεχομένου διατάγματα και τις Υπουργικές αποφάσεις.

Σύνταγμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπό την ουσιαστική έννοια του πολιτικού όρου Σύνταγμα νοείται το σύνολο των νομικών εκείνων κανόνων που καθορίζουν τη μορφή του Κράτους (Πολίτευμα), την οργάνωσή των κρατικών υπηρεσιών δηλαδή της κρατικής εξουσίας καθώς και τα όρια αυτής έναντι των εντός της επικράτειας προσώπων.

Υπό τη τυπική όμως έννοια του πολιτικού αυτού όρου ως Σύνταγμα νοείται ο γραπτός διατυπωμένος θεμελιώδης κανόνας (νόμος) του Κράτους που σε σύγκριση με τους κοινούς νόμους έχει υπερισχυμένη τυπική δύναμη. Ο θεμελιώδης αυτός νόμος τίθεται και μεταβάλλεται κατά πολύ δυσχερέστερη διαδικασία από τη προβλεπόμενη για τους κοινούς νόμους.

Ιεραρχικά το Σύνταγμα (του Κράτους) ίσταται υπεράνω παντός νόμου.

Ισοδύναμοι προς το Σύνταγμα κανόνες δικαίου, δηλαδή με αυξημένη τυπική δύναμη είναι μόνο τα Ψηφίσματα και οι Συντακτικές Πράξεις.

  • Τα μεν Ψηφίσματα προέρχονται από Βουλές που έχουν αρμοδιότητα κατάρτισης νέου Συντάγματος ή αναθεωρήσεως του ισχύοντος (δηλαδή Συντακτική ή αναθεωρητική εξουσία).
  • Οι δε Συντακτικές Πράξεις προέρχονται από Κυβερνήσεις «περιβεβλημένες» Συντακτικής εξουσίας (όπως Επαναστατικές Κυβερνήσεις, Κυβερνήσεις ανωμάλων πολιτικών καταστάσεων κλπ) και πάντα κατά τη διάρκεια απουσίας της Βουλής.

Νόμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νόμος καλείται ο γραπτός κανόνας δικαίου που τίθεται από τη Πολιτεία μέσω των διατεταγμένων προς τούτο οργάνων της (Υπηρεσιών). Κατ΄ άλλο ορισμό Νόμος καλείται η Πολιτειακή πράξη, δια της οποίας τίθεται, τροποποιείται ή καταργείται κανόνας δικαίου.

Υπό της Νομικής Επιστήμης οι νόμοι διακρίνονται από πλευράς ουσίας (περιεχομένου) και τύπου(Υπηρεσία που το εξέδωσε).

  • Από απόψεως ουσίας ο νόμος διακρίνεται:
  1. Ως ουσιαστικός νόμος, δηλαδή η πράξη της Πολιτείας που περιέχει κανόνα ή κανόνες δικαίου, ανεξάρτητα του τύπου, υπό τον οποίο εκδόθηκε ή της Υπηρεσίας που το εξέδωσε και
  2. Ως διοικητική κατ΄ ουσία πράξη, δηλαδή τη πράξη η οποία έχει διοικητικό περιεχόμενο, ανεξάρτητα του τύπου υπό τον οποίο εκδόθηκε.
  • Από απόψεως τύπου ο νόμος διακρίνεται:
  1. Ως τυπικός νόμος, δηλαδή που ακολουθείται η γενική διαδικασία έκδοσης (ψήφιση, κύρωση, έκδοση) δια των νομοθετικών παραγόντων (Βουλή, Ανώτατος Άρχων) και κατάλληλα δημοσιευθείς, ανεξάρτητα περιεχομένου. Σημειώνεται ότι αν ο τυπικός νόμος περιέχει κανόνα δικαίου, όπου και το συνηθέστερο, είναι και ουσιαστικός νόμος. Αν όμως έχει διοικητικό περιεχόμενο τότε είναι απλός τυπικός νόμος (π.χ. ο προϋπολογισμός του κράτους), και
  2. Ως Διάταγμα, δηλαδή πράξη της Πολιτείας που εκφράζεται δια των οργάνων της (υπηρεσιών) ανεξαρτήτως περιεχομένου.

Η πρωτοβουλία κατάρτισης των Νόμων (νομοθετική) ανήκει στη Κυβέρνηση και τη Βουλή, ασκείται δε υπό ορισμένους όρους και ορισμένη διαδικασία, σύμφωνα πάντα και όπως προβλέπει το Σύνταγμα με τα ακολουθούμενα στάδια της επεξεργασίας, της συζήτησης και ψήφισης από τη Βουλή των νομοσχεδίων με τελικό στάδιο τη κύρωση, την έκδοση και δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

  • Κύρωση ονομάζεται η πράξη του Ανώτατου Άρχοντα (Βασιλέως ή Προέδρου Δημοκρατίας), ως παράγοντος της νομοθετικής λειτουργίας, με την οποία αυτός παρέχει τη συγκατάθεσή του εις τη κατάρτιση του υπό της Βουλής ψηφισθέντος νόμου προσυπογράφοντας αμέσως μετά τον αρμόδιο κατά αντικείμενο Υπουργό ο οποίος και φέρει ακέραια την ευθύνη.
  • Έκδοση ονομάζεται η μετά τη διαδικασία ελέγχου του σύννομου με το Σύνταγμα του προς έκδοση νόμου,, πράξη του ανώτατου Άρχοντα με την οποία πιστοποιεί την κατά το Σύνταγμα κατάρτιση του νόμου με ακέραια και πάλι την ευθύνη του Υπουργού.
  • Δημοσίευση ονομάζεται η Διαταγή του Ανωτάτου Άρχοντα προς καταχώρηση του υπ΄ αυτού κυρωθέντος και εκδοθέντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η δημοσίευση γίνεται στο Α’ τεύχος της Ε.τ.Κ. αφού πρότερα τεθεί η μεγάλη του Κράτους σφραγίς. Από της δημοσιεύσεως ο νόμος θεωρείται γνωστός «τοις πάσι» αποκτά τυπική ισχύ και δεν δύναται να ανακληθεί ή να καταργηθεί εκτός από νέου τυπικού νόμου.

Η διαδικασία συγγραφής νόμου γίνεται βάσει συγκεκριμένης τεχνικής, της νομοτεχνικής, η δε διάκριση των νόμων γίνεται με αριθμούς και ημερομηνία έκδοσης. Παλαιότερα γινόταν και με γράμματα.

Τέλος ο νόμος διατηρεί την ισχύ του έως ότου νεότερος καταργήσει τούτον ρητά αναφερόμενος ή σιωπηρώς με διατάξεις αντιθέτου περιεχομένου.

  • Ισοδύναμοι με τους νόμους είναι οι Αναγκαστικοί νόμοι που εκδίδονται από τη Κυβέρνηση σε εξαιρετικές περιπτώσεις χωρίς εξουσιοδότηση. Από το Σύνταγμα όμως δεν προβλέπεται έκδοση τέτοιων νόμων.

Διατάγματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά κανόνα οι νόμοι θέτουν τα γενικά και μόνο πλαίσια ρύθμισης ενός θέματος. Για την πλήρη εφαρμογή όμως αυτών στη πράξη απαιτείται και ακολουθείται συνήθως η έκδοση ιδιαίτερης πράξης που ρυθμίζει τα επί μέρους θέματα εντός των πλαισίων των νόμων. Αυτές οι επιμέρους πράξεις της Πολιτείας είναι τα Διατάγματα και οι Υπουργικές Αποφάσεις.

Διάταγμα καλείται εν προκειμένω η πράξη της Πολιτείας που εκδίδει ο Ανώτατος Άρχων, με πρόταση του αρμόδιου Υπουργού και ευθύνη αυτού. Τα Διατάγματα διακρίνονται σε:

  1. Εκτελεστικά τα οποία εκδίδονται προς εκτέλεση νόμων,
  2. Νομοθετικά τα οποία εκδίδονται μετά από ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση, και
  3. Διοικητικά τα οποία δεν περιέχουν κανόνες δικαίου, διακρινόμενα σε επιμέρους «αυτοτελή» (όταν δεν συνδέονται με άλλους νόμους) και «μη αυτοτελή» (όταν συνδέονται), επίσης σε «ατομικά» (όταν αφορά ορισμένο πρόσωπο) και «κανονιστικά» (όταν θέτουν διοικητικούς κανόνες).

Υπουργικές Αποφάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τις Υπουργικές Αποφάσεις εξειδικεύονται ακόμη περισσότερο οι διατάξεις του νόμου, όπου και ρυθμίζονται τα επιμέρους θέματα στη λεπτομέρειά τους.

Υπουργική Απόφαση καλείται η πράξη που εκδίδεται από τον (αρμόδιο κατά περίπτωση) Υπουργό, απαραίτητα κατ΄ εξουσιοδότηση του νόμου και πάντα εντός των πλαισίων αυτής της εξουσιοδοτήσεως.

Με την Υπουργική Απόφαση, είτε τίθενται δευτερεύοντες κανόνες δικαίου όπότε και καλείται «κανονιστική απόφαση», είτε ρυθμίζονται διοικητικής φύσεως θέματα (π.χ. πρόσληψη, απόλυση, προαγωγή, μετάθεση υπαλλήλων ορισμός εγγυήσεων κλπ ) οπότε και καλείται «εκτελεστική».

Και οι δύο τύποι αυτοί των Υπουργικών Αποφάσεων δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Έθιμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Έθιμο αποτελεί κανόνα Δικαίου που τίθεται από τη «Κοινωνία» κατόπιν μακράς και ομοιόμορφης άσκησης, και με τη συνείδηση όμως ότι αυτό αποτελεί δίκαιο. Είναι ο λεγόμενος «άγραφος νόμος».

Κατά τα παραπάνω, στοιχεία του εθίμου είναι: η μακρά και ομοιόμορφη «άσκηση» (στοιχείο εξωτερικό) και η «κοινή πεποίθηση» ότι αποτελεί πατροπαράδοτο κανόνα δικαίου (στοιχείο εσωτερικό).

Τα έθιμα διακρίνονται σε:

  1. Καθολικά (που ισχύουν σε όλη τη χώρα) και σε Τοπικά (που ισχύουν σε μέρος της χώρας)
  2. Γενικά (που εφαρμόζονται επί πάντων των συναλλασσομένων) και σε Ειδικά (που εφαρμόζονται επί ορισμένης κατηγορίας αυτών) και
  3. Συμπληρωματικά ή αντίθετα Καταργητικά διατάξεων νόμου.

Η απόδειξη του εθίμου γίνεται δια παντός μέσου π.χ. με μάρτυρες. (Επί παραδείγματος, οι δικηγόροι προκειμένου να αντιτάξουν το αδίκημα των άσκοπων πυροβολισμών και παράνομης οπλοχρησίας αναζητούν από τους κατηγορούμενους να θυμηθούν, αν έχουν, ανήμερα του αδικήματος κάποια ανάμνηση ή επέτειο).

Ιεράρχηση κανόνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταξύ των παραπάνω γραπτών πηγών του δικαίου, από πλευράς ισχύος υφίσταται αυστηρή ιεράρχηση.

Επικεφαλής όλων τίθεται το Σύνταγμα, ο θεμελιώδης νόμος, προς το περιεχόμενο του οποίου θα πρέπει να συμφωνούν όλες οι λοιπές γραπτές πηγές του δικαίου. Ακολουθεί ο τυπικός Νόμος, το Προεδρικό Διάταγμα, πράξη Υπουργικού Συμβουλίου και η Υπουργική Απόφαση. Να τονιστεί οτι μετα την είσοδο της Ελλάδα στην Ευρωπαική Έννομη τάξη στο ίδιο τυπικό επίπεδο με το Σύνταγμα βρίσκονται οι Ιδρυτικές της Ευρωπαικής Ένωσης Συνθήκες, ενώ αμφισβητείται κατα πόσον υπερέχουν του ίδιου του Συντάγματος.

Για τη κατάργηση μιας πράξης της Πολιτείας απαιτείται η έκδοση πράξης της αυτής τυπικής δύναμης ή μεγαλύτερης τυπικής ισχύος.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]